Αιδεσιμολογιώτατοι, κύριε δήμαρχε, εκπρόσωποι των Σωμάτων Ασφαλείας, αγαπητοί φίλοι, κυρίες και κύριοι,
Χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι μαζί σας στο όμορφο χωριό μας, σ΄αυτόν τον ιστορικό τόπο στην καρδιά της ορεινής Αχαϊας. Θα μιλήσω σήμερα για τα γεγονότα του 1943 περισσότερο με λόγια άλλων, αυτοπτών μαρτύρων και στοχαστών.
Η Ελλάς μπήκε στον πόλεμο του ’40 υπερασπιζόμενη το δίκαιο και την ελευθερία της. Πολέμησε εχθρούς τυφλωμένους απ’ την αλαζονεία, αφού λογάριαζαν τους εαυτούς τους ανώτερους και ήθελαν υποτελείς και κατακτήσεις . Γράφει ο λόγιος π. Βασίλειος Γοντικάκης: « Ὑπάρχουν δύο παραδόσεις στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία: Οἱ πρῶτοι εἶναι «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν» ποὺ θέλουν νὰ ἐπικρατήσουν καὶ νὰ ὑποτάξουν τοὺς ἄλλους. Καὶ [οι άλλοι είναι ] αὐτοὶ ποὺ ζητοῦν νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Ἑνός. Οἱ πρῶτοι σταδιοδρομοῦν πρόσκαιρα καὶ βασανίζουν τὸν κόσμο. Οἱ δεύτεροι ἀναδεικνύονται «κλέος ἀέναον θνητῶν». Ἀνατέλλει ἀπὸ μέσα τους μιὰ αἴγλη ποὺ δὲν δύει ἀλλὰ φωτίζει καὶ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους.» [1] Πράγματι οι Έλληνες και σ΄αυτή την σελίδα της ιστορίας υπήρξαν οι δεύτεροι, αυτοί που αναδείχτηκαν σε «κλέος θνητών», δηλαδή δόξα των ανθρώπων. Νίκησαν ξεκάθαρα, αναπάντεχα, παλληκαρίσια τους Ιταλούς και έδωσαν στην Ευρώπη το πρώτο φως της ελπίδας και της νίκης. Αψήφισαν και τους Γερμανούς, στα βουνά της Μακεδονίας και της Κρήτης αργότερα.
Σημειώνει ο συγγραφέας Θεόδωρος Παντούλας: «Οι Ελληνες του 1940 δεν παλαντζάρισαν. Νέτα σκέτα είπαν «όχι». Είπαν «όχι» σε μια υπέρτερη δύναμη και με αψηφισιά χαμογελώντας, ναι χαμογελώντας, όπως βλέπουμε στα επίκαιρα της εποχής, πήραν τα βουνά και έδειξαν μες στη σκοτεινιά πώς «απελπίζοντας την απελπισιά» περπατιέται ο δρόμος της τιμής και της ελευθερίας. Κάποιοι από αυτούς, περισσότερο ή λιγότερο σακατεμένοι, επέστρεψαν νικημένοι νικητές από τα καταράχια και κάποιοι άλλοι έμειναν για πάντα αδιάβαστοι, αλλά όχι άκλαυτοι, στα βουνά της βορείου Ηπείρου. Οι δικοί τους –γονείς, αδέρφια και παιδιά, αρραβωνιάρες και σύζυγοι– έκτοτε βαριανασαίναν κι είχαν να διαχειριστούν τη χηρεία, την ορφάνια και τη διά βίου αναπηρία να σου λείπει ο άνθρωπός σου. Εντούτοις δεν βλαστήμησαν ούτε τη ζωή ούτε την κακή τους τύχη. Βάλανε πλάτη και φρόντισαν να μη μαγαριστεί το ψωμί που τάιζαν τα παιδιά τους. Οι αγέρωχοι αυτοί αρχοντάνθρωποι που, ασχέτως ηλικίας και φύλου, ανδροπατούσαν ήσαν δικοί μας άνθρωποι. Κοντινοί μας. Ήσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας. Ήσαν οι συγγενείς κι οι φίλοι τους.»[2]
Βαρύ ήταν το τίμημα του «όχι» και της λευτεριάς. Έτσι γίνεται πάντα με αυτόν τον μικρό λαό με τις μεγάλες απαιτήσεις. 80.000 στρατιώτες στις μάχες και 500.000 άμαχοι, νεκροί από σφαγές, πείνα και κακουχίες υπολογίζονται οι απώλειες της χώρας μας, το 10% του πληθυσμού της! Το Σκεπαστό και τα Καλάβρυτα πληγώθηκαν κι αυτά. Θα παραθέσω την μαρτυρία δύο συγγενικών μου προσώπων που έζησαν τις μέρες αυτές.
Πρώτη, η μαρτυρία του μακαριστού μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως π. Κωνσταντίου Χρόνη. Γεννήθηκε εδώ, στο Σκεπαστό Καλαβρύτων στις 12/10/1906. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, βρισκόταν στην Καβάλα , αρχιμανδρίτης και ιεροκήρυκας της εκεί Μητροπόλεως . Υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας μέχρι την συνθηκολόγηση τον Μάιο του 1941 οπότε ξεκίνησε η μαύρη περίοδος της Κατοχής. Η Καβάλα παραδόθηκε από τους Γερμανούς στις βουλγαρικές αρχές, όπως όλη η ανατολική Μακεδονία. Οι Βούλγαροι τον απείλησαν επανειλημμένως και τον απέλασαν· τότε η Ιερά Σύνοδος τον απέσπασε προσωρινά στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κατά την τριετία 1941-44. Σε έκθεση που συνέταξε ο ίδιος καταγράφει:[3] «Μετά το θέρος του 1942, τα Καλάβρυτα και η περιφέρεια σχεδόν απεμονώθησαν. Ούτε ο Μητροπολίτης ηδύνατο να μεταβή ούτε άλλαι Αρχαί. Τότε, κέντρον έχων την ιδιαιτέραν μου πατρίδα, το Σκεπαστόν, προσεπάθησα να εξυπηρετήσω παντοιοτρόπως την περιφέρειαν και προπαντός κατά την εποχήν του λιμού (πείνας). Ούτω ίδρυσα εις το Σκεπαστόν συσσίτιον, μικρόν ξενώνα δια τους διερχομένους πεινώντας και έρανος εις είδος εγένετο δια τους εκτός του χωρίου απόρους. Διεμαρτυρήθην δε επανειλημμένως εις τας Ιταλικάς Αρχάς δια τας λεηλασίας εις τας οποίας προέβαινον οι Ιταλοί στρατιώται.»
Ο π. Κωνστάντιος συμμετείχε ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτου στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των αρχών του Αιγίου και των ανταρτών για το θέμα των Γερμανών αιχμαλώτων.[4] Οι συζητήσεις έγιναν εδώ, στο Σκεπαστό αλλά δεν έφεραν αποτέλεσμα. Οι Γερμανοί προέβησαν σε φοβερά αντίποινα. Γράφει ο π. Κωνστάντιος: «Την 29η Νοεμβρίου (1943) οι Γερμανοί εβομβάρδισαν το Σκεπαστόν ένθα εύρον τον θάνατον 17 συγχωριανοί μου, συγχρόνως δε εξεκίνησαν γερμανικές μονάδες εκ Τριπόλεως, Πατρών και Αιγίου με προορισμόν τα Καλάβρυτα . Την 11η Δεκεμβρίου οι Γερμανοί εξετέλεσαν τους κατοίκους των Ρωγών και τους μοναχούς του Μεγάλου Σπηλαίου, τους εκρήμνισαν από ένα απόκρημνον βράχον. Τέλος την 13η Δεκεμβρίου 1943 συνετελέσθη η φρικτή τραγωδία των Καλαβρύτων.»
Ο ίδιος από τις αρχές Δεκεμβρίου με εντολή του Δεσπότη ήταν στο Αίγιο και δεν βρισκόταν στα Καλάβρυτα την τραγική ημέρα. Κατάφερε να λάβει άδεια από τις γερμανικές αρχές και να μεταβεί στα Καλάβρυτα στις 6 Ιανουαρίου 1944 : «Η λέξις ‘φρίκη΄δεν ημπορεί να παραστήσει την κατάστασιν. Καίτοι είχαν παρέλθει περί τας 20 ημέρας από την καταστροφήν, ενόμιζε κανείς ότι ευρίσκετο εις τας πρώτας ημέρας. Αι γυναίκες εφαίνοντο αλλόφρονες, τα πάντα δε, προπαντός την νύκτα, μετέδιδον αγριότητα. Οφείλω να ομολογήσω ότι την πρώτη νύκτα που παρέμεινα στα Καλάβρυτα, όχι μόνον την επέρασα άγρυπνος εντελώς, αλλά και με φόβον. Τα όσα μου διηγήθησαν περί της καταστροφής, περί των εκτελέσεων (πολλοί των εκτελεσθέντων μού ησαν γνωστοί και φίλοι), ο θόρυβος που εδημιούργει η κατάρρευσις των ερειπίων από όλα τα σημεία, αλλά και τα κλάματα των γυναικών που καθ΄όλας τας ώρας της νυκτός ηκούοντο… . Εσκέφθην ότι η δια λόγων παρηγορία δεν ήτο αρκετή εις τους ανθρώπους αυτούς, αλλ΄ ότι έπρεπε να εργασθή κανείς με όλας του τας δυνάμεις δια να κατορθώση να κρατήσει αυτούς εις την ζωήν. Και το απεφάσισα.
Ως πρώτον έργον μού υπεδεικνύετο υπό των πραγμάτων το του … νεκροθάπτου. Επειδή, ούτε εργαλεία λόγω της πυρκαϊάς υπήρχαν και επειδή μόναι των αι γυναίκες , καίτοι ευρίσκοντο υπό τόσον τραγικάς συνθήκας , ήσαν αναγκασμέναι να θάπτουν τους νεκρούς των, ένα και δύο και τρία και πέντε άτομα εκάστη, η ταφή έγινε πλημμελέστατα. Δι΄αυτό, εκτός του κινδύνου μεταδόσεως ασθενειών, και την ημέραν, αλλά προπαντός την νύκτα, εξεθάπτοντο τα πτώματα υπό των σκύλων και κατεσθίοντο.. Έπρεπε δια τούτο εγώ να ευρίσκω εργάτας -και τούτοι δυστυχώς δεν προσήρχοντο ευκόλως – εγώ να επιθεωρώ καθ΄εκάστην πρωΐαν το κοιμητήρον και ενίοτε να τακτοποιώ τους τάφους. Εβασανίσθην σχεδόν επί ενάμισυ μήνα μέχρις ότου να τακτοποιηθεί η υπόθεσις αυτή. (…)
Εν τω μεταξύ είχα διορισθή πρόεδρος του τοπικού τμήματος του Ερυθρού Σταυρού. Δυστυχώς όμως λόγω του ενσκήψαντος χειμώνος και της καταστροφής υπό των ανταρτών μερικών γεφυρών εις την οδόν Πατρών – Καλαβρύτων διεκόπη η συγκοινωνία, ο Ερυθρός Σταυρός έπαυσε να στέλλη τρόφιμα και έτσι εις τα τόσα άλλα δεινά προσετίθετο τώρα και η πείνα.»
Δεύτερη μαρτυρία, της μητέρας μου, Παναγιώτας Νινίκα, το γένος Βασιλείου Χρόνη. Γεννηθείσα το 1935 ήταν παιδάκι της β΄ δημοτικού, όταν οι Γερμανοί βομβάρδισαν το χωριό. Θυμάται τα εξής:[5]
«Ήμουν στο σχολείο κι ακούσαμε αεροπλάνα από πάνω μας, στούκας , νομίζω ήταν δώδεκα. Ο δάσκαλος μας είπε «φεύγετε, μας βομβαρδίζουν» αλλά δεν προφθάσαμε και άρχισαν βομβαρδισμό. Πέσαμε κάτω, ξαπλώσαμε στην αυλή του σχολείου. Μια βόμβα έπεσε κοντά, θραύσματα σκορπίστηκαν και μια πέτρα χτύπησε ένα παιδάκι, του Τρικαλέα, στο γόνατο. Εμείς τρέξαμε να φύγουμε όταν έκαναν να απομακρυνθούν τα στούκας κι αυτό φώναζε «πάρτε με κι εμένα». Πάλι όμως τα αεροπλάνα ξαναγύρισαν και βομβάρδιζαν το σχολείο, γιατί ήτανε αντάρτες εκεί. Η μάνα μου και ο θείος Νάσος έτρεξαν να με βρουν, ο ένας από τον κεντρικό δρόμο ο άλλος από την άκρη του χωριού. Με βρήκαν κάτω από κάτι αμυγδαλιές πιο πέρα και νόμισαν ότι ήμουν σκοτωμένη. Το πανωφόρι μου ήταν ματωμένο από το παιδάκι που πληγώθηκε γιατί ήμασταν δίπλα-δίπλα.
Θυμάμαι ότι οι Γερμανοί μάζεψαν τους άνδρες του χωριού, τους πήγαν στον ανεμόμυλο, τους έβαλαν κοντά-κοντά και έστησαν τα πολυβόλα γύρω. Ήταν και ο πατέρας μου κι ο θείος μου μαζί (σ.σ. Βασίλειος Χρόνης και Αθανάσιος Χρόνης) . Μια μηχανή όμως ήρθε από την Πάτρα με μήνυμα στον αρχηγό να τους αφήσουν ελεύθερους. Ήταν 400 άνδρες περίπου και τους είπαν φύγετε, πάτε στα σπίτια σας. Από τότε οι άνδρες έφυγαν στα βουνά.
Φύγαμε κι εμείς απ’ το χωριό. Παιδάκι εγώ, μου έκανε εντύπωση που μια γειτόνισσα, η Ευανθία Μασούρα, σε ένα ταγάρι που πήρε, έβαλε μέσα μια εικόνα και ένα καρβέλι ψωμί. Θυμάμαι να φεύγουμε αλαλιασμένοι κι εγώ κρατιόμουν απ΄το φουστάνι της μάνας μου. Πήγαμε στη Γουμένισσα (σ.σ. άλλο χωριό της περιοχής) κι εκεί μας φιλοξένησαν λίγες μέρες σ΄ένα σπίτι. Όταν γυρίσαμε στο χωριό, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, τα σπίτια –και το δικό μας- ήταν καμένα.»
Άγριες καταστάσεις στον πόλεμο. Δεν τις χωρά το μυαλό και η καρδιά. Κι εμείς οι νεώτεροι συγκεντρωνόμαστε κάθε χρόνο και τα θυμόμαστε. Κάνουμε καλά; Ή μήπως να τα αφήσουμε πίσω και να κοιτάξουμε μπροστά;
Μου αρέσει η απάντηση του Θεόδωρου Παντούλα:
«Οι πόλεμοι είναι, πράγματι, αγριευτικές καταστάσεις και οι παλιοί … δεν είχαν και κουμπιά να πατήσουν. Εφ’ όπλου λόγχη, δηλαδή με σώμα με σώμα, έγραφαν ιδίαις χερσί και εκ του σύνεγγυς τις εποποιίες τους. Μολαταύτα, οι κοινωνίες που σέβονται τον εαυτό τους και τη διαδρομή τους στον χρόνο τιμούν όσους αγωνίστηκαν (…). Θέλω να πω ότι η απόδοση τιμών δεν είναι μια επετειακή ρητορεία. Είναι μια ανανεούμενη δέσμευση των επιγόνων ότι θα σταθούν ισοϋψείς με τους προγόνους. Είναι δέσμευση ότι θα πουν κι αυτοί, σαν έρθει η δική τους ώρα, τα δικά τους «όχι».
Μεταφέρω και την γνώμη των μαθητών μου, της Β΄ Γυμνασίου[6], που τους μίλησα για τον Δεκέμβριο του 1943 και ζήτησα να απαντήσουν στο ερώτημα αυτό. Από τους 35, οι τέσσερεις είπαν είναι καλύτερα να ξεχνάμε τα τραγικά γεγονότα, για μην θλιβόμαστε . Οι υπόλοποι 31 λένε να θυμόμαστε:
«Χωρίς τις μνήμες μας δεν έχουμε ταυτότητα ως έθνος. Η μνήμη των γεγονότων του παρελθόντος είναι κρίκος που μας κρατάει συνδεμένους με ό,τι είμαστε. (Θ. Κ.)
Σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν μουσεία και μνημεία. Δεν πρέπει να ξεχάσουν οι άνθρωποι τα θύματα της βαρβαρότητας του πολέμου. Να αποτρέψουμε να επαναληφθούν τέτοια γεγονότα» (Ε. Μπ.)
Να θυμόμαστε: η Επανάσταση του 1821, παγκόσμιοι πόλεμοι, γερμανική κατοχή. Τόσες πολλές αναποδιές κι ακόμα είμαστε ζωντανοί κι ελεύθεροι! (Σ. Κ.)
Να χαιρόμαστε πόσο εύκολη και απλή ζωή ζούμε τώρα σε σχέση με την βαρβαρότητα που πέρασαν οι προηγούμενες γενιές. (Μ. Κ.)
Να μην αφήσουμε να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Η γνώση των ιστορικών γεγονότων μας βοήθησε να καταλάβουμε για ποιους λόγους πρέπει να σταματήσουμε τους πολέμους. (Α. Λ.)
Δεν ξεχνάμε για να δείξουμε ότι είμαστε δυνατοί κι ότι μαθαίνουμε απ΄τα λάθη μας.
Να θυμόμαστε αλλά χωρίς θυμό για το παρόν. (Θ. Φ.)»
Να θυμόμαστε λοιπόν, για να μείνουμε άνθρωποι και να γίνουμε λίγο καλύτεροι και πιο δυνατοί.
Σας ευχαριστώ.
Σημειώσεις
[1]π. Βασιλείου Γοντικάκη, «Η μεγάλη ιδέα ενός μικρού λαού»,
[2] Θεοδ. Παντούλα, «Τοις κείνων ρήμασι κρυπτόμενοι», https://antifono.gr/tois-keinon-rimasi-kryptomenoi/
[3] Σόλωνος Νινίκα, «Πραΰς και μαχητής. Ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Κωνστάντιος (Χρόνης)», Καβάλα 1992, σελίδες 38-39 ,42, 45-48, 51
[4] Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ συνέλαβαν μετά από μάχη στην ορεινή Αχαϊα 77 Γερμανούς στρατιώτες, τους οποίους τελικά εκτέλεσαν. Οι Γερμανοί προχώρησαν σε μαζικά αντίποινα κατά των αμάχων.
[5] Προφορική μαρτυρία στην γράφουσα και ιδιόχειρη γραπτή μαρτυρία
[6] μαθητές των τμημάτων Β2 και Β3 του 3ου Γυμνασίου Αγίας Παρασκευής σχολικού έτους 2025-2026
Ομιλία στο Σκεπαστό Καλαβρύτων, την 29η Νοεμβρίου 2025, από την κ. Ελένη Νινίκα, Φιλόλογο – Μουσειολόγο MSc.
Το χαρακτικό έργο που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ex libris Γιώργος Δημητρόπουλος") αποτελεί δημιουργία του Γιάννη Κυριακίδη.