σεβ. Μητρ Μεσογαίας: Ἡ συνάντηση τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ ὑπέρλογα ρίσκα

0
260

σεβ. Μητρ Μεσογαίας & Λαυρεωτικς κ. Νικόλαος

 

Χαίρομαι φάνταστα ποὺ ἀπετόλμησα τν σημερινσυνάντηση. Δν εχε λογικὴ ἡ ἀπόφασή μου νσυναινέσω στν τόσο εγενικπρότασή σας. Δν ξέρω ποιά εναι λογικτς δικς σας σκέψης νμκαλέσετε στν μορφη καζεστὴ ἐτήσια συνάντησή σας. [Τν Φίλων τοῦ Ἁγίου ρους] γὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εθς ξ ρχς τι δν εμαι αθεντικς γιορείτης. Τκαταλαβαίνετε καμόνοι σας. Εμαι πιπολ«φίλος τοῦ Ἁγίου ρους» παρὰ ἁγιορείτης. Φίλος τοῦ Ἁγίου ρους δν εναι κάποιος ποεναι μέλος νς συλλόγου· οτε κάποιος ποξέρει τμοναστήρια μτν σειρά τους γνωρίζει προσωπικτος γουμένους, τν στορία κ.λπ. Φίλος του γίου ρους εναι ποιος ντιλαμβάνεται τος ναστεναγμούς του καὶ ἐμπνέεται πτὸ ἦθος κατφρόνημά του. Κατ’ ναλογίαν γιορείτης δν εναι κάποιος ποὺ ἔχει γιορείτικη κουρὰ ἢ εναι γγεγραμμένος σὲ ἕνα γιορείτικο μοναστήρι. γιορείτης εναι ποιος κατάφερε νεναι διαγεγραμμένος πτν κόσμο. Καὶ ἐγδν εμαι. πόδειξη, πρόσκλησή σας πόψε σατν τν χρο.

Προσπαθομε λοιπν λοι μας, κι σες κι γώ, νγίνουμε τουλάχιστον φίλοι τοῦ Ἁγίου ρους. Προσπαθομε νγίνουμε φίλοι το Θεο. ν ψάξουμε στβάθος τν ναζητήσεων κατς προαιρέσεώς μας, θδιακρίνουμε τν πόθο μις συνάντησης μαζί Του· μις συνάντησης ποθτν θέλαμε, λλδυσκολευόμαστε ντν πιστέψουμε. Μς φαίνεται πιμεγάλη πτμέτρα μας καγι’ ατσυνήθως δν τν προσπαθομε.

συνάντηση μτν Θεό, λέγουν οπατέρες τς κκλησίας μας, περνάει πτν συνάντηση μτν πλησίον δελφό μας καὶ ἀπτν συνάντηση μτν πιπλησίον τν σώτερο αυτό μας. Μι εκαιρία λοιπν δελφικς κοινωνίας κακριτικς ατογνωσίας ασθάνομαι πς εναι καὶ ἡ παροσα συνάντηση. Δν εναι μία μιλία μὲ ὁμιλητὴ ἐμένα καὶ ἀκροατς σς· εναι μία συνάντηση μὲ ἰσότιμα πρόσωπα. Μία πάντηση. Μία πτς πειρες παντήσεις στμοναδικὸ ἐρώτημα τοΘεοκατοῦ ἀνθρώπου. Στὸ ἐρώτημα ατὸ ἐνώπιόν του ποίου καταρρέει λογικτς θύραθεν σκέψης καὶ ἐκφυλίζεται λογικτς ρθολογιζομένης πρακτικς.

Κάθε συνάντηση χει τρίσκο της. Κι σες πομκαλέσατε κι γποὺ ἀνταποκρίθηκα, λοι πήραμε να ρίσκο. Τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀπογοητευθομε δν εναι μικρό. δη κάποιοι ξ μν δυσκολεύονται μτχρήση τοῦ ὅρου «ρίσκο», τν ποον μως μελικρινς κόστος ψυχς χρησιμοποίησα, λλείψει σαφέστερης λληνικς λέξης.

Γιτθράσος τοδικομου ρίσκου σς ζητσυγγνώμην. Γιτν τόλμη, τν γάπη κατν εγένεια τοδικοσας σς εχαριστμὲ ὅλη μου τν καρδιά.

ς προχωρήσουμε λοιπόν.

 

[…]

 

πτν μία μεριὰ ὁ Θες καὶ ἀπτν λλη διψασμένος νθρωπος. Ἡ ἀνάγκη τς συνάντησής τους σκοπς τς λης δημιουργίας· μυστήριο μέγα, τοῦ ὁποίου οσυνιστσες εναι τρες:

 

1) Τὸ ἀπόμακρον, τλανθάνον, τοΘεο

Μέσα στεαγγέλια, κυρίως στκατὰ Ἰωάννην, παρουσιάζεται Θες νφανερώνεται μκάποιο τρόπο, νὰ ἀποκαλύπτει διακριτικτμυστήριό Του. Σν νὰ ἦταν κρυμμένος κανὰ ἀποκαλύπτεται στν κκλησία, νὰ ἐμφανίζεται στν κόσμο. Γι’ ατκαὶ ἡ διατύπωση «φανέρωσεν αυτόν» [1] «φανερώθη ὁ Ἰησος» [2] εναι ρκετσυχνή.

ν μως προσέξουμε λίγο τπράγματα κατὰ ἐξετάσουμε μτν κοινλογική, τν λογικποσυνήθως οπερισσότεροι διαθέτουμε γινσκεπτόμαστε κανὰ ἀντιλαμβανόμαστε τν λήθεια κατγεγονότα, θδομε τι πραγματικότητα εναι, τουλάχιστον μς φαίνεται πς εναι, λίγο διαφορετική. Θες μφανίζεται στν κόσμο ατν κρυμμένος, δύσκολος, πόμακρος, λίγος. Περισσότερο ποψία δίνει παρασθηση γνώση καβεβαιότητα γιτν ταυτότητά Του. λοι μως κάτι παραπάνω περιμένουμε. λλις Θες μς μφανίζεται κι λλις μες Τν βλέπουμε. λλους τρόπους χει κενος κι λλες συνήθειες μες. κενος μς φανερώνεται κι μες Τν νοιώθουμε γνωστο. κενος μς συναντκι μες διερωτώμεθα πο βρίσκεται.

πτν ρχὴ ἀκόμη τς στορίας, μέσα στν Παράδεισο, πέτρεψε Θες στος πρωτοπλάστους νγεύονται πὸ ὅλα τδένδρα κτς πὸ ἕνα δένδρο· τδένδρο «τογινώσκειν καλν καπονηρόν» [3], στν οσία τδένδρο τς γνώσεως τοΘεο. Τος επε τι ν φτε πατκαμγνωρίσετε «θανάτῳ ἀποθανεσθαι», μέσως θπεθάνετε. Τί παράξενο πράγμα! ν προσφέρεται γινγνωρισθε, δν δίδει τδένδρο κατν καρπτς γνώσεως στος πρωτοπλάστους.

λλκασμι θαυμάσια περιγραφτοβιβλίου τς ξόδου, βλέπουμε τν Μωϋσνὰ ἀνεβαίνει στὸ ὄρος Σιν καὶ ἐκενδέχεται τν παρατήρηση τοΘεο· τι κανες νμν νεβεψηλστβουν«μήποτε γγίσωσι πρς τν Θεν κατανοσαι καπέσωσιν ξ ατν πλθος» [4]: μήπως καθς θπλησιάζουν κάτι καταλάβουν πτπρ τς θεότητός Του καπέσουν νεκροχιλιάδες.

ΣτΣινᾶ ἐπίσης, κεστβάτο, στν λλη θεοφάνεια, ταν Μωϋσς ζήτησε πτν Θεντοφανερωθελέγοντας· «μφάνισόν μοι σεαυτόν» [5], κενος τοῦ ἀπήντησε τι τμόνο πομπορες νδες εναι τόπος μου κατντα μου, δηλαδὴ ἐκεποπάτησα καὶ ἡ πλάτη μου· «ψει τὰ ὀπίσω μου, τδπρόσωπόν μου οκ φθήσεταί σοι» [6], «οδυνήσει δεν τπρόσωπόν μου· ογρ μὴ ἴδη νθρωπος τπρόσωπόν μου καζήσεται» [7].

 

Πράγματι, εναι δύσκολος Θεός· Τν ζητς κασοκρύβεται. νεναι «πλήρης ορανς καὶ ἡ γτς δόξης Του» [8], δν διακρίνεται. Τν πλησιάζεις καὶ ἀπομακρύνεται. λλεναι καεκολος. Εναι εκολος καδύσκολος. σως Τν ζητομε καΤν πλησιάζουμε νθρώπινα. Θέλουμε νΤν ξανθρωπίσουμε, νΤν ποτάξουμε στ«νθρώπινον» καδν τκαταλαβαίνουμε. ταν πάλι Τν συναντήσεις, νῶ ἐσΤν κυνηγς, ντιλαμβάνεσαι τι Ατς σκαταδιώκει. Δν Τν νακαλύπτεις· σοῦ ἀποκαλύπτεται.

Καδν εναι μόνον ατς οπεριπτώσεις. Θες εναι δύσκολος κόμη καστν πόστολο Παλο ὁ ὁποος «ρπάγη ως τρίτου ορανο» καεδε «πτασίες καὶ ἀποκαλύψεις… καὶ ἤκουσεν ρρητα ρήματα, οκ ξν νθρώπ λαλσαι» [9], κουσε λόγια περίγραπτα τὰ ὁποα δν εναι δυνατν νθρώπινη γλσσα ντὰ ἀποτυπώσει. Γιατί ραγε νμν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, καμάλιστα ὁ ἀπόστολος Παλος, νπεριγράψει τμυστήρια το Θεο; Γιατί νφθάσει μόνον μέχρι τρίτου ορανο; ταν πάρχει τέταρτος καπαραπάνω, τρίτος εναι λίγος.

λλγιατί πμε τόσο μακρυά; ς ρθουμε στὸ ἴδιο τγεγονς τς ναστάσεως. Γινσκεφθομε τος ποστόλους· εναι νμν χουν παράπονο; νζον μαζί Του κανμν Τν καταλαβαίνουν. Μαρία ΜαγδαληννΤν βλέπει, νΤν πλησιάζει μὲ ἱερπόθο γινΤν κουμπήσει, «μή μου πτου» [10], ντς λέει. Κλεόπας καὶ ὁ Λουκς νπορεύονται πρς μμαούς, νὰ ὑποψιάζονται κάτι, νθερμαίνεται ψυχή τους καί, μόλις τος ποκαλύπτεται καδιανοίγεται νος τους, «ατς φαντος γένετο π’ ατν» [11]. Τστιγμποὺ ἤθελαν λίγο νχορτάσουν, λίγο νψηλαφήσουν, κάπως νγευθον, Τν χασαν.

Κι χι μόνον ατό. Στν Βηθλεέμ, «Θες φανερώθη ν σαρκί» [12], λλ«λαθν τέχθη πτσπήλαιον» [13]. Παράξενα πράγματα! λλκαμτος ποστόλους· τριάντα τρία χρόνια Θες «λανθάνων» ζεῖ ἀνάμεσά τους σ’ ατν τν κόσμο, μφανιζόμενος περισσότερο ς νθρωπος. Οἱ ἴδιοι μσφραγισμένο τνοσν νμν καταλαβαίνουν καπολλπράγματα ττρία χρόνια ποΤν κολουθοσαν. Καξαφνικσταυρώνεται καὶ ἀνασταίνεται. ναστημένος Χριστός, πέφτει λίθος τομνήματος, κενς τάφος, εσέρχεται κεκλεισμένων τν θυρν – τί χαρνΤν ντικρύσουν! – τος μφανίζεται, λλ«ν τέρμορφ» [14], κάπως διαφορετικός. Τόσο, ποζητοσαν μιὰ ἐπιβεβαίωση. Γι’ ατκαὶ ἔφαγε γιντος ποδείξει τι εναι πραγματικς καὶ ὄχι φάντασμα [15]. Πάλι μως πιστεύουν μέν, λλδν χορταίνουν. Θέλουν κι λλο. Γεύονται τόσο πτν Θεό, σο ὁ Ἴδιος πτψάρι.

λα ατγεννον μιὰ ἀπορία. Καὶ ἕνα παράπονο. Τβάζω στστόμα τν μαθητν· μς δόθηκες, Κύριε, τόσα χρόνια ποδν σκαταλαβαίναμε· σνοιώθαμε σν δάσκαλο, σν νθρωπο, καμόλις ναστήθηκες καμς μφανίστηκες πλέον ς Θεός, σχάσαμε. μεινες κοντά μας ναστημένος, «πτανόμενος δι’ μερν τεσσαράκοντα»· σαράντα μως μόνο μέρες. Καατς «ν τέρμορφ». Τόσο λίγο! Καμετὰ ἀνελήφθηκες. Καὶ ὅσο κι ν μς επες τι «μεθ’ μν εμι πάσας τς μέρας ως τς συντελείας τοαἰῶνος» [16], τι δηλαδθεσαι γιπάντα μαζί μας, τελικκάποια λλαγὴ ἔγινε καὶ ἀντνεσαι σποσξέραμε κασβλέπαμε, ὁ ἀναστημένος, μς στειλες τώρα τ Πνεμα τὸ ἅγιο, γιτὸ ὁποο μς μίλησες μέν, λλμς εναι νέος γνωστος. Σεχαριστομε, λλγιατί ατὴ ἡ ἀλλαγή; Σν νεναι λίγο σκάνδαλο στν περιέργειά μας, βάσανο στν νθρώπινη πιθυμία μας, πρόκληση στν νάγκη μας νμς εναι Θες γνωστός, εδυνατν πτός. Μόλις Τν φθάνουμε, μς φεύγει. Μόλις Τν νακαλύπτουμε, λλάζει.

Γιατί ραγε νεναι τσι δύσκολα τπράγματα; Γιατί ἡ ἀλήθεια, νεναι μφανής, νμν εναι καδιαφανής; Γιατί Θες νὰ ἀποκαλύπτεται μόνο, λλνμν νακαλύπτεται; Γιατί νκρύβεται, λλνμν φαίνεται; Γιατί νφανερώνεται, λλνμν βλέπεται; «Θεν οδες ώρακε πώποτε» [17]. Γιατί νχαρίζεται, νπροσφέρεται, λλνμν χορταίνεται; Γιατί Θες τελικμκάποιο τρόπο νγίνεται ντιληπτός, λλὰ ὄχι κατανοητός; Γιατί λόγος Του νδιατυπώνεται «ν παραβολας» [18]; Γιατί ταν μιλεπερτς θεότητός Του νμν γίνεται κατανοητς καὶ ὅταν πεξηγετμυστήριά του νκαθίσταται κόμη δυσκολώτερος; ν εναι τόσο πολύς, μόνο νστάζει στζωή μας; ν εναι τόσο κοντινς ποεναι καμέσα μας, ν εναι ὁ ἐγγύς, νφαίνεται ς μακράν; ν βρίσκεται πτς γς πιδημν, νδιαμένει ν ορανος; νμς εναι νάγκη νΤν χουμε γνωστό, νμς παραμένει γνωστος; Γιατί νμς εναι περισσότερο ρώτηση, πορία, δυσπιστία, μφιβολία, θαυμασμός, παρὰ ἀπάντηση; Γιατί νμς εναι λίγος καὶ ὄχι πολύς; σιωπκαὶ ὄχι λόγος; Γιατί τθαμα νεναι τόσο σπάνιο, θέα Του δυσδιάκριτη καὶ ἡ παρουσία Του μυστήριο; ρες-ρες πιθυμομε λαίμαργα νΤν χουμε. ΚαΤν χάνουμε. Θες δν μφανίζεται τσι. Πλησιάζεται πιπολ μτν ποδοχτς γνωσίας Του παρμτν παχύτητα ἢ ἱκανότητα τς γνώσεώς μας. Στμάτια μας εναι περισσότερο γνόφος παρφς. Γιατί λοιπν λα ατά;

Δν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἀπαντήσω γιατὶ ἀφ’ νς μν δν γνωρίζω, φ’ τέρου δτὸ ἐρώτημα πμόνο του κρύβει πιπολλὴ ἀλήθεια πτν πάντηση. ναν μόνον παντητικὸ ὑπαινιγμθπροσπαθήσω κανμοσυγχωρέσετε τν αθάδεια.

Ἡ ἀπάντηση πρέπει νεναι τετραπλ. χει νκάνει πρτον μ’ ατποεναι Θεός, τν οσία Του. Δεύτερον, μ’ ατπομς δείχνει Θεός, τν νέργειά Του. Τρίτον, μ’ ατποεμαστε μες, τφύση μας. παχύτητα τς φύσεώς μας, τν καθιστᾶ ἀρκετὰ ἀφιλόξενη στνδεχθετθεϊκλεπτότητα, στνμπορέσει τν Θεό, στνχωρέσει τμυστήριό Του. Κατέταρτον, μ’ ατπογίναμε μες, τν πτώση κατν μαρτία μας.

Θες εναι κτιστος καὶ ἄυλος. Οἱ ἄγγελοι εναι κτιστοί, λλὰ ἄυλοι· κι μες εμαστε κακτιστοκαὶ ὑλικοί. Δν ντέχει λεπτότητα, τὸ ἄυλον, τὸ ἄκτιστον το Θεομθράσος, μβαρβαρότητα θλέγαμε, νξοδεύεται στν παχύτητα ατοτοκόσμου. Σν νπέφτει μισταγόνα πάνω σμιὰ ἀναμμένη θερμάστρα. μέσως ξατμίζεται. Δν ντέχει. τσι κι Θες στν κάψα ατοτοκόσμου, τς στενς νθρώπινης λογικς δν ντέχει, μεταμορφώνεται. ταν τὸ ἄγνωστο γίνεται γνωστό, κφυλίζεται. ταν τὸ ὑπέρλογο γίνεται λογικό, ξοδεύεται. ταν τμυστήριο γίνεται φανερό, ποβαθμίζεται. Ατὸ ἔχει νκάνει μτν οσία, γι’ ατκαί, ν εναι κοινωνικς Θεός, εναι μέθεκτος στν οσία Του. ν προσφέρεται, χαρίζεται, πως επαμε προηγουμένως, στν κόσμο, δν μετέχουμε μες τς οσίας Του, μπορομε μως νκοινωνήσουμε τν νεργειν Του.

 

2) Ἡ ἑτερότητα τοΘεο

Σς κούρασα. Συγχωρέστε με. Θσς κουράσω μως λίγο κόμη. Πρέπει ν προσεγγίσουμε τν «τέραν μορφν» τοΘεο.

χει μεγάλη σημασία νκαταλάβουμε τι Θες δν εναι ατποσυνήθως νομίζουμε, χει τερότητα· χι τερότητα ποξένωσης – τι εναι κάτι ξένο –, ἢ ἀπομάκρυνσης – τι εναι πόμακρος –, λλὰ ἑτερότητα ποΤν διαφοροποιεῖ ἀπμς. Θες δν εναι ατπομς ρχεται τι εναι. Δν εναι ατποσυνειδητθέλουμε νεναι. Δν εναι ατποκαταλαβαίνουμε, οτε κν ατποὺ ὡς νθρωποι μπορομε νκαταλάβουμε. Εναι πέρα πτθέλω μας, πιμακρυὰ ἀπτδυνατότητά μας, παραπάνω πτν κατανόησή μας. Εναι μεγάλο λάθος, ποὺ ὅλοι τκάνουμε, τλάθος τς ζως μας, ννομίζουμε τι μπορομε νΤν κφυλίσουμε σγνωστικὸ ἀντικείμενο, πιχείρημα, πόδειξη, κατανόηση, νΤν κάνουμε δηλαδκαταληπτό, χωρητικμέσα στνομας.

Ατν τν μεγάλη λήθεια πρέπει ντν κατανοήσουμε καὶ ἐσωτερικντν δεχθομε πρν πτν συνάντηση μαζί Του. πως λέει ὁ ἅγιος ωάννης Δαμασκηνός· «πειρον τθεον καὶ ἀκατάληπτον κατοτο μόνον ατοκαταληπτν ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία» [19]. Καὶ ὅταν ὁ Ἴδιος συγκαταβαίνων γίνεται μοιος μμς, μες δν προσοικειωνόμαστε καδν ξοικειωνόμαστε μαζί Του, δν ποκτομε παρρησία, δν μπιστευόμεθα στν κανότητά μας νΤν κάνουμε δικό μας, στω κι ν κενος μς προσφέρεται. Θες δν εναι «λλος» – ξένος – σον φορστν περιχώρησή Του στζωή μας, λλα σον φορστδική μας θέληση, δυνατότητα καὶ ἱκανότητα νΤν κατανοομε κανΤν προσεγγίζουμε. Θες δν εναι νθρωπος – ττοΘεοδν εναι νθρώπινα – λλεναι κάτι λλο, Κάποιος λλος. Ατὴ ἡ ἑτερότητα τοΘεοΤν κάνει οκεο ς πρς τν τρόπο πομς προσφέρεται καὶ ὄχι ς πρς τν τρόπο ποὺ ἐμες Τν πλησιάζουμε.

ν προσέξουμε λίγο – καεναι πολσημαντικατό – θκαταλάβουμε τι δν εναι μόνον Θες λλος, λλκαὶ ἡ ζωεναι λλο πργμα πατποφανταζόμαστε. Ἡ ἀλήθεια εναι λλο π’ ατποασθανόμασε. Οἱ ἄλλοι εναι κάτι διαφορετικὸ ἀπατπονομίζουμε. Καί – γιατί χι; – κι μες οἱ ἴδιοι εμαστε κάτι διαφορετικὸ ἀπατποὺ ὑποψιαζόμαστε. κόμη καὶ ἡ ἐξομολόγησή μας χει ψυχαναλυτικχαρακτήρα· ποδεικνύει τν γνοια τοῦ ἑαυτομας. Καί – τί ερωνία! – ντνπμε νμς πεῖ ὁ πνευματικς ποιοί εμαστε, μες ρχίζουμε ντοπεριγράφουμε τν δθεν κριβεκόνα μας! Τί λάθος τρόπος! Τί λάθος φρόνημα! λλοτε καὶ ὁ πνευματικς πρέπει νπροσπαθήσει νκαταλάβει ποιοί εμαστε. ν τκάνει, θὰ ἀδικήσει μς, θὰ ἀσεβήσει στμυστήριο, θπροσβάλει τν Θεό. ψυχὴ ἔχει πάντοτε τς κρυφές, μυστικς γωνιές της· χει τν τερότητά της· χει τν ερότητά της. Τπρόσωπο διασφαλίζεται πίσω πτμυστικά του, ποκρύβονται κόμη κι πμς τος διους.

λλκαὶ ἡ ἴδια φύση παρουσιάζει μία τερότητα. Καατ κρύβεται. Δν θὰ ἤθελα νσς μπερδέψω, λλοἱ ἐξ μν τν θετικν πιστημν, θξέρετε πολκαλμιὰ ἐγγενῆ ἰδιότητα τς φύσεως. ταν, λέμε στΦυσική, προσπαθομε να στοιχειδες σωμάτιο ντὸ ἐντοπίσουμε, σο κρίβεια πετυχαίνουμε στν ντοπισμτς θέσης του, τόσο μεγαλύτερο σφάλμα κάνουμε στν προσδιορισμὸ ἄλλων διοτήτων του, πως τς ταχύτητας κατς ρμς του (ρχτς προσδιοριστίας τοHeisenberg). Τσύμπαν πάλι χει μι καταπληκτικὴ ἰδιότητα· σο πλησιάζουμε τς σχατιές του, τόσο ατς πομακρύνονται μμεγαλύτερη ταχύτητα (νόμος τοHubble). Μς κρύβεται καὶ ἡ φύση καμόλις πλησιάζουμε νπροσδιορίσουμε ναπτχαρακτηριστικά της, ατμς ποκρύπτει τὰ ὑπόλοιπα. φοατκάνει δημιουργία, δν θτκάνει Δημιουργός; φοατσυμβαίνει μτν ψυχη κτίση, δν θσυμβαίνει ατμτν μψυχο νθρωπο;

Εναι παράβατος, παγκόσμιος νόμος: Θες προκύπτει πιὸ ἀληθινς ταν ταπεινὰ ὁμολογεται ἡ ἀγνωσία Του παρὰ ὅταν πιδιώκεται γνώση Του. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐπιστήμη, εναι πιλεπτκαμαγευτικὴ ὅταν σχολεται μτὸ ἄγνωστο, παρὰ ὅταν πεξεργάζεται καὶ ἀναλύει τγνωστό. λλκαὶ ἡ ἀγάπη ς σχέση νθρώπων εναι νωτέρα ταν οἱ ἄνθρωποι εναι καλίγο γνωστοι μεταξύ τους, παρὰ ὅταν κυριαρχεῖ ἡ βαρβαρότητα τς γνωριμίας κατς οκειότητος.

 

3) Τπολύ, πληθωρικότητα, τοΘεο

Θες μς προσφέρεται ς πόμακρος καὶ ἑτεροποιημένος, γιατ ταυτόχρονα εναι πολύς· εναι πληθωρικός. Εναι βυσσος, εναι κεανός, εναι είροος ποταμός, εναι βλύζουσα πηγή. Εναι δύνατον Θες ποεναι τπν, ὁ ὅλος, νμν εναι πολύς. Δν μπορεῖ ὁ Θες ποεναι τέλειος, βασανιστικνμς κρύβεται.

Θες εναι πολς σποιότητα, εναι πολς σποσότητα, εναι πολς στμέτρο Του, εναι πολς στθεότητά Του, εναι πληθωρικς στν γάπη Του, εναι πλούσιος καπλήρης στζωή Του. Τελικὰ ὁ Θες δωσε ατποὺ ἀπηγόρευσε τος πρωτόπλαστους νγευθον. Ατποζεῖ ἡ Ἐκκλησία· τνγίνει κανες «ς θεός».

Θες εναι τόσο πολς ποστδημιουργία κανε ατποδν πρχε. κ τομὴ ὄντος δημιούργησε. Μτν νανθρώπηση γινε ατποδν ταν. Θες ν γινε νθρωπος. Στπάθος βλέπουμε κάτι κόμη. Νδέχεται Θες ατποδν πρεπε, ατποδν θελε. Νγίνεται «πρ μν κατάρα» [20]. Τόσο ταπεινς εναι Θεός. Στν νάσταση κάνει να κόμη βμα. Προσφέρει ατποδν προσδοκούσαμε, ατποδν περιμέναμε. Τελικστν δη θριαμβεύει, νικ τν διάβολο χωρς ντν ξαφανίσει καχαρίζει τσι στν κτίση λη τδρο τς μείζονος λευθερίας. Εναι νικημένος σατανς, εναι νικημένος θάνατος, λλδν εναι ξαφανισμένος οτε ὁ ἕνας οτε ὁ ἄλλος. πάρχει καὶ ὁ θάνατος πάρχει καὶ ὁ διάβολος. Ατεναι ἡ ἐλευθερία τοΘεοκαατεναι τξεχείλισμα, πληθωρισμός, πλοτος, τπολτο Θεο.

λλὰ ὁ Θες καὶ ἀλλοῦ ἐμφανίζει τπολτς φύσεώς Του. Μέσα πτν μορφικατν ραιότητα τς φύσεως, τμεγαλεο κατθαμα τς δημιουργίας, στω κι ν ατμτος σεισμούς, μτς καταστροφές, μτς θεομηνίες, μτς πλημμύρες παληθεύει διαρκς τφθορποκυριαρχεστν κόσμο. «Οορανοδιηγονται δόξαν Θεο» [21].

Θες μπορενφανεπολκαλκαμέσα πτν καλοσύνη τν νθρώπων, τν καλωσύνη κατν κακν νθρώπων, στω κι ν μες οἱ ἄνθρωποι, κόμη καοκαλοὶ ἐξ μν, παληθεύουμε διαρκς τν πτώση κατν μαρτία καὶ ἐπιβεβαιώνουμε τν σφραγίδα τους πάνω μας.

Μπορεῖ ὁ Θες νὰ ἐμφανίζεται καμέσα πτν ερότητα τς στορίας, στω κι ν ἡ ἱστορία φαίνεται πς εναι στορία ποπανηγυρικπιστοποιετν γενικευμένη κυριαρχία το«κοσμοκράτορος τοαἰῶνος τούτου» [22], τοδιαβόλου.

Μπορετέλος Θες νὰ ἐμφανίζεται καμέσα πτν βυσσο τς αωνιότητος, στω κι ν αωνιότητα βρίσκεται πίσω πτχάσμα τς γνωσίας μας, στω κι ν μς εναι σύλληπτη στσκέψη καὶ ἀπόμακρη στν ασθηση.

Οἱ ἅγιοι μπορον νβλέπουν μέσα πτφύση, μέσα πτν συνάνθρωπο, μέσα πτν στορία κατγεγονότα τοκόσμου, μέσα πτν αωνιότητα χι πλς τπέρασμά Του, λλτν παρουσία Του, τν κυριαρχία Του σ’ ατν τν κόσμο, «τν πλοτο τς χρηστότητος ατο» [23].

Θες εναι πολύς, δν εναι λίγος. Εναι λίγος ν μες Τν κφυλίζουμε σκατανόηση, πιχείρημα, σκέψη, διατύπωση, ποψη, διεκδίκηση· λλεναι πολς ν προ­σεγγιστεμὲ ἐμπιστοσύνη, ποδοχή, προσμονή, προσδοκία, ταπεινπαράσταση.

Σὲ ὅσους πολλδίνουν, πολς φανερώνεται Θεός. Τέτοιοι εναι ομάρτυρες. Ομάρτυρες ζησαν πολὺ ἀπτν Θεό, γι’ ατκαδώσανε λο τους τν αυτό, ταμα τους. Τέτοιες εναι οΜυροφόρες. Κι ατς πολζήσανε πτν Θεό, γι’ ατδν κρατήθηκαν καὶ ἔτρεξαν «ρθρου βαθέος» [24] κα«σκοτίας τι οσης» [25], ξεπερνώντας τλογική, τν πρόκληση τν μερν κείνων, τν φυσικφόβο, τς ναστολς τοφύλου τους, τν διο τους τν αυτό. Καὶ ἐν πγαν νπροσκυνήσουν τν Κύριο νεκρστν τάφο, Τν συνήντησαν ναστημένο. Τέτοιοι εναι οἱ ὅσιοι, οἱ ὁποοι ρνήθηκαν αττζωή, ατν τν κόσμο καὶ ἔδωσαν τλίγα καμικρά, λλὰ ὅλα τους ατοτοκόσμου, γινμπορέσουν νὰ ἀπολαύσουν τπολτοΘεο.

Θες συχνδίνει πολλά· φαίνεται πς δίνει χι τλίγα πονομίζουμε τι εναι πολλκαὶ ἀναγκαα, λλτπολλποδν καταλαβαίνουμε καεναι ατποὺ ἀντέχουμε, ατποπράγματι χρειαζόμαστε, ατπομπορομε, στκάτω-κάτω ατποὺ ἀξίζουμε. Δν εναι μόνο πρ-πολς γι’ ατποεναι, εναι πολπολς καγι’ αττὸ ὁποο δίνει. Κατδίνει κατσκορπίζει σ’ λους μας.

πως ὁ ἴδιος δημιούργησε τν κόσμο, χει δώσει αττδημιουργικό, τγεννητικστοιχεο καστν διο τν νθρωπο. Κι μες κάνουμε παιδιά, κακάνουμε παιδιδν σημαίνει τι κάνουμε στολίδια κακτήματα γιτν δική μας τζωή. Οτε σημαίνει τι κάνουμε ζως ποθζήσουν λίγα χρόνια καθφύγουν. λλγεννομε ψυχς μαώνια προοπτικκαδίνουμε στν Θετν δυνατότητα «νὰ ἐπαναλαμβάνη αυτν ν μν». καθένας μας δν εναι μόνο κατασκεύασμα ἢ ἀπόγονος νς Θεο-Δημιουργοϋ, λλγίνεται ὁ ἴδιος συνδημιουργς κι τσι μπορομε κι μες οἱ ἴδιοι νγεννομε καὶ ἀνθρώπους, λλνγεννομε κακάτι κόμη παραπάνω· τν διο μας τν αυτό, τπρόσωπό μας μέσα πτν ταπείνωση.

Καὶ ἀκόμη περισσότερο, μς ξιώνει νὰ ἀνασταίνουμε τν διο τν Θεμέσα μας. Τί θπεατό; Θες εναι νεκρς μέσα μας ταν Τν πιστεύουμε γιλίγο, γιξένο, γιὰ ἀπόμακρο, γιὰ ἀφηρημένο. Καὶ ἀνασταίνεται ταν Τν βιώνουμε ς πολύ, ς πλούσια παρουσία, ς πληθωρικπροστασία, ς χάρι, ς δυνατότητα μετοχς στθεότητά Του. Ὁ ἴδιος νηνθρώπησε, γινε νθρωπος, δωσε σμς τδυνατότητα πὸ ἄνθρωποι νγίνουμε θεοί· «γεπα· θεοίστε καυοὶ Ὑψίστου πάντες» [26].

 

[…]

 

«Επεν ὁ Ἀββς ντώνιος τι ρχεται καιρς να οἱ ἄνθρωποι μανσι καὶ ἐπ’ ν δωσί τινα μμαινόμενον, παναστήσονται ατ λέγοντες τι σμαίν· διτμεναι μοιον ατος» [27]. ρχεται καιρς πο οἱ ἄνθρωποι θχάσουν τλογικά τους κι ν ντικρύσουν κάποιον λογικό, θὰ ἐπαναστατήσουν ναντίον του λέγοντάς του τι στρελλάθηκες, γιατ δν τος μοιάζει.

 

Τρίσκο

Θκλείσω μὲ ἕνα πόσπασμα πτπρόσφατα δημοσιευθν βιβλίο μου «ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ – Τὸ ὑψηλότερο σημεο τς γς». Μία περιγραφκάποιας συνάντησης μὲ ἕναν νθρωπο τς «λλης» λογικς, ς πίλογος ατς τς μεταξύ μας συνάντησης, σως ποτελετν καλύτερο πρόλογο γιτν συνάντηση μτν Θεό.

«δη ἡ ὥρα περνοσε καὶ ἔπρεπε νπμε καστν π. ρωδίωνα· ναν ρουμνο ποὺ ἢ ἦταν σαλς διΧριστν δν ταν νθρωπος. Σδέκα λεπτφθάσαμε στόν… σκουπιδότοπό του. Ὁ ἥλιος εχε δη δύσει. Σ’ να ρείπιο γεμάτο σκουπίδια συναντομε να νέο ρωα. γδόντα δύο τν, ρθιος στκούφωμα μις πόρτας… χωρς πόρτα. Τπόδια του κρατοσαν κόντρα στὸ ἕνα της δοκάρι. μέση του κουμποσε στὸ ἄλλο. Τχέρια του στηρίζονταν στπρτο. ρες λόκληρες περνοσε τσι. Ὁ ἴδιος δίχως ζωστικό. Μι μάλλινη φανέλλα κι να κουρελιασμένο παντελόνι κάλυπταν τὸ ἐξαγιασμένο σμα του. καλύβη του γεμάτη σκουπίδια. Δν βλεπες δάπεδο. να στρμα πκονσέρβες, κουκούτσια, σακκολες, τάπες, καπάκια πμπουκάλια, φλοδες, ,τι μποροσε κανες νφαντασθε, πάχους τριάντα κατοστν καπάνω, ποτελοσε τπολύτιμο χαλστμυστηριδες… παλατάκι του καὶ ἀσφαλς τστρμα του, ν βέβαια κοιμόταν ριζόντιος. Στος τοίχους του τὰ ἀποτυπώματα χυμένων καφέδων κατζουμιπεταγμένων πορτοκαλλάδων καί, ντγικατοικίδια ζα, λων τν εδν τζωύφια, μυγάκια, κατσαρίδες καποντίκια.

– Ελογετε, γέροντα, επε χαρούμενος ὁ ἁπλοϊκς συνοδοιπόρος μου.

Κύριος, παντνηφάλιος ὁ ἡρωικς σκητής, χωρς νδείχνει καθόλου νοχλημένος γιτν οκολογικπερίγυρό του.

– Σο φέραμε λίγες ελογίες, κάτι νφς, συνεχίζει δίχως νδοιασμὸ ὁ μοναχς φίλος μου.

! καλοπατέρες, πολεκαριστ. Σς εκαριστ. Καλοπατέρες. Πολεκαριστ, παντᾶ ἐκενος.

Καπαίρνοντας τν σακκούλα μτς ελογίες κασυνεχίζοντας νὰ ἐπαναλαμβάνει ατς τς προτάσεις μὲ ἰδιάζουσα δύναμη καὶ ἐκφραστικότητα, πετοσε τς ντομάτες κατροδάκινα πάνω πτκεφάλια μας στος τοίχους τς καλύβης του. Τχυμένα ζουμιά τους ποτύπωναν τν δική μου πορία πού, σκυμμένος μμπάρουν τβόλια, προσπαθοσα νκαταλάβω τν λογικτς εγνωμοσύνης του καί, ντελς ξαφνιασμένος, νὰ ἀποτυπώσω τπεριεχόμενο τς διότυπης μοναχικς προοπτικς του.

φοῦ ἔσπασε τμακαρόνια κατὰ ἔχυσε πτπερίβλημά τους, φοσκόρπισε τμπισκότα σο πιμακρυμποροσε, φωνάζοντας· «νφνε τπουλάκια· νφνε τπουλάκια», ρχισε νμιλάει γιτν σταυρτοΧριστο, τν προδοσία τοῦ Ἰούδα καὶ ἐν μέσῳ ἀσυνάρτητων κραυγν νδοξάζει τὸ ὄνομα τοΘεο.

Εχε δη ρχίσει ννυχτώνει. Λίγο κόμη καθχάναμε τθέαμα. Θχάναμε ατποὺ ὁ π. ρωδίων δειχνε. Μέσα μως στνύχτα τς δικς μου λογικς εχα ρχίσει νὰ ὑποψιάζομαι λίγο π’ ατποὺ ἔκρυβαν τσκουπίδια, τὰ ἀκαταλαβίστικα λόγια καφυσικὰ ἡ ἐντελς κατανόητη λογικὴ ἑνς σαλογιτν γάπη τοΧριστο. Θυμήθηκα τν ββᾶ Ἰσακ πού, ναφερόμενος σ’ ατος τος ρωικος γίους ποζον «ν ταξίαις, εκτακτοι ντες», κατακλείει· «ταύτην τν νοιαν ξισαι μς Θες φθσαι». ραγε ατεναι λογικγιτν ποία μιλοσε π. Παΐσιος;

Γύρισα πίσω γιμιτελευταία κλεφτ ματιά. Τὸ ἄσχημο πτν φύση του καὶ ἄγριο πτν τρόπο του πρόσωπό του λαμπε περβατικὰ ἀπτν χάρη τοΘεο. ταν τόση λάμψη του ποὺ ὑποχρέωνε τπήλινα μάτια μου κατν «μὴ ὀρσα» καρδιά μου σὲ ἀσυνήθιστες ράσεις λλου εδους καὶ ἄλλου κόσμου. μυστηριώδης ψη του μένει κόμη βαθειχαραγμένη στν μνήμη μου.

φυγα καξαναβυθίστηκα στσκουπίδια τοῦ ἑαυτομου. κενος μεινε πατώντας πάνω στσκουπίδια τς λογικς ατοτοκόσμου. Τν σκεπτόμουν καθαύμαζα τν ντοχκατν ρωισμό του. Μέχρι σήμερα, νῷ ἀντιλαμβάνομαι τν ξία κατμεγαλεο τς λογικς του, δν μπορνσυλλάβω τν δομή της. Σίγουρα λογικεναι μεγαλύτερη κτροπὴ ἀπτν διΧριστν σαλότητα. σως μως καὶ ὁ σταυρός της νεναι τελικβαρύτερος πτν σταυρτοπ. ρωδίωνα.

Πάνω στπανεπιστήμιο τν σκουπιδιν κατς σαλότητας, τόλμησα νπροβάλω τν λογική, τν αγλη κατν φινέτσα τς νωπς τότε μπειρίας μου στHarvard κατMIT. Τότε ρχισαν τσκουπίδα νεωδιάζουν σν λουλούδια, τζωύφια νμεταμορφώνονται σπουλάκια, οξεσχισμένες σακκολες σπτυχία καδημοσιεύματα· καὶ ὁ π. ρωδίων πολπι«ξυπνος», πολπιπετυχημένος πτος Νομπελίστες καθηγητές μου! λογική τους μοιαζε μὲ ἀγωνιστικατοκίνητο· λογικτς διΧριστν σαλότητας μπύραυλο. Τπρτο τρέχει μέχρι 320 χλμ τν ρα. Τδεύτερο π29.000 χλμ τν ρα καπάνω. Τπρτο κινεται ριζόντια. Τδεύτερο κατακόρυφα. Στν μία περίπτωση, ν περβες τὸ ὅριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στν δεύτερη, ν τξεπεράσεις, κτιξεύεσαι· ξεπερνς τν βαρύτητα τς γς· διαφεύγεις· λευθερώνεσαι. Οπρτοι, ολογικοί, σο κι ν τρέχουν πατνε στγ. π. ρωδίων φυγε πατν τν κόσμο χωρς ντν χει κουμπήσει. Χωρς ντν χει κουμπήσει. [28]

 

 

1) ω. κα΄ 1, Ρωμ. α΄ 19.

2) Ατ στ. 14, Μαρκ. ιστ΄ 12, 14, Β΄ Κορ. δ΄ 11, Κολ. γ΄ 4.

3) Γεν. β΄ 17.

4) ξοδ. ιθ΄ 21.

5) ξοδ. λγ΄ 18.

6 Ατ. στ. 23.

7 Ατ. στ. 20.

8) Θεία Λειτουργία γ. ωάννου Χρυσοστόμου.

9 Β΄ Κορ. β΄ 1, 2, 4.

10) ω. κ΄ 17.

11) Λουκ. κδ΄ 31.

12 ΄ Τιμ. γ΄ 16.

13 σπερινς Χριστουγέννων.

14 Μαρκ. ιστ΄ 12.

15 Λουκ. κδ΄ 40-43.

16)  Ματθ. κή΄ 20.

17 ω. α΄ 18.

18 Ματθ. ιγ΄ 10.

19) κδοσις κριβς τς ρθόδοξου Πίστεως, Κεφ. 4.

20 Γαλ. γ’ 13.

21 Ψαλμ. η’ 2.

23 φ. στ΄ 12.

24 Ρωμ. β΄ 4.

25 Λουκ. κδ΄ 1.

26 ω. κ΄ 1.

27 Π. Β. Πάσχου, Γεροντικόν, κδ. Παπαδημητρίου, σελ. 4

28 Νικολάου ερομόναχου, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ – Τὸ ὑψηλότερο σημεο τς γς, κδ. Καστανιώτη 2000, σσ. 114-117.

 

 

π τ ὀλιγοσέλιδο ἔντυπο «Συνάντηση το Θεο μέσα π πέρλογα ρίσκα», κδ. ντ. Ν. Σάκκουλα, θήνα-Κομοτην2002.

 

Άλλα αποσπάσματα από την ίδια έκδοση βρίσκονται αναρτημένα εδώ:

 

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here