Μέσα ἢ πίσω ἀπὸ ὅλα αὐτά, οἱ γιανναρικὲς ριζικὲς τοποθετήσεις φέρνουν στὸ προσκήνιο τὴ φοβερὴ εὐαγγελικὴ ρήση «τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;». Θὰ μποροῦσα νὰ ἰσχυριστῶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ὅλο τὸ ζήτημα μετὰ Χριστόν, μετὰ δηλαδὴ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς. Γιατὶ αὐτὸ κάνει ὁ Χριστός: μᾶς ἀποκαλύπτει τὴ σημασία τῆς σχέσης τοῦ Θεοῦ Πατέρα μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα σὲ συνάφεια μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη· μᾶς ἀποκαλύπτει τὴ σημασία τῆς «υἱοθεσίας»· μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ σημασία καὶ τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ τῆς Ἀλήθειας περνάει ἀπὸ Αὐτὸν μετὰ τὴ θυσία Του καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Δὲν μπορεῖς ζώντας πάνω στὴ γῆ νὰ ἀγνοήσεις τοὺς λόγους (Εὐαγγέλιο) καὶ τὰ ἔργα Του. Εἶναι σὰν νὰ μηδενίζεις τὴ σημασία τῆς ζωῆς ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, εἶναι σὰν νὰ ρίχνεις στὸ χάος τοῦ κόσμου ὅ,τι σημαντικότερο πραγματοποιήθηκε ὡς γεγονὸς μέσα στὴν Ἱστορία, ποὺ εἶναι ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου.
Ἔτσι σιγὰ σιγὰ φτάνουμε στὴ σημασία τῆς ρήσης ποὺ παρέθεσα ὡς προμετωπίδα στο κείμενο αὐτό: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ἐδῶ ἔχουμε τρία σὲ ἕνα: Γνώση, Ἀλήθεια, Ἐλευθερία. Πιὸ πάνω εἴχαμε Ἀγάπη, Ἀλήθεια, Ὀμορφιὰ καὶ προσθέσαμε καὶ τὴ Δικαιοσύνη. Τώρα διασταυρώνουμε τὰ παραπάνω μὲ τὸ τρίπτυχο Γνώση - Ἀλήθεια - Ἐλευθερία. Ἐννοεῖται πὼς τὸ «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν» σημαίνει τὴ βαθύτερη ἀλήθεια τῆς ζωῆς, τὴ θεία της προέλευση καὶ τὴν ἀποκάλυψη ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Χριστὸς μὲ τὶς πράξεις Του: νὰ θεραπεύσει τὴν πάσχουσα ἀνθρώπινη φύση. Ἀλλὰ τὸ πιὸ ζόρικο εἶναι τὸ θέμα τῆς Ἐλευθερίας. «Ἀπὸ τί νὰ ἐλευθερωθοῦμε;» ρωτοῦν οἱ Ἑβραῖοι. «Δὲν εἴμαστε δοῦλοι». Γιὰ ποιὰ ἐλευθερία μιλοῦν; Τὴν πολιτική; Τὴν κοινωνική; Ὁ Χριστὸς γιὰ ποιὰ ἐλευθερία μιλάει; Γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο, ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ καταστρέφουν τὸ ἄγαλμα-ἄνθρωπος ποὺ λέγαμε πιὸ πάνω, ἀπὸ τὴν ἀνελέητη ἀγωνία τοῦ θανάτου, ἀπὸ τὴν ἀβυσσαλέα μοναξιὰ τοῦ ὄντος. Χωρὶς τὴ σταθερὴ ἀναφορὰ στὸν Δημιουργὸ τῆς ζωῆς, δὲν ὑπάρχει Ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο· ὑπάρχει ἐλλιπὴς ἐλευθερία, ποὺ εὔκολα στρεβλώνεται σὲ εἰδωλολατρία καὶ αὐτολατρία.
Ἐρχόμαστε, ἔτσι, στὸν τίτλο τοῦ βιβλίου τοῦ Γιανναρᾶ Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους, στὸ ὁποῖο διαβάζουμε τὴ φράση: «Ὁ Χριστὸς κατάργησε τὸν νόμο ἀποδεικνύοντας τὴν ἀγάπη ὑπέρτερη τοῦ νόμου». Ἀπὸ τὴ μιὰ δηλαδὴ ἔχουμε νόμο, παράβαση, θάνατο καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀγάπη, ἐλευθερία ἢ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν παράβαση, ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν ζυγὸ τοῦ θανάτου, μετάνοια, ἀποκατάσταση τῆς ἀγαπητικῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, αἰώνια ζωή. Ὅσο ζοῦμε ὑπὸ νόμον, κυριαρχεῖ ἡ προοπτικὴ τοῦ θανάτου. Πῶς ἀλλάζει αὐτό; Ἀλλάζει μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος «ὑποτάσσεται στὸν νόμο» καὶ στὸν θάνατο ἀλλὰ μεταμορφώνει τὴν «ὀφειλὴ τοῦ θανάτου […] σὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρός, σὲ σχέση καὶ κοινωνία τῆς θνητῆς σάρκας μὲ τὴ ζωοποιὸ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ». Ἡ κίνηση αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ «ἐντάσσει τὸν νόμο καὶ τὸν θάνατο σὲ ἕναν ἄλλο τρόπο ὑπάρξεως», αὐτὸν τοῦ ὁποίου φορέας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς Υἱὸς καὶ Λόγος. Καθὼς ἀνασταίνεται, καταργεῖ τὸν νόμο «ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ». Ὁπότε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Βάπτισμα συμμορφώνεται μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐντάσσεται στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὴν καινούργια ζωὴ καὶ στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν νόμο.
Ἔτσι ἔρχεται στὸ προσκήνιο ἡ ὄντως Ἐλευθερία. Αὐτὸς ποὺ νίκησε τὸν θάνατο, Αὐτὸς μπορεῖ νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεσμὰ καὶ νὰ τὸν θέσει σὲ τροχιὰ πραγμάτωσης ἑνὸς ἄλλου τρόπου ὑπάρξεως, ἔξω ἀπὸ τὴν αὐτοκαταξίωση ἢ τὴ φυσικὴ ἀτομικότητα ἢ τὴν αὐτονομημένη σεξουαλικότητα ἢ τὸν ἐγκλωβισμὸ σὲ ἕνα ἐγὼ ποὺ ὁλοένα ζητάει. Αὐτὰ τὰ τελευταῖα στρέφουν τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπολυτοποίηση τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐπιθυμιῶν τῆς ἀτομικῆς ὕπαρξης, μακριὰ ἀπὸ τὴ σταυρικὴ καὶ ἀσκητικὴ αἴσθηση ζωῆς, ποὺ ἐπιτρέπει τὴν αἴσθηση τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ψυχικὴ θεραπεία. Γιατὶ ἡ ἀθεράπευτη ψυχὴ γεννᾶ νέες ἐπιθυμίες καὶ νέα πάθη, καὶ ἐννοεῖται ὅτι μέσα ἐκεῖ δουλεύει ἡ ἁμαρτία. Ἀπαιτεῖται μιὰ ἐναρμόνιση τοῦ ἀνθρώπινου θελήματος μὲ τὸ θεῖο θέλημα, καὶ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὑποταγὴ καὶ ὑποδούλωση στὸν Θεὸ Πατέρα καὶ στὴν Τριάδα, ἀλλὰ συμπόρευση στὴ νέα τάξη πραγμάτων, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἔχουμε κληθεῖ στὴν οἰκοδόμηση ἑνὸς ἄλλου ἑαυτοῦ, καινούργιου, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι πόσο θυμόμαστε ἐμεῖς οἱ θεωρούμενοι χριστιανοὶ ἕνα τέτοιο κάλεσμα.
Ὁ Γιανναρᾶς ἔθεσε σὲ πλεῖστα βιβλία καὶ κείμενά του τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς ἀναγέννησης. Συχνὰ χρησιμοποιοῦσε τὸν ὅρο φανέρωση, μιλώντας μεταξὺ ἄλλων γιὰ τὴ φανέρωση τῆς ἀλήθειας, γιὰ τὴ φανέρωση τῆς ζωῆς καὶ για τὴ φανέρωση τῆς θείας Ὕπαρξης.
Παίρνω αὐτὸ ὡς ἀφορμὴ γιὰ ἀναφερθῶ στὴ διατύπωση τοῦ Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητῆ τὴν ὁποία παρέθεσε ὁ Γιανναρᾶς:
«Διὰ τὴν ἀλήθειάν ἐστιν ἡ ἀρετή, ἀλλ’ οὐ διὰ τὴν ἀρετὴν ἡ ἀλήθεια. Ὅθεν ὁ διὰ τὴν ἀλήθειαν πράττων τὴν ἀρετήν, κενοδοξίας οὐ τιτρώσκεται βέλεσιν· ὁ δὲ τὴν ἀλήθειαν ἀρετῆς ἕνεκεν ἐπιτηδεύων, σύνοικον ἔχει τῆς κενοδοξίας τὴν οἴησιν» (Περὶ διαφόρων ἀπόρων Migne P.G. 90, 369A).
Ὁ Γιανναρᾶς σημείωσε ἐδῶ ἕνα σχόλιο ἀπολύτως καθοριστικὸ τῆς στάσης του ἀπέναντι στὸ ζήτημα τῆς χριστιανικῆς Ἠθικῆς, γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν κατηγόρησαν:
Στὴ φράση αὐτὴ [τοῦ ἁγίου Μάξιμου] συγκεφαλαιώνεται ὁλόκληρη ἡ χριστιανικὴ Ἠθικὴ καὶ διαστέλλεται ριζικὰ ἀπὸ κάθε ἄλλη θρησκευτική, φιλοσοφική, νομικὴ ἐκδοχὴ τοῦ ἤθους. Καὶ στὴν ἴδια αὐτὴ φράση συνοψίζεται ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέλος τοῦ μυστηρίου τῆς Μετάνοιας.
Τὸ ζήτημα τῆς μετάνοιας τὸ ἔθεσε ἔτσι:
[…] ἡ ἁμαρτία μας νὰ μεταμορφώνεται σὲ γεγονὸς σχέσης καὶ κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ εἶναι σχέση καὶ κοινωνία μαζί Του ἡ λατρεία τοῦ Προσώπου Του. […] Ἁμαρτάνουμε μόνο «ἐνώπιον» τοῦ Θεοῦ, ἡ ἁμαρτία μας εἶναι σὲ κάθε περίπτωση μιὰ σχέση μαζὶ Του – σχέση κοινωνίας καὶ ζωῆς μέσῳ τῆς μετάνοιας ἢ σχέση ἀπορριπτικὴ τῆς ζωῆς ποὺ Αὐτὸς χορηγεῖ.
Ἐδῶ προσθέτουμε ἕνα «κανονικά». Ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι, ἔτσι προκύπτει ἀπὸ τὴ σταυρικὴ ἀντίληψη τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὴ συσσωμάτωσή μας μὲ τὸν Χριστὸ στὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι ὁ Γιανναρᾶς περιγράφει τὴ σημασία τῆς μετάνοιας, συγκεντρώνοντας μὲ σχεδὸν ἀπόλυτο τρόπο τὸ ζήτημα μὲ κέντρο τὴ συνάντηση Θεοῦ - ἀνθρώπου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ἐννοεῖται, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει χωρὶς τὴν Ἐνανθρώπηση. Ὅλα, τὰ πάντα, ὁ Γιανναρᾶς ἐννοοῦσε νὰ τὰ περάσει μέσα ἀπὸ τὴ σχέση Θεοῦ - ἀνθρώπου, γιατὶ ἀκολουθοῦσε τὴν τριαδικὴ σχέση καὶ κοινωνία τῶν Προσώπων. Αὐτὴ τὴν τριαδικὴ σχέση εἶχε ὡς ὁδηγὸ καὶ πάνω ἐκεῖ στερέωσε τὴ θεολογία του.
Καλύπτεται, λοιπόν, μιὰ ὁλόκληρη σειρὰ ὅρων καὶ καταστάσεων χωρὶς τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγνωρίζουμε τὴ σημασία τῆς ἀνακαίνισης τοῦ ἀνθρώπου: Ἀγάπη, Ὀμορφιά, Ἀλήθεια, Γνώση, Δικαιοσύνη, Ἐλευθερία, Μετάνοια. Ἀκριβῶς πλάι τους, τὸ Πρόσωπο τοῦ Λόγου καὶ Υἱοῦ. Δι’ αὐτοῦ εἰσερχόμαστε στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς, μᾶς ἀποκαλύπτεται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴ ρήση τοῦ Ἰωάννη «ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο».
Για τον Χρήστο Γιανναρά Κείμενα πριν και μετά την εκδημία του, εκδ. Ίκαρος, Σελίδες 280-286. Μόλις κυκλοφόρησε.!


