Ἐπικλήσεις Ἀπείρου

1
402

[ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ]

«Ξύπνα διαμάντι καὶ ρουμπί κι ἀνθὲ τοῦ μαλαμάτου
πὄχω δυὸ λόγια νὰ σοῦ πῶ τοῦ παραπονεμάτου»
(Δημοτικό)

Στὸ φόντο καπνοί. Ἀναθυμιάσεις. Ἀπόβλητα. ΓΙΑ ΤΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ; Ἡ πόλη θολή. Ἐντός της, ἡ ζωή – τί μήνυμα! – ἀποστερημένη τῆς ἀναπνοῆς της.
Μά – ἀθέατη τάχα; – στὸ πρῶτο πλάνο (ἀπερίφραστη) μιὰ ὀμορφιά  – στ΄  ἀλήθεια –  ἱ κ α ν ὴ  ν ὰ  π λ α ν έ ψ ε ι  τ ὴ ν  π λ ά ν η. . .

«Μὴν τὸν σκεπάζεις οὐρανέ, μὴν τὸν πλακώνεις χῶμα.»

Ποιός θὰ γράψει, ποιός θὰ δεῖ, ποιός θ΄ ἀκούσει πὼς ἡ ἱστορία τῆς γῆς δὲν ἦταν ἄλλη ἀπ΄ τὴν Ἱστορία τοῦ Πένθους της; Ὅπως τώρα: Πάντα κόνις. Πάντα τέφρα. Πάντα σκιά. Ἐ κ τ ὸ ς  ἀ π ὸ  τ ο ῦ τ ο ν  τ ὸ ν  τ ό π ο  τ α φ ῆ ς ! Μαρμάρινη εὐγένεια. Καμμιὰ ἀμετροέπεια. Στὰ πάντα ἁρμονία. Στῖχοι. Ὄχι ἀντικείμενα: Περίγλυπτοι! πέτρινοι! στῖχοι! Καὶ μιὰ τολμηρὴ εἰκασία: Ἔχουμε ἀναλογιστεῖ ἄραγε μήπως ἕνα ὀρθόδοξο νεκροταφεῖο συγκροτεῖ τὴν ὕστατη τοπιογραφία ὅπου ἡ πικρὴ γῆ μοιάζει νὰ θαρρεύει χαμόγελο;

 

Χῶρο χρόνος ποὺ κρίνει.
Σιγὴ ἐξ ἐπαφῆς.  Ἐ π ι κ λ ή σ ε ι ς  ἀ π ε ί ρ ο υ. Οὔτε μιὰ ἀνωνυμία.

Τί σημαίνει Ζωὴ Λυτρωμένη ἀπὸ Θάνατο εἶναι κάτι ποὺ δὲν ξέρει ὁ νοῦς μας. Μπορεῖ ὅμως νὰ κατανοήσει τί σημαίνει ζωὴ λυτρωμένη ἀπὸ φόβο θανάτου. Κι ὅτι ἡ δεύτερη, τούτη, ἀντιστοιχεῖ στὴν ἀρχὴ μιᾶς ὁδοῦ πρὸς τὴν πρώτη. Ἡ μορφὴ τῶν χριστιανικῶν κοιμητηρίων φαίνεται νὰ χωροθετήθηκε ἀπὸ μιὰ συλλογικὴ συνείδηση ποὺ ἐνέχει κατάρτιση ἐπ΄ αὐτῆς, εἰδικά, τῆς πορείας.

«Πάλιν δὲ ἠχούσης τῆς σάλπιγγος νεκροί
ὡς ἐν συσεισμῷ πάντες ἀναστήσονται πρὸς τὴν ὑπάντησίν σου, Χριστὲ ὁ Θεός»
(Ἐξόδιος ἀκολουθία)

Περιττὲς παραισθήσεις ἑνὸς βιώματος ματαιωμένου, μὴν ἴσως, στὸ πένθος;
«Ὅσο ἐμεῖς ζοῦμε αὐτὸς δὲν ὑπάρχει. Ὅταν πεθαίνουμε δὲν ὑπάρχουμε πλέον ἐμεῖς. Θάνατος, πάει νὰ πεῖ, δὲν ὑφίσταται.» Τί ἐπίγνωση! Ποὺ ἀποδεικνύει ὡστόσο, μόνο, ὅτι κάθε Γνώση ἐπιζητεῖ νὰ ἀναβαθμιστεῖ σὲ Ποιητικὴ Κατανόηση ἐπ΄ αὐτοῦ πού… ἀγνοεῖ. Ἤ, ἔστω, νὰ ὑποβαθμιστεῖ σὲ Ποιητικὴ Αὐθυποβολή.
Πόση, πάντως, σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ὑποκειμενικότητα – δηλαδὴ ἡ πίστη – ποὺ ὑπεραμύνεται κάθε μιᾶς ἀπιστίας! Ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ: Τὸ μόνο ποὺ μᾶς μαθαίνει τούτη ἡ πασίχαρη σοφιστικὴ εἶναι ποῦ, ἐπακριβῶς, ἀνακύπτουν τὰ ὅρια τῆς πιὸ ἐνδελεχοῦς μας “κατάρτισης” – αὐτῆς πού, κάποτε, ἐπ’  ὀνόματι, τάχα, ἐπιστήμης θ΄ ἀξιώσει τὴ ζωή μας νὰ ὁρίσει.
Τὰ σχήματα τίμια. Ὅπως μάτια ἀνοιχτά: Ἂν ὁ ἐξοστρακισμὸς κάθε μνήμης θανάτου ὑποδηλώνει τὴν πιὸ συντριπτικὴ ἀγωνία ἐμπρός του, ἡ συντήρηση ἑνὸς ταφικοῦ συγκροτήματος ἐπιμαρτυρεῖ, στὴν ἀντίπερα ὄχθη, τὴ δυναμικὴ οἰκειώσεως τῆς ὑπέρτατης ἐλευθερίας. Τῆς μόνης πού, μέσα της, ἡ χαρὰ θ΄ ἀνασάνει.

«Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπε ὁ Ἠράκλειτος
κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει» [1]
Νά, στ΄ ἀλήθεια, μιὰ γωνία τῆς γῆς στὴν ὁποία δὲν ἔχει κανένα λόγο νὰ στέκεται ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς προόδου: Ἕνα νεκροταφεῖο ἐπέχει θέσιν μνημείου  τ ο ῦ  τ ε λ ε υ τ α ί ο υ  (ἀνώτατου) σ τ α δ ί ο υ  σ τ ὴ ν  ἐ ξ έ λ ι ξ η  μ ι ᾶ ς  χ ε ι ρ α φ ε τ η­ μ έ ν η ς (: αὐτοαναφερόμενης) σ υ ν ε ί δ η σ η ς. . .
Εἶναι, ἄλλωστε, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀφήνει τέτοιας τάξεως κατάλοιπα ποὺ ἡ ταφὴ θὰ πρέπει ἐπειγόντως νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ μιὰ ὁποιαδήποτε καύση. Στοιχείων. Ἡ πρόοδος τῶν νικητῶν (α ὐ τ ῶ ν  π ο ὺ  ὁ ρ ί ζ ο υ ν  τ ὶ ς  λ έ ξ ε ι ς) ὀμνύει δῆθεν στὴν ἀβεβαιότητα, θ΄ ἀπαγορεύσει ὅμως διὰ πυρὸς τὰ σύμβολα κάθε αἰνίγματος ποὺ τὴν περικλείει.

 

Ὁ καιρὸς ν΄ ἀπαιτεῖ. Ἢ θερμό. Ἢ ψυχρό. Τὸν ἀέρα.  Ε ἶ ν α ι  σ τ ὶ ς  ἐ ν δ ι ά μ ε σ ε ς  θ ε ρ μ ο κ ρ α σ ί ε ς  π ο ὺ  ἡ  π λ ά σ η  κ α τ α σ π ε ί ρ ε τ α ι  τ ά φ ο υ ς : Ἕνας πολιτισμὸς συντετριμμένος ἀπὸ τόσο φόβο ὥστε ν΄ ἀλαλάζει πὼς ἡ ὕπαρξή του «εἶναι μικρὴ γιὰ νὰ εἶναι θλιμμένη» συνιστᾶ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν ἐλεεῖ τοὺς νεκρούς. Κι ἕνας κόσμος ποὺ δὲν ἐλεεῖ τοὺς νεκρούς, ἀπαρτίζει ἕνα στερέωμα ποὺ ἐνταφιάζει τοὺς ζῶντες.
Ὑπερβολές, θὰ ἐλπίζαμε;
Ἔπη πληγῆς. Βουβὴ μιὰ κραυγή: Σ τ ὴ  Ν έ α  Τ ά ξ η – ποιός τό ΄ξερε; – μ ά θ α μ ε  π ὼ ς  β ο μ β α ρ δ ί ζ ο υ ν  π ρ ῶ τ α  τ ὰ  ν ε κ ρ ο τ α φ ε ῖ α[2]. . .

 

Οὐ ζῶσες στὴν ὥρα ψυχές. Μὰ πόση ἡ ζωντάνια σημείων καὶ τύπων! Κ  ά τ ι  λ ά μ π ε ι.  Κάτι λάμπει σὰ δάκρυ. Ὑπὸ σκιὰν ἀλογίας: Ψηφία εὐχῆς. Τηλαυγεῖς διερωτήσεις. Μιὰ βαθειὰ ἱκεσία δι΄ αὐθαρσίας εὐπρέπειαν. Ἔκτυπα ὑπάρξεως ποὺ εὐγνωμονεῖ κάθε κόκκο λιβάνου. Ἕνας θάνατος, ναί. Μὰ ἕ ν α ς  θ ά ν α τ ο ς  π ο ὺ  ἔ χ ε ι,  ἤδη,  δ ι α κ ρ ο υ σ θ ε ῖ  δ ι ὰ  θ α ν ά τ ο υ.
Τὸ κενὸ ἐν τῷ κενῷ. Ὁ «μεγάλος ἄγνωστος περιστρεφόμενος κύκλος»[3]. Κι ἡ τομὴ ποὺ τὸν θραύει.
Ἡ Ἐκκλησία τὸ ξέρουμε ὅτι τιμᾶ τοὺς Ἁγίους της πάνω στὸ χρόνο θανῆς τους! Ἀλλὰ ἐντός της ἡ ἔκπληξη συνιστοῦσε ἀνέκαθεν μία ὅλως οἰκεία συνθήκη. Ὁ αἰφνιδιασμὸς μᾶς διαπλήττει ἀπ΄ ἀλλοῦ: Καὶ ὁ ἴδιος ὁ κόσμος, ὅταν αὐτὸς ζ η τ ᾶ  ν΄ ἀ ν α χ θ ε ῖ  σ΄ ἐ κ κ λ η σ ί α,  δείχνει κατ΄ ἐξοχὴν νὰ γιορτάζει ἐπ΄ αὐτῆς, ἀκριβῶς, τῆς γεωγραφίας του ποὺ μνημειώνει τὴ βεβαιότητα μιᾶς κοιμήσεως εἰς θέσιν θανάτου!

 

Μιὰ ἀκέραιη φορά, μές’ στὸ κέντρο τοῦ κόσμου, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐξανέστη τοῦ μνήματος. Ἡ πρώτη λέξη μὲ τὴν ὁποία ἀποτάνθηκε στοὺς δικούς του ἦταν «χαίρετε» –  κ ό β ο ν τ α ς  τ ὸ ν  σ ύ μ π α ν τ α  χ ρ ό ν ο  σ τ ὴ  μ έ σ η.  Ἔκτοτε, κάθε φορὰ ποὺ δυὸ ἄνθρωποι διασταυρώνουν τὰ βήματά τους, ἀναγνωρίζονται ἀνταλλάσσοντας τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἀντιφώνηση. Τὰ φαινόμενα τέμνονται. Κι οἱ ζυγοὶ ἀναστρέφουν.
Ἀκόμα καὶ στὴν ἐπιφάνεια τῶν πραττομένων, ἡ καθημερινὴ βιοτὴ κρυσταλλώνεται σὲ πολιτισμό. Τὸν μόνο ποὺ π ε ρ ι χ ω ρ ε ῖ καὶ συνάμα δ ι α ν ο ί γ ε ι τὴ θλίψη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1: Νῖκος Γκάτσος
2 : Γεγονός, ποὺ συνέβη κατὰ τὴ δεύτερη μέρα τῶν νατοϊκῶν βομβαρδισμῶν ἐναντίον τῆς Γιουγκοσλαβίας, τὸ 1999.
3 : Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”, τχ 311 (Φεβρουάριος 2019), μέσα στα πλαίσια του αφιερώματος «Το μυστήριο του θανάτου».

1 σχόλιο

  1. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !

    Αυτή τή φορά αναζωπυρώθηκαν οι μνήμες τών Βαρβακειώτικων χρόνων τής ωραίας μας εφηβείας καί τής θυσιαστικής ανάλωσης τών αξέχαστων Καθηγητών μας, γιά νά μάς “μυήσουν” στούς Κόσμους τών Γραμμάτων καί τών Αριθμών.

    Καί νά, που αναδύθηκε πάραυτα – επόμενο ήταν – η εφιαλτική γιά τό πνεύμα μας, πολύ ρηχό πολλών από μάς, ερώτηση τού Φιλολόγου μας “Τί θέλει νά μάς πεί ο συγγραφεύς”, ή, η ακόμα εφιαλτικότερη αντίστοιχη, εάν επρόκειτο περί ποιητού.

    Ήταν απ’ εκείνα τά “τραύματα” που δέν θεραπεύονται μέ τό διάβα τού χρόνου. Καί στό συγκεκριμένο Σχολείο (Δημόσιο, παρακαλώ) η διδασκαλία επικεντρώνονταν περισσότερο στήν εξάσκηση τής κρίσης, διά τής εμβάθυνσης – δηλαδή σέ κάτι τέτοια απειλητικά ερωτήματα / μεθόδους – καί σχεδόν καθόλου στήν “παπαγαλία”.

    Ένα τέτοιο τραύμα μού ανέσυρε τό άρθρο σας, φίλε καί ονομαστικώς χθές εορτάσαντα (Χρόνια σας Πολλά, μέ ακμαία τήν υγεία σας καί τήν αλκή τού πνεύματός σας) Κύριε Καστρινάκη.

    Κι’ αν τά καταφέρναμε τότε, μέ χίλια ζόρια καί μεγάλη προσπάθεια, ν’ ανταποκρινόμαστε κουτσά-στραβά στόν φιλολογικό “πήχυ”, που , κάθε φορά, “ανεπαισθήτως” σηκωνόταν, ομολογώ, φίλε Αρθρογράφε, οτι σίγουρα θά “τά’ βρισκα μπαστούνια”, ακριβώς όπως καί τώρα, στήν προσπάθειά μου ν’ “αποκωδικοποιήσω” τό αφαιρετικό πόνημά σας, που θ’ αρκεστώ, απλά, νά τό χαρακτηρίσω σάν ένα “πεζό ποίημα”, υπό τήν έννοια ενός ποιήματος, που είναι γραμμένο σέ πεζό λόγο, καί γι’ αυτό ακριβώς όμως πιό “δύσκολο” (γιά τήν ρηχότητά μου, σάς μίλησα ήδη γι’ αυτήν), ΚΑΙ από πεζό ΚΑΙ από ποίημα.

    Ήγουν, “τά’ παιξα”, κατά κυριολεξίαν, μέ τόν “εφιάλτη” καί τήν “απειλή” νά μέ κοροϊδεύουν ήδη περιπαικτικά, αποκαθηλώνοντας κάτι 18-ρια, καί βάλε, τών παλαιών κλεών, που φαντάζουν ήδη σάν αναξίως (;) κατακτηθέντα …

    Τί λές κι’ εσύ, συνταρακτικό μας Ενθύμημα τού Φιλολόγου μας, +Απόστολε Χατζηεμμανουήλ ;

    Αγαπητοί συναναγνώστες καί συσχολιαστές, βοηθήστε τήν όποια αλλοτινή, αλλά προβεβηκυία ήδη, “ικμάδα” – άν ποτέ υπήρξε – νά κατανοήσει καλύτερα τά περιγραφόμενα, σέ ανάπαυση τής ψυχής τού Δασκάλου μας.

    Σάς ευχαριστώ

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here