Ἡ χριστιανική ἀντίληψη τοῦ χρόνου καί ἡ Ἱστορία ὡς Παράδοση

0
229

Τὸ ἀξίωµα, νοµίζω, τὸ ὁποῖο ὁ χριστιανισµὸς προσπαθεῖ νὰ ξεδιπλώσει καὶ νὰ διαδώσει σ’ ὅλο τὸν κόσµο µὲ τὴν ἱεραποστολὴ καὶ τὸν εὐαγγελισµὸ εἶναι ὅτι ἡ θεία ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη δὲν συνέβη µόνο σ’ ἕνα σηµεῖο ἐν χρόνῳ, ὅπως ὁποιοδήποτε ἱστορικὸ γεγονὸς τῆς κοσµικῆς ἱστορίας, ἀλλὰ εἶναι παροῦσα σήµερα µέσῳ τῆς ζώσας πίστης, καὶ θὰ εἶναι παροῦσα σ’ ὅλες τὶς γενιὲς καὶ θὰ τελειωθεῖ καὶ συµπληρωθεῖ µὲ τὴ Δευτέρα Παρουσία. Ἡ οὐσία τῆς ἀποκάλυψης, ἡ ἐν Χριστῷ λύτρωση, δὲν εἶναι ἁπλῶς οὐσία, ἀλλὰ γίνεται µέσῳ τῆς πίστης στὴν Ἐκκλησία µιὰ παρ-οὐσία. Ὁ χριστιανικὸς ὑπαρξισµὸς βασίζεται στὴν ἀπόφαση ποὺ ἕνας πιστὸς παίρνει καθὼς ἀκούει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ὁποῖο ἐπικεντρώνεται, σ’ ἕνα περασµένο γεγονὸς τὸ ὁποῖο γίνεται παρόν, ὅταν αὐτὸς κάνει τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ γεγονὸς µία δύναµη γιὰ νέα ζωή, ἀκολουθώντας τὸ δρόµο τῶν προηγουµένων γενεῶν. Ἡ ὑπαρξιακὴ ἐπιλογὴ σὲ µιὰ χριστιανικὴ κατανόηση µεταµορφώνει τὸν κηρυχθέντα καὶ ἀναγνωσθέντα λόγο σὲ παρ-οὐσία, τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ µέσῳ τῆς Ἐκκλησίας στὸν πιστό. Αὐτὴ ἡ ἐνσυνείδητη ἀποδοχὴ τοῦ περιεχοµένου τοῦ εὐαγγελικοῦ µηνύµατος γίνεται δυνατὴ ὄχι ἁπλῶς µὲ τὴν ἀπόφασή του, διότι ἡ ἐπιλογὴ τοῦ θέµατος δὲν εἶναι ποτὲ ἀπόλυτη στὴ χριστιανικὴ ἐµπειρία, ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ, ποὺ µεταδίδεται µέσῳ ἀνθρώπων καὶ σὲ κοινότητα ἀνθρώπων. Δὲν εἶναι µία ψυχολογικὴ συναισθηµατικὴ ἐµπειρία ἢ ἕνας εὔκολος µυστικισµός, ἀλλὰ στὴν πίστη τοῦ ἀτόµου εἶναι τὸ ἀποτέλεσµα αὐτοῦ ποὺ βιώνει µόνο στὴν Ἐκκλησία, µέσῳ τῆς ἐνέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ χωρὶς µία δυνατὴ θεολογία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος ἡ ἀληθινὴ ὑπαρξιακὴ προσέγγιση στὸ πρόβληµα τῆς πίστης εἶναι ἀδύνατη.
Πῶς µποροῦµε νὰ µποῦµε στὸ πολὺ εὐαίσθητο πρόβληµα τῆς κατανόησης τῆς ἱστορίας διὰ τοῦ παρελθόντος τῆς Ἐκκλησίας; Τὸ µεγάλο ἐρώτηµα ὅλων τῶν θεολογικῶν σχολῶν σήµερα εἶναι πὼς ἐκτιµοῦµε τὸ χρόνο γενικά, καὶ εἰδικότερα τὸ χρόνο µεταξὺ τῆς πρώτης παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς δικῆς µας ὕπαρξης. Ὑπάρχουν δύο προβλήµατα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξεταστοῦν µαζί: πρῶτα, ποιά εἶναι ἡ σχέση µεταξὺ τοῦ χρόνου τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας ὡς συνόλου καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἀποκάλυψης; Εἴµαστε ἕτοιµοι νὰ ποῦµε ὅτι ἡ εἴσοδος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία σηµατοδοτεῖ ταυτόχρονα τὴ διείσδυση ἑνὸς στοιχείου πού, χωρὶς ν’ ἀντιτίθεται στὸ χρόνο (τὸν ὁποῖο βλέπουµε ὡς µιὰν ἀκολουθία ἱστορικῶν στιγµῶν), δηµιουργεῖ µέσα σ’ αὐτὴ κάτι ποὺ δὲν µπορεῖ ν’ ἀναλυθεῖ µὲ τὰ ὄργανα µιᾶς ἐπιστηµονικῆς προσέγγισης; Εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀνοµάζουµε ἱερὴ ἱστορία, ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι µία µεµονωµένη παράλληλη ἀκολουθία ἱστορικῶν στιγµῶν ὡς ἕνα εἶδος ἱερῆς ὑπεριστορίας, ἀλλὰ εἶναι συνυφασµένη µὲ τὸ χρόνο ἐδῶ καὶ τώρα. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι ἐν Χριστῷ δὲν ζεῖ µία διπλὴ ὕπαρξη, ἀλλὰ καλεῖται µέσῳ τῆς πίστης νὰ δεῖ ὅτι ὁ φυσικὸς χρόνος φέρει ἀπὸ τὴ στιγµὴ τῆς σάρκωσης, τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀνάστασης τὰ σηµάδια κάποιου πράγµατος τὸ ὁποῖο τὸ ὑπερβαίνει.
Ἡ τωρινὴ θεολογία εἴτε ἀγνοεῖ αὐτὸ τὸ θεµελιῶδες θέµα εἴτε δὲν διακρίνει µεταξὺ τοῦ ἱεροῦ χρόνου τῆς ἀποκάλυψης καὶ τοῦ κοσµικοῦ χρόνου ποὺ ὑπόκειται σὲ φθορά, ἐπειδὴ εἴµαστε τὰ παιδιὰ µιᾶς τεχνολογικῆς ἐποχῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἀντιµετώπιση τοῦ χρόνου εἶναι τόσο περιορισµένη ὅσο ἡ κατανόηση ἐκ µέρους τῆς ὕλης. Ἀλλὰ αὐτὴ ἦταν κάποτε ἡ ἀντίδραση τῆς κοσµικῆς φιλοσοφίας ἐναντίον µιᾶς ἰδεαλιστικῆς κατανόησης τῆς ὕλης καὶ ἱστορίας, οἱ ὁποῖες θεωροῦνταν ἕνα ἐξωτερικὸ σηµεῖο κάποιου πράγµατος βαθύτερου, ἀνεξάρτητου ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσµο καὶ τὴν ἀνθρώπινη ζωή, τὴν οὐσία ἢ ἀρχὴ τῆς ὕπαρξης. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ ὁ χριστιανισµὸς σήµερα πρέπει νὰ προσπαθήσει νὰ ἐπανερµηνεύσει τὴν ἔννοια τοῦ χρόνου µ’ ἕνα ρεαλιστικὸ κι ὄχι ἰδεαλιστικὸ τρόπο, προκειµένου ν’ ἀξιολογήσει ἐκ νέου τὸ παρελθὸν τῆς Ἐκκλησίας ὡς τοῦ ἀξονικοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος. […]
Ὅµως, ἀκόµα ἕνας κίνδυνος ποὺ ἀπειλεῖ ἀπὸ µέσα τὴν ἀληθινή, βιβλικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸ χρόνο καὶ τὴν ἱστορία εἶναι ὁ σύγχρονος χριστιανικὸς ὑπαρξισµός, πού, ὅπως ὁ κοσµικὸς ὑπαρξισµός, ὑπογραµµίζει µόνο τὴν οἰκειοποίηση τῆς πίστης τώρα ἀπὸ κάθε πιστὸ ἀτοµικὰ ὡς τὸ οὐσιαστικὸ βῆµα —µιὰ στάση ποὺ προχωρεῖ γιὰ νὰ θυσιάσει τὴ σχέση τοῦ ὑποκειµένου µὲ τὸ παρελθὸν καὶ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ πίστη θεωρεῖται ὡς µιὰ κάθετη γραµµὴ µεταξὺ Χριστοῦ καὶ πιστοῦ, ἡ ὁποία ἀποκλείει τὴν ὁριζόντια σχέση µεταξὺ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ παρόντος τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀπειλώντας ἔτσι τὸ ἰδιαίτερα σηµαντικὸ ἐκκλησιαστικό, κοινοτικὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστης. Αὐτὴ ἡ κατανόηση τῆς ἱστορίας βλέπει τὸν ἱερὸ χρόνο ὡς µιὰ σειρὰ ἄσχετων σηµείων ὅπου ἡ γραµµὴ τῆς συνέχειας τῆς Ἐκκλησίας ἔχει σχεδὸν σβηστεῖ. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ ριζοσπαστικὸς ὑπαρξιστὴς χριστιανὸς ριψοκινδυνεύει, µιλώντας γιὰ κάθε γενιὰ καὶ κάθε ἄτοµο αὐτῆς τῆς γενιᾶς ὅτι ἔχει τὴ δική της παράδοση, ποὺ εἶναι µοναδικὴ στὴν καινότητά της, σὲ τέτοιο βαθµό, ποὺ τὸ καθαρὸ γεγονὸς τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὴν ἐµπειρία τοῦ παρελθόντος, καὶ νὰ γίνεται ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὸ πιστεῦον ὑποκείµενο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ φοβοῦµαι ὅτι ἡ Ἐκκλησία διακινδυνεύει ὄχι µόνο νὰ χάσει τὴν ἑνότητά της (τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ ἀναπόφευκτο ἀποτέλεσµα) ἀλλὰ καὶ τὴ βαθύτερη ἀντίληψη τοῦ χρόνου καὶ τὴ σχέση του µὲ τὴν αἰωνιότητα.
Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦµε ὅτι σήµερα ἡ ἀντίληψη τοῦ φυσικοῦ κόσµου καὶ τῆς φύσης ἔχει ἀλλάξει τόσο πολὺ καὶ ἡ διάσταση τοῦ χρόνου ἔχει τόσο καλὰ σχετιστεῖ µὲ τὴ διάσταση τοῦ χώρου, ὥστε ἡ ὑλιστικὴ θεώρηση τοῦ κόσµου τοῦ περασµένου αἰώνα ἔχει τελικὰ καταστραφεῖ. Ἔτσι, ὁ χριστιανὸς ὑπαρξιστὴς δὲν ἔχει νὰ πολεµήσει ἐναντίον τῆς στατικῆς ἀντίληψης τῆς φύσης. Ἐκεῖνο ποὺ µένει σήµερα στὴ φυσικὴ εἶναι µιὰ µυστηριώδης σχέση µεταξὺ φυσικῶν στοιχείων, τῶν ὁποίων ἡ σύγχρονη φυσικὴ ἁπλῶς παρακολουθεῖ τὰ ἴχνη τῶν φαινοµένων καὶ τῶν ἀποτελεσµάτων. Δὲν λέω πὼς ἡ ἐπιστήµη δὲν εἶναι πιὰ θετικιστική. Ἡ ἐπιστήµη µπορεῖ νὰ ὑπάρξει µόνο ἂν εἶναι θετικιστική, ὅπως ἀναφέρθηκε στὸ πρῶτο µέρος αὐτῆς τῆς ἐργασίας. Λέω ἁπλῶς ὅτι αὐτὸς ὁ θετικισµὸς εἶναι ἑνὸς ἄλλου τύπου καὶ ὅτι οἱ χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ φοβοῦνται νὰ µποῦν σὲ διάλογο καὶ νὰ µιλοῦν γιὰ τὴ στιγµὴ τοῦ ἐξαιρετικοῦ γεγονότος ἐν Χριστῷ µέσα στὴν ἱστορία. Τὸ καθῆκον τοῦ χριστιανοῦ σήµερα εἶναι νὰ περάσει ἀπὸ µία χριστιανικὴ κατανόηση τῆς ἱστορίας στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας· πράττοντας ἔτσι, παραδέχεται ὅτι ἡ ἱστορικὴ βάση τῆς πίστης ἔχει ἀπόλυτη ἀξία γιὰ τὸ παρόν. Μ’ ἄλλα λόγια, πρέπει πάντοτε νὰ κατανοεῖ τὴν ἀποκάλυψη σὲ µία πραγµατικὴ σχέση µὲ τὴν ἐκκλησιαστική µας ἱστορία, µὲ τὰ πρόσωπα ποὺ σχηµατίζουν ζωντανοὺς δεσµοὺς γιὰ νὰ µᾶς ἑνώνουν µὲ τὸ παρελθόν µας καὶ νὰ βλέπουµε ὅτι αὐτὸ κινεῖται πρὸς τὴν ὁλοκλήρωσή της στοὺς ἔσχατους χρόνους. Ἡ ἱστορία ἐν Χριστῷ συλλαµβάνει ἐκ νέου τὴν κοινωνία της µὲ τὴν αἰωνιότητα, καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση εἶναι ἕνα βέλος ποὺ δείχνει αὐτὴ τὴ σύνδεση. Ὁ Χριστὸς φανερώνεται µόνο ἀφοῦ ἔχει µεταδοθεῖ τὸ Εὐαγγέλιό του σὲ µᾶς, µὲ ὅλη τὴν ἱστορικὴ πραγµατικότητα ποὺ προσωποποιήθηκε στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους του, ἁγίους καὶ µάρτυρες.
Τὸ καθετὶ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ ἐκ νέου· ἡ παροῦσα στιγµὴ ἔχει γιὰ τὴν πίστη ἀπόλυτη προτεραιότητα. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ τὸ βιβλικὸ «τώρα», νῦν, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ πλούσιους ὅρους τοῦ βιβλικοῦ κειµένου. Περιέχει ὅλες τὶς δυνατὲς ἔννοιες τοῦ χρόνου, περιλαµβανοµένου τοῦ τέλους τῆς διαδοχῆς τῶν ἱστορικῶν στιγµῶν, τὴν ἀρχὴ τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς (Φιλ. 1, 20), τοποθετώντας ἔτσι τὸν πιστὸ µεταξὺ τῶν δύο ἐµφανίσεων τοῦ Χριστοῦ ( Ἰω. 12, 31, Ρωµ. 11, 31). Τὸ «τώρα» τῆς Βίβλου τοποθετεῖται ἔτσι στὴν τοµὴ τοῦ σταυροῦ, ἑνώνοντας σὲ µία ὁριζόντια γραµµὴ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ µέλλον, καὶ σὲ µιὰ κάθετη τὴν αἰωνιότητα µὲ τὸ χρόνο. Δὲν ὑπάρχει «τώρα» ποὺ νὰ µπορεῖ ν’ ἀποµονωθεῖ καὶ νὰ ὁριστεῖ στὴ βιβλικὴ γλώσσα. Τὸ «τώρα» εἶναι ἀποφασιστικῆς σηµασίας στὸ ὅτι πρόκειται γιὰ µία διερχόµενη πραγµατικότητα µεταξὺ αὐτῶν τῶν τεσσάρων στοιχείων, ποὺ τὰ ἑνώνει σ’ ἕνα. Ἐδῶ συµφωνοῦµε µὲ τοὺς χριστιανοὺς ὑπαρξιστὲς στὸ ὅτι ἀπ’ αὐτὸ τὸ «τώρα» ἐξαρτᾶται τὸ πᾶν, ἐπειδὴ πρόκειται ὄχι γιὰ µία στατικὴ στιγµὴ ἀλλὰ γιὰ µία συνεχὴ καὶ ἀνανεωµένη ἀπόφαση πίστης µεταξὺ αὐτῶν τῶν τεσσάρων πόλων, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τὴν ἀπόφαση. Μιὰ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπινη ζωὴ γίνεται ἔτσι µὲ τὴν πίστη προϊὸν τοῦ παρελθόντος ἀλλὰ πάντοτε στραµµένη πρὸς τὴν τελική της ὁλοκλήρωση. Ζεῖ µεταξὺ δύο κόσµων, ἐνσωµατώνοντας σ’ αὐτὴ τὴν αἰωνιότητα. Αὐτὴ δὲν εἶναι θεωρία γιὰ τὸ χρόνο, ἀλλὰ ἡ πραγµατικότητα τῆς στρατευοµένης Ἐκκλησίας, ποὺ πορεύεται στὴν ἱστορία µαζὶ µὲ τὴ θριαµβεύουσα Ἐκκλησία τῶν µαρτύρων.
Τί εἶναι παράδοση σύµφωνα µ’ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη; Παράδοση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἱστορία, ἀλλὰ ἀκολουθία λογικῶν πράξεων τῆς χριστιανικῆς κοινότητας σὲ µία σταθερὴ βάση, ἡ ὁποία βοηθᾶ τὸ ἄτοµο νὰ γίνει µέλος µιᾶς νέας κοινωνίας καὶ ἡ ὁποία προχωρᾶ πέραν τῶν ἁπλῶν ἱστορικῶν καὶ φυσικῶν κριτηρίων τοῦ ἔθνους, τῆς φυλῆς ἢ τῆς γλώσσας· αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ὡς τάξη καὶ ἀκολουθία, τάξη λογικὴ µὲ συνέχεια.
Ἡ παράδοση, λοιπόν, δὲν εἶναι ὅ,τι οἱ ἄνθρωποι κατηγοροῦν εἰδικὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση ὅτι εἶναι, ἕνα στεῖρο παρελθὸν τὸ ὁποῖο προλέγει τὴν τωρινή µας ὕπαρξη, ὑποχρεώνοντάς µας νὰ συµµορφωθοῦµε µὲ τοὺς τύπους τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ εἶναι µιὰ ἀπόφαση στὸ παρὸν τοῦ ἀτόµου, τὸ ὁποῖο βρίσκεται σὲ κοινωνία µὲ τοὺς ἄλλους πιστούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους λαµβάνει πίστη καὶ µὲ τοὺς ὁποίους παίρνει τὴν ἀπόφαση ποὺ ἀφορᾶ τὸ µέλλον, τὸ ὁποῖο βασίζεται στὴν ἐµπειρία τοῦ παρελθόντος.
Ἡ παράδοση εἶναι πάντα µιὰ κίνηση πρὸς τὸ µέλλον, ἀλλὰ στὴ βάση τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖο τὸ ὑποβαστάζει καὶ τὸ γεµίζει. Ἡ παράδοση εἶναι µία συµφωνία τοῦ ἀτόµου µὲ τὴ χριστιανικὴ κοινότητα ποὺ ἀντιµετωπίζει τὸ µέλλον, ἀλλὰ καὶ µία συµφωνία ποὺ συναντᾶται ἤδη στὸ παρελθόν. Ἡ Γραφὴ εἶναι ἡ σύνδεση ἡ πάντοτε παροῦσα, ὅπως ἦταν στὴν ἀρχὴ αὐτῆς τῆς κίνησης, πρώιµη ὅσο κι ἡ πρώτη ἀγγελία τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι µὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ποὺ ἡ δυναµικὴ παράδοση µετασχηµατίζει τὸν γραπτὸ λόγο τοῦ Θεοῦ σ’ ἕνα ἀδιάκοπο ρεῦµα ζωῆς. Δὲν πρόκειται γιὰ ἕναν κανονιστικὸ κώδικα, πατερικὴ σοφία στὴν ὁποία πρέπει πάντοτε ν’ ἀναφερόµαστε, ἀλλὰ γιὰ µία ζωντανὴ διαδικασία ἑρµηνείας τῆς Βίβλου ἀπὸ τὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ, συγκεντρωµένο σὲ µία ἱστορικὴ οἰκογένεια καὶ καθ’ ὁδὸν πρὸς τὸν τελικό του προορισµό.
Πρέπει νὰ βεβαιώσουµε πὼς δὲν δηµιουργοῦµε παράδοση καὶ δὲν παραλαµβάνουµε µία τετελεσµένη παράδοση, ἀλλὰ δηµιουργοῦµε µέσα ἀπὸ τὴν παράδοση τὴ δική µας νέα ζωή, καὶ ὅ,τι παίρνουµε τὸ παραδίδουµε στὶς ἐρχόµενες γενιὲς ὡς µιὰ νέα ἀρχή. Αὐτὴ ἡ κατανόηση τῆς παράδοσης ἀποκλείει τρεῖς πολὺ ἐπικίνδυνες ἀποκλίσεις ποὺ σηµαίνουν µιὰ προδοσία τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς τῆς δυναµικῆς ἀντίληψης τῆς παράδοσης:
α΄. Τὴ θεωρία ὅτι στὸ παρελθὸν ὑπῆρχαν στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπονοούµενα πράγµατα ποὺ τὸ παρὸν τῆς Ἐκκλησίας µπορεῖ νὰ καταστήσει σαφῆ.
β΄. Τὴν ἐπιθυµία νὰ προσαρµοστεῖ ἡ Ἐκκλησία στὸν σύγχρονο κόσµο, κάνοντας κριτήριο γι’ αὐτὴ τὴν προσαρµογὴ τὸν κόσµο ἀντὶ τὴν παράδοση. Ὁ ἐκσυγχρονισµὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο µπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ µόνο µὲ τὴν ἐσωτερικὴ δύναµη τοῦ Εὐαγγελίου, ἀφοῦ αὐτὸ ἔρχεται νὰ ἀσχοληθεῖ µὲ τὸν κόσµο. Εἶναι τὸ παρελθὸν τῆς Ἐκκλησίας τὸ ὁποῖο θὰ δώσει τοὺς κανόνες γιὰ τὸ παρὸν καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο, διαφορετικὰ θεµελιώδεις ἐµπειρίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ἀπορρίπτονται προκειµένου νὰ ἐξυπηρετηθεῖ αὐτὸς ὁ πολὺ σηµαντικὸς σκοπός.
γ΄. Τὴν προσπάθεια γιὰ ἐπιστροφὴ σ’ ἕνα ἐξιδανικευµένο παρελθὸν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο ὑπάρχει µόνο στὸ µυαλό µας. Ἐδῶ ἔχουµε νὰ κάνουµε µὲ δύο ἐξίσου ἐπικίνδυνες καταχρήσεις: ἡ µία κάνει ἕνα πήδηµα µὲ τὴ φαντασία στὴν πρώτη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δὲν ἦταν ἀκόµη ἱδρυµατοποιηµένη καὶ ὡς τότε ἦταν ἀµόλυντη κι ἐλεύθερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἀτέλειες, καὶ ἡ ἄλλη ἐπιθυµεῖ ἐπιστροφὴ σὲ µία ἔνδοξη περίοδο τῆς θεολογίας καὶ τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία πρέπει ὅλοι νὰ σεβόµαστε, ἂν θέλουµε ν’ ἀποκαταστήσουµε τὴ µία παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἱστορία τῆς µίας Ἐκκλησίας. Καὶ οἱ δύο κινήσεις περιορίζουν τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας σ’ ἕνα µόνο τύπο κι ἀρνοῦνται τὴν καρδιά της, δηλαδὴ τὴν ἐσωτερικὴ ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι δύναµη νὰ καταστεῖ αὐτὴ ἕνα κινούµενο ρεῦµα ζωῆς διὰ µέσου τῶν αἰώνων. Γι’ αὐτό, τὸ πρόβληµα δὲν εἶναι πῶς ν’ ἀνακαλύψουµε ἐκ νέου τὴ γνήσια παράδοση, ἀλλὰ πῶς ν’ ἀποκαθαίρουµε συνεχῶς τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, νὰ βλέπουµε αὐτὸ ποὺ ἐκφράζει ἀληθινὰ καὶ εἶναι τὸ µέσο διατήρησης τῆς συνέχειας τῆς Ἐκκλησίας.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”,  τχ 244 (Ιανουάριος 2013). Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀπὸ τὴν ὕπαρξη στὴ συνύπαρξη», ἐκδ. Μαΐστρος.

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας έργο (“Η προσκύνηση του ονόματος του Ιησού”, 1577-79) του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here