Ὄψεις τῆς κόλασης στόν ὑπαρξισμό τοῦ Ζάν Πώλ Σάρτρ

0
667

Μέχρι τὴν ἔκρηξη τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ὁ χρηστικὸς ὀρθολογισμὸς εἶχε μπολιάσει τὴν Εὐρώπη μὲ τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι ἀποτελεῖ τὴν πανάκεια κάθε προβλήματος. Ἡ ἄκρατη ἐμπιστοσύνη στὴ λογικὴ καὶ τὶς κατακτήσεις τῆς ἐπιστήμης καθιέρωσαν τὴν πεποίθηση τῆς διαρκοῦς ἀνάπτυξης καὶ βελτίωσης ἀνθρώπου καὶ κοινωνίας προσδίδοντας στὴν ἐπιστήμη ἕνα ρόλο ξεκάθαρα μεσσιανικό. Ἡ φιλοσοφικὴ ἔκφραση αὐτῆς τῆς πεποίθησης συγκεφαλαιωνόταν στὸν λογικὸ θετικισμό, ὁ ὁποῖος θεωροῦσε ἐαυτὸν τὴ λυτρωτικὴ ἀπὸ τὶς μυθικὲς καὶ μεταφυσικὲς ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος ἐγγύηση μιᾶς νομοτελειακῆς γραμμικῆς προόδου.

Ὅμως ἡ ὑπεραισιόδοξη αὐτὴ προοπτικὴ ἀνακόπηκε βίαια καὶ ὀδυνηρὰ μὲ τὴν ἄνοδο καὶ τὴ δράση τοῦ ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ. Μάλιστα τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μήτρα τῆς φρικώδους αὐτῆς ἰδεολογίας καὶ τάξης πραγμάτων ὑπῆρξε ἡ Γερμανία τοῦ ἔξοχου φιλοσοφικοῦ, πολιτισμικοῦ καί ἐπιστημονικοῦ κατορθώματος, ἔκανε τὴν ὑπαρξιακὴ ταραχὴ τοῦ Εὐρωπαίου βαθύτερη καὶ συνταρακτικότερη. Μιὰ ταραχὴ ποὺ τροφοδοτήθηκε ἀπὸ τὴν παταγώδη ἀποτυχία τῶν εὐρωπαϊκῶν καυχημάτων τῆς λογικοκρατίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ἐνώπιον τῆς θηριώδους ἀπανθρωπιᾶς τοῦ ναζισμοῦ. Τὸ σκάνδαλο τῆς ναζιστικῆς κτηνωδίας ἀποκτᾶ ἀνατριχιαστικότερες διαστάσεις, ἂν ἀναλογιστεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ἀνάρρηση τοῦ ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ ἐφιάλτη στὴν ἐξουσία πραγματοποιήθηκε μὲ τὴ συναίνεση τῶν Γερμανῶν. Ἡ ἀφιονισμένη δημοκρατικὴ αὐτοπαράδοσή τους στὸν ἀναντίρρητο ναζιστικὸ παραλογισμὸ κουρέλιασε ἀνεπανόρθωτα τὴ μέχρι τότε φερεγγυότητα τῆς ὀρθολογικότητας.

Ἡ αἱματοβαμμένη χρεωκοπία τῆς εἰδωλοποιημένης ἐπιστημονικῆς εὐφροσύνης προκάλεσε στὸν Εὐρωπαῖο μιὰ ἄνευ προηγουμένου ὑπαρξιακὴ κρίση, ἡ ὁποία ρηγμάτωσε ἀμετάκλητα(;) τὸ οἰκοδόμημα τῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης στὴ λογικὴ καὶ τὰ ἐπιτεύγματά της. Τὸ «ἱερὸ» τῆς θετικιστικῆς εὐφορίας κατακρημνίστηκε καὶ μαζί του παρέσυρε τὴν οὐτοπικὴ ροπὴ τοῦ Εὐρωπαίου νὰ καταφεύγει ἀνεπιφύλακτα στὸ προστατευτικὸ κατάλυμα τῆς λογικῆς ἀποτελεσματικότητας. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Ζ. Π. Σὰρτρ ἐκδίδει τὸ ἐμβληματικὸ γιὰ τὴ φιλοσοφικὴ παραγωγὴ τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα ἔργο του «τὸ Εἶναι καὶ τὸ Μηδὲν» μεσούσης αὐτῆς τῆς ὄζουσας τόσο… καθαρὴ λογικὴ κόλασης…

Θεμελιῶδες γνώρισμα τῆς σκέψης τοῦ Σαρτρ εἶναι πὼς ἡ λογικὴ ὡς ἀποκλειστικὴ μέθοδος ἀδυνατεῖ νὰ ἑρμηνεύσει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος θεωρεῖ ἀνεπαρκῆ τὰ μέχρι τότε φιλοσοφικὰ συστήματα νὰ ἐξηγήσουν τὸ ἀνθρώπινο βίωμα καὶ ἀναζητᾶ πρὸς τοῦτο μιὰ νέα φιλοσοφικὴ βάση. Ὁ στοχασμός του βάλλει ἐνάντια στὴν ἀνθρώπινη φύση ὡς ἀναγκαιότητα. Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη λειτουργεῖ δεσμευτικὰ πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ ὑποκειμένου, ἐφόσον αὐτὸ εἶναι ὑποχρεωμένο νὰ ὑπακούει στοὺς προκαθορισμοὺς ποὺ τοῦ ἐπιβάλλει ἡ φύση. Ὁ Σὰρτρ δὲν δέχεται τὸν ἄνθρωπο ὡς ἄθυρμα μιᾶς φύσης ποὺ προηγεῖται τῆς ὕπαρξής του. Ὑπερασπίζεται τὴν ἀντίθετη προοπτικὴ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ὕπαρξη προηγεῖται τῆς φύσης. Ἄλλωστε οἱ φυσικὲς προ-διαγραφὲς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνήμπορες νὰ ἐξηγήσουν τὸν «παραγκωνισμὸ» καὶ τὴν ὑπέρβασή τους ἀπὸ τὴν ἐλευθερία, ὅπως γιὰ παράδειγμα σὲ μιὰ πράξη αὐτοθυσίας. Ἔτσι ἀναδεικνύεται ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι μιὰ θεωρητικὴ ἔννοια ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν ὕπαρξη ποὺ διαθέτει στέρεο ἐμπειρικὸ ὑπόβαθρο.

Ἡ δυναμικὴ τῆς ὕπαρξης λοιπὸν εἶναι ἀνυπότακτη σὲ ὀρθολογικὲς προσπελάσεις. Ὁ ἄνθρωπος ἐνώπιον φλεγουσῶν καταστάσεων διακατέχεται ἀπὸ τὸ ρίγος τῆς ὑπαρξιακῆς κρίσης. Ἀπὸ στιγμὲς σὰν κι αὐτὲς ἀναδύεται στὸ προσκήνιο τῆς καθημερινῆς πεζότητας ὁ ἴλιγγος τῆς ἐλευθερίας: Ἡ ἐλεύθερη βούληση καὶ ἡ δυνατότητα τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς, πού ὑποστασιοποιοῦν τὴν ὕπαρξη. Τὸ δὲ γεγονὸς τῆς ἀδυναμίας τῆς ὕπαρξης νὰ βρεῖ ὁποιοδήποτε ἐξωτερικὸ ἀντικειμενικὸ στήριγμα ἀποκαλύπτει τὸ μηδέν. Τὸ μηδὲν ποὺ φανερώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διαρκῶς μεταβαλλόμενος, ἐν ἐξελίξει, καὶ μόνο κατὰ τὸν θάνατό του παγιώνεται σὲ ὅν. Τελικά, ὅπως ἀναφέρει στὸ μνημονευθὲν ἔργο του, ὁ ἄνθρωπος εἶναι καταδικασμένος νὰ εἶναι ἐλεύθερος[1] ἢ ἀκόμη ὅτι «ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι ἐλεύθερη νὰ μὴν εἶναι ἐλεύθερη»[2] καὶ ἀκριβῶς ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πραγματικότητας ἀναδύεται ὁ τρόμος τῆς ὀντολογικῆς ὑπευθυνότητας.

Μία περίπτωση ποὺ κάνει αἰσθητὴ σὲ ὅλο της τὸ βάθος αὐτὴ τὴν εὐθύνη εἶναι τὸ κλασικὸ σαρτρικὸ παράδειγμα τοῦ μαθητῆ τοῦ φιλοσόφου, ὁ ὁποῖος ρωτᾶ τὸν δάσκαλό του ποιὰ ἀπόφαση νὰ λάβει μεταξὺ τοῦ ἐνδεχομένου νὰ συμμετάσχει στὴν ἀντίσταση κατὰ τῶν Γερμανῶν καὶ τοῦ ἄλλου νά φροντίσει τὴν ἀνήμπορη μητέρα του. Ὁ Σαρτρ ἀρνήθηκε νά ἀπαντήσει εἴτε προσφέροντάς του μία ἕτοιμη λύση εἴτε προτείνοντάς του ἕναν καθιερωμένο ἠθικὸ κώδικα ἀφήνοντας τὸν μαθητή του ἐντελῶς μόνο καὶ «γυμνὸ» ἐνώπιον τῆς ἀπόφασής του – τῆς ἐλευθερίας του ἀπὸ ὅλες τὶς ἀρχὲς καὶ τοὺς προκαθορισμούς, ποὺ θὰ τοῦ ἐπέβαλαν κάποια διέξοδο. Ἡ ἐλευθερία φανερώνεται λοιπὸν ὡς μεγαλεῖο καὶ ὡς τραγωδία.

Σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ γνωστότερα θεατρικά του, τὸ «Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», τρεῖς ἀποβιώσαντες, δύο γυναῖκες κι ἕνας ἄνδρας, συναντιοῦνται μετὰ θάνατον σ’ ἕνα κλειδωμένο δωμάτιο, τὸ ὁποῖο θὰ ἀποτελέσει τὴν κατοικία τους στὴν αἰωνιότητα. Τὸ σκηνικὸ αὐτὸ δίνει τὴν εὐκαιρία στὸν Σὰρτρ νὰ ἐκδιπλώσει ἔξοχα τὶς ὑπαρξιστικὲς διαπιστώσεις τῆς φιλοσοφίας του. Ὁ κεντρικὸς ἄξονάς τους περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴν ἀνάληψη τῆς ὕπαρξης ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. Μιᾶς ὕπαρξης δεσμευμένης στὴν ἐλευθερία, ποὺ πραγματοποιεῖται ἄνευ ὁποιασδήποτε βακτηρίας – καταπράυνσης, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προσφέρει μιὰ a priori βεβαιότητα. Στὴ σχοινοβασία αὐτὴ «ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου προσδίδει ὅρια στὴν κατάστασή μου».[3] Τὸ συγκεκριμένο δὲ θεατρικὸ κείμενο αἰσθητοποιεῖ ἀπαράμιλλα τὴν τραγικὴ διάγνωση τοῦ σαρτρικοῦ ὑπαρξισμοῦ ὅτι «ὁ ἄλλος εἶναι ὁ κρυφὸς θάνατος τῶν δυνατοτήτων μου».[4] Ἡ ὕπαρξή του συνιστᾶ τὸ προπατορικό μου ἁμάρτημα,[5] αὐτός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐμφανίζομαι ὡς ἀντικείμενο,[6] εἶναι τὸ ἀξεπέραστο σκάνδαλο,[7] ἐκεῖνος ποὺ τὸ βλέμμα του μὲ παγιώνει στὸν κόσμο καὶ μοῦ προκαλεῖ φόβο, ντροπὴ καὶ ἀναγνώριση τῆς σκλαβιᾶς μου.[8]

Ὁ αἰσθητικὸς ὑπομνηματισμὸς τῶν παραπάνω στὸ ἔργο «Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», μὲ κέντρο ἀναφορᾶς τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ τρία ἄγνωστα μεταξύ τους πρόσωπα, ποὺ πρόκειται νὰ συζήσουν στὴν αἰωνιότητα χωρὶς τὴ θέλησή τους, ἐκτυλίσσεται κάπως ἔτσι: Στὶς κεκλεισμένες θύρες τῆς μεταθανάτιας κατοικίας εἰσέρχονται διαδοχικὰ ὁ Γκαρσέν, ἡ Ἰνὲς καὶ ἡ Ἐστέλλα. Ἡ Ἰνὲς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μετὰ θάνατον συγκατοίκους συγκροτεῖ τὸ δυστυχὲς τρίγωνο τοῦ ἀνεκπλήρωτου: Ποθεῖ ἐρωτικὰ τὴν Ἐστέλλα χωρίς ἀνταπόκριση, ὅπως χωρὶς ἀπάντηση ἀπευθύνεται πρὸς αὐτὴ ὁ Γκαρσὲν καὶ σ’ αὐτὸν ἡ Ἐστέλλα. Τὸ σύμπλεγμα τῶν τριῶν αὐτῶν ἀνολοκλήρωτων, ἢ καλύτερα ἀνύπαρκτων, σχέσεων δομεῖται στὴν ἀντικειμενοποίηση τοῦ ἄλλου. Ἡ Ἰνὲς μάταια ποθεῖ νὰ κεντρίσει ἐρωτικὰ τὴν Ἐστέλλα, χάνοντας ἀπὸ αὐτὴ ἐκεῖνο ποὺ ἡ ἴδια ὅρισε γιὰ τὸν ἑαυτό της.

Φανερώνει ξεκάθαρα ἕναν ὠμὸ ρεαλισμό: «στήν κόλαση… καταδικασμένοι… κολασμένοι»,[9] «ὁ δήμιος εἶναι ὁ καθένας ἀπό μᾶς γιὰ τοὺς ἄλλους δύο».[10] Προσφέρει τὸν ἑαυτό της στὴν Ἐστέλλα ὡς ἀντικείμενο ἐπιβεβαίωσης καὶ αὐτογνωσίας: «Θὰ εἶμαι ὁ πιστότερος καθρέφτης»,[11] «Ἔλα… θὰ εἶσαι ὅ,τι θέλεις. Πηγὴ τῆς ζωῆς, βοῦρκος… Θὰ ξαναβρεῖς τὸν ἑαυτό σου ὅπως τὸν ἐπιθυμεῖς, στὸ βάθος τῶν ματιῶν μου»,[12] ἀλλὰ ἐντελῶς ἀπειλητικὰ γιὰ τὴν ὕπαρξη τῆς Ἐστέλλα: «Ἂν ἀρνιόμουνα νὰ σὲ κοιτάξω, τὶ θὰ γινότανε ἡ ὀμορφιά σου;»[13] ἀποκαλύπτοντας ὅτι ἡ ἀντικειμενοποίησή της δὲν θὰ γίνει χωρὶς ἀντίστοιχο ἀντίτιμο ἀντικειμενοποίησης ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου της ἀλλὰ καὶ τὸν ἕτερο τοῦ τριγώνου: «Κάντε ὅ,τι θέλετε. Εἶστε οἱ πιὸ δυνατοί. Ἀλλὰ νὰ θυμᾶστε. Εἶμαι ἐδῶ καὶ σᾶς κοιτάζω».[14]

Ἡ Ἰνὲς εἶναι ἡ πρώτη ἀπὸ τοὺς συνένοικους τῆς κόλασης ποὺ χωρὶς περιστροφὲς διαλαλεῖ τὴν πηγὴ τοῦ δράματος. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸν ἕτερο, ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ὁποιουδήποτε ἄλλου ἀκόμα καὶ στὴ συνθήκη τῆς μὴ σχέσης: «Νὰ ξεχάσουμε; Παιδιαρίσματα. Σᾶς νιώθω μὲς τὸ μεδούλι μου. Ἡ σιωπή σας μοῦ ξεφωνίζει μέσα στὰ ἀφτιά. […] Μοῦ κλέψατε ἀκόμα καὶ τὸ πρόσωπό μου».[15]

Τὰ λόγια της, ὅσο τὸ δράμα ξετυλίγεται, ἰχνογραφοῦν μὲ μεγαλύτερη ἀκρίβεια τὸν ἀληθινὸ καὶ μέχρι κάποιο σημεῖο ἀνομολόγητο πυρήνα του: Ὄχι τόσο τὴν παρουσία τοῦ ἄλλου, ὅσο τὴ βαθιὰ ριζωμένη ἐπιθυμία νὰ μὴν διαλέγομαι μὲ τὸν ἄλλο, νὰ μὴν σχετίζομαι: «Μπορεῖ νὰ μὴ μετανιώνω γιὰ τίποτα, ἀλλὰ δέ θά μ’ ἄρεζε διόλου νὰ κουβεντιάσω μαζί σας»,[16] «Ἔχω στεγνώσει. Δὲν μπορῶ οὔτε νὰ δεχθῶ, οὔτε νὰ δώσω. Πῶς θέλετε νὰ σᾶς βοηθήσω;».[17]

Ἡ εἰλικρινὴς ὅμως ὁμολογία αὐτοῦ τοῦ ὑπαρξιακοῦ στεγνώματος δὲν φτάνει γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν πηγὴ τοῦ αὐτοεγκλωβισμοῦ, γιατὶ πρόκειται γιὰ μία στέρεη καὶ παγιωμένη ἐπιλογή· ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἀνημπόριας «τὰ ξέρω ὅλα καὶ δὲν μπορῶ νὰ λυπηθῶ οὔτε τὸν ἑαυτό μου»[18] μέχρι τὴν ξεκάθαρη σκληρὴ διατύπωση «ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ ὑπάρχω».[19]

Ἴσως ἡ Ἰνὲς εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ ἐκφράζει μὲ μεγαλύτερη ἐνάργεια ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους δύο τὴ φιλοσοφικὴ διάγνωση τοῦ Σὰρτρ ὅτι εἴμαστε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν πράξεών μας[20]: «Μονάχα οἱ πράξεις μας ἀποδεικνύουν αὐτὸ ποὺ θελήσαμε»[21] καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος μόνο στὸν θάνατό του γίνεται ὅν: «Πεθαίνει κανένας πάντα πολὺ νωρὶς ἤ πολὺ ἀργά. Κι ὅμως ἡ ζωή του εἶναι αὐτή. Τελειωμένη. Τραβήχτηκε ἡ γραμμή, πρέπει νὰ κάνουμε τὴν πρόσθεση. Δὲν εἶσαι τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τὴ ζωή σου τὴν ἴδια».[22]

Ὁ σπαραγμός της «πόσο σᾶς μισῶ καὶ τοὺς δυό σας»[23] ἀποτελεῖ τὴ συγκεφαλαίωση ὅλου τοῦ σαρτρικοῦ ἀνθρώπινου δράματος. Ἑνὸς δράματος ποὺ ὡς θεμελιώδη πράξη ἔχει τὴν ἀναγνώριση ὅτι «οἱ κόλαση εἶναι οἱ ἄλλοι»,[24] γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ λίγο μετά, ὡς τελικὴ πράξη, βαθύτερα καί διαυγέστερα, ὅτι οὐσιαστικὰ κόλαση εἶναι ἡ ἀμετανόητη ἔλλειψη ἐπιθυμίας γιὰ σχέση. Τὸ γεγονὸς δὲ ὅτι «ἡ ἐπιθυμία ἀποτελεῖ τὸ εἶναι τῆς ἀνθρώπινης πραγματικότητας»[25] οἱ ὁποῖες (ἐπιθυμία καὶ πραγματικότητα) εἶναι καθαρὴ προσπάθεια νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός,[26] ἁπλῶς ὑποδηλώνει ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀνθρώπινης περιπέτειας εἶναι ἀπολύτως ἀνυπότακτο στοὺς νάρθηκες θετικιστικῶν ἐπαληθεύσεων, ποὺ περιέργως ἀκόμη σαγηνεύουν. Ἡ σαρτρικὴ κραυγὴ ὅμως μένει πάντα στεντόρεια στὴν κατάδειξη ὅτι κάθε ἀπόπειρα νὰ ἀπομυζηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν κατανόηση θὰ γεννᾶ κόλαση. Ἀπὸ αὐτή, εἶναι ἀλήθεια, οὔτε οἱ κεκλεισμένες θύρες τοῦ σαρτρικοῦ παραδείγματος μποροῦν νὰ γλιτώσουν τὸν ἄνθρωπο. Ἁπλῶς ἡ ἀναγνώρισή τους εἶναι ἴσως τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν σωστικὴ παραβίασή τους…

Σημειώσεις

[1] Ζάν-Πὼλ Σάρτρ, Τὸ Εἶναι καὶ τὸ Μηδέν, Δοκίμιο φαινομενολογικῆς ὀντολογίας, μετάφραση Κωστῆ Παπαγιώργη, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 2007, σ. 687 · 752 · 850.

[2] στὸ ἴδιο, 754.

[3] στὸ ἴδιο, 812.

[4] στὸ ἴδιο, 433.

[5] στὸ ἴδιο, 431.

[6] στὸ ἴδιο, 370.

[7] στὸ ἴδιο, 716.

[8] στὸ ἴδιο, 438.

[9] Ζάν-Πὸλ Σάρτρ, Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, μετάφραση Γρηγόρης Γρηγορίου, ἐκδ. Αἰγόκερως, Ἀθήνα 1995, σ. 34.

[10] στὸ ἴδιο, 35.

[11] στὸ ἴδιο, 38.

[12] στὸ ἴδιο, 58.

[13] στὸ ἴδιο, 40.

[14] στὸ ἴδιο, 60.

[15] στὸ ἴδιο, 41.

[16] στὸ ἴδιο, 46.

[17] στὸ ἴδιο, 52.

[18] στὸ ἴδιο, 53.

[19] στὸ ἴδιο, 47.

[20] Ζάν-Πὼλ Σάρτρ, Τὸ Εἶναι καὶ τὸ Μηδέν, ὅ.π.,, 739.

[21] Ζάν-Πὸλ Σάρτρ, Κεκλεισμένων…, ὅ.π., 71.

[22] στὸ ἴδιο, 71-72.

[23] στὸ ἴδιο, 60.

[24] στὸ ἴδιο, 74.

[25] Ζάν-Πὼλ Σάρτρ, Τὸ Εἶναι καὶ τὸ Μηδέν, ὅ.π., 884.

[26] στὸ ἴδιο, 885.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το βιολί του Brague”) είναι έργο του Δημήτρη Γαλάνη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here