B. Μπετσᾶκος: Ἡ μεταποίηση τῶν παθῶν σὲ ἀρετὲς ὡς πράξη λογοποίησης τοῦ κόσμου

0
71

Βασίλειος Μπετσκος

 

κί­νη­ση ἀ­νή­κει στφύ­ση τν κτι­στν, ὥ­στε δν εἶ­ναι στν εὐ­χέ­ρειά τους νὰ ἀ­κι­νη­τή­σουν ἀ­πμό­να τους. Στν εὐ­χέ­ρεια ὅ­μως τν λο­γι­κν ν­των ἐ­να­πό­κει­ται τρό­πος τς κι­νή­σε­ως. κα­τφύ­σιν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που δν εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­στι­κδε­δο­μέ­νο, στὸ ὀ­ποῖ­ο εἶ­ναι δέ­σμιος· ἐ­πα­φί­ε­ται στν ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­σή του ν θὰ ἐμ­μεί­νει στν κί­νη­ση πρς τΘε­ὸ ἢ ἄν, ἐ­νάν­τια στφυ­σι­κπρο­ο­ρι­σμό του, θὰ ἐ­κτρέ­ψει τν κί­νη­σή του πρς κτί­σμα­τα ἀ­πο­κομ­μέ­να ἀ­πτος λό­γους τς δη­μι­ουρ­γί­ας τους.

 

κτροπτς κινήσεως τονο

Ἡ ἕλ­ξη τν αἰ­σθη­τν ἐ­κτρέ­πει τν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πτ‘‘κα­τφύ­σι­ν’’ στ‘‘πα­ρφύ­σι­ν’’. Καὶ ἡ ἀ­πο­κλει­στι­κμ­μο­νστς αἰ­σθή­σεις συ­σκο­τί­ζει τθέ­α­ση τς φύ­σης· ν ὁ ἄν­θρω­πος ρ­κε­στεστδύ­να­μη τν αἰ­σθή­σε­ων (= ν ἐ­πι­λέ­ξει ἕ­να τρό­πο ζω­ς στν ὑ­πη­ρε­σί­α τν πα­θν κατς πα­ρά­χρη­σης τν κτι­σμά­των) καδν ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σει τγνω­στι­κδύ­να­μη τολό­γου, βυ­θί­ζε­ται στσκό­τος τς ἀ­πό­λυ­της ἄ­γνοι­ας.

Μέ­σα ἀ­πτλει­τουρ­γί­α τς ‘‘αἴ­σθη­ση­ς’’ πε­ρι­πλα­νώ­με­νη ψυ­χπα­ρα­πεί­θε­ται καμέ­νει προ­σκολ­λη­μέ­νη στσυγ­γε­νς ν­τι­κεί­με­νο (τ‘‘προ­σφυ­ς αἰ­σθη­τό­ν’’) τς κα­θε­μις ἀ­πτς πέν­τε αἰ­σθή­σεις. Ἔ­τσι χά­νει τδρό­μο της πρς τΘε­ό. Ἐ­κτρο­πτς κί­νη­σης ση­μαί­νει ἀ­πώ­λεια τοστό­χου της, ὑ­πο­τα­γστν πα­ρα­λο­γι­σμτν ν­τι­φα­τι­κν ἐ­πι­μέ­ρους κι­νή­σε­ων. Ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη αἰ­σθη­τι­κλει­τουρ­γί­α, ν τς ἀ­λο­γί­ας ὑ­πάρ­χει σα­φς κί­νη­σις, ἀ­πτς λ­λες γνω­στι­κς δυ­νά­μεις, τλό­γο κατνο, ἀ­δυ­να­τενλει­τουρ­γή­σει στν προ­ο­πτι­κτς εὕ­ρε­σης το‘‘τέ­λους’’. Ἄ­γνοι­α τοτέ­λους συ­νε­πά­γε­ται καὶ ἄ­γνοι­α τς ‘‘ρ­χς’’, ἄ­γνοι­α τοῦ ἴ­διου τοΘε­ο.

Καὶ ἂν ὁ ἄν­θρω­πος, μέ­σος ν Θε­οκαὶ ὕ­λης, δν κι­νη­θεπρς τΘε­ὸ ἀλ­λπρς τν ὕ­λη, γ­κλω­βί­ζει τν κί­νη­σή του στὰ ὅ­ρια τς δι­κς του ἀ­τε­λος ὑ­πάρ­ξε­ως· πλα­νη­μέ­νος νο­μί­ζει ὅ­τι κα­τέ­χει τν τε­λει­ό­τη­τα, ἐ­νβι­ώ­νει τν κ­πτω­ση ἀ­πτὸ ἴ­διο τεἶ­ναι. Εἰ­σά­γει ὁ ἴ­διος τφθο­ρστν ὕ­παρ­ξή του ς πλημ­με­λκαὶ ἀ­ναρ­μό­νιον πα­ρτν τά­ξιν κί­νη­σιν τς φύ­σε­ως. φθο­ρκαὶ ὁ θά­να­τος εἶ­ναι καρ­πς τς ἀ­πο­μά­κρυν­σης ἀ­πτΘε­ό, τς πτώ­σης. πτώ­ση συ­νε­πά­γε­ται ἀ­φε­νς τν εὐ­χέ­ρεια καὶ ἄ­νε­ση στρο­πτοῦ ἀν­θρώ­που πρς τπά­θη, ἀ­φε­τέ­ρου τν ἀ­στά­θε­c­α καὶ ἀ­νω­μα­λί­α στν κτί­ση. φθο­ρκαὶ ὁ θά­να­τος ἐ­πε­κτεί­νον­ται καὶ ἐ­κτς τοπρω­ταί­τιου ν­θρώ­που· μδι­κή του εὐ­θύ­νη εἰ­σά­γον­ται καστν κό­σμο.

φι­λαυ­τί­α ὄ­χι μό­νο δν ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τν ν­θρω­πο, λ­λτν ὁ­δη­γεσπολ­λα­πλκα­τά­τμη­ση τς φύ­σης του. κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη φύ­ση, ἀ­δυ­να­τών­τας νκι­νη­θεπρς ἕ­να τέ­λος ἐ­κτς τς ἴ­διας, μ­πλέ­κε­ται στν ἀ­νω­μα­λί­α τς ἄ­λο­γης κί­νη­σης. Μό­νο τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο γνω­μι­κθέ­λη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που – οπρο­σω­πι­κές του δυ­να­τό­τη­τες σδι­α­μά­χη πλέ­ον πρς τρο­πτς φύ­σης – μπο­ρενσυ­νερ­γή­σει στν ἐ­πα­νεύ­ρε­ση τοδρό­μου πρς τΘε­ό [1].

λ­λκαὶ ἡ ἐ­λεύ­θε­ρη γνώ­μη-βού­λη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μο­νά­χα ρό­λο συ­νερ­γί­ας ἔ­χει στν ἀ­να­προ­σα­να­το­λι­σμτς φυ­σι­κς κί­νη­σης πρς τΘε­ό. Ὁ ἴ­διος φι­λάν­θρω­πος Θε­ς ἐ­πα­να­φέ­ρει στφυ­σι­κτρο­χιά της τν κί­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, κα­θς πρῶ­τος Αὐ­τς κι­νεῖ­ται καγί­νε­ται ν­θρω­πος, ἵ­να τν φύ­σιν τν ν­θρώ­πων πρς ἑ­αυ­τν συ­να­γά­γ, καστή­στοφέ­ρε­σθαι κα­κς, πρς ἑ­αυ­τήν, μλ­λον δκα­θ’ ἑ­αυ­τς στα­σι­ά­ζου­σάν τε καμε­με­ρι­σμέ­νην· καμη­δε­μί­αν ἔ­χου­σαν στά­σιν, διτν πε­ρὶ ἕ­κα­στον τς γνώ­μης ἀ­στάθ­μη­τον κί­νη­σιν.

 

Πάθη (σφαλμένη χρσις νοημάτων – παράχρησις πραγμάτων)

Ἡ ἐ­κτρο­πτς κί­νη­σης ἀ­πτν κα­τφύ­σιν στό­χο της συ­νι­στνό­σο, δι­ό­τι πα­ρφύ­σιν-πα­ρά­λο­γη κί­νη­ση, ἀ­στο­χών­τας ς πρς ττέ­λος της, δου­λεύ­ει στφθο­ρμις ἄ­λο­γης πο­λυ­μορ­φί­ας. Ὅ­ταν κί­νη­ση τν ν­των παύ­ει νλει­τουρ­γεμτρό­πο συ­νεύ­ον­τα τλό­γτς φύ­σε­ως, λ­λμτρό­πο φθαρ­τι­κόν τολό­γου τς φύ­σε­ως, τὰ ὄν­τα πά­σχουν. Οπολ­λς μορ­φς τς νο­ση­ρς κι­νή­σε­ως εἶ­ναι τπά­θη. Πά­θος ἐ­στψε­κτόν, κί­νη­σις ψυ­χς πα­ρφύ­σι­ν [2].κί­νη­ση τς πε­ρι­πλα­νώ­με­νης καπλα­νη­μέ­νης ψυ­χς ἀ­πο­τε­λεπά­θος κανό­ση­μα, δι­ό­τι ψυ­χτε­λι­κτν ὑ­φί­στα­ται ς φθο­ρκαθά­να­το.

Τπά­θη συ­νι­στον κα­ταρ­χν δυ­σαρ­μο­νί­α στσχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μτν κό­σμο, γι’ αὐ­τκαὶ ἐν­το­πί­ζον­ται κα­τε­ξο­χν στς λει­τουρ­γί­ες τονο, τοῦ ὀρ­γά­νου ποσυγ­κε­φα­λαι­ώ­νει τς προ­σω­πι­κς δυ­να­τό­τη­τες. Τπρό­σω­πο, προ­αί­ρε­σις καὶ ὁ νος τοῦ ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι ποὺ ἀ­πο­τυγ­χά­νουν στλο­γο­ποί­η­ση τοκό­σμου.

Ὅ­πως εἴ­δα­με, νος στρέ­φε­ται στν κό­σμο καὶ ἀ­πο­κα­θι­στσχέ­ση μαὐ­τόν· κα­ττφύ­ση του καμτσυν­δρο­μτς αἴ­σθη­σης νο­ετπράγ­μα­τα. ς ἐ­δλει­τουρ­γεῖ ἄ­μεμ­πτα, ἐ­νερ­γο­ποι­ών­τας δυ­νά­μεις δο­σμέ­νες ἀ­πτΘε­ό. Τνό­η­μα, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τς νο­η­τι­κς ἐ­νέρ­γειας, ν­το­πι­σμέ­νο ὄ­χι πιὰ ὅ­πως τπράγ­μα ἔ­ξω ἀ­πτνοῦ ἀλ­λν­τς αὐ­το, ν­δέ­χε­ται νχρη­σι­μο­ποι­η­θεμτρό­πο κα­κό: τγρ ἐ­σφαλ­μέ­ντν νο­η­μά­των χρή­σει πα­ρά­χρη­σις τν πραγ­μά­των ἀ­κο­λου­θε. Τπά­θος ἑ­δρά­ζε­ται στν κα­κχρή­ση τονο­ή­μα­τος. Ἡ ἄ­λο­γη χρή­ση (πα­ρά­χρη­σις κα­τά­χρη­σις) τν νο­η­μά­των, κακα­τπρο­έ­κτα­ση τν πραγ­μά­των, γεν­ντπά­θη, τν ἀ­κο­λα­σί­α, τμί­σος, τν ἄ­γνοι­α· ν­τί­θε­τα, εὔ­λο­γη χρή­ση γεν­ντσω­φρο­σύ­νη κατν ἀ­γά­πη κατγνώ­ση [3].

Κά­θε πά­θος συ­νί­στα­ται στσύ­ζευ­ξη ἐ­νς αἰ­σθη­τοπράγ­μα­τος (κατς ν­τί­στοι­χης αἴ­σθη­σης) καμις φυ­σι­κς ν­θρώ­πι­νης δύ­να­μης (πχ. τοθυ­μο, τς ἐ­πι­θυ­μί­ας, τολό­γου)· δύ­να­μη αὐ­τὴ ἔ­χει ἐ­κτρα­πεῖ ἀ­πτφυ­σι­κστό­χο της, ἐ­ξυ­η­η­ρε­τών­τας, ὕ­στε­ρα ἀ­πτσύ­ζευ­ξή της μτσυγ­κε­κρι­μέ­νο αἰ­σθη­τπράγ­μα, ἕ­να νέ­ο – κα­τσύν­θε­σιν – τέ­λος. νος ἔ­χει τν εὐ­θύ­νη νδι­α­κρί­νει κανὰ ἀ­πο­κό­ψει ττέ­λος τοαἰ­σθη­τοπράγ­μα­τος (κατς αἰ­σθή­σε­ως ποτπροσ­λαμ­βά­νει) ἀ­πττέ­λος τς φυ­σι­κς δυ­νά­με­ως, κανὰ ἐ­πα­να­φέ­ρει ἔ­τσι τκα­θέ­να στν οἰ­κεῖ­ο λό­γο του. Γιντπε­τύ­χει αὐ­τὸ ὁ νος, πρέ­πει, πρῶ­τον, νθε­ω­ρή­σει ταἰ­σθη­τπράγ­μα κα­θαυ­τό· πρέ­πει, ἀ­κό­μα, νἀ­πε­ξαρ­τή­σει τν ν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση ἀ­πταἰ­σθη­τπράγ­μα καὶ ἔ­τσι ντθε­ω­ρή­σει ἀ­πρό­σβλη­τη ἀ­πτν οἰ­κει­ό­τη­τα πρς τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό της. Δεύ­τε­ρον, εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἀ­κυ­ρώ­σει νος τδι­ά­θε­ση τς ν­θρώ­πι­νης φυ­σι­κς δύ­να­μης πρς ταἰ­σθη­τκατν αἴ­σθη­ση. Τρί­τον, ὀ­φεί­λει νος νὰ ἀ­φα­νί­σει παν­τε­λς κατν φαν­τα­σί­α τν πα­θν κα­θε­αυ­τά, τφαν­τα­σί­α δη­λα­δπογεν­νι­έ­ται ἀ­πόν­τος τοαἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος τοσυμ­πλε­κο­μέ­νου στπά­θος [4]. Ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ πο­ρεί­α ἔ­χει σα­φέ­στα­τα γνω­στι­κἐ­πι­στη­μο­νι­κπε­ρι­ε­χό­με­νο, αὐ­ττς συλ­λο­γς τν λό­γων τς φύ­σε­ως.

Ἡ ἐμ­μο­νστπά­θος ἀ­πο­τε­λεστν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­να­πη­ρί­α τν γνω­στι­κν δυ­νά­με­ων τς ψυ­χς. Ἀ­πο­μο­νώ­νον­τας ὁ ἄν­θρω­π­ος τν πρω­ταρ­χι­κλει­τουρ­γί­α τς αἴ­σθη­σης ἀ­πτ λό­γο κατ νο, ἀ­πο­λυ­το­ποι­ών­τας δη­λα­δτγνώ­ση ποαὐ­ττοπρο­σφέ­ρει, μέ­νει δέ­σμιος μις αἴ­σθη­σης γ­κλει­στης στν δι­κό της ἐ­πι­φα­νεια­κκαπα­ρα­πλα­νη­τι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα. Αὐ­τς εἶ­ναι ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ν­τς τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­να­φύ­ον­ται τπά­θη:

ττν αἰ­σθη­τν εἴ­δη κασχή­μα­τα,

δι’ ν πέ­φυ­κε τπά­θη δη­μι­ουρ­γεῖ­σθαι πε­ρτς ἐ­πι­φα­νεί­ας τν ὁ­ρα­τν,

στά­σιν λαμ­βα­νού­σης διτς μέ­σης αἰ­σθή­σε­ως τς πε­ρτνο­η­τδι­α­βά­σε­ως

τς ν ἡ­μν λο­γι­κς ἐ­νερ­γεί­ας.

ν οαἰ­σθή­σεις δν εὐ­γε­νι­σθον ἀ­πτλό­γο, ν δν ν­τα­χθον στν εὐ­σε­βλει­τουρ­γί­α τονοποτεί­νει νβρετΔη­μι­ουρ­γΝο, γί­νον­ται δε­σμκαφυ­λα­κτς ψυ­χς. γνω­στι­κὴ ἐμ­βέ­λεια τν αἰ­σθή­σε­ων φτά­νει μέ­χρι τν ἐ­πι­φά­νεια τν πραγ­μά­των· χω­ρς τλο­γι­κὴ ἐ­νέρ­γεια ψυ­χδν μπο­ρενμπεστν τρο­χιτς δι­ά­βα­σης πρς τνο­η­τά, κατό­τε αἴ­σθη­ση χά­νει τν μ­φυ­τη γνω­στι­κή της δύ­να­μη.

Μά­ξι­μος χρη­σι­μο­ποι­εμδύ­ο ση­μα­σί­ες τν ὅ­ρο ‘‘πά­θο­ς’’. Πρῶ­τον θε­ω­ρεπά­θη ψε­κτδι­α­βε­βλη­μέ­να ὅ­λες τς πα­ρφύ­σιν κι­νή­σεις τς ψυ­χς, ἐ­κτι­μών­τας πς ὑ­πεύ­θυ­νος γι’ αὐ­τς εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος· αὐ­ττπά­θη ταυ­τί­ζον­ται μτς κα­κί­ες. Δεύ­τε­ρον, ὀ­νο­μά­ζει πά­θη ἀ­δι­ά­βλη­τα κά­ποι­ες φυ­σι­κς ἰ­δι­ό­τη­τες δο­σμέ­νες ἀ­πτν ἴ­διο τΘε­ό. Αὐ­τές, ὑ­πο­κεί­με­νες στν τρο­πκατν λ­λοί­ω­ση τς κτι­στό­τη­τας, ἀ­νή­κουν στ‘‘φύ­ση­’’ καὶ ὄ­χι στ‘‘πρό­σω­πο­’’ τοῦ ἀν­θρώ­που, καδν ση­μαί­νον­ται ἐ­ξαρ­χς ς κα­λς κα­κές · τρό­πος μτν ὁ­ποῖ­ο θτς χρη­σι­μο­ποι­ή­σει νος (ὁ ἄν­θρω­πος ς ἐ­λεύ­θε­ρο πρό­σω­πο) θτς χα­ρα­κτη­ρί­σει κα­λς κα­κές. […]

Ἀ­φο, λοι­πόν, τμ­πα­θς νό­η­μα εἶ­ναι λο­γι­σμς σύν­θε­τος ἀ­πκά­ποι­ο πά­θος κα νό­η­μα, ἐ­πα­φί­ε­ται στν ν­θρώ­πι­νη θέ­λη­ση νὰ ἀ­πο­κό­ψει τπά­θος ἀ­πτνό­η­μα, ὥ­στε νκα­θαρ­θεῖ ὁ λο­γι­σμός. Ἡ ἀ­πο­κο­πὴ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μτν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἐγ­κρά­τεια [5].

 

Τρόπος παρξης τν παθν

νος ἔ­χει τν ν­θύ­νη καγιτσω­στχρή­ση τονο­ή­μα­τος καγιτν πα­ρά­χρη­ση κα­τά­χρη­σή του. Γινὰ ἀ­πο­φύ­γει τν μ­πλο­κή του στπά­θη, ὀ­φεί­λει νθε­ω­ρεστν κα­θα­ρό­τη­τά τους τος λό­γους-τέ­λη ὄ­χι μό­νο τν ν­των λ­λκατν αἰ­σθή­σε­ων κατν λ­λων φυ­σι­κν δυ­νά­με­ων τοῦ ἀν­θρώ­που. Μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κδι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα ὁ ἅ­γιος Μά­ξι­μος ἐ­πε­ξη­γεπς νος μπο­ρενὰ ἀ­πο­φύ­γει τπά­θη, δι­δά­σκον­τάς μας μποι­όν τρό­πο ὑ­πάρ­χουν αὐ­τά: κά­θε πά­θος συ­νί­στα­ται ἀ­πτ‘‘συμ­πλο­κὴ­’’ δύ­ο πα­ρα­γόν­των : ἀ­φε­νς κά­ποι­ου αἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος κατς ν­τί­στοι­χής του αἰ­σθή­σε­ως (θε­ω­ρεῖ­ται δε­δο­μέ­νη μί­α συμ­πλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τα, ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα καοἰ­κει­ό­τη­τα ἀ­νά­με­σα σταἰ­σθη­τκαστς αἰ­σθή­σεις), ἀ­φε­τέ­ρου κά­ποι­ας μ­φυ­της δύ­να­μης, ὅ­πως εἶ­ναι θυ­μς καὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α.

Αὐ­ττὰ ἀρ­χι­κσυ­στα­τι­κτοπά­θους, δη­λα­δταἰ­σθη­τὸ ὄν (καὶ ἡ ἀν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση) καὶ ἡ ἔμ­φυ­τη δύ­να­μη, μ­πε­ρι­έ­χον­ται ἀ­ναμ­φί­βο­λα στν πε­ρι­ο­χτς λί­αν κα­λς δη­μι­ουρ­γί­ας. νο­ση­ρκα­τά­στα­ση τοπά­θους δν γεν­νι­έ­ται οὔ­τε ἀ­πν­τα οὔ­τε ἀ­παἰ­σθή­σεις οὔ­τε ἀ­πμ­φυ­τες δυ­νά­μεις · ἐ­πί­σης, νο­ση­ρκα­τά­στα­ση τοπά­θους δν γεν­νι­έ­ται ἀ­πμό­νη τ‘‘δι­πλσυμ­πλο­κή­’’, πρῶ­τον, τοαἰ­σθη­τοκατς αἰ­σθή­σε­ως, δεύ­τε­ρον τοσυμ­πλέγ­μα­τος αἰ­σθη­τοἴ­σθη­σης μτν ν­τί­στοι­χη μ­φυ­τη δύ­να­μη. νο­ση­ρό­τη­τα τοπά­θους γεν­νι­έ­ται:

• εἴ­τε ἀ­πτσύγ­χυ­ση τε­λν ποὺ ἐμ­φι­λο­χω­ρεστσυμ­πλο­καἰ­σθη­τοκααἰ­σθή­σε­ως,

• εἴ­τε ἀ­πτν ἐ­κτρο­πτς μ­φυ­της δύ­να­μης ἀ­πτν κα­τφύ­σιν λό­γο-τέ­λος της.

Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, θε­μέ­λιο τοπά­θους καστς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις εἶ­ναι ἀ­στο­χί­α τς κί­νη­σης, ἡ ἀ­πώ­λεια τοφυ­σι­κοτης τέ­λους : ν κί­νη­ση τοαἰ­σθη­τοῦ ὄν­τος κα­τευ­θυν­θεπρς τν ν­τί­στοι­χη αἴ­σθη­ση ἀ­γνο­ών­τας τν ἐ­νυ­πάρ­χον­τα στΘε­λό­γο τς δη­μι­ουρ­γί­ας του, γεν­νι­έ­ται τπά­θος. Κα­ττν ἴ­διο τρό­πο, ν κί­νη­ση τς αἴ­σθη­σης γ­κλω­βι­στεστν οἰ­κει­ό­τη­τα ποταἰ­σθη­τὰ ἔ­χουν γι’ αὐ­τήν, ν μὲ ἄλ­λα λό­για πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ἡ λει­τουρ­γι­κό­τη­τα τς αἴ­σθη­σης στν πρόσ­λη­ψη τν αἰ­σθη­τν ν­των, χω­ρς τν ἀ­να­γω­γτς αἰ­σθη­τη­ρια­κς λει­τουρ­γί­ας στς ἀ­νώ­τε­ρες γνω­στι­κς βαθ­μί­δες τολό­γου κατς νό­η­σης, καπά­λι γεν­νι­έ­ται τπά­θος. Τπά­θη ἀ­να­φύ­ον­ται ὅ­πο­τε ταἰ­σθη­τκαὶ ἡ αἴ­σθη­ση συρ­ρι­κνώ­νουν (καὶ ἐ­ξαν­τλον) ττέ­λη τους σμι‘‘ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα­’’, ὑ­πο­τάσ­σον­τας τλό­γο τς δη­μι­ουρ­γί­ας τους σμιὰ ἀ­μοι­βαί­α σκο­πι­μό­τη­τα : ὁ­σά­κις ταἰ­σθη­τὸ ὑ­πάρ­χει γιτν αἴ­σθη­ση καὶ ἡ αἴ­σθη­ση γιταἰ­σθη­τό, γ­κλω­βί­ζουν κατν ν­θρω­πο στπά­0­ος. Τπά­θος εἶ­ναι τε­λι­κθέ­μα προ­ο­πτι­κς: πρς τποκι­νεῖ­ται νος τοῦ ἀν­θρώ­που, πρς τν ὕ­λη πρς τν Θε­ό.

 

Τκακὸ ὡς παρυπόστασις

Στρί­ζα τν πα­ρα­πά­νω θε­ω­ρή­σε­ων βρί­σκε­ται βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοκατς κ­κλη­σι­α­στι­κς πα­ρά­δο­σης πς τκα­κν δν ὑ­φί­στα­ται ς ν­τό­της-ὕ­παρ­ξη, δν ἀ­νή­κει στδη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοΘε­ο· λ­λτκα­κὸ ὡς στέ­ρη­ση τοῦ ἀ­γα­θο, ς ἀ­δυ­να­μί­α καὶ ἀ­σθέ­νεια, ς ἀ­τευ­ξί­α καὶ ἀ­πό­πτω­ση ἀ­πτὸ ἀ­γα­θό, ς πα­ρυ­πό­στα­σις, ὑ­πάρ­χει κασυ­ναν­τᾶ­ται σὲ ὅ­λη τν κλί­μα­κα τν ν­των.

Στχω­ρί­ο ποπα­ρα­θέ­του­με, συ­νο­ψί­ζον­ται μπλη­ρό­τη­τα καὶ ἀ­με­σό­τη­τα οθέ­σεις τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου σχε­τι­κμττί δν εἶ­ναι κατί εἶ­ναι τκα­κόν:

Ὅ­ρος κα­κο.

Τκα­κν οὔ­τε ν, οὔ­τε ἔ­σται κα­τ’ οἰ­κεί­αν φύ­σιν ὑ­φε­στώς·

οὔ­τε γρ ἔ­χει κα­θ’ ὁ­τιον οὐ­σί­αν,

φύ­σιν, ἢ ὑ­πό­στα­σιν, δύ­να­μιν, ἢ ἐ­νέρ­γειαν ν τος οὖ­σιν·

οὔ­τε ποι­ό­της ἐ­στίν, οὔ­τε πο­σό­της, οὔ­τε σχέ­σις, οὔ­τε τό­πος, οὔ­τε χρό­νος,

οὔ­τε θέ­σις, οὔ­τε ποί­η­σις, οὔ­τε κί­νη­σις, οὔ­τε ἕ­ξις, οὔ­τε πά­θος,

φυ­σι­κς τι­νι τν ν­των ν­θε­ω­ρού­με­νον,

οὔ­τε μν ν τού­τοις πᾶ­σιν τπα­ρά­παν κα­τ’ οἰ­κεί­ω­σιν φυ­σι­κν ὑ­φέ­στη­κεν·

οὔ­τε ρ­χή, οὔ­τε με­σό­της, οὔ­τε τέ­λος ἐ­στίν·

λ­λ’ ἵ­να ς ν ὅ­ρπε­ρι­λα­βν εἴ­πω,

τκα­κν τς πρς ττέ­λος τν γ­κει­μέ­νων τφύ­σει δυ­νά­με­ων ἐ­νερ­γεί­ας ἐ­στν λ­λει­ψις,

κa­ι λ­λο κα­θά­παξ οὐ­δέν.

Κα­μί­α ἀ­πτς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ὄν­τος δν μπο­ρενὰ ἀ­πο­δο­θεστκα­κόν· κακα­μί­α φυ­σι­κό­τη­τα δν προ­σι­διά­ζει σαὐ­τό. Τκα­κόν, ς ἐ­σφαλ­μέ­νη κρί­ση καὶ ἀ­λό­γι­στη κί­νη­ση, κ­φαί­νε­ται ς λ­λε­ψη ἐ­κεί­νης τς ἐ­νέρ­γειας τν κτι­σμά­των ποθτὰ ὁ­δη­γοῦ­σε στφυ­σι­κό τους τέ­λος, τν Δη­μι­ουρ­γό. Εἴ­τε ς ἐ­σφαλ­μέ­νη κρί­ση εἴ­τε ς ἀ­λό­γι­στη κί­νη­ση εἴ­τε ς ἄ­γνοι­α τς αἰ­τί­ας τν ν­των, πα­ρυ­πό­στα­σις τοκα­κοεἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Οπρά­ξεις τοῦ ἀν­θρώ­που προ­σφέ­ρουν στκα­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­νά­δυ­σης στγί­γνε­σθαι τς κτι­στς φύ­σης, ἐ­ντκα­κπα­ρα­μέ­νει ἀ­νυ­πό­στα­το­ν [6].

 

Μεταποίηση τν παθν σὲ ἀρετές

Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει πάν­τα τδυ­να­τό­τη­τα νμε­τα­ποι­ή­σει τπά­θη τς κα­κί­ας σὲ ἀ­ρε­τές. Κατε­λι­κτπά­θη εἶ­ναι δυ­να­τν νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν τσω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που· κααὐ­τό, χω­ρς νκα­ταρ­γη­θον, λ­λὰ ἔ­χον­τας μσο­φί­α ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πτσύν­δε­σή τους πρς τσω­μα­τι­κό­τη­τα. κτή­ση τν πα­θν ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ ἐ­κεί­νη τχρή­ση τους ποὺ ὁ­δη­γεστοὐ­ρά­νια:

Πλν κα­λγί­νε­ται κατπά­θη ν τος σπου­δαί­οις,

ὁ­πη­νί­κα σο­φς αὐ­ττν σω­μα­τι­κν ἀ­πο­στή­σαν­τες,

πρς τν τν οὐ­ρα­νί­ων με­τα­χει­ρί­ζον­ται κτῆ­σιν.

Ἡ ἐ­νά­ρε­τη χρή­ση τν πα­θν πραγ­μα­τώ­νε­ται ν τος σπου­δαί­οις, σὲ ὅ­σους ὑ­πο­τάσ­σουν κά­θε νό­η­μα στν ὑ­πα­κο­τοΧρι­στο [7].

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Τὰ ἑ­πό­με­να ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πγρα­φς τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου θμπο­ροῦ­σαν, ἄ­ρι­στα, νὰ ἀ­να­γνω­σθον αὐ­το­τε­λς. Ταυ­τό­χρο­να, κα­θέ­να ἀ­παὐ­τὰ ἀ­πο­τε­λεσυγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρα­πομ­πκ μέ­ρους τοκει­μέ­νου τοΒασ. Μπε­τσά­κου.

 

1. Κε­φά­λαι­α δι­ά­φο­ρα…, PG 90, 1196Β-C: τν ν­θρώ­τε­ων φι­λαυ­τί­α κασύ­νε­σις, λ­λή­λους κατν νό­μον, ἢ ἀ­πω­σα­μέ­νη, σο­φι­σα­μέ­νη, ες πολ­λς μοί­ρας τν μί­αν φύ­σιν κα­τέ­τε­με· κατν νν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν αὐ­τς ἀ­ναλ­γη­σί­αν εἰ­ση­γη­σα­μέ­νη, αὐ­τν κα­θ’ ἑ­αυ­τς τν φύ­σιν διτς γνώ­μης ἐ­ξώ­πλι­σε. Διά τοι τοῦ­το, πς ὅ­στις σώ­φρο­νι λο­γι­σμκαφρο­νή­σε­ως εὐ­γε­νεί­, ταύ­την λῦ­σαι δε­δύ­νη­ται τς φύ­σε­ως τν ἀ­νω­μα­λί­αν, ἑ­αυ­τν πρτν λ­λων ἐ­λέ­η­σε, τν γνώ­μην κα­ττν φύ­σιν δη­μι­ουρ­γή­σας, καΘε­κα­ττν γνώ­μην διτν φύ­σιν προ­σχω­ρή­σας…

2. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 968Α κα988D-989A: Πά­θος ἐ­στκί­νη­σις ψυ­χς πα­ρφύ­σιν, ἢ ἐ­πφι­λί­αν ἄ­λο­γον, ἢ ἐ­πμῖ­σος ἄ­κρι­τον, τι­νος, διά τι τν αἰ­σθη­τν.

3. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 1008Β, 988C-D: Τί ον ἐ­στι τκα­κόν; Δῆ­λον ὅ­τι τπά­θος τοκα­τφύ­σιν νο­ή­μα­τος, ὅ­περ δύ­να­ται μεἶ­ναι ν ττν νο­η­μά­τι­υν χρή­σει, ἐ­ὰν νος γρη­γο­ρ

4. Κε­φά­λαι­α δι­ά­φο­ρα…, PG 90, 1201B-C: Πν πά­θος κα­τσυμ­πλο­κν πάν­τως αἰ­σθη­τοτι­νος κααἰ­σθή­σε­ως, καφυ­σι­κς δυ­νά­με­ως, θυ­μολέ­γω τυ­χόν, ἢ ἐ­πι­θυ­μί­ας, λό­γου πα­ρα­τρα­πέν­τος τοκα­τφύ­σιν, συ­νί­στα­ται. Ἐ­ὰν ον τπρς λ­λη­λα κα­τσύν­θε­σιν τέ­λος, τοτε αἰ­σθη­τοκατς αἰ­σθή­σε­ως, κατς ἐ­π’ αὐ­τφυ­σι­κς δυ­νά­με­ως θε­ω­ρή­σας νος, δυ­νη­θπρς τν οἰ­κεῖ­ον φύ­σει λό­γον, τού­των ἕ­κα­στον δι­α­κρί­νας ἐ­πα­να­γα­γεν, καθε­ω­ρή­σας κα­θ’ ἑ­αυ­τταἰ­σθη­τόν, ἄ­νευ τς πρς αὐ­ττς αἰ­σθή­σε­ως σχέ­σε­ως, κατν αἴ­σθη­σιν δί­χα τς τοαἰ­σθη­τοπρς αὐ­τν οἰ­κει­ό­τη­τος· κατν ἐ­πι­θυ­μί­αν, φέ­ρε εἰ­πεν, ἢ ἄλ­λην τι­ντν κα­τφύ­σιν δυ­νά­με­ων χω­ρς τς μ­πα­θος ἐ­π’ αἰ­σθή­σει τε κααἰ­σθη­τδι­α­θέ­σε­ως· ς τοπά­θους ποι­πα­ρα­σκευά­ζειν τν θε­ω­ρί­αν γί­νε­σθαι κί­νη­σις, δι­ε­σκέ­δα­σε καὶ ἐ­λέ­πτυ­νε, κα­ττν πά­λαι τοῦ Ἰσ­ρα­λ μό­σχον, τοοἱ­ου­δή­πο­τε συμ­βαί­νον­τος πά­θους τν σύ­στα­σιν, καὶ ὑ­πτὸ ὕ­δωρ τς γνώ­σε­ως ἔ­σπει­ρεν, ἀ­φα­νί­σας παν­τε­λς κααὐ­τν τν πα­θν τν ψι­λν φαν­τα­σί­αν, διτς πρς ἑ­αυ­ττν ἀ­πο­τε­λούν­των αὐ­τκα­τφύ­σιν πραγ­μά­των ἀ­πο­κα­τα­στά­σε­ως.

5. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, PG 90, 1029Β: Νό­η­μά ἐ­στι μ­πα­θές, λο­γι­σμς σύν­θε­τος ἀ­ππά­θους κανο­ή­μα­τος. Χω­ρί­σω­μεν τπά­θος ἀ­πτονο­ή­μα­τος, καὶ ἀ­πο­μέ­νει λο­γι­σμς ψι­λός. Χω­ρί­ζο­μεν δδι’ ἀ­γά­πης πνευ­μα­τι­κς καὶ ἐγ­κρα­τεί­ας, ἐ­ὰν θέ­λω­μεν.

6. Κε­φά­λαι­α πε­ρὶ ἀ­γά­πης, ΡG 90, 1052A: Οπε­ρτν οὐ­σί­αν τν γε­γο­νό­των τκα­κν θε­ω­ρεῖ­ται, λ­λπε­ρτν ἐ­σφαλ­μέ­νην καὶ ἀ­λό­γι­στον κί­νη­σιν. Πεύ­σεις καὶ Ἀ­πο­κρl­σεις…, Qu, 9, 20-23: δι’ ἀ­ρε­τς καγνώ­σε­ως ττς ψυ­χς ὀ­πτι­κν ἀ­να­κα­θή­ρας γι­νώ­σκει σα­φς ὅ­τι κα­κί­α ἀ­νυ­πό­στα­τός ἐ­στιν καὶ ἐν οὐ­δε­ντν ν­των ὑ­πάρ­χου­σα εμμό­νον ν τπράτ­τε­σθαι.

7. Πρς Θα­λάσ­σιον…, PG 90, 269B-C: Πλν κα­λγί­νε­ται κατπά­θη ν τος σπου­δαί­οις, ὁ­πη­νί­κα σο­φς αὐ­ττν σω­μα­τι­κν ἀ­πο­στή­σαν­τες, πρς τν τν οὐ­ρα­νί­ων με­τα­χει­ρί­ζον­ται κτῆ­σιν· οἷ­ον, τν μν ἐ­πι­θυ­μί­αν τς νο­ε­ρς τν θεί­ων ἐ­φέ­σε­ως ὀ­ρε­κτι­κν ρ­γά­ζον­ται κί­νη­σιν, τν ἡ­δο­νν δτς ἐ­πτος θεί­οις χα­ρί­σμα­σι τονοθελ­κτι­κς ἐ­νερ­γεί­ας εὐ­φρο­σύ­νην ἀ­πή­μο­να, τν δφό­βov τς μελ­λού­σης ἐ­ππλημ­με­λή­μα­σι τι­μω­ρί­ας προ­φυ­λα­κτι­κν ἐ­πι­μέ­λειαν, τν δλύ­πην δι­ορ­θω­τι­κν ἐ­ππα­ρόν­τι κα­κμε­τα­μέ­λειαν. Κασυν­τό­μως εἰ­πεν, κα­ττος σο­φος τν α­τρν, σώ­μα­τι φθαρ­τι­κοθη­ρς τς ἐ­χίδ­νης τν οὖ­σαν με­λε­τω­μέ­νην ἀ­φαι­ρου­μέ­νους λώ­βω­σιν, τος πά­θε­σι τού­τοις πρς ἀ­ναί­ρε­σιν χρώ­με­νοι πα­ρού­σης κα­κί­ας προσ­δο­κω­μέ­νης, κακτῆ­σιν καφυ­λα­κν ἀ­ρε­τς τε καγνώ­σε­ως. Κα­λον, ς ἔ­φην, ταῦ­τα τυγ­χά­νει διτν χρῆ­σιν ν τος πν νό­η­μα αχ­μα­λω­τί­ζου­σιν ες τν ὑ­πα­κο­ν τοΧρι­στο.

 

 

πτβιβλίο «ΣΤΑΣΙΣ ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΣ  Ἡ ἀνακαίνιση τς ριστοτελικς κινήσεως στθεολογία Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητο», κδ. ‘‘ρμός’’ ούλιος 2006, σελ.176-186.

 

Ρωσική εικόνα του οσίου Μαξίμου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here