Ἀρχιεπ. Ἀλβανίας Ἀναστάσιος: Ἡ δοξολογικὴ κατανόηση τῆς ζωῆς

0
76

ρχιεπίσκοπος λβανίας ναστάσιος

 

ταν χρησιμοποιονται κφράσεις καὶ ἔννοιες, πως «δόξα τΘε», «δοξολογικστάση», «ες δόξαν Θεο», οπερισσότεροι συνήθως σκέπτονται κάτι ποπροσφέρεται στΘεό, μιὰ ὑμνολογικστάση, κάτι πογίνεται γιτδόξα τοΘεο. παράλληλη χρησιμοποίηση τς λέξεως δόξα γιθέματα τοῦ ἀνθρωπίνου βίου χει συμβάλει στν λλοίωση τοῦ ἀρχικοβιβλικονοήματος. Μερικομάλιστα διερωτνται, τί νάγκη χει ὁ ἀνενδες Κύριος τοσύμπαντος ντοῦ ἀναπέμπουν τπλάσματά Του δόξα; ν τούτοις, ἡ ἔννοια, τμήνυμα καὶ ἡ ἐπικαιρότητα τν ληθειν ποσχετίζονται μτδόξα τοΘεοεναι πολερύτερα καβαθύτερα καὶ ἔχουν πολύμορφες συναρτήσεις γιτζωκατν εραποστολή.

Ἡ ὀρθδοξολογία δν εναι κάτι ποπεριορίζεται στν τιμποὺ ἀναπέμπομε στν Θεό, στν μνο καστν ανο, στδιακήρυξη τς ξουσίας κατς μεγαλοσύνης Του. Στμετάφραση τς Παλαις Διαθήκης πτος Ο΄, λέξη δόξα χρησιμοποιήθηκε γινὰ ἀποδώσει τν βραϊκὴ ἔννοια το«καμπόδ», ρου ποὺ ἐνῷ ἀρχικπεριέχει τν δέα τοβάρους, τελικκαθορίζει τν τρόπο, τλαμπρότητα, τλάμψη μτν ποία ποκαλύπτεται ὁ ἀπρόσιτος Θεός. Σ’ αττγραμμτς φανερώσεως τοΘεο κινονται καοἱ ἔννοιες μτς ποες χρησιμοποιεται ὁ ὅρος δόξα στν Παύλειο καὶ Ἰωάννειο θεολογία τς Καινς Διαθήκης.

 

Α΄. Βιβλικθεμελίωση

Μία πτς φετηριακς λήθειες τς πίστεώς μας τονίζει τι Θες εναι κατάληπτος καὶ ἀπρό­σιτος στν οσία. Ατὸ ἀποτελεβασικδυσκολία στμετάδοση καὶ ἀποδοχτοεαγγελικομηνύμα­τος στδιαδρομτν αώνων, διαίτερα στν ποχή μας, που σύγχρονος τεχνολογικς καὶ ἠλε­κτρονικς πολιτισμς προβάλλει τν παίτηση γικατανόηση καὶ ἐξερεύνηση κάθε πραγματικότητος. βιβλικὴ ὅμως ποκάλυψη περ­βαίνει τὸ ἀδιέξοδο τς πρώτης ατς θέσεως γιτὸ ἀκατάληπτο το Θεομτσαφῆ ἐξαγγελία τογεγονότος τι, νῶ ἡ οσία τοΘεοπαραμένει κατανόητη καὶ ἄγνωστη, ν τούτοις παρουσία Του γίνεται ασθητστν κόσμο, στσύμπαν, μτφανέρωση τς δόξης Του. ταν Θες ποκαλύ­πτεται στς διάφορες περιπτώσεις θεοφανειν, δν γίνεται γνωστὴ ἡ οσία Του, λλ’ δόξα Του· διότι μόνο ατεναι σθέση νὰ ἀντιλη­φθεκαασθανθεῖ ὁ πεπερασμένος νθρωπος. Πρόκειται γιτθέρμη μις θεϊκς παρουσίας, συλλή­πτου, προσίτου, λλὰ ἄμεσα αἰ­σθητς. Πρόκειται γιτδυναμική, δημιουργική, μεταμορφωτικὴ ἐνέρ­γεια τς περουσίου Τριάδος. δόξα τοτριαδικοΘεοῦ ἀγκαλιά­ζει τσύμπαν, «τπάντα», τφέρνει μέσα στν περιοχτς γά­πης κατς λυτρωτικς χάριτός Του. Καμένει στν περαντωσυνη τς αωνιότητος· κι ταν χρόνος καταργηθε.

Τκρίσιμο σημεο τοῦ ἀκατάλη­πτου καφανερουμένου μδική Του πρωτοβουλία Θεοπροσπάθη­σε νφωτίσει λίγο πατερικσκέψη μτδιάκριση οσίας κανεργειν τοΘεο. πτΜεγάλο Βασίλειο μέχρι τσυστηματικότερη πεξεργασία τοθέματος πτΓρηγόριο Παλαμ, ἡ ἀνατολικχριστιανικσκέψη διακρίνει σταθε­ρμεταξκτιστοσύμπαντος καὶ ἀκτίστων νεργειν τοΘεο. «περούσιος» Θες δν ταυτίζεται μὲ ὁποιαδήποτε κτιστὴ ἀντίληψη καὶ ἰδέα, πως φιλοσοψικὴ ἔννοια τς οσίας. Ατποτελικεναι σθέση νὰ ἀντιληφθεῖ ὁ ἄνθρωπος εναι δόξα τοΘεο. Ἡ ἀπόστα­ση μεταξπλάσματος καδημιουργοπαραμένει προσμέτρητη. λόγος περΘεοσὲ ἐσχάτη νάλυ­ση εναι λόγος περτς δόξης τοΘεο, ἡ ὁποία κφράζει ταυτόχρο­να τν προσμέτρητη πόσταση, λλκατν γγύτητά Του.

,τι γνωρίζουμε γιτμυστή­ριο τοΘεο, γιτεαγγελικμήνυμα γιτσωτηρία τοῦ ἀνθρώ­που σχετίζεται στβάση του μτφανέρωση τς δόξης τοΘεο. Γι’ ατκαὶ ἡ αθεντικότερη μορφκαπροσφορά του παραμένει δοξαστική. λλκαὶ ὁ προσφυέστερος στοχασμς γιτνόημα κατν τρόπο μεταφορς ατοτομηνύματος εναι δοξολογικός. Δν πρόκειται τόσο γιμέθοδο, σο γιστάση σκέψεως, διαθέσεως καζως, πρτοῦ ἀπροσίτου μυστηρίου τοαωνίου Θεο. Ἡ ὀρθκατανόηση τς δόξης τοΘεο, ἡ ὀρθβίωσή της καμετάδοση ποτελον κεντρικὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ ὀρθοδόξου Χριστιανισμοκαὶ ἀξί­ζει ναλυτικότερα νπροσεγγίσου­με τβιβλικθεμέλιό της.

2. φετηρία τς χριστιανικς μπειρίας καστήριγμα ασιοδοξίας καὶ ἐλπίδος εναι πραγματικότητα τι δόξα τοΘεοῦ ἁπλώνεται σ’ λο τν κόσμο. σο πρόσιτη καὶ ὑπερβατικεναι οσία τοΘεο, τόσο ονέργειες τς θείας οσίας, δόξα τοΘεο, γκαλιάζουν τσύμπαν. Μδυναμικό, ποιητικτρόπο μς βεβαιώνει Γραφγι’ αττν λήθεια: «Οορανοδιηγονται δόξαν Θεο» (Ψαλμ. 18:1). πτὸ ἕνα μέρος τθάμβος κατδέος πρτομυστηρίου τς οσίας τοΘεο, καὶ ἀπτὸ ἄλλο βεβαιότητα τι δόξα Του διαχέε­ται καγεμίζει τν ορανκατγ, κάθε μορφζως καὶ ὑπάρξεως. «γιος, γιος,γιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πσα γτς δόξης ατο» (σ. στ΄ 3).

τραγωδία τοκόσμου ρχίζει ταν μτν γωιστικχρήση τς λευθερίας τν λογικν ντων (ρχικτμήματος τοῦ ἀγγελικοκόσμου κακατόπιν τοπρώτου νθρωπίνου ζεύγους) σκιάζεται δόξα τοΘεο. ξακολουθενὰ ἀκτινοβολεῖ ἡ λάμψη της, λλὰ ἡ τύφλωση καὶ ἡ σύγχυση, ποπρο­κάλεσε ἡ ἁμαρτία παττν κρηξη διοτέλειας καὶ ἐγωπάθειας, σν μολυσμένο σύννεφο παρεμ­βάλλεται νάμεσα στν πραγματι­κότητα τς δόξης τοΘεοκατν νθρώπινη συνείδηση, ποεναι τκορύφωμα τς κτίσεως, κατν στερετς δόξης τοΘεο. Ατὴ ἡ ἀναπηρία βαραίνει τν νθρώπινη παρξη «πάντες μαρτον καὶ ὑστερονται τς δόξης τοΘεο» (Ρωμ. γ΄ 23). Οἱ ἄνθρωποι πιά, νίκανοι νχαρον τν παρουσία Του, «οχ ς Θεν δόξασαν εχαρίστη­σαν» (Ρωμ. α΄ 21). Θύματα τν ψευδαισθήσεων κατς μωρίας των «λλαξαν τν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεο» μτποικίλα εδωλα τς φαντασίας κατς βουλήσεώς τους. (Ρωμ. α΄ 21-23).

Μινέα ποφασιστικκαὶ ὁριστι­κφανέρωση τς δόξης τοΘεοσυντελεται μτν ν Χριστῷ ἀπο­κάλυψη. «Καὶ ὁ Λόγος σρξ γένετο καὶ ἐσκήνωσεν ν μν, καὶ ἐθεασάμεθα τν δόξαν ατο, δό­ξαν ς μονογενος παρΠατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (ω. α΄ 14). γνώση τοΛόγου, κοινωνία μαζί Του εναι σύμφωνα μτν μπειρία τοῦ Ἰωάννου «θέα τς δόξης» ατο. λοι οσταθμοτς ζως τοΧριστο, μτν ποία συντελεται ἡ ἀποκάλυ­ψη τοΘεοκαὶ ἡ ἀνακαίνιση τοσύμπαντος, εναι κφράσεις τς δόξης τοΘεο.

γέννησή Του σημαίνει «δόξα ν ψίστοις Θεκαὶ ἐπγς ερήνη, ν νθρώποις εδοκία» (Λουκ. β΄ 14). Τθαμα τς Καν, μτὸ ὁποο ρχίζουν τσημεα τς Βασι­λείας Του, ποτελε«φανέρωσιν τς δόξης του» (ω. β΄ 11). Στὸ ὄρος τς Μεταμορφώσεως, πιὸ ἄμεσα καὶ ἐκτυφλωτικά,  ποκαλύπτεται στος τρες Μαθητς «δόξα ατο» (Λουκ. θ΄ 32), θεανθρώπινη φύση Του στθεϊκλάμ­ψη τς θείας δόξης. πως τν καθορίζει Γρηγόριος Παλαμς: «τν περφωτον τοῦ ἀρχετύπου κάλλους λαμπρότητα, αττὸ ἀνείδεον εδος τς θεϊκς ραιότητος, δι’ οθεουργεται κατς πρς πρόσωπον θείας μιλίας καταξιοται ὁ ἄνθρωπος, ατν τν είδιον καὶ ἀδιάδοχον βασιλείαν τοΘεο, αττὸ ὑπρ νον καὶ ἀπρόσιτον φς, φς οράνιον, πλετον, χρονον, είδιον, φς παστράπτον φθαρσίαν, φς θεον τος θεωμένους».

διαίτερα μως τΠάθος καὶ ἡ Σταύρωση ποτελον καττν ωάννειο θεολογία τφανέρωση τς δόξης τοΘεο, στς πιὸ ἀσύλ­ληπτες καπρωτοφανέρωτες δια­στάσεις. Ὁ ἴδιος Χριστς στν τελευταία προσευχή Του πρς τν Πατέρα ναφέρεται μεσα σ’ αττν λήθεια, συνδέοντας ργανι­κκαὶ ἐσωτερικτθέματα τς ἀ­γάπης, τς ζως, τς δόξης, ποὺ ἀποτελον κφράσεις τς λυτρωτι­κς κινήσεως (ω. ιζ΄ 1-26). ΜτΠάθος Του, ποὺ ἀκολουθεται με­σα πτν νάσταση, Χριστς εσέρχεται «ες τν δόξαν Του» (Λουκ. κδ΄ 27). Συντρίβοντας ρι­στικτκράτος τοθανάτου καλαμβάνοντας «πσαν ξουσίαν ν ορανκαὶ ἐπ γς» (Ματθ. κη΄ 18), ὁ ἀναστς Χριστς «ναλη­φθες ν δόξ»νώνει «τὰ ἐπγς τος ορανίοις», νυψώνοντας τν νθρώπινη φύση ν δεξι τοΠα­τρς τς δόξης, παναφέροντας τν νθρώπινη στορία στν ριστι­κή της κατεύθυνση.

κτοτε, ατποσυνετελέσθη ντολογικστν νθρώπινη φύση – ν τπροσώπτοΠρωτοτόκου της κτίσεως – συνεχίζεται μτν κχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μτν Πεντηκοστὴ ἡ δόξα τοΘεοῦ ἀποκαλύπτεται καφανερώνεται μ’ ναν λλο δυναμικτρόπο «πνος βιαίας» κα«γλωσσν σεπυρός» (Πραξ. β΄ 2-3).

Πιὸ ἄμεσα Γρηγόριος Νύσσης βλέπει αττδόξα, τν ποία Χριστς βεβαίωσε τι δωσε στος μαθητές Του (ω. ιζ΄ 22), ς τὸ Ἅγιο Πνεμα. «… στε διτς τοΠνεύματος τοῦ ἁγίου νότητος… ν σμα γενέσθαι τος πάντας… Τδσυνδετικν τς νότητος ταύτης, δόξα στί· δόξαν δλέγεσθαι τΠνεμα τὸ ἅγιον, …­λαβε δταύτην τν δόξαν, …τν νθρωπινν φύσιν περιβαλλόμενος, ς δοξασθείσης διτοΠνεύματος, ππν τσυγγενς τς δόξης τοΠνεύματος διάδοσις γίνεται, πτν μαθητν ρξαμένη».

φανέρωση τς παρουσίας τοΤριαδικοΘεοστσύμπαν, στν χρόνο κατν αωνιότητα συντελείται μτν συνεχῆ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. πτν Πεν­τηκοστοἱ ἀπόστολοι τς κκλη­σίας κάθε ποχς προσκαλον τος νθρώπους «ες τπεριπατσαι ατος ξίως τοΘεο» τοκαλοντος τος νθρώπους «ες τν αυτοβασιλείαν καδόξαν» (Α΄ Θεσ. β΄ 11-12). Ατὴ ἡ πρόσκληση, «παράκληση» κα«παραμυθία» συ­νιστ τν σκοπτς ρθοδόξου εραποστολς. Πυρήνας τοῦ ἀποστολικομηνύματος παραμένει διακήρυξη «τίς πλοτος τς δόξης τομυστηρίου τούτου ν τος θνεσιν, ς στι Χριστς ν μν, ἡ ἐλπς τς δόξης» (Κολ. α΄ 27). Κασκο­πς τς χριστιανικς ζως καθορίζεται μετοχσ’ ατ τδόξα τοΧριστο.

λος ὁ ἐσχατολογικς προσα­νατολισμς τς κκλησίας κορυ­φώνεται στσημεο που δόξα τοΘεοφανερώνεται σ’ λη της τν αγλη καπληρότητα, ταν Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου «λθῃ ἐν τδόξατο» κα«καθίσῃ ἐπθρό­νου δόξης ατο» γιτν ριστικκρίση καὶ ὁλοκλήρωση τς βασιλεί­ας Του.

σοι δέχθησαν τφς τς δό­ξης τοΘεομταπείνωση, πίστη, μετασχηματίζοντάς το μέσα στζωή τους σὲ ἀγάπη, βλέπουν τδόξα τοΘεοσν φς. σοι ρνήθηκαν κι πώθησαν τν πο­κάλυψη τς δόξης τοΘεοστν ταπεινή της μορφτν ντικρύζουν πιὰ ὡς κτυφλωτικπρ καταναλίσκον. Ἡ ἀκτινοβολία τς δό­ξης τοΘεοσφραγίζει τν στορία κατν προεκτείνει σὲ ἀσύλληπτες διαστάσεις.

Οτελευταες σελίδες τς Καινς Διαθήκης φωτίζοντας τὸ ἐσχαταλογικὸ ὅραμα τς κκλησίας περι­γράφουν «τν πόλιν τν γίαν ερουσαλήμ», ἡ ὁποία κατέρχεται κ τοορανοῦ ἀπτοΘεοκαφωτίζεται ποκλειστικὰ ἀπ«τν δόξαν τοΘεο» (ποκ. κα΄ 10, 23). λοι οδυνατοτς γς «φέρουσι τν δόξαν κατν τιμν ατν ες ατήν» καταθέτοντας τ δόξα κατν τιμτν θνν (κα΄ 24-26). Κάθε λλη δόξα τοκό­σμου, τν πολιτισμν τν λαν τς γς, κατατίθεται στπόδια τοΘεο, βρίσκει ττέλος κατν πλήρωσή της στμετοχή της στθεία δόξα.

 

Β’. Δοξολογικς χαρακτήρας τοΘεολογικοΣτοχασμοκατς Λειτουργικς ζως τς κκλησίας

1. δοξολογία τς κκλησίας εναι να προμήνυμα καπροανά­κρουσμα ατς τς σχάτης ρας, καττν ποία θμετασχηματισθετσύμπαν μέσα στν πόλυτη φανέρωση τς δόξης τοΘεο.

Αττδοξαστικπροοπτικκαθέα τν πραγμάτων, τς στορί­ας τς λυτρώσεως, ἡ Ἐκκλησία συνοψίζει, κφράζει καδιαφυλάτ­τει στς δογματικές της ναλύσεις καστς λατρευτικές της κφράσεις, καθορίζοντας δοξολογικκατρυθμτς χριστιανικς ζως καὶ ἱεραποστολς.

θεολογικς στοχασμός, κατ’ ρχήν, εναι στβαθύτερη καοσιαστικὴ ἔκφρασή του δοξολογικός. «Φέρει δτΚυρίδόξαν καὶ ὁ λόγ σοφίας θεολογν». Ἡ ἰδιαίτερη εαισθησία τς κκλησί­ας γιτὸ ὀρθδόγμα δν εναι τόσο μιθεωρητικφιλοσοφικπολυ­πραγμοσύνη περτς κριβος καὶ ἀληθος «γνώμης» κα«δοξασίας», λλμιὰ ἐγρήγορση γιτν ρθπροσανατολισμστν πορεία τοῦ ἀνθρώπου κατοκόσμου πρς τν οκείωση τς δόξης τοΘεο. Σχετίζεται μεσα μτν ποφασι­στικσημασία τς ρθς δοξολογί­ας τοΘεο. Κάθε λανθασμένη ντίληψη καδοξασία περτοΤριαδικοΘεοκατονοήματος τς νθρώπινης λυτρώσεως λλοι­ώνει, ποκρύπτει τδόξα τοΘεο, θολώνει τν νοκατν ψυχή, παραπλαντν νθρωπο πρς λανθασμένες κατευθύνσεις, δημι­ουργεσύγχυση στδοξαστικβίω­ση καὶ ἔκφραση τς κκλησίας. Γι’ ατστν ρθόδοξη παράδοση ἡ ἀνησυχία κατὸ ἐνδιαφέρον γιτὸ ὀρθδόγμα συμβαδίζουν κασυνυφαίνονται μτλαχτάρα γιτν ρθδόξα τοΘεο. τσι θεολογία κακάθε πμέρους κ­φρασή της δν περιορίζεται νεναι μι«πιστήμη», λλπερνώντας μέσα πτστάδια μις προπαρακευαστικς πιστημονικς γνώσε­ως, φιλοσοφικς φιλολογικς, πιχειρεδοξολογικ τὸ ἅλμα πρς τν περιοχτς προσεγγίσεως καπροσλήψεως ν Χρισττς θείας δόξης, τς βιωματικς πορείας στος πέραντους κόσμους τς γάπης κατς δόξης τοΘεο.

διαίτερα τυπικκαχαρακτηρι­στικεναι προσπάθεια τς θεο­λογικς μβαθύνσεως διτς νατενίσεως καβιώσεως τς δόξης τοΘεοστσκέψη κατζωτν Πατέρων τς κκλησίας. δοξολογικστάση καὶ ἐνατένιση κατευ­θύνει σμιπεριοχοσιαστικν θρηκευτικν μπειριν καχαρίζει μι«γνώση» ποξεπερντὰ ὅρια κατφύση τς μπειρικς ναλυτι­κς πιστημονικς γνώσεως. δηγεσμιμετοχή, μι«κοινωνία», σμιθεία καζωοποιὸ ἔλλαμψη. δόξα τσι ποκτμιπροτεραιό­τητα πάνω στν πίστη, τγνώση, τν γάπη, κυρίως διότι τπερι­λαμβάνει κατμεταμορφώνει «ν τφωττοπροσώπου Του».

2. δοξαστικπορεία στν ποία ναφερόμαστε δν εναι πό­θεση τομική. Συντελεται ν Χρι­στῷ ἐν τῇ Ἐκκλησί. Γι’ ατκαὶ ἡ σύσταση τς τοπικς κκλησίας – ἡ ὁποία μτν τέλεση τν μυστη­ρίων κατν λη δοξολογική της παρξη ναγγέλλει τδόξα τοΘεομετέχοντας στν ανο τς μίας, γίας, καθολικς, ποστολι­κς κκλησίας, τς ππεράτων ως περάτων τς οκουμένης –ποτελεῖ ἄμεσο καβασικσκοπτς εραποστολς. πορεία πρς τδόξα τς κατχάρη θεώσεως ξελίσσεται μέσα στν κκλησία καμέσ τς κκλησίας. «Ἡ Ἐκ­κλησία εναι πραγματικότης τομυστηρίου τς δόξης τοΘεο, που λαμβάνει χώρα δημιουργία νέας ζως ν κοινωνίδιτς μετοχς ες τν δόξαν ατήν».

Τδοξολογικβίωμα τς κ­κλησίας καλλιεργεται κακορυφώ­νεται μέσα στλατρεία. Στλα­τρευτικσύναξη, κάθε πιστς σν πρόσωπο καὶ ὅλοι μαζσν «Σμα Χριστο» στέκουμε παρξιακπρτς μυστικς δόξης τοΘεο, ζομε τμυστήριο τς βασιλείας τοΘεο, ἡ ὁποία ρθε καὶ ἔρχεται, διακηρύσσομε δοξολογικτν σχατολογικὴ ἔλευσή της. δαίτερα στΘεία Λειτουργία, που πανα­λαμβάνονται στὸ ἐδκαττώρα τγεγονότα τς θείας Κενώσεως, τς γάπης, τς σταυρικς θυσίας, τς ναστάσεως, γινόμαστε συμμέτοχοι τς ζως κατοθανάτου τοῦ ἀναστάντος καὶ ἀναληφθέντος Χριστοῦ ἐνσωματούμενοι στΣμα Του, κοινωνοτς θείας Δόξης.

Αττδοξολογικστάση διά­λεξε πτν πρώτη στιγμὴ ἡ Ἐκκλησία μτθέσπιση τς εχα­ριστιακς συνάξεως, γινὰ ἀναγ­γέλλει κανπανηγυρίζει τ«εαγ­γέλιο τς δόξης τοΘεο». Τν διάλεξε σν κέντρο ζως, γινβιώνει κανὰ ἐκφράζει δυναμικτν πρόσληψη κατοκείωση τς θείας δόξης, ποφανερώθηκε μμοναδικκαὶ ἀσύλληπτο τρόπο ν Χριστῷ Ἰησο.

δοξολογικατ διάθεση καστάση παρουσίασε μία κεντρομόλο εραποστολικδύναμη λξεως μυ­ριάδων νθρώπων, καστς πισκληρς κόμα ποχς τν διω­γμν κατομαρτυρίου. Μέσα στλατρευτικσύναξη συντελεται βαθειὰ ἀλλαγή, μετάνοια, ἡ ὑπαρ­ξιακὴ ἐνατένιση τς ταπεινώσεως ν δόξ, κατς δόξης ν τταπεινώσει τοΧριστο, ὁ ὁποος δέχεται νπροσφέρεται τσμα καταμα Του μτφτωχικδρα μας κατς πάμπτωχες πι­κλήσεις μας.

Μτδοξολογικὴ ἔκφραση καὶ ἀνάταση διαπερται ἡ ὕπαρξη πτμυστικὴ ἀκτινοβολία τς δόξης τοΘεο, φορτίζεται μμία πί­στευτη, γαλήνια δύναμη, πομοιά­ζει χι τόσο μτμηχανική, τμυϊκή, σο μτν πυρηνική, νερ­γειακή.

Ατὴ ἡ δοξαστικὴ ἀτμόσφαιρα συνέχει τν κκλησία τς νατο­λς, ποδιατηρετν παράδοση τς νωμένης κκλησίας. Οδοξολογικς συνάξεις παρουσιάζουν δμίαδιαίτερη κφραστικποικι­λία, μτν καθημερινρυθμτοῦ Ὄρθρου, τν ρν, τοῦ Ἑσπερινο, τν παννυχίδων, τν ορτν τν γίων μέσα στδιαδοχτν ποχν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους· κασυγκεντρώνουν σταθερκαὶ ἀδιάκοπα τος πιστος σ’ να δοξολογικρυθμό, ναβαπτίζον­τάς τους στβεβαιότητα τς πίστε­ως. Κάθε πράξη κακάθε εχστν ρθόδοξη λατρεία πιστεγάζεται κακορυφώνεται σμιδοξολογικὴ ἔξαρση, σμιὰ ἐπίμονη ναγγελία καδιακήρυξη τς δόξης τοΘεο. Μιὰ ἀπτς συχνότερα παναλαμβανόμενες φράσεις εναι τ«Δόξα ΠατρκαΥἱῷ καὶ Ἁγί Πνεύματι». λες οἱ ἐκφωνήσεις στΛειτουρ­γία πανέρχονται κακορυφώνον­ται στθέμα τς δόξης. «τι σν τκράτος κασοῦ ἐστν βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα…». «τι γιος εἶ ὁ Θες μν κασοτν δόξαν ναπεμπομεν…»ν δεχό­μεθα, τν προσλαμβάνομε καπά­λιν τν ναπέμπομε, τν ξαναστέλνομε στν φετηρία της). δδν πρέπει νδομε πλς μίαναφορστθεία δόξα, λλ’ να σταθερὸ ἐπαναπροσανατολισμπρς τν πραγματικότητα τς δόξης τοΘεο, ποπέρα πκάθε λλη συμβατικ«πραγματικότητα» διαπερνᾶ ὁλόκληρή τη ζωή, λόκληρη τν στορία τοκόσμου, τν αωνιό­τητα.

Στκέντρο τς θείας Εχαριστίας δεσπόζει ὁ ὕμνος «γιος, γιος, γιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ορανς καὶ ἡ γτς δόξης Σου…». τσι διακηρύσσεται πανηγυρικὰ ἡ κοσμολογικὴ ἀρχὴ ὅτι δόξα τοΘεογεμίζει τσύμπαν, τν χρο κατν χρόνο. Εναι μία πίστη ποστσυνέχεια γεμίζει μασιοδοξία καχαρτν πιστό, μία βεβαιότητα πτν ποία ντλεζωτικότητα καθάρρος. Ἡ ὑμνολογικ παρά­δοση καζωτς κκλησίας, νώνοντας τος πιστος σ’ να δοξολογικσμα, τος προσφέρει νέα πνογιτν ναγγελία καμεταφο­ρτς αωνίου ζως κατς ν Χριστῷ ἐλπίδος μέσα στν καθημερινότητα.

διαίτερα τμοναστήρια, σν ργανωμένα δοξολογικκέντρα συνεχος καὶ ἐντόνου λατρευτικς ζως, διατήρησαν καδιατηρον μέσα στς πι ποικίλες στορικς συνθκες μία σταθερὴ ἱεραποστολι­κὴ ἀκτινοβολία. ΣτΔύση καστν νατολή, στς πολιτεες καστς ρημιές, σὲ ἀνεπτυγμένους κασπρωτόγονους πολιτισμούς, συμ­βολή τους στδιάδοση, δραίωση, λλκαὶ ἀντίσταση καὶ ἀντοχτς χριστιανικς πίστεως παρέμεινε διαφιλονίκητη. Θυμίζω διαίτερα τν ρόλο τους στν ξάπλωση τοΧριστιανισμοστς κτάσεις τς βορείου Ερώπης, τς χανος Βο­ρείου σίας, τς λάσκας, καὶ ἀργότερα τν ντίσταση κάτω πὸ ἸσλαμικζυγστΜικρὰ Ἀσία, τν Αγυπτο, τΒαλκανική.

πηρεασμένοι πτς κοινωνι­κς κατηγορίες κατάσεις τς πο­χς μας πολλοπεριορίζονται νβλέπουν τν εραποστολικσυμβο­λτν Μονν στὸ   κοινωνικό, κηρυκτικὸ ἔργο τους. λλὰ ὅλο αττὸ ἔργο ρχεται σν συνέπεια, σν ναπνοζως. Τπρωταρχι­κό, ποὺ ἀναδεικνύει τμοναστήρια στηρίγματα εαγγελισμοκαδυ­ναμικκέντρα εραποστολς, εναι τι πρχαν καμένουν μία σταθε­ρλατρευτικδοξολογικκοινότη­τα, ποζετμυστήριό της Βασιλείας καὶ ἀκτινοβολετλάμψη τς παρουσίας κατς σχατολογικς λεύσεώς της.

Διαβρωμένοι συνήθως πτνοοτροπία τς ποτελεσματικότη­τος, δν διαθέτομε πάντοτε τν εαισθησία κτιμήσεως τς ληθινς γιότητος, ποὺ ἀκτινοβολετδόξα καμεταμορφώνει μόνο καμόνο διότι πάρχει. ν τούτοις σκάθε ποχεναι ασθητὴ ἡ βαθεικοινωνικὴ ἐπίδραση τν γίων, ταν εναι σημεα τς παρουσίας τς δόξης τοΘεο.

λλκαὶ ὅσοι πμς κινούμε­θα στχρο τν πολλν κκλησια­στικν δραστηριοτήτων καὶ ἱερα­ποστολικν προσπαθειν γνωρίζο­με ππροσωπικὴ ἐμπειρία πόσο πικίνδυνα δειάζομε περισπώμενοι «περπολλν διακονία», καπόσο λυτρωτικὰ ἀνανεωνόμαστε πανερχόμενοι στδοξολογικὴ ἀ­τμόσφαιρα τς λατρευτικς ζως. Πόση σωτερικπνευματικδύνα­μη, νόραση καὶ ἀσκητικὴ ἐγρήγορ­ση προσφέρει ατὴ ἡ δοξολογία· μὲ ἄμεσες κασυνεχες πιπτώσεις στν κάθαρση καὶ ἀνύψωση τς καθημερινς διακονίας μας.

Διότι δοξολογικστάση γιτν ποία κάνουμε λόγο δν εναι στατικκαπαθητική, δν ποτελεῖ ἕνα κλειστκύκλωμα. Συνδέεται ργανικμὲ ὅλες τς πλευρς τς ζως μας.

 

Γ΄. Οκείωση καὶ ἀκτινοβολία τς Θείας Δόξης

Μέσα στδοξολογικπροοπτικὴ ἡ ἱεραποστολδν νοεται λοιπν σν μέθοδος προσηλυτισμοκαπροσελκύσεως νέων μελν σμικλειστ κοινωνία ποζεγιτν αυτό της, λλσν μιπολύφωνη, πολυδιάστατη φανέρωση τς δόξης τοΘεοῦ ἀπτν δοξολο­γοσα κκλησία, π κάθε δοξολογοντα πιστό, μδύο βασικος σκοπούς: Τν κινητοποίηση (α) λόκληρης τς νθρώπινης πάρ­ξεως γιτν προσοικείωση καὶ ἐξαγγελία τς δόξης τοΘεο. (β) τν κινητοποίηση λόκληρης τς νθρωπότητος γιμία κοινπορεία μέσα στχρο ποφωτίζεται πτδόξα τοΘεοκαμισυμβολγιτν πάνοδο λης της δημιουργίας στδοξολογικρυ­θμό.

1. Οκείωση τς δόξης τοΘεοκαὶ ἀκτινοβολία της εναι δύο συνεχες κινήσεις τοῦ ἴδιου βασικπαλμο. δοξολογικὴ ἐξαγγελία τοΕαγγελίου ρχεται σν πάντηση στν ποκάλυψη τς θείας δόξης στν ψυχή. Καστσυνέχεια γίνε­ται νέα ατία προσλήψεως τς δό­ξης τοΘεο.

ζωὴ ἐν Χριστδν σημαίνει μίαπλπαραδοχμερικν θέσε­ων πίστεως, ρχν κακανόνων συμπεριφορς. σάκις δόθηκε κεῖ ἡ ἔμφαση, φθάσαμε σστερες καὶ ἀποκρουστικς μορφς τυπολα­τρίας, νομικίστικου πνεύματος, στυγνς θικιστικς νοοτροπίας. Σκοπς τς χριστιανικς ζως παραμέ­νει διτοΠνεύματος ν Χριστπροσοικείωση τς δόξης τοΘεο– ποὺ ἀποκαλύπτεται σν φς, γάπη, γαλλίαση –π’ ατνδτζωή. Οἱ ἀκτίνες τς δόξης τοΘεοεσδύουν στν νθρώπινη παρξη μτχάρη τν μυστηρίων. «χάρη δν εναι τίποτε λλο παρὰ ἕνα εδος νάρξεως ντός μας τς δόξης». Ατὴ ἡ δόξα τοΚυρί­ου, ποὺ ἐγκαταφυτεύεται στς ψυ­χές, πρέπει ναξήσει τλάμψη της. «Ζητεῖ ὁ Θες δος μν τν Υἱὸν αυτοῦ ἐν κάσττν εληφότων ατν τν δόξαν τοΧριστοῦ ἥντινα ερήσει, μν ν τος πιμελουμένοις αυτν καὶ ἐξεργαζομένοις τας γκαταφυτευθείσας π’ ατῇ ἀφορμάς· οχ ερήσει δὲ ἐν τος μτοιούτοις καμερίσκων κρίνει κείνους ν ος οκ ερίσκει τν δόξαν τοΥοῦ ἐαυ­το».

θέα τς δόξης τοΘεοῦ ἀκολουθετζωντανπίστη. χι μόνο στΜάρθα, λλκασκάθε νθρωπο πευθύνεται λόγος τοΧριστο, «ἐὰν πιστεύσς ψει τν δόξαν τοΘεο» (ω. ια΄ 40). «Εδτς οδέπω εδε τν δόξαν τοΘεοτν οομένων πεπιστευκέναι», σχολιάζει ὁ Ὠριγένης, «μανθανέτω τι λέγχεται δι’ ν οδέ­πω εδε τν δόξαν τοΘεομπεπιστευκώς».

Χριστς δν μς προσφέρει μία νομικο τύπου παλλαγτς νο­χς, μία στατικδικαίωση. «Κλή­ση», «δικαίωση» εναι στάδια μετα­βατικά. Ττέρμα παραμένει δό­ξα, πορεία καὶ ἡ συμμετοχστδόξα τοΘεο. «Ος δὲ ἐδικαίωσεν τούτους καὶ ἐδόξασε» (Ρωμ. η΄ 30).

Φωτισμς καδόξα, πίστη καδόξα, ανος καδόξα, δόξα καὶ ἔργα, προχωρον παράλληλα.

«Οκ ν φωνας καλεξιδίοις ζηττδιδόναι τΚυρίτΘεῷ ἠμν δόξαν, λλ’ ν πράξεσιν διδος δόξαν Κυρί τΘεδίδοσι δόξαν ατ. ν σωφροσύνδόξασον τν Θεόν, ν δικαιοσύν, ν εποιΐδόξασον τν Θεόν», γράφει ὁ Ὠριγένης.

λες οἱ ἐνέργειες καδραστηρι­ότητες τν πιστν πρέπει νὰ ἀνα­φέρονται στδόξα τοΘεο. «Ετε ον σθίετε, ετε πίετε, ετε τί ποιετε, πάντα ες δόξαν Θεοποιετε» (Α’ Κορ. ι΄ 31).

«Δοξάσατε ον τν Θεν ν τσώματι μν καὶ ἐν τπνεύματι μν τινά στι τοΘεο» (Α’ Κορ. στ΄ 20). λόκληρη ἡ ἀνθρώ­πινη παρξη, οσωματικς καπνευματικς λειτουργίες καδυνα­τότητες μετέχουν στδόξα τοΘεο. Τν προσλαμβάνουν κατν ναπέμπουν.

συμμετοχστθεία δόξα, στν ποία χουν κληθεοχριστια­νοί, σημαίνει να γενικμετασχη­ματισμτς πάρξεως, μικαθολι­κμεταμόρφωση μέσα στν πνοκατπρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πρόκειται γιγενικὴ ἀνάκραση τς πάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ ὁλοκληρωτικὴ ἀνακαίνισή της μτν νέργειά Του. Τν ρα ποὺ ὁ πιστς γίνεται μτν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατοικητήριο τς δόξης τοΘεο, γίνεται συγ­χρόνως πομπς κτινοβολίας τς θείας δόξης, ποφασιστικς δηλα­δπαράγων εραποστολς.

ΣτΓεροντικτοΕεργετινοκαταχωρεται μίαπέροχη λεπτο­μέρεια τς ζως νς νώνυμου γίου: «Επεν ὁ Ἀββς ωάννης Κολοβός, τι γέρων τις πνευματι­κς πέκλεισεν αυτόν· καὶ ἧν πίσημος ν τπόλει καδόξαν χων πολλήν. δηλώθη δατῷ ὅτι μέλλει τίς τν γίων ναλύειν καδερο σπσαι ατν πρν κοιμηθναι. Καὶ ἐνεθυμήθη ν αυτῷ ὅτι ἐὰν ξέλθω μέρας, πιτρέχουσιν οἱ ἄνθρωποι, καπολλμοδόξα γίνεται, καοκ ναπαύομαι ν τούτοις· πέλθω ον ψὲ ἐν τσκοτί, καλανθάνω πάντας. ξελθν ονψτοκελλίου, ς θέλων λαθεν, καὶ ἰδοὺ ἐκ τοΘεοκαταπέμπονται δύογγελοι μετλαμπάδων, παραφαίνοντες ατ· δοσα δπσα πόλις τν δόξαν, κατέδραμεν πισθεν ατο· καὶ ὅσον θέλησε φυγεν τν δόξαν, τοσοτον δοξάσθη, καττγεγραμμένον «πς ὁ ὑψν αυτν ταπεινωθήσεται· δταπεινν αυτν ψωθήσεται». σοι καθίσταν­ται δέκτες τς θείας δόξης κπέμπουν στσυνέχεια μία μεταμορφωτικὴ ἀκτινοβολία μέσα στερύτερο κοινωνικσύνολο, μέσα στν νθρωπότητα. Μόνο οδεδοξασμένοι πτθεία χάρη μπορον οσιαστικνδοξάζουν τν Θεό, ντας οἱ ἴδιοι φορες τς δόξης Του. Γι’ ατοἱ ἅγιοι παραμένουν οσπουδαιότεροι εραπόστολοι τοΧριστιανισμο.

2. δοξαστικατὴ ἔκφραση καπορεία δν πρέπει, οτε μπορενμείνει μία προσωπικδόνηση μία κοινοτικὴ ἐμπειρία τς κκλη­σίας. Πρέπει νὰ ἁπλωθεσ’ λη τν κτίση. «ψώθητι πτος ορα­νος Θες καὶ ἐππσαν τν γν δόξα σου» (Ψαλμ. 107:6).

Ατς βιβλικς στίχος, ποὺ ἀπαγγέλλεται σττέλος τς Θείας Λειτουργίας, ποτελεῖ ἕνα εραπο­στολικσύνθημα γιτν κοινότητα τν πιστν ποὺ ὕστερα πλίγο θσκορπίσουν στς καθημερινές τους νασχολήσεις. δοξολογικς μνος πρέπει νὰ ἁπλωθεσ’ λόκλη­ρη τν νθρωπότητα. «ναγγείλα­τε τος θνεσιν τν δόξαν ατο» (Ψαλμ. 95:3). Ἡ ἐμπειρία τοθείου φωτς τς δόξης τοΤριαδικοΘεοδν πιτρέπεται νμείνει προνόμιο μερικν κοινοτήτων καλαν. «Εδοσαν πάντες ολαοτν δόξαν ατο» (Ψαλμ. 96:6). σοι εεργετήθηκαν καδέχθηκαν τδόξα τοΘεοῦ ὀφείλουν στσυνέ­χεια νγίνουν στίες κτινοβολίας τοθείου φωτός, «πρς φωτισμν τς γνώσεως τς δόξης τοΘεοῦ ἐν προσώπῳ ἸησοΧριστο» (Β’ Κορ. δ΄ 6).

Ἡ ἱεραποστολικπροσπάθεια μέσα σ’ αττν προπτικεναι μία σαφς δοξολογικκίνηση. «Καγρ κατοτο μάλιστα ανος, τοτο μάλιστα δόξα ες Θεόν, ταν πολ­λος πιζητετος μέλλοντας ατοῦ ἀπολαύειν σωτηρίας».

Τὸ ἱεραποστολικὸ ἐνδιαφέρον ἐ­πεκτείνεται στν νακαίνιση λου τοῦ ἱστορικογίγνεσθαι καὶ ἀκόμη κάθε μορφς πολιτιστικς κφρά­σεως. Παραμερίζοντας τς τάσεις οουδήποτε πλατωνικοῦ ἢ νεοπλα­τωνικοδυαλισμο, μτβεβαιό­τητα τι ἡ ἀποκάλυψη τς δόξης τοΘεοδν πευθύνεται ποκλει­στικ στνο, στφαντασία, σμερικς μόνο λειτουργίες τοῦ ἀΰλου μέσα μας, λλσ’ λόκληρο τν νθρωπο κασ’ λα τὰ ἀνθρώπινα, καλούμεθα νὰ ἐργαστομε γιτν νακαινισμτν πάντων μέσα σ’ αττν κτινοβολία τς δόξης τοΘεο.

Τ«πάντα» μετέχουν στμετα­μορφωτικδιαδικασία. χάρη μεταδίδεται διτς λης γιάζον­τας λη τν κτίση μτν ρτο καονο, πογίνονται σμα κααμα τοΧριστο, «τοΚυρίου τς δό­ξης», μτσυμμετοχστν εχαριστιακδοξολογία χι μόνο τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, λλκατν λικν στοιχείων (τς φωτις, τονερο, τολιβανιο, τοῦ ἐλαί­ου).

δοξολογία τς κτίσεως ναρ­μονίζεται μτβουλητικδοξολο­γία τν λευθέρων ντων. Τὸ ὑλικσύμπαν μετέχει στδοξολογία τοΘεο. «πτος ορανος δόξα ατο» (Ψαλμ. 112:4). Μτσυνεχῆ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θὰ ἀκτινοβολήσει σ’ λη τη γ. «Πληρωθήσεται τς δόξης ατοπσα γ» (Ψαλμ. 71:19). λοι σοι μετέ­χουν στν κκλησία τοΧριστοκαλονται νσυμβάλουν σ’ ατό.

φανέρωση τς δόξης, ποὺ ἀποκαλύφθηκε στν λλογο κτίση μτν παρουσία τοΧριστοκατδιακήρυξη τς καθολικς ξουσίας Του «πρ πάντα» καστσυνέχεια μτν κχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύμα­τος «ππσαν σάρκα» (ωλ γ΄ 1 Πραξ. β΄ 17), πρέπει νδιαπεράσει τν στορία, τς κοινωνικς δομές, τς πολιτιστικς κφράσεις. Τπάντα καλονται νμετασχηματιστον κανὰ ἀνακεφαλαιωθον ν Χριστδιτς νεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάθε κφραση νθρωπίνης δημιουργίας, «τπάντα» καλονται νμετάσχουν σ’ ατ τδοξολογικκίνηση. Τελικά, κι ατὴ ἡ κτίση «λευθερωθήσεται…. ες τν λευθερίαν τς δόξης τν τέ­κνων», τὰ ὁποα κινονται στν περιοχτς κτινοβολίας τς θείας δόξης, που συντελεται μεταμορφωτι­κπορεία τοκόσμου. «λόγος» τοκόσμου συμπυκνώνεται στδόξα τοΘεο. εραποστολτελι­κσημαίνει καθολικκινητοποίη­ση γιμία καθολικδοξολογία τοσύμπαντος.

 

Δ’. Ζώντας ν ταπεινώσει τσταυρωμένη γάπη. π«δόξης ες δόξαν»

πὸ ὅσα ς τώρα επώθηκαν εναι, λπίζουμε σαφς τι δοξο­λογικστάση, στν ποίαναφε­ρόμαστε, δν σημαίνει μία μονοδιά­στατη, μονόπλευρη τοποθέτηση. Δν παραμερίζει τς λλες διαστά­σεις τς χριστιανικς μπειρίας τς ζως. Δν εναι τόσο μία θέση ποκλειστική, σο περιεκτική. 

1. δοξολογία τοΘεοδν εναι κάτι πογίνεται ατόνομα πτὸ ἀνθρώπινο μυαλκατν νθρώπινη βούληση. Συντελεται ν Χριστμτδύναμη κατν πνοτοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσα στν κκλησία. Ὁ Ἰησος πήρ­ξε μόνος πτὸ ἀνθρώπινο γένος ποπραγματικδόξασε τν Πατέ­ρα μτζωκατὸ ἔργο Του. Ατς φανέρωσε οσιαστικτδόξα τοΠατρός. Μτδοξολογία συντελεται μία μυστικὴ ἀνάκραση καταύτιση μτΧριστό, ν τῇ Ἐκκλησί, «τις σττσμα ατο, τπλήρωμα τοτπάντα ν πσι πληρουμένου» (φεσ. α΄ 23). φανέρωση τς δόξης τοΘεοῦ ἐν Χριστσυντελεται κυρίως ν κενώσει κασταυρικῇ ἀγάπ. Ατπαραμένει τμόνιμα πανα­στατικχαρακτηριστικό της θείας δόξης, ποτν κάνει νδιαφέρει ριστικκαὶ ἀποφασιστικὰ ἀπτς συνηθισμένες   κφράσεις τς  ν­θρώπινης δόξης.

Μτσκέψη μας μολυσμένη πτς συμβατικότητες τοκόσμου, δυσκολευόμαστε συνήθως νσυμ­βιβάσουμε τν ταπείνωση μτδόξα. λλοτριωμένοι πτδίψα γιδημοσιότητα, ατοεξύμνηση καπροβολή, λησμονομε τι ταθεν­τικστν κφραση τς δόξης τοΘεοεναι ταπεινό. Ὁ Ἰησος Χριστς γινὰ ἀποκαλύψει τδόξα τοΘεο«αυτν κένωσεν» (Φιλ. β΄ 7-8). ποιος θέλησε νζήσει ν Ατῷ ὀφείλει νμετέχει διάκοπα στθεία ταπείνωση τοῦ Ἰησο. Γι’ ατκαστν νατολδίνεται ἡ ἔμφαση στν προσευχτοῦ Ἰησο– γινμένει στν καρδισταθε­ρτὸ ὄνομα καὶ ἡ παρουσία Του – καστν κζήτηση τοθείου λέ­ους, δηλαδτσυναίσθηση τς ναξιότητος καὶ ἁμαρτωλότητός μας. Μόνο ταν κενωθομε σωτε­ρικά, παρξιακά, εναι δυνατνγίνουμε δοχεα τς χάριτος τοΘεο.

λες οἱ ἄλλες πόπειρες κφρά­σεως τς δόξης τοΘεο, τμεγα­λοπρεπῆ ἐξωτερικσυστήματα, τπομπώδη ντυπωσιακκατασκευά­σματα πλούτου κακοσμικς δυνά­μεως, ποὺ ἀπομιμονται τὰ ἀνθρώ­πινα μέτρα δόξης, ποδείχθηκαν γελοιογραφικά, ρρωστα κι πικίν­δυνα γιτν ναγγελία «τοεαγ­γελίου τς δόξης τοΘεο».

Ἡ ἀγάπη τς δόξης τν νθρώ­πων ντιτίθεται στν γάπη τς δόξης τοΘεο(ω. ιβ΄ 43). ποι­ος ποθετν νθρώπινη δόξα δν μπορενὰ ἐργασθεγνήσια εραπο­στολικγιτφανέρωση τς δόξης τοΘεο. σο κανες οκειώνεται καδέχεται τφς τς θείας δόξης, τόσο περισσότερο λευθερώνεται πτλαχτάρα γικοσμικὴ ἀνα­γνώριση, γιχρμα, φήμη, δύναμη, ξουσία.

πως διαβάζουμε στΓεροντικ«Λέγεται περτοΠαμβώ, τι τρία τη μεινεν ατούμενος τν Θεν καλέγων μδοξάσς μεπτς γς· καοτως δόξασεν ατν Θεός, στε μδύνασθαί τινα τενίσαι ες τπρόσωπον ατοῦ ἐκ τς δόξης ς εχεν· λαμπε γρ λίαν· τδατοχάρισμα σχε καὶ ὁ Ἀββς Σισώης καὶ ὁ Ἀββς Σιλουανός».

πειρασμς λλοιώσεως τονοήματος τς θείας δόξης μὲ ἐξωτε­ρικς πιφάσεις μεγαλείου, θεαματι­κς μφανίσεως καμμεγαλόστο­μες διακηρύξεις πανειλημμένως πλήγωσε τν κκλησία καδιάφο­ρες μορφς εραποστολικς δράσε­ως. Ζημίωσε τΧριστιανισμσπολλς περιοχς τς γς, ταυτίζον­τάς τον στσκέψη τν νθρώπων μδιάφορα συμφέροντα καὶ ἐξουσί­ες τοκόσμου τούτου, δίνοντας λαβστν ντιχριστιανικπροπα­γάνδα γιὰ ἐκμετάλλευση.

κατ’ ξοχν ρα τς δόξης τοΘεοεναι ἡ ὥρα τς λεύθε­ρης ποδοχς τοΠάθους. Εναι πίμονη χρήση τν λέξεων ποχρησιμοποιονται πτν Κύριο καττΜυστικΔεπνο, σν πα­νηγυρικπροοίμιο κασύνοψη τν σων θὰ ἀπεκάλυπτε γιτν γά­πη, τδρόμο πρς τν Πατέρα, τν λευση τοΠνεύματος, τνόημα τομαρτυρίου Του: «Νν δοξάσθη Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ Θες δοξάσθη ν ατ. Εἰ ὁ Θες δοξάσθη ν ατκαὶ ὁ Θες δοξάσει ατν ν αυτκαεθς δοξάσει ατόν» (ω. ιγ΄ 31-32).

Σκανένα λλο πλαίσιο ξω πτπλαίσιο τς σταυρικς γάπης δν μπορενβιωθεκανὰ ἀποκα­λυφθεῖ ἡ δόξα τοΘεο. Ατ εναι βαθιπεποίθηση τν γίων. «Κκενα καὶ ἡμες σπουδ πράξωμεν», γράφει Συμεν Νέος Θεολόγος, «να διτούτων δοξάσωμεν τν Πατέρα μν τν ν τος ορανος κληθναι καταδεξάμενον, καδοξασθμεν παρ’ ατοτδόξ τοΥο, ν εχε προτοτν κόσμον εναι παρ’ ατο. Τδεσίν, σταυρός, γουν νέκρωσις τοκόσμου παντός, α θλίψεις, οπειρασμοί, καετί τερον τν παθημάτων Χριστο. Ἃ ὑποφέρον­τες ν πομονμιμούμεθα τοΧριστοτπαθήματα. Δοξάζομεν δδι’ ατν τν Πατέρα μν καΘεόν, ς Υοατοχάριτι κασυγκληρο­νόμοι Χριστο». Ἡ ἐλεύθερη πο­δοχτοπόνου ν νόματι τς γάπης κατς δικαιοσύνης δν ντιτίθεται στδοξολογικβίωμα. ντίθετα, τστηρίζει. Τοπροσφέ­ρει τν ληθινὴ ἐσχατολογικδιά­σταση (Β΄ Κορ. δ΄ 17).

Ελογημένοι σοι μπορον νβλέπουν τλάμψη τς δόξης τοΘεοστν πομονετική, κούσια συμμετοχστπαθήματα τς νθρωπότητος· στφτώχεια τν φτω­χν ατν τοκόσμου, στν δυ­ναμία τν δυνάτων, στδίψα γιδικαιοσύνη· στν λεύθερη συμμε­τοχστν πόνο, τμαρτύριο τν λλων μγνήσια, νιδιοτελῆ ἀγά­πη. Τὸ ἀποφασιστικνέο στν γάπη ποὺ ἀποκάλυψε Χριστς δν εναι τ«γαπτε λλήλους», λλκυρίως συνέχεια: «καθς γάπησα μς…», δηλαδμτν νιδιοτέλεια, τν πληρότητα, τσεβασμστν νθρώπινη λευθε­ρία, μτς σταυρικς διαστάσεις κασυνέπειές της. «Τεαγγέλιο τς δόξης τοΘεο» μας νακαλεσυνεχς στν τάξη τοποθετώντας μας μπροστστσκληρκαὶ ἀπαι­τητικμορφτς δόξης τοΣταυρο.

τσι δοξολογικστάση καζωδν σημαίνει μνολογικ φυγσκάποιο κλειστεδυλλιακπερι­βάλλον, λλὰ ἄνοιγμα παγκόσμιο, συμμετοχστπροβλήματα λης της νθρωπότητος, διαίτερα τν ταπεινν καὶ ἀδικημένων, συμπα­ράσταση καθολική. Μίαδιάκοπη πνοκαὶ ἀκτινοβολία τοπυρς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. μεσα συν­δεδεμένη μτς ννοιες το«φω­τός» κατς «δυνάμεως», «δόξα τοΘεο», κφράζει κάτι διαίτερα δυναμικό. Ἠ ἐκπληκτικκαὶ ὁλοφώτεινη ζωτν γίων ντιφεγγί­ζει μία τέτοια δοξολογικβίωση τς ταπεινώσεως κατς γάπης τοΧριστοκαδιατηρεμία πειστικό­τητα εραποστολική, πίκαιρη γικάθε νθρωπο, σκάθε ποχή, σκάθε κοινωνία.

2. δοξολογικκίνηση τοπιστοκα τς κκλησίας βρίσκε­ται σμίαδιάκοπη δυναμικὴ ἐξέλι­ξη. Εναι μία συνεχς πορεία πδόξης ες δόξαν. «μες δπάντες νακεκαλυμμέν προσώπ τν δό­ξαν τοΚυρίου κατοπτριζόμενοι, τν ατν εκόνα μεταμορφούμεθα πδόξης ες δόξαν, καθάπερ πκυρίου πνεύματος» (Β΄ Κορ. γ΄ 18).

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προτρέπει τν πιστό, «… πρς τκρεττον πάντως λλοιούμενος, καὶ ἀπδόξης ες δόξαν μεταμορφούμενος, οτω τρεπέσθω, διτς καθ’ μέραν αξήσεως πάντοτε κρείττων γινόμενος, καὶ ἀετελειούμενος, καμηδέποτε πρς τπέρας φθάνων τς τελειότητος. Ατίκα γάρ στιν ς ληθς τελειότης τμηδέποτε στναι πρς τκρεττον αξανόμενον, μηδτινι πέρατι περιορίσαι τν τελειότητα».

Πρόκειται τελικγιμία συνεχῆ ἐπέκταση, μία τάνυση τν νθρωπί­νων δυνατοτήτων καὶ ἐπιτευγμά­των ποὺ ὁδηγεστν κατχάρη θέωση.Χριστιανικζωὴ ἀποτε­λεμίαδιάκοπη κίνηση πκά­θαρση σκάθαρση, πμετάνοια σμετάνοια, πὸ ἀρετσὲ ἀρετή, πγνώση σγνώση· μία δυναμικκίνηση συνεχος νανεώσεως ν πνεύματι, «Οτε ὁ ἀνιν ποτὲ ἵσταται, ρχν ξ ρχς μεταλαμβά­νων, οτε τελεται περὶ ἑαυτν τν εμειζόνων ρχή. Οδέποτε γρ περτν γνωσμένων τοῦ ἀνιόντος πιθυμία σταται, λλδιμείζονος πάλιν τέρας πιθυμίας πρς τέραν περκειμένην καττὸ ἐφεξς ψυχὴ ἀνιούσα πάντοτε διτν νωτέρων δεύει πρς τὸ ἀόρι­στον».

Τὸ ὅριο θπαραμείνει σταθερὰ ἡ θεία οσία. Ατὸ ὁ ἄνθρωπος δν πρόκειται ντφθάσει. Δν συμμε­τέχει στν οσία τοΘεο, λλ’ ψώνεται καθεώνεται μτν κτινοβολία τς δόξης τοΘεο, τν θείων νεργειν. Ατποὺ ὀνομάζουμε θέωση εναι μετοχστν νέργεια, στδόξα, χι στν οσία τοΘεο. Σ’ αττσημεο ὁ ἀνθρώπινος νος ντιλαμβάνεται τι βρίσκεται σ’ να σύνορο, τὸ ὁποο δν μπορενὰ ὑπερβε. Γι’ ατπαραιτεται πὸ ὁποιαδήποτε πόπειρα περιγραφν καπαραδί­δεται κστατικά, γαπητικά, μὲ ἀ­γαλλίαση στν κτινοβολία τς δόξης τοΘεο, ποτν ναπλάσσει, τν μεταμορφώνει, τν κάνει λον φς.

 

δοξολογικκατανόηση τς ζως κατς εραποστολς καὶ ἡ ἐναργέστερη κφραση μις δοξολογικς διαθέσεως στς εραποστολι­κές μας σκέψεις, μελέτες καὶ ἐνέρ­γειες δν σημαίνει φραστικς κορνες «ες δόξαν Θεο», οτε περιορισμτς δραστηριότητος σλατρευ­τικές, μνολογικς συνάξεις. Δν σημαίνει καμμιὰ ὑποτίμηση λλων πλευρν τς πνευματικς ζως, λλὰ ἀγκάλιασμά τους, ρθρωση κασύνθεση. δόξα τοΘεοῦ ἤδη χει ποκαλυφθεῖ ἐν Χριστκαοχριστιανοεμαστε κεκλημένοι σμία συνεχῆ ἐνεργητικβίωση καφανέρωση ατς τς δόξης, ποταυτίζεται στβιβλικὴ ὁρολογία μτ«βασιλεία τοΘεο».

θεολογικσκέψη, λατρευτι­κζωή, καθημερινκίνηση καδραστηριότητα περνον μ’ αττδοξολογικὴ ἐνατένιση, θέρμη κι λπίδα σ’ να λλο πίπεδο. Πάνω πτς φηρημένες ναλύσεις, τσυναισθηματικὴ ἔξαρση κατβουλητικδεοντολογία. Γίνονται παλ­μς ζως ν Χριστ, κχυση γιοπνευματικο φωτός, δοξαστικχα­ρς.

 

 

πό τό περιοδικό «ποπτεία», τχ. 96, Δεκέμβριος 1984

Εικονογράφηση: «Ο Χριστός και οι εικοσιτέσσερις πρεσβύτεροι». Μικρογραφία από την “Αποκάλυψη του Beatus”, Ισπανία, 1028-72.

πηγή ψηφιακού κειμένου: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here