Τα μεγάλα έργα έχουν το προνόμιο να συνομιλούν με κάθε εποχή. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ο κινηματογράφος να επιχειρεί να συνομιλήσει με τον Όμηρο. Αντιθέτως, αυτό αποδεικνύει ότι, σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, τα ομηρικά έπη εξακολουθούν να συγκινούν, να εμπνέουν και να προκαλούν δημιουργούς σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο προβληματισμός αρχίζει όταν η συνάντηση με ένα κλασικό έργο μετατρέπεται σε προσπάθεια διόρθωσής του. Όταν προηγείται η ιδεολογία και ακολουθεί η ανάγνωση του κειμένου, το αποτέλεσμα δεν είναι ερμηνεία αλλά προβολή των δικών μας βεβαιοτήτων πάνω σε έναν άλλον κόσμο.
Η πρόσφατη δήλωση ότι ο Όμηρος «δεν αφιερώνει αρκετό χρόνο στις γυναίκες» δεν αποκαλύπτει κάποιο κενό του Ομήρου. Αποκαλύπτει μια χαρακτηριστική συνήθεια της εποχής μας: να αξιολογούμε τα μεγάλα έργα όχι μέσα από το δικό τους πνευματικό σύμπαν, αλλά μέσα από τις ιδεολογικές προϋποθέσεις του παρόντος.
Το ερώτημα, όμως, είναι βαθύτερο. Είναι άραγε έργο του αναγνώστη να μαθητεύσει στο κείμενο ή να απαιτήσει από το κείμενο να μαθητεύσει στις δικές του αντιλήψεις;
Ο Όμηρος δεν αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως εκπροσώπους ομάδων, φύλων ή κοινωνικών κατηγοριών. Τους αντιμετωπίζει ως πρόσωπα. Γι' αυτό και η αξία τους δεν μετριέται από τον αριθμό των στίχων που τους αφιερώνει, αλλά από το βάθος της παρουσίας τους και από το αποτύπωμα που αφήνουν στην πορεία του έπους και στην ψυχή του αναγνώστη. Ο Όμηρος δεν γράφει με όρους ποσοστώσεων· γράφει με όρους δραματικής αλήθειας.
Κάθε εποχή έχει τις ιδεολογίες της. Η δική μας, όμως, μοιάζει να δυσπιστεί απέναντι σε κάθε παραδεδεγμένη αξία. Δεν αρκείται να ερμηνεύσει τα μεγάλα έργα· αισθάνεται την ανάγκη να τα διορθώσει. Δεν συνομιλεί με την παράδοση· την ανακρίνει. Δεν αναζητεί τι έχει να διδαχθεί από αυτήν, αλλά τι μπορεί να της καταλογίσει.
Έτσι, όμως, η ιδεολογία παύει να αποτελεί εργαλείο κατανόησης και μετατρέπεται σε παραμορφωτικό φακό. Δεν βλέπει πλέον το έργο όπως είναι, αλλά όπως επιθυμεί να είναι. Και όταν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τις βεβαιότητές της, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.
Ίσως αυτό να είναι και το τελευταίο στάδιο του μηδενισμού: όχι απλώς η αμφισβήτηση επιμέρους αξιών, αλλά η άρνηση να αναγνωριστεί ότι υπάρχουν έργα, πρόσωπα και παραδόσεις που προηγούνται των ιδεολογικών μας σχημάτων και δικαιούνται να μιλήσουν με τη δική τους φωνή.
Η αληθινή συνομιλία με ένα κλασικό έργο προϋποθέτει πρώτα τη διάθεση να το ακούσεις. Δεν μπορείς να συνομιλείς με κάποιον όταν από την πρώτη στιγμή θεωρείς ότι έχεις έρθει για να τον διορθώσεις. Οι μεγάλοι δημιουργοί δεν απαιτούν την υποταγή μας· ζητούν τη μαθητεία μας.
Το πρόβλημα είναι ότι η εποχή μας στέκεται συχνά μπροστά στα μεγάλα έργα σαν τελωνειακός υπάλληλος και όχι σαν μαθητής. Δεν αναρωτιέται τι έχει να διδαχθεί από αυτά, αλλά αν πληρούν τις ιδεολογικές προδιαγραφές της εποχής. Σαν να περνά ο Όμηρος από ένα σύγχρονο τελωνείο ιδεών, όπου εξετάζεται αν είναι επαρκώς «συμπεριληπτικός», αν εκφράζεται με τους σωστούς όρους και αν συμφωνεί με τις εκάστοτε ευαισθησίες. Όμως τα μεγάλα έργα δεν γράφτηκαν για να λάβουν πιστοποιητικό καλής ιδεολογικής διαγωγής από τους μεταγενέστερους. Γράφτηκαν για να τους υπερβαίνουν.
Ίσως γι' αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η στάση ανθρώπων που προσέγγισαν τον Όμηρο χωρίς ιδεολογικά συμπλέγματα. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας βαθιά ορθόδοξος λογοτέχνης, όπως ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, δεν διάβαζε τον Όμηρο ως αντίπαλο του χριστιανισμού, αλλά ως αναπόσπαστο κρίκο της ελληνικής πνευματικής διαδρομής. Η πίστη του δεν τον οδήγησε να απορρίψει τον αρχαίο κόσμο· τον βοήθησε να τον κατανοήσει βαθύτερα.
Η στάση αυτή δεν αποτελεί προσωπική ιδιορρυθμία του Πεντζίκη. Εκφράζει μια ολόκληρη παράδοση. Από τον Ιουστίνο τον Φιλόσοφο έως τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, η αρχαία ελληνική γραμματεία δεν αντιμετωπίστηκε συλλήβδην ως κάτι ξένο ή εχθρικό. Αναγνωρίστηκαν μέσα της οι «σπερματικοί λόγοι», εκείνα δηλαδή τα ίχνη της αλήθειας που προετοίμαζαν τον άνθρωπο να δεχθεί το πλήρωμά της. Ο ελληνικός πολιτισμός δεν θεωρήθηκε ένα λάθος που έπρεπε να διορθωθεί, αλλά μια μεγάλη προπαιδεία.
Ο ομηρικός άνθρωπος δεν γνωρίζει ακόμη το Πρόσωπο του Χριστού. Γνωρίζει όμως ήδη την αγωνία που οδηγεί προς Εκείνον.
Ίσως ακόμη και οι επίδοξοι διορθωτές του Ομήρου να αναζητούν, χωρίς να το γνωρίζουν, εκείνο που αναζητούσε και ο ίδιος ο ομηρικός άνθρωπος: την Αλήθεια. Η διαφορά είναι ότι ο Όμηρος είχε την ταπεινοφροσύνη να την αναζητεί, ενώ η εποχή μας έχει συχνά την αυταπάτη ότι ήδη την κατέχει.
Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως προσκυνητής. Αν πάψει να προσκυνά τον Θεό, δεν παύει να προσκυνά· απλώς αναζητεί άλλα είδωλα: την ιδεολογία, την εξουσία, την τεχνολογία ή ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Ο μηδενισμός δεν είναι απουσία πίστης· είναι πίστη στραμμένη προς λάθος κατεύθυνση.
Αυτός είναι ίσως και ο λόγος για τον οποίο τα ομηρικά έπη εξακολουθούν να συγκινούν. Πίσω από τον νόστο του Οδυσσέα, την αναζήτηση του μέτρου, την αγωνία απέναντι στον θάνατο, τη φιλοξενία, τη δικαιοσύνη και την πίστη στη νοηματοδότηση της ζωής, διακρίνεται η αδιάκοπη αναζήτηση του ανθρώπου για το αληθινό, το αγαθό και το ωραίο.
Γι' αυτό και δεν με φοβίζει ιδιαίτερα μια κινηματογραφική διασκευή, ακόμη κι αν διαφωνώ με επιμέρους επιλογές της. Οι μεγάλες δημιουργίες δεν καταλύονται τόσο εύκολα. Αντιθέτως, ακόμη και μια ατελής ή ιδεολογικά φορτισμένη προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει χιλιάδες ανθρώπους στα ίδια τα ομηρικά έπη.
Και τότε ίσως επαληθευθεί εκείνη η παλαιά εκκλησιαστική σοφία ότι «τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται» (Εβρ. 7,7). Η εικόνα μπορεί να γίνει αφορμή για τον λόγο. Η διασκευή μπορεί να οδηγήσει στο πρωτότυπο. Η περιέργεια μπορεί να γεννήσει τη μαθητεία.
Οι κλασικοί δεν χρειάζονται την έγκρισή μας· εμείς έχουμε ανάγκη τη συνομιλία μαζί τους. Οι μεγάλοι πολιτισμοί δεν κινδυνεύουν επειδή κάποιοι επιχειρούν να τους ερμηνεύσουν λανθασμένα. Κινδυνεύουν όταν τα ίδια τους τα παιδιά παύουν να τους διαβάζουν.
Αν, λοιπόν, η νέα Οδύσσεια οδηγήσει έστω και έναν νέο άνθρωπο να ανοίξει για πρώτη φορά τον Όμηρο, τότε, παρά τις επιφυλάξεις μας, θα έχει ήδη προσφέρει μια ανεκτίμητη υπηρεσία.
Από εκεί και πέρα, τον λόγο θα τον έχει ο ίδιος ο Όμηρος.
~
Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Ζει στο Θούριο Ορεστιάδας. Δεν γνωρίζει το πότε, το πού και το πώς θα πεθάνει, όμως, ελπίζει κι εύχεται ο θάνατος να τον βρει εν μετάνοια Χριστού. Πιστεύει ακράδαντα στη μετά θάνατον ζωή.
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, τμήμα από την εκτεταμένη τοιχογραφική σύνθεση του Γιώργου Κόρδη, εν είδει ζωφόρου, με θέμα την Οδύσσεια, στο κτήριο της Φιλοσοφικής Σχολής (τρίτος όροφος) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου. (Έχει κυκλοφορήσει, από το 1992, και σε έντυπη μορφή από τις εκδόσεις ΚΑΠΟΝ.)


