Ο πατριωτισμός δεν διαμελίζεται

Για την πατρίδα ως τόπο, ιστορική μνήμη και αξιακή παρακαταθήκη

0
44

Υπάρχει ένας πατριωτισμός που εξαντλείται στην προστασία των συνόρων και ένας πατριωτισμός που αντιλαμβάνεται την πατρίδα ως κάτι πολύ περισσότερο από την εδαφική της επικράτεια. Ο πρώτος μετριέται με εξοπλιστικά προγράμματα, αμυντικές συμφωνίες και γεωπολιτικές ισορροπίες. Ο δεύτερος περιλαμβάνει όλα αυτά, αλλά δεν σταματά εκεί. Αναγνωρίζει ότι η πατρίδα δεν είναι μόνο η γη που κληρονομήσαμε, αλλά και ο πολιτισμός που δημιουργήθηκε πάνω σε αυτήν, η ιστορική μνήμη που τη διαπερνά, η ηθική παράδοση που διαμόρφωσε γενιές ανθρώπων και οι ευθύνες που αναλαμβάνουμε απέναντι σε όσους θα έρθουν μετά από εμάς.

Ο πατριωτισμός, επομένως, δεν διαμελίζεται. Δεν μπορείς να υπερασπίζεσαι την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζεις ως αδιάφορη ή ξεπερασμένη την πνευματική και πολιτισμική της παρακαταθήκη. Δεν μπορείς να επικαλείσαι την ιστορία όταν θέλεις να ενισχύσεις την εθνική αυτοπεποίθηση και να την παραμερίζεις όταν δυσκολεύει τις πολιτικές σου επιλογές. Ούτε μπορείς να μιλάς για εθνική συνέχεια, όταν αντιμετωπίζεις όσα τη συγκρότησαν ως εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν.

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με τον επίσημο πατριωτισμό που προβάλλει η σημερινή ελληνική κυβέρνηση. Η έμφαση στην αμυντική θωράκιση της χώρας είναι αναγκαία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια απαιτητική γεωπολιτική περιοχή και οφείλει να διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, αποτρεπτική ικανότητα και σοβαρή εξωτερική πολιτική. Η αγορά οπλικών συστημάτων, όμως, δεν αρκεί για να θεμελιώσει μια συνολική πατριωτική πολιτική. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν προστατεύουμε τα σύνορα της χώρας, αλλά και τι ακριβώς θεωρούμε άξιο προστασίας μέσα σε αυτά.

Η σημερινή κυβέρνηση είναι το άμεσο πεδίο αυτής της κριτικής, επειδή οι πολιτικές επιλογές και οι δημόσιες τοποθετήσεις της θέτουν συγκεκριμένα ερωτήματα. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ευρύτερο και δεν γεννήθηκε σήμερα. Οι ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση χρειάζεται να αναζητηθούν και στις προηγούμενες κυβερνήσεις, στις μνημονιακές πολιτικές, αλλά και σε παγιωμένες πρακτικές της μεταπολιτευτικής περιόδου. Δεν πρόκειται να εξισώσουμε διαφορετικές κυβερνήσεις ή να παραβλέψουμε τις διαφορές των επιλογών τους. Πρόκειται να εξετάσουμε ποιες αποφάσεις, παραλείψεις και πρακτικές συνέβαλαν στη διαμόρφωση των προβλημάτων, ποιες διατηρήθηκαν και ποιες εξακολουθούν να αναπαράγονται. Η εναλλαγή στην εξουσία δεν αποτελεί από μόνη της ούτε απόδειξη αλλαγής ούτε απαλλαγή από την ευθύνη.

Μια χώρα δεν είναι μόνο η επικράτειά της. Είναι και το νόημα που δίνει στην ύπαρξή της.

Η κριτική που ακολουθεί αφορά συγκεκριμένες δημόσιες πράξεις, πολιτικές επιλογές, δηλώσεις και παραλείψεις. Δεν αποσκοπεί στην απαξίωση των προσώπων ούτε προϋποθέτει κρίσεις για τον ιδιωτικό τους χαρακτήρα. Η δημόσια ευθύνη, όμως, δεν μπορεί να αποσυνδέεται από εκείνους που ασκούν δημόσια εξουσία. Οι αποφάσεις τους υπόκεινται σε έλεγχο, οι δηλώσεις τους σε κριτική και οι παραλείψεις τους σε λογοδοσία. Η διάκριση ανάμεσα στην κριτική μιας πράξης και στην προσβολή ενός προσώπου δεν αποδυναμώνει την κριτική· την καθιστά δικαιότερη και ουσιαστικότερη.

 

Μια πατρίδα χωρίς την παρακαταθήκη της;

Η πολιτική εξουσία δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις που διακηρύσσει, αλλά κυρίως από τις πράξεις με τις οποίες τις μεταφράζει σε δημόσια πολιτική. Και εδώ ανακύπτει μια βαθύτερη αντίφαση.

Η διαφθορά και η διαπλοκή, όπου τεκμηριώνονται ή όπου «βγάζει μάτι», δεν αποτελούν απλώς παραβάσεις της πολιτικής δεοντολογίας. Υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και μετατρέπουν το δημόσιο συμφέρον σε πεδίο εξυπηρέτησης ιδιωτικών ή κομματικών επιδιώξεων. Όταν η δημόσια εξουσία χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων, όταν δημόσιοι πόροι, θεσμοί ή αρμοδιότητες γίνονται μέσα προσωπικού ή κομματικού οφέλους, τότε η πολιτική ευθύνη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Και όταν η προστασία των υπευθύνων υπερισχύει της διερεύνησης μιας υπόθεσης, όταν αποκρύπτονται στοιχεία ή παρεμποδίζεται η απόδοση ευθυνών, ανακύπτει το ζήτημα της συγκάλυψης.

Οι έννοιες αυτές δεν είναι χαρακτηρισμοί που μπορούν να αποδίδονται αδιακρίτως. Απαιτούν στοιχεία και συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Όταν, όμως, προκύπτουν από πράξεις και παραλείψεις, δεν είναι δυνατόν να αποσιωπώνται στο όνομα μιας αόριστης πολιτικής ευπρέπειας. Μια εξουσία που συγκαλύπτει παρανομίες, ανέχεται την ιδιοτέλεια ή καπηλεύεται το δημόσιο προς ίδιον όφελος δεν πλήττει μόνο τη λειτουργία των θεσμών. Υπονομεύει την ίδια την έννοια της πατρίδας ως κοινού αγαθού. Η πατρίδα δεν είναι ιδιοκτησία των κυβερνώντων ούτε λάφυρο της πολιτικής τους επικράτησης.

Αυτή η ευθύνη δεν αφορά μόνο την εκάστοτε κυβέρνηση. Αφορά και όσους προηγήθηκαν, στον βαθμό που οι δικές τους επιλογές συνέβαλαν στη δημιουργία προβλημάτων ή πρακτικών που εξακολουθούν να επιβαρύνουν τη δημόσια ζωή. Αφορά, επίσης, όσους διαδέχθηκαν προηγούμενες κυβερνήσεις και, αντί να διορθώσουν όσα κατήγγειλαν, τα διατήρησαν ή τα ανέχθηκαν. Η διαχρονική ευθύνη, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλοι ευθύνονται για όλα στον ίδιο βαθμό. Σημαίνει ότι κάθε κυβέρνηση κρίνεται τόσο για όσα παραλαμβάνει όσο και για όσα επιλέγει να πράξει ή να παραλείψει.

Αντίστοιχα, η Συμφωνία των Πρεσπών κρίνεται ως επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Η ευθύνη για την επιλογή αυτή βαρύνει την κυβέρνηση που την υπέγραψε και την ψήφισε, αλλά δεν εξαντλείται σε εκείνη. Βαρύνει και εκείνους που ακολούθησαν, στον βαθμό που ανέχονται τις συνέπειές της και δεν αξιοποιούν τις δυνατότητες που διαθέτουν για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων. Η πολιτική ευθύνη δεν παραγράφεται με την εναλλαγή των κυβερνήσεων ούτε εξαφανίζεται όταν μια προηγούμενη απόφαση έχει πλέον ενσωματωθεί στη διπλωματική πραγματικότητα. Η κριτική χρειάζεται να εξετάζει τις συνέπειες της συμφωνίας, τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτήν και τις δυνατότητες ουσιαστικής υπεράσπισης των εθνικών θέσεων. Δεν αρκεί η επίκληση της διπλωματικής αποτελεσματικότητας· απαιτείται λογοδοσία για το αποτέλεσμα και για τον τρόπο με τον οποίο κάθε κυβέρνηση διαχειρίζεται την παρακαταθήκη της προηγούμενης.

Υπάρχει, ακόμη, το ζήτημα του πολιτικού γάμου των ομόφυλων ζευγαριών, τον οποίο η κυβέρνηση νομοθέτησε το 2024. Η διαφωνία με αυτή την επιλογή δεν αφορά την αξιοπρέπεια των ανθρώπων ούτε μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την προσβολή τους. Αφορά τη διαφορετική αντίληψη για τον γάμο, τη συγγένεια, τη γονεϊκότητα και τη θεσμική αναγνώριση της οικογένειας. Για όποιον θεωρεί ότι η ιστορική ελληνική και ορθόδοξη παράδοση προσφέρει ένα συγκεκριμένο ανθρωπολογικό υπόβαθρο, η νομοθετική ανατροπή της καθιερωμένης αντίληψης για τον γάμο δεν είναι μια ουδέτερη διοικητική μεταβολή. Είναι μια ουσιαστική πολιτισμική επιλογή, για την οποία οφείλει να διεξάγεται ανοιχτή και σοβαρή συζήτηση.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι ότι μια κυβέρνηση λαμβάνει αποφάσεις με τις οποίες διαφωνούν πολίτες. Αυτό είναι αναπόφευκτο στη δημοκρατία. Το πρόβλημα είναι να παρουσιάζει τις αποφάσεις της ως αυτονόητη πρόοδο, χωρίς να αναγνωρίζει ότι μπορεί να συνιστούν ρήξη με βαθύτερες αντιλήψεις για τον άνθρωπο, την κοινωνία και τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. Η πολιτική διαφωνία δεν είναι από μόνη της διχασμός. Όταν, όμως, θεμελιώδεις κοινωνικές και πολιτισμικές διαφωνίες παρακάμπτονται ή αντιμετωπίζονται ως κατάλοιπα που πρέπει να εξαλειφθούν, η απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και σε ένα μέρος της κοινωνίας μπορεί να μεγαλώνει.

Ο πατριωτισμός δεν απαιτεί να συμφωνούμε όλοι σε κάθε πολιτική επιλογή. Απαιτεί, όμως, να γνωρίζουμε τι υπερασπιζόμαστε και να μην επικαλούμαστε επιλεκτικά την παράδοση, ανάλογα με το αν μας εξυπηρετεί πολιτικά.

 

Η ιστορία δεν είναι σχολείο υποχώρησης

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν περνά από τη νομοθεσία και την πολιτική στην ιστορική μνήμη. Διότι η αντίληψη που έχει μια πολιτική ηγεσία για το παρελθόν δεν είναι αθώα. Φανερώνει, συχνά, το είδος του παρόντος που θέλει να οικοδομήσει και το ήθος που επιθυμεί να καλλιεργήσει στους πολίτες.

Στα εγκαίνια του αποκατεστημένου τεμένους της Καλούτσιανης, στα Ιωάννινα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας, αναφέρθηκε στην παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς το φθινόπωρο του 1430, επισημαίνοντας ότι οι Γιαννιώτες απέφυγαν τις σφαγές και τους εξανδραποδισμούς που είχαν προηγηθεί κατά την άλωση της Θεσσαλονίκης, εξασφαλίζοντας παράλληλα προνόμια.

Η ιστορία απαιτεί γνώση, αλλά και μέτρο στη διατύπωση. Άλλο η ερμηνεία μιας ιστορικής επιλογής υπό δραματικές συνθήκες και άλλο η εντύπωση ότι η παράδοση αποτελεί διαχρονικό πρότυπο πολιτικής σοφίας. Η αποφυγή της σφαγής μπορεί να υπήρξε, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, μια απολύτως κατανοητή επιλογή. Κανείς δεν δικαιούται να απαιτεί από τους ανθρώπους του παρελθόντος να θυσιάζονται για να ικανοποιούν τις δικές μας μεταγενέστερες αντιλήψεις περί ηρωισμού. Αλλά ούτε δικαιούμαστε να μετατρέπουμε την υποχώρηση σε καθολικό ιστορικό δίδαγμα, σαν να ήταν η αντίσταση μια περιττή πολυτέλεια και ο συμβιβασμός η ανώτερη μορφή πολιτικής ωριμότητας.

Η νομιμοποίηση των ιστορικών συμβιβασμών δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της τιμής όσων επέλεξαν να αντισταθούν. Η ιστορική μνήμη χρειάζεται ακρίβεια, αλλά και σεβασμό. Η κριτική μιας δημόσιας αναφοράς δεν συνιστά κρίση για την προσωπική αξία εκείνου που την έκανε. Αφορά το περιεχόμενο, τις αποχρώσεις και τις πιθανές συνέπειές της στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται το παρελθόν της.

Αν η παράδοση των Ιωαννίνων αναγορευθεί σε πρότυπο πολιτικής σοφίας χωρίς την αναγκαία ιστορική διάκριση, τότε μεταβάλλεται και ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουμε την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το Μεσολόγγι, το Αρκάδι και κάθε σελίδα της ιστορίας όπου άνθρωποι επέλεξαν να αγωνιστούν, γνωρίζοντας το τίμημα. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύουμε κάθε αντίσταση ούτε να παραγνωρίζουμε το κόστος της. Χρειάζεται, όμως, να διατηρούμε ζωντανή τη δυνατότητα να αντιστεκόμαστε, ακόμη κι όταν η αντίσταση δεν εξασφαλίζει την επιβίωση, την ευημερία ή την ανταμοιβή.

Διότι ένας λαός που μαθαίνει μόνο να αποφεύγει το κόστος κινδυνεύει να ξεχάσει και για ποια πράγματα αξίζει να το αναλάβει.

Η ελληνική ιστορία δεν είναι αποκλειστικά ιστορία νικών, ούτε ένας αδιάκοπος θρίαμβος της εθνικής βούλησης. Είναι ιστορία αγώνων, συμβιβασμών, ηττών, αναγεννήσεων και επώδυνων αποφάσεων. Δεν μας παραδίδει μια απλή συνταγή για κάθε περίσταση. Μας παραδίδει, όμως, παραδείγματα ελευθερίας και ευθύνης, τα οποία χάνουν το νόημά τους αν τα αναγνώσουμε αποκλειστικά με το κριτήριο της επιβίωσης.

 

Ο άνθρωπος ως πρόσωπο ή ως αριθμός;

Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος. Η Ελλάδα γερνά, οι γεννήσεις μειώνονται και πολλές περιοχές της χώρας ερημώνουν. Πρόκειται για πραγματικές και επείγουσες προκλήσεις, που απαιτούν μακροπρόθεσμη πολιτική, στήριξη των νέων οικογενειών, προσιτή στέγη, αξιοπρεπείς αμοιβές, σταθερή εργασία και συνθήκες που επιτρέπουν στους νέους ανθρώπους να σχεδιάζουν το μέλλον τους στον τόπο τους.

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση, όμως, ακούγεται συχνά ως αυτονόητη απάντηση ότι τα δημογραφικά κενά μπορούν να καλυφθούν μέσω της μετανάστευσης. Η νόμιμη μετανάστευση μπορεί να έχει θέση σε μια συνολική πολιτική. Δεν υποκαθιστά, ωστόσο, την ανάγκη να αναζητήσουμε γιατί οι Έλληνες δυσκολεύονται να δημιουργήσουν οικογένειες, γιατί νέοι άνθρωποι εγκαταλείπουν τη χώρα και γιατί ολόκληρες περιοχές αδυνατούν να κρατήσουν τον πληθυσμό τους. Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αριθμητική εξίσωση, στην οποία η έλλειψη ανθρώπων καλύπτεται με την απλή προσθήκη άλλων.

Το δημογραφικό δεν είναι μόνο πρόβλημα πληθυσμιακής επάρκειας. Είναι πρόβλημα κοινωνικής εμπιστοσύνης, οικονομικής προοπτικής, οικογενειακής συνοχής και πολιτισμικής συνέχειας. Η μετανάστευση χρειάζεται σοβαρή πολιτική ένταξης, με σεβασμό τόσο στην αξιοπρέπεια των μεταναστών όσο και στην κοινωνία υποδοχής. Δεν αποτελεί, από μόνη της, απάντηση στο ερώτημα αν μια χώρα μπορεί να αναπαράγει τη ζωή της, να μεταδίδει την ιστορική της εμπειρία και να διατηρεί τη συνοχή της.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο ως πρόσωπο και στον άνθρωπο ως μέγεθος. Ο πρώτος έχει ιστορία, γλώσσα, μνήμη, δεσμούς και ευθύνη. Ο δεύτερος είναι μια μονάδα σε έναν πίνακα πληθυσμιακών προβολών, ένα εργατικό χέρι, ένας φορολογούμενος, ένας ψηφοφόρος ή μια μεταβλητή που πρέπει να προσαρμοστεί στις ανάγκες του συστήματος.

Αντίστοιχα, η δημόσια συζήτηση για την οικογένεια δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική μορφή οικογένειας στη σύγχρονη κοινωνία. Ασφαλώς υπάρχουν διαφορετικές οικογενειακές καταστάσεις, τις οποίες η πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίζει με δικαιοσύνη. Άλλο, όμως, η αναγνώριση της κοινωνικής πραγματικότητας και άλλο η εγκατάλειψη κάθε προβληματισμού για τις συνθήκες που επιτρέπουν στην οικογένεια να συνεχίσει να αποτελεί κύτταρο ζωής και κοινωνικής συνοχής.

Όταν η αρμόδια υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, δήλωσε ότι «δεν υπάρχει η ελληνική οικογένεια του μέλλοντος», η συζήτηση δεν μπορούσε να περιοριστεί στο αν η διατύπωση ήταν ατυχής ή αν παρερμηνεύθηκε. Η ίδια συνέδεσε τη θέση της με την ανάγκη συμπερίληψης και διαφορετικότητας, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο πως η τυπική οικογένεια του μέλλοντος θα αποτελείται από δύο γονείς και τρία παιδιά.

Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: όταν το κράτος διαπιστώνει ότι μια κοινωνία δυσκολεύεται να αναπαραχθεί δημογραφικά και ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την ιστορικά κυρίαρχη μορφή της οικογένειας ως μία μόνο εκδοχή ανάμεσα σε πολλές, ποια αντίληψη έχει τελικά για τη συνέχεια αυτής της κοινωνίας; Και με ποια πολιτική φιλοδοξεί να την εξασφαλίσει;

Η κριτική στη συγκεκριμένη δήλωση αφορά τον δημόσιο λόγο της υπουργού, την πολιτική κατεύθυνση που εκφράζει και τη θέση της μέσα στην κυβέρνηση. Από τη στιγμή που κατέχει το συγκεκριμένο δημόσιο αξίωμα, έχει προσωπική πολιτική ευθύνη για τις κατευθύνσεις που υπηρετεί. Αν διαφωνεί ουσιαστικά με μια κυβερνητική πολιτική, αλλά εξακολουθεί να την υπηρετεί χωρίς να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την αλλαγή της, η παραμονή της δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Η δημόσια ευθύνη δεν εξαντλείται στις προσωπικές πεποιθήσεις· κρίνεται και από τις επιλογές που κάνει κανείς όταν καλείται να τις μετατρέψει σε πράξη.

Η διάκριση αυτή έχει σημασία, διότι η πολιτική δεν είναι απλώς χώρος έκφρασης απόψεων. Είναι πεδίο αποφάσεων με συνέπειες. Και όταν οι αποφάσεις αυτές αφορούν τον θεσμό της οικογένειας, την κοινωνική συνοχή και την πολιτισμική συνέχεια, ο δημόσιος διάλογος οφείλει να είναι ειλικρινής. Δεν είναι δυνατόν να ζητείται από τους πολίτες να θεωρούν αυτονόητη μια πολιτική επιλογή που αντιβαίνει στις αρχές τους και, ταυτόχρονα, να παραγνωρίζεται ότι η επιβολή ή η άκριτη προώθησή της μπορεί να εντείνει τις κοινωνικές αντιθέσεις. Η ευθύνη για τη διαχείριση αυτών των αντιθέσεων ανήκει πρωτίστως σε όσους ασκούν δημόσια εξουσία.

Δεν αρκεί να αυξάνεται ο πληθυσμός, αν δεν μας απασχολεί η ποιότητα των δεσμών που τον συγκροτούν σε κοινωνία. Δεν αρκεί να καλύπτονται οι ανάγκες της αγοράς εργασίας, αν αδιαφορούμε για τους λόγους που οι νέοι δεν μπορούν να δημιουργήσουν τη ζωή που επιθυμούν στον τόπο τους. Ούτε η εθνική συνέχεια εξασφαλίζεται με μια απλή λογιστική αντικατάσταση ανθρώπων.

 

Η πατρίδα ως πολιτικό λάφυρο

Γιατί, λοιπόν, ένας τέτοιος πατριωτισμός, περιορισμένος κυρίως στην επικράτεια, στην κρατική ισχύ και στη διαχείριση του πληθυσμού, μπορεί να είναι πολιτικά χρήσιμος;

Επειδή η επικράτεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πολιτικής εξουσίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει κράτος για να κυβερνηθεί, δημόσιος μηχανισμός για να ελεγχθεί, εκλογικό σώμα για να διεκδικηθεί και πολιτική επιρροή για να ασκηθεί. Η Ελλάδα είναι, επομένως, αναγκαία για κάθε ελληνική κυβέρνηση. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την πατρίδα ως κοινό αγαθό, με ιστορικό βάθος και πολιτισμικό περιεχόμενο.

Η πολιτική εξουσία μπορεί να ενδιαφέρεται για τη διατήρηση του κράτους, επειδή αυτό αποτελεί το πεδίο της δικής της ισχύος. Μπορεί να ενδιαφέρεται για την οικονομική ανάπτυξη, επειδή αυτή ενισχύει την κοινωνική αποδοχή της. Μπορεί να ενδιαφέρεται για την ασφάλεια, επειδή αυτή αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωσή της και συγχρόνως βασικό κριτήριο αξιολόγησής της. Τίποτε από αυτά δεν είναι από μόνο του μεμπτό. Το κρίσιμο ερώτημα αρχίζει όταν η διατήρηση της εξουσίας υποκαθιστά την υπηρεσία προς την πατρίδα και όταν οι πολίτες αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως μέσα για την επίτευξη πολιτικών στόχων.

Η ιδιοτέλεια στην πολιτική δεν εμφανίζεται μόνο ως άμεσο προσωπικό όφελος. Μπορεί να εκδηλώνεται ως προτεραιότητα της κομματικής επιβίωσης έναντι του δημόσιου συμφέροντος, ως επιλεκτική εφαρμογή κανόνων, ως ανοχή σε πρακτικές που εξυπηρετούν φίλους και συμμάχους ή ως χρήση δημόσιων πόρων και θεσμών για την ενίσχυση της πολιτικής επιρροής. Η καπηλεία του δημόσιου αγαθού προς ίδιον όφελος αποκτά ακόμη πιο προβληματικό χαρακτήρα όταν ντύνεται με πατριωτική ρητορική: όταν η επίκληση της πατρίδας χρησιμοποιείται όχι για να υπηρετηθεί το κοινό συμφέρον, αλλά για να θωρακιστεί η εξουσία από την κριτική.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η συγκάλυψη. Όταν η προστασία μιας κυβέρνησης, ενός κόμματος ή συγκεκριμένων προσώπων υπερισχύει της υποχρέωσης για διαφάνεια και λογοδοσία, η δημόσια εξουσία αντιστρέφει τον σκοπό της. Αντί να υπηρετεί τους πολίτες, απαιτεί από αυτούς να προστατεύουν την ίδια. Η διαφορά είναι ουσιώδης: άλλο η πολιτική υπεράσπιση μιας απόφασης και άλλο η παρεμπόδιση της διερεύνησης ευθυνών· άλλο η διαφωνία με μια κατηγορία και άλλο η απόκρυψη στοιχείων που θα μπορούσαν να την επιβεβαιώσουν ή να την καταρρίψουν.

Η υποψία αυτή δεν δικαιολογεί την απόδοση ατεκμηρίωτων κινήτρων στους κυβερνώντες. Ελέγχεται, όμως, από τη συνέπεια ανάμεσα σε όσα διακηρύσσουν και σε όσα πράττουν: από το αν σέβονται τους θεσμούς, αν λογοδοτούν, αν αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως φορέα δικαιωμάτων και ευθύνης, αν στηρίζουν τις κοινωνικές προϋποθέσεις της εθνικής συνέχειας και αν μπορούν να υπερασπιστούν τις αποφάσεις τους πέρα από τη χρησιμότητά τους για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Αυτά είναι κριτήρια που ισχύουν για κάθε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από την κομματική της προέλευση.

Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη της ελληνικής κοινωνίας. Οι κυβερνώντες δεν είναι μια εξωγενής δύναμη που επιβλήθηκε σε έναν ανυποψίαστο λαό. Εκλέγονται, κρίνονται και επανεκλέγονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό περιβάλλον. Αν ο πολίτης περιορίζεται στην απαίτηση για οικονομική διευκόλυνση, ατομική ασφάλεια και στοιχειώδη διαχειριστική επάρκεια, χωρίς να ενδιαφέρεται για το συνολικό περιεχόμενο της πολιτικής, τότε συμβάλλει και ο ίδιος στη συρρίκνωση του πατριωτισμού σε ένα άθροισμα ατομικών εξυπηρετήσεων.

Η πολιτική ηγεσία δεν χρειάζεται τότε να διαμορφώσει πολίτες με ιστορική συνείδηση, απαιτήσεις και διάθεση συμμετοχής. Αρκεί να διατηρεί μια επαρκή εκλογική βάση, να διαχειρίζεται τις προσδοκίες της και να εξασφαλίζει ότι οι αντιφάσεις της πολιτικής της δεν θα μετατραπούν σε κόστος εξουσίας. Όταν, μάλιστα, η κομματική αλληλεγγύη μετατρέπεται σε προστασία από τον έλεγχο, η πολιτική ευθύνη διαχέεται, οι παραλείψεις συγκαλύπτονται και το δημόσιο συμφέρον υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη διατήρησης της εξουσίας.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο ο πολίτης κινδυνεύει να υποβιβαστεί σε ψηφοφόρο και ο ψηφοφόρος σε αριθμό. Και τότε η πατρίδα παύει να είναι το κοινό έργο των πολιτών της. Μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής διαχείρισης, του οποίου η αξία μετριέται από το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να διατηρηθεί ο έλεγχός του.

 

Ασφάλεια χωρίς ελευθερία συνείδησης;

Ας υποθέσουμε ότι μια κυβέρνηση καταφέρνει να εξασφαλίσει οικονομική ανάπτυξη, σχετική κοινωνική σταθερότητα και αμυντική θωράκιση. Θα αρκούσαν αυτά για να χαρακτηριστεί επιτυχημένη εθνικά, ακόμη κι αν η κοινωνία έχανε σταδιακά την ιστορική αυτοσυνειδησία της, αν οι θεσμοί απομακρύνονταν από τις βαθύτερες αξίες μεγάλου μέρους των πολιτών και αν η πολιτική αντιμετώπιζε κάθε διαφωνία ως κατάλοιπο που πρέπει να ξεπεραστεί;

Η οικονομική ασφάλεια είναι δικαίωμα του πολίτη και υποχρέωση της πολιτείας. Η σταθερότητα και η ασφάλεια δεν είναι πολιτικά ανταλλάγματα για την αποδοχή οποιασδήποτε άλλης επιλογής. Η κοινωνική ευημερία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αντιστάθμισμα για την απώλεια της ελευθερίας της συνείδησης ούτε ως λόγος για να εγκαταλείπουμε τον δημόσιο διάλογο γύρω από θεμελιώδη ζητήματα πολιτισμού και ανθρωπολογίας.

Η πραγματική απώλεια αρχίζει όταν οι πολιτικές επιλογές παύουν να κρίνονται και γίνονται σταδιακά αυτονόητες, όταν η κοινωνία συνηθίζει να ανταλλάσσει το ουσιώδες με το πρόσκαιρο, την αλήθεια με τη βολή και την ευθύνη με την ανάθεση. Τότε μπορεί να εξακολουθεί να ευημερεί υλικά, αλλά να έχει ήδη αρχίσει να χάνει την ικανότητά της να ορίζει τι αξίζει να διαφυλάξει.

Δεν υπάρχει, βέβαια, μια αμετάβλητη Ελλάδα, αποθηκευμένη σε κάποιο ιδεατό παρελθόν, στην οποία πρέπει να επιστρέψουμε. Ο πολιτισμός δεν είναι απολίθωμα και η παράδοση δεν είναι άλλοθι για την αποφυγή της κριτικής. Η ελληνική ιστορία είναι γεμάτη μεταβολές, δημιουργικές συναντήσεις και αντιπαραθέσεις. Η ζωντανή παράδοση δεν φοβάται τον διάλογο ούτε αρνείται την ανάγκη της διάκρισης. Αυτό που δεν αντέχει είναι να αντιμετωπίζεται ως κενό κέλυφος, από το οποίο μπορούμε να κρατήσουμε μόνο όσα εξυπηρετούν τις σύγχρονες πολιτικές σκοπιμότητες.

Δεν υπερασπιζόμαστε την ελληνική παράδοση επειδή κάθε τι παλαιό είναι καλό, αλλά επειδή δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας αν αποκοπούμε από τις πηγές που τον διαμόρφωσαν. Δεν τιμούμε τους αγώνες των προγόνων μας επειδή κάθε αγώνας ήταν αλάνθαστος, αλλά επειδή μας υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν αγαθά που δεν αποτιμώνται αποκλειστικά με όρους κόστους και οφέλους. Και δεν στηρίζουμε την οικογένεια επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια ζωή, αλλά επειδή η κοινωνία χρειάζεται δεσμούς, φροντίδα και συνθήκες που επιτρέπουν στις επόμενες γενιές να υπάρξουν και να ανθίσουν.

Αυτός είναι ο πατριωτισμός που δεν περιορίζεται στη διαχείριση του παρόντος. Ένας πατριωτισμός που γνωρίζει ότι η πατρίδα δεν μας ανήκει ως ιδιοκτησία. Την παραλάβαμε και οφείλουμε να την παραδώσουμε.

 

Τι ακριβώς θέλουμε να διαφυλάξουμε;

Αν η Ελλάδα είναι μόνο ο χώρος μέσα στον οποίο ασκείται η κρατική κυριαρχία, τότε πράγματι ο πατριωτισμός μπορεί να περιοριστεί στην αγορά όπλων, στην προστασία των συνόρων, στη διαχείριση του πληθυσμού και στη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας. Όλα αυτά έχουν τη σημασία τους, αλλά δεν αρκούν.

Αν, όμως, η Ελλάδα είναι και η γλώσσα της, η ιστορική της μνήμη, η πνευματική της παράδοση, η σχέση της με την Ορθοδοξία, η αντίληψή της για την ελευθερία και την ευθύνη, η δυνατότητα των ανθρώπων της να δημιουργούν οικογένειες και να μεταδίδουν έναν τρόπο ζωής, τότε ο πατριωτισμός δεν μπορεί να ασκείται επιλεκτικά. Δεν μπορεί να προστατεύει το έδαφος και να αδιαφορεί για το περιεχόμενο της ζωής που αναπτύσσεται πάνω σε αυτό.

Δεν αρκεί να διαθέτουμε ισχυρό στρατό, αν δεν γνωρίζουμε για ποια πατρίδα καλούμαστε να αγωνιστούμε. Δεν αρκεί να διατηρούμε τα σύνορα, αν δεν μας απασχολεί τι συμβαίνει στην κοινωνία που αυτά περικλείουν. Δεν αρκεί να επικαλούμαστε την ιστορία, αν επιλέγουμε από αυτήν μόνο τα παραδείγματα που δικαιώνουν τη σημερινή μας πολιτική. Και δεν αρκεί να μιλάμε για δημογραφική επιβίωση, αν αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο πρωτίστως ως αριθμό και όχι ως πρόσωπο με ιστορία, δεσμούς και προοπτική.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται έναν πατριωτισμό φοβικό, κλειστό ή αυτάρεσκο. Χρειάζεται έναν πατριωτισμό με αυτογνωσία, ικανό να αναγνωρίζει τα σφάλματά του, να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του και να διαλέγεται με τον κόσμο χωρίς να απεμπολεί την ταυτότητά του. Έναν πατριωτισμό που δεν συγχέει την αυτοπεποίθηση με την αλαζονεία, τον συμβιβασμό με τη σοφία και την προσαρμογή με την πρόοδο.

Και χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, πολίτες που δεν αρκούνται να ρωτούν αν η χώρα είναι ασφαλής και αν η ζωή τους γίνεται ευκολότερη. Πολίτες που ρωτούν και τι είδους κοινωνία οικοδομείται, ποια ιστορική μνήμη διατηρείται, ποιες αξίες μεταδίδονται και ποιο μέλλον προετοιμάζεται για τα παιδιά τους. Πολίτες που δεν επιτρέπουν η επίκληση της πατρίδας να μετατρέπεται σε ασπίδα προστασίας της εξουσίας, ούτε ανέχονται η δημόσια ευθύνη να υποκαθίσταται από την κομματική σκοπιμότητα.

Διότι η πατρίδα δεν είναι απλώς ένας τόπος για να κυβερνά κανείς. Είναι ένας τόπος για τον οποίο αναλαμβάνει ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη δεν εξαντλείται στην προστασία της επικράτειας. Περιλαμβάνει τη φροντίδα για όσα κάνουν αυτή την επικράτεια πατρίδα.

Ο πατριωτισμός δεν διαμελίζεται. Ή υπερασπίζεσαι την πατρίδα ως σύνολο —με τη γη, την ιστορία, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους της— ή κινδυνεύεις να υπερασπίζεσαι μόνο τον χώρο μέσα στον οποίο ασκείς την εξουσία σου.

 

(ΙΘ΄ Κοινωνική Επιστολή)

~

Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Ζει στο Θούριο Ορεστιάδας. Δεν γνωρίζει το πότε, το πού και το πώς θα πεθάνει, όμως, ελπίζει κι εύχεται ο θάνατος να τον βρει εν μετάνοια Χριστού. Πιστεύει ακράδαντα στη μετά θάνατον ζωή.

 

Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, καλλιτεχνική κατασκευή ("Τελετουργική χαρτογράφηση", 1989) του Μάριου Σπηλιόπουλου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ