Ἐκκλησία καί Πολιτισμός

1
409

Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, οἱ τέσσερεις Ρωμαῖοι στρατιῶτες ποὺ σταύρωσαν τὸν Χριστό, μοίρασαν μεταξύ τους τὰ ἐνδύματά Του: «ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἐκάστῳ στρατιώτῃ μέρος» (Ἰω., 19, 23 ). Ὅσο γιὰ τὸν χιτώνα τοῦ Κυρίου, «εἶπον οὒν πρὸς ἀλλήλους. μὴ σχίσωμεν αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ αὐτοῦ τίνος ἔσται·» (Ἰω. 19, 24). Ἀποφάσισαν δηλαδὴ νὰ τὸν βάλουν σὲ κλῆρο, γιατὶ ὁ χιτώνας «ἢν ἄρραφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι’ ὅλου» (Ἰω., 19, 23).

Αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ στὸ χιτώνα, εἶναι νομίζω ἰδιαίτερα χρήσιμη, ἂν θέλουμε νὰ καταλάβουμε τὴν στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὸν πολιτισμό. Ὁ Χριστός, ὁ προαιώνιος Λόγος, μὲ τὴ Σάρκωση ἔγινε ἄνθρωπος μιᾶς συγκεκριμένης ἐποχῆς, ἐνέταξε τὸν ἑαυτό του στὶς συμβάσεις καὶ τὰ δεδομένα τοῦ κόσμου. Ἑπομένως, ἐπέλεξε καὶ ἕνα τρόπο ἐνδύσεως. Φορώντας δὲ τὸ συγκεκριμένο ἔνδυμα – τὸ ὁποῖο ἴσως, δὲν ξέρουμε, νὰ ἦταν ἐργόχειρο τῆς ἴδιας της μητέρας Του, τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου – προσλαμβάνει ταυτόχρονα καὶ τὸν πολιτισμὸ τοῦ ὁποίου τὸ πανέμορφο στὴ λιτότητά του ὑφαντό, ἦταν ἔργο. Ὁ «ἱματισμὸς» τοῦ Χριστοῦ εἶναι παράγωγο μιᾶς ἐποχῆς, ἔργο πολιτισμοῦ, ποὺ συμπυκνώνει ἀντιλήψεις, γνώσεις, συμβολισμούς, φέρει τὴ σφραγῖδα τοῦ καιροῦ του σὲ πολλὰ ἐπίπεδα, τὸ χρηστικό, τὸ αἰσθητικό, κλπ.

Ὁ Χριστὸς λοιπὸν ἐπέλεξε αὐτὸ τὸ ἔνδυμα ἀντὶ ὁποιουδήποτε ἄλλου. Ἕνα χιτώνα ὑφαντό, μονοκόμματο, χωρὶς ραφές. Τοῦ ὁποίου τὴν πρωτογενῆ, ἁπλή, ὡραιότητα, δὲν μπόρεσαν νὰ ἀντιπαρέλθουν οὔτε καὶ οἱ ἀγροῖκοι σταυρωτές, ἀφοῦ ἀκόμα καὶ στὰ δικά τους μάτια ἀντιπροσώπευε μία ἀξία πέραν τῆς χρηματικῆς του ἀποτίμησης, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὄσχισαν γιὰ νὰ τὸ μοιράσουν σὲ τέσσερα ὅπως ἔκαναν μὲ τὰ ὑπόλοιπα.

Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ παραπέμπει πάντα στὸ μυστήριο τῆς ἐν τῷ κόσμῳ παρουσίας Του, ἀνοίγει διαστάσεις ποὺ ἦταν ἀδιανόητες προηγουμένως. Το ὑπὲρ λόγον Κάλλος, προσλαμβάνει καὶ ἐνδύεται τὸ αἰσθητικὸ κάλλος, ὑπὸ μορφὴν χιτῶνος. Παίρνει δηλαδὴ τὸ ἐργόχειρο τῶν ἀνθρωπίνων χεριῶν, τὸ ἔργο ἑνὸς πολιτισμοῦ, τὸ ὁποῖο μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ μποροῦσε, στὴν καλύτερη περίπτωση, νὰ εἶναι ἁπλῶς «χρήσιμο», «ὡραῖο», «κομψό», «μεγαλοπρεπές» κλπ, καὶ τοῦ δίνει τὴ δυνατότητα νὰ εἶναι σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἄδυτο Κάλλος, νὰ μπορεῖ δηλαδὴ νὰ κοινωνεῖ μὲ τὴν χάρη ποὺ νικᾶ τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο.

Ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, λοιπόν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ κορυφαία στιγμὴ τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο στὴν ὁλότητά του, προσλαμβάνει καὶ τὸν πολιτισμὸ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ προσώπου μας. Ὄχι γιὰ νὰ ἀναγάγει τὸν χιτώνα σὲ αὐτοαξία ἀλλὰ – μέσῳ τοῦ αἰσθητικοῦ, τῆς αἰσθητικῆς μορφῆς – νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὸ ὑπὲρ λόγον, δηλαδὴ στὸν Ἑαυτό Του, μετουσιώνοντας τὸ ἀνθρώπινο σὲ Θεανθρώπινο. Κάτι ποὺ ἀπὸ τὴ Σάρκωση καὶ ἐντεῦθεν ἀποτελεῖ πλέον μία δυνατότητα ποὺ προσφέρεται σὲ ὅλους.

Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὸ πολιτισμό, ἀφοῦ, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, προεκτείνει τὸ μυστήριο τῆς Σαρκώσεως μέσα στὸν κόσμο. Προσλαμβάνει δηλαδὴ τὰ ἀνθρώπινα, καὶ τοὺς προσφέρει μία προοπτικὴ ἀφθαρσίας. Παίρνει τὶς πολιτισμικὲς μορφὲς κάθε ἐποχῆς καὶ τοὺς δίνει ἄλλη διάσταση μεταβάλλοντάς τις σὲ δοχεῖα χάριτος. Παίρνει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ τὴν καθιστᾶ φλεγόμενο ὄχημα τοῦ Εὐαγγελίου. Παίρνει τὴν πλατωνικὴ καὶ ἀριστοτελικὴ ἐννοιολογία καὶ τὶς κάνει νὰ διατυπώνουν τὴ Χριστολογία καὶ τὴ θεολογία τῆς Τριάδος. Παίρνει τὰ χρώματα καὶ τὶς ζωγραφικὲς φόρμες καὶ χαρίζει στὸν κόσμο τὴν Εἰκόνα. Παίρνει τὸ μέλος, τὴν ποίηση, τὸ θέατρο, καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ ὡς πρῶτες ὕλες γιὰ νὰ χτίσει τὴ Λειτουργία μέσα στὴν ὁποία τελεῖται τὸ ὕψιστο μυστήριο. Παίρνει τὸ μέτρο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς γιὰ νὰ χτίσει τοὺς οἴκους τοῦ ἀχειροποιήτου. Ἀκόμα καὶ λαϊκὰ ἔθιμα, ἢ παγανιστικὲς τελετές, προσλαμβάνει ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ καθαρίζει προσδίνοντάς τους ἄλλο στόχο καὶ ἄλλες διαστάσεις.

Ἡ τέχνη, ἡ πολιτική, οἱ θεσμοί, ἡ τεχνολογία, ἀποτελοῦν τὸ φύραμα τοῦ κόσμου. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔρχεται νὰ προτείνει ἄλλο φύραμα, φτιαγμένο ἀπὸ κάποια ἄλλα «καλύτερα» ὑλικά, ἀλλὰ δωρίζει τὴ μαγιὰ ποὺ «ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ» (Γαλ. 5, 9), ποὺ μετουσιώνει τὸν κόσμο. Μπολιάζει τὸν πολιτισμό, τὴν τέχνη, τὴν πολιτική, τοὺς θεσμοὺς καὶ γενικὰ τὴν ἱστορικὴ διάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἀνοίγοντάς την στὴν προοπτικὴ τῆς Βασιλείας. Ἀγγέλλει στὸν ἄνθρωπο ὅτι τὰ δικά του δεδομένα, ὁ δικός του τρόπος, μποροῦν νὰ ἀνοιχτοῦν στὴν ἁγιότητα.

Γι’ αὐτὸ καὶ στὴ δική μας παράδοση, τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ὑπῆρχε πάντοτε αὐτὴ ἡ στενὴ σχέση πολιτισμοῦ καὶ ἁγιότητας. Φυσικὰ καὶ σὲ ὅλους τοὺς μεγάλους πολιτισμοὺς τῆς ἀνθρωπότητας, ὁ πολιτισμὸς περιστρεφόταν πάντοτε γύρω ἀπὸ τὸ ἱερό. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι στοὺς προχριστιανικοὺς πολιτισμοὺς ἡ ἀνθρώπινη ἀναζήτηση δὲν μποροῦσε νὰ φτάσει μακρύτερα ἀπὸ τὸν χιτώνα ὡς τέτοιον, νὰ ὑπερβεῖ δηλαδὴ μία πολιτισμικὴ μορφή. Ἐνῷ γιὰ μᾶς τοὺς Χριστιανούς, ὁ τελικὸς στόχος δὲν εἶναι ὁ ὅποιος αἰσθητικὰ ὡραῖος χιτώνας, ἀλλά – διὰ τοῦ χιτῶνος – τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα θὰ ἦταν ἁπλῶς μιὰ καλὴ ζωγραφιά, μιὰ παροδικὴ μόδα, χωρὶς τὴ θεολογία στὴν ὁποία παραπέμπει.

Φυσικά, στὴ σύγχρονη ἐποχὴ βλέπουμε παντοῦ μιὰ ἐκτεταμένη προσπάθεια νὰ ἐκτοπιστεῖ τὸ ἱερὸ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε πὼς ὁ πολιτισμὸς ὁ ὁποῖος ἐπικρατεῖ σήμερα σὲ παγκόσμια κλίμακα – καὶ ἔχει ὡς πηγή του τὶς δυτικὲς κοινωνίες – εἶναι πολιτισμὸς τῆς ἀποϊέρωσης τοῦ κόσμου. Ἕνας πολιτισμὸς ποὺ γέννησε τὴν «τέχνη γιὰ τὴν τέχνη», τὸ «θάνατο τοῦ Θεοῦ», τοὺς ὁλοκληρωτισμοὺς τοῦ 20ου αἰώνα, τὴν αὐτονόμηση τῆς τεχνολογίας πέρα ἀπὸ κάθε ἠθικὸ φραγμό. Ὡστόσο, ὂλ’ αὐτὰ εἶναι πράγματι καινούργια; Μήπως καὶ οἱ ἀγροῖκοι ἐκεῖνοι λεγεωνάριοι, οἱ ὁποῖοι μοίραζαν τὰ ἐνδύματα τοῦ Χριστοῦ κάτω ἀπ’ τὸν σταυρό, δὲν εἶχαν μιὰ παρόμοια προσέγγιση; Ἐνῷ λίγα λεπτὰ προηγουμένως – τυφλοὶ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα – εἶχαν σταυρώσει τὸ Κάλλος, ὅταν ἡ μοιρασιὰ ἔφτασε στὸν χιτώνα, ἀποφάσισαν νὰ μὴ σχίσουν τὸ ἄρραφο ὑφαντὸ γιατὶ εἶδαν τὸ κάλλος τοῦ ὑφάσματος. Ἡ ὀπτική τους δηλαδὴ δὲν ἔφτανε πέρα ἀπὸ τὸ αἰσθητὸ κάλλος, ὅπως περίπου τὸ «ἡ τέχνη γιὰ τὴν τέχνη»

Ὡστόσο, ἐπειδὴ ὁ πολιτισμὸς τῆς ἀποϊέρωσης δὲν μπορεῖ τελικὰ νὰ ἀναπαύσει τὸν ἄνθρωπο, βλέπουμε στὴν ἐποχή μας νὰ αὐξάνει ἡ νοσταλγία καὶ ἡ ἀναζήτηση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀκοῦμε σήμερα στὴν Εὐρώπη νὰ λένε ὅτι πέρα ἀπὸ οἰκονομικὴ ἕνωση χρειάζεται καὶ ἕνωση πολιτισμική, ἤ, ἀκόμα βλέπουμε κάποιους νὰ φτάνουν μέχρι τὸ μακρυνὸ Θιβὲτ ἀναζητώντας τὴ χαμένη ἱερότητα τοῦ κόσμου. Παρ’ ὅλα ὅμως τὰ ἀδιέξοδά του, ὁ παγκοσμιοποιημένος αὐτὸς πολιτισμὸς ἔχει ἀκόμα τεράστια δύναμη ἐπιβολῆς, κυρίως χάρη στὴ νέα τεχνολογία, καὶ λίγο πολὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι εἰσβάλλει παντοῦ ἀπειλώντας μὲ ἰσοπέδωση τοὺς τοπικοὺς πολιτισμούς.

Καὶ ἡ εἰσβολὴ αὐτὴ δὲν χρειάζεται ὅπλα. Ἀφοῦ καταφέρνει νὰ ἀλλοιώσει τὴν ἀντίληψή μας γιὰ τὸ χρόνο, τὴ σχέση μας μὲ τὴ φύση κὰ τὰ πράγματα, τὶς διατροφικές μας συνήθειες, τοὺς τρόπους κοινωνικοποίησης καὶ ψυχαγωγίας. Γι’ αὐτὸ ὡς λαὸς καὶ ὡς Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ δώσουμε ἰδιαίτερη ἔμφαση στὰ θέματα τοῦ πολιτισμοῦ, γιατὶ στὸ χῶρο αὐτὸ διακυβεύεται ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή μας.

Σὲ μερικὰ θρησκευτικὰ περιβάλλοντα ὑπάρχει ἀκόμα μία ἐπιφύλαξη ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὸν πολιτισμό, τὴν τέχνη ἢ τὴν κουλτούρα. Ἂν τέτοια ὅμως εἶναι ἡ ἀντιμετώπισή μας, καὶ ἂν δὲν ἔχουμε νὰ προτείνουμε τίποτα στὸ ἐπίπεδο τοῦ πολιτισμοῦ, τότε αὐτὸ τὸ κενὸ θὰ τὸ γεμίσει αὐτομάτως ἡ εἰσαγόμενη παγκοσμιοποιημένη ὑποκουλτούρα. Ἡ κουλτούρα, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ἀκόμα καὶ ἡ μὴ χριστιανική, ἀποτελεῖ ἕνα κατώφλι τοῦ μυστηρίου. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει ἡ Ἐκκλησία νὰ τὴν ἀγκαλιάσει, νὰ τὴν στηρίξει νὰ τῆς δώσει κίνητρα.

Πέραν τούτου, ὁ πολιτισμὸς δὲν εἶναι κλεισμένος σ’ ἕνα ζωγραφικὸ τελάρο ἢ γενικὰ στὴν αἰσθητικὴ παραγωγή, ὅπως τείνουν νὰ πιστεύουν μερικοί. Ἡ δική μας παράδοση βλέπει τὰ πράγματα μέσα ἀπὸ μία «ἐπικίνδυνη», γιὰ ὁρισμένους, ὀπτικὴ: Πολιτισμὸς εἶναι νὰ ἀσχοληθεῖς μὲ τὴ γῆ καὶ νὰ τὴ σεβαστεῖς. Πολιτισμὸς εἶναι νὰ θεωρήσεις τὸ γάμο σου ὡς ἕνα δρόμο αὐτογνωσίας καὶ ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸν ἐγωισμό σου. Πολιτισμὸς εἶναι ἡ μαγειρική, ἡ διασκέδαση, τὸ πανηγύρι, ὁ χορός. Πολιτισμὸς εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ μουσική, μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ δυνατὲς πλευρὲς τῆς ἀνθρώπινης δημιουργίας, καὶ ἡ ζωγραφική, τῆς ὁποίας τὸ ἀποκορύφωμα, στὴν Ἐκκλησία, ἦταν νὰ ἀπεικονίσει τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες ἐκδηλώσεις καὶ ἐκφράσεις, μποροῦν νὰ μετουσιωθοῦν, νὰ ἐνταχθοῦν στὴν προοπτικὴ τῆς ἁγιότητας.

Μεγαλώσαμε σ’ ἕναν πολιτισμὸ ποὺ ἔβαζε ὡς στόχο τὸ «ἀμήχανον κάλλος» τῆς ἁγιότητας. Σήμερα ἀντιμετωπίζουμε ἕναν πολιτισμὸ ὁ ὁποῖος πάει μόνο μέχρι τὸ κάλλος ἑνὸς χιτώνα σχεδιασμένου ἀπὸ διάσημους μόδιστρους. Μάθαμε ἀπὸ τὸ δικό μας πολιτισμὸ ὅτι ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνας, ψυχὴ καὶ σῶμα, ἡ ὀμορφιὰ πρέπει νὰ διατρέχει ὅλες του τὶς ἐκδηλώσεις, τὸ σπίτι του, τὰ ροῦχα του, τὸ φαΐ του. Σήμερα ἀντιμετωπίζουμε ἕναν πολιτισμὸ ὅπου ἡ αἰσθητικὴ ἔγινε εἰδικότητα γιὰ «μυημένους» καὶ τὰ ἔργα τέχνης εἴδη κατανάλωσης γιὰ φουσκωμένα βαλάντια. Κι ἐνῷ κάποτε ὅταν λέγαμε «πολιτισμὸς» ἐννοούσαμε μιὰ ποιότητα ποὺ διακρίνει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρώπου, σήμερα ἐννοοῦμε τὶς «πολιτιστικὲς ἐκδηλώσεις» τῶν φεστιβὰλ ποὺ συνοδεύουν τὴν καθημερινὴ ἀσχήμια τῆς σύγχρονης ζωῆς καὶ δυστυχῶς δὲν παρηγοροῦν τὸν ἄνθρωπο. Ἐνῷ κάποτε ὁ πολιτισμὸς ἦταν κτῆμα καὶ τόπος τῆς κοινότητας, σήμερα ἐπικρατεῖ ὁ κατακερματισμὸς καὶ ἡ αὐτάρκεια τῶν «καλλιεργημένων».

Αὐτὲς οἱ ἀναπόφευκτες συγκρίσεις, τὶς ὁποῖες πιστεύω κάνει μέσα του ὁ καθένας μας, ἀντανακλοῦν στὴν πραγματικότητα τὰ φοβερὰ διλήμματα ποὺ ἀντιμετωπίζουμε, ὡς πρόσωπα ἀλλὰ καὶ ὡς λαὸς μὲ μακραίωνη παράδοση. Εἶναι ἐνδείξεις καὶ γιὰ τὶς φοβερὲς ἀντιφάσεις στὶς ὁποῖες περιπίπτουμε ἐνίοτε ὡς κοινωνία, ἀφοῦ περάσαμε, μὲ πολὺ γρήγορους ρυθμούς, ἀπὸ τὴν ἀγροτιὰ σ’ αὐτὸ ποὺ λένε μεταμοντέρνο. Βρεθήκαμε δηλαδὴ ξαφνικὰ στὸ μάτι τοῦ κυκλώνα κι ἐνῷ οἱ γονεῖς μας θερίζαν μὲ τὸ δρεπάνι ἐμεῖς περιπλανόμαστε στὸν «οὐ τόπον» τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητας.

Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνδείξεις ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι ἔχουμε μπροστά μας ἕναν ἀγώνα πολιτισμοῦ. Θὰ ἔλεγα μάλιστα ἕναν τιτάνιο ἀγώνα πολιτισμοῦ. Ὄχι γιὰ νὰ κρατήσουμε κάποιο φολκλόρ, ἢ γιὰ νὰ μείνουμε πιστοὶ σὲ κάποια ἰδέα περὶ πολιτισμικῆς ἢ φυλετικῆς καθαρότητας. (Γιατὶ πολλὲς φορὲς ἡ ἀναζήτηση τῆς παράδοσης καὶ τῆς ταυτότητας μετατρέπονται σὲ προσχήματα καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἀπομόνωση καὶ τὸν φυλετισμό). Ἀλλὰ γιὰ νὰ βροῦμε, νὰ γνωρίσουμε, ν’ ἀγαπήσουμε καὶ νὰ κρατήσουμε τὴν πραγματικὴ βάση τοῦ δικοῦ μας πολιτισμοῦ, τῆς δικῆς μας ὀρθόδοξης ἑλληνικῆς παράδοσης, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἐλευθερία. Εἴμαστε κληρονόμοι ἑνὸς πολιτισμοῦ ἐλευθερίας.

Ἀνοίγεται λοιπὸν μπροστά μας ἕνα μακρὺ στάδιο μαθητείας, γνωριμίας, ἐξοικείωσης μ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ πατέρες καὶ πρόγονοί μας. Καὶ ἂν μάθουμε νὰ ἀφουγκραζόμαστε τὴ φωνὴ τοῦ τόπου μας, τότε δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μᾶς ἀγγίξει ἡ σύγχυση τοῦ σύγχρονου κόσμου. Γιατὶ αὐτὴ ἡ φωνὴ ἐπαναλαμβάνει σιγανὰ μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες πώς: Ὁ κάθε ὡραῖος χιτώνας τοῦ κόσμου τούτου (τὸ κάθε ἔργο πολιτισμοῦ), μπορεῖ – ἂν τὸ θελήσουμε – ν’ ἀγγίξει τὸ φῶς, νὰ γίνει δίαυλος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

 

Τὸ ἄρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στὸ λογοτεχνικὸ περιοδικὸ τῆς Λευκωσίας «Ὕλαντρον», τεῦχος Νοεμβρίου 2001. Αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”, τεύχος 310, Ιανουάριος 2019, μέσα στα πλαίσια αφιερώματος με τον γενικό τίτλο «Εκκλησία και Πολιτισμός».

Το χαρακτικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα (“Χωριάτισα”, 1974) αποτελεί δημιουργία του Ράλλη Κοψίδη.

1 σχόλιο

  1. Τραγικότητα : Συγκινούνται με τον αισθησιασμό και όχι με το μυστήριο. Το πολιτιστικό κατάντησε δούρειος ίππος για το πνευματικό. Και η παιδεία έθεσε στόχο του Γολγοθά τα αργύρια, ούτε τον Θεό μα ούτε τον άνθρωπο. e- cave το νέο πολιτισμικό μοντέλο, σκιές από «επαυξημένη πραγματικότητα» ψευδαισθήσεων. Παραθέτω τον διορατικό λόγο του Σαραντάρη από το δοκίμιο «Συμβολή σε μια φιλοσοφία της ύπαρξης» το όποιο δημοσιεύτηκε το 1937:
    Ἀλλά τό πράγμα δέν τελειώνει ἐδῶ. Στήν ἐποχή μας διάφορες «θεωρίες», πού τίς χαρακτηρίσαμε ἀντιπνευματικές καί πέρα γιά πέρα ἡδονιστικές καί πεισιθάνατες, πᾶν νά ἀντικαταστήσουν τίς παραδόσεις ἐκεῖνες πού καλύπτουν, μέ τό πνευματικό περιεχόμενό τους, ὄχι μονάχα τό μυαλό ἤ τίς αἰσθήσεις μας, τή «fisica», ἀλλά καί τό πνεῦμα ἤ τή «metafisica» τοῦ Σολωμοῦ («Στοχασμοί τοῦ ποιητή»), δηλαδή ὁλόκληρο τό πεδίο ἤ «τή συνολική πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου»•…Καί, χωρίς νά ὑπερβάλλομε, μποροῦμε νά παρατηρήσομε σήμερα πώς οἱ «θεωρίες» αὐτές, ἄν ὄχι τίποτα ἄλλο, ἔχουν γιά τόν περισσότερο κόσμο γράψει μιά προσημείωση, νά τό ποῦμε ἔτσι, ἀπάνω στήν πνευματική κληρονομιά τῶν πατέρων μας. «Ὑφίσταται ἕνας θάνατος» -λέει ὁ Σαραντάρης- «πού εἰσέρχεται στή θεωρία μας τοῦ κόσμου, καί μέ τήν παρουσία του μπορεῖ νά γεμίσει τή συνολική πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου• αὐτός ὁ θάνατος διευθύνει στό θάνατο ὄχι ἕναν μόνον ἄνθρωπο, ἀλλά μιά κοινότητα ἀνθρώπων• καί γιά τοῦτο εἶναι ὁ πιό ἐπικίνδυνος» 29. Δίχως νά τό καταλαβαίνουν, ἀπό τή φύση τους ἤ ἀπό τήν ἐφήμερη καταβολή τους, οἱ «θεωρίες» αὐτές «εἶναι θεωρίες πού θυσιάζουν τόν ἄνθρωπο στό θάνατο, καί δέν τό γνωρίζουν• εἶναι διαστροφές πού γεννήθηκαν άπό ἕναν ἀχαλίνωτο ἡδονισμό•… Γι’ αὐτό ἡ πίστη μας στήν ὕπαρξη ὀφείλει νά γίνει κοσμοθεωρία -κοσμοθεωρία ἐδῶ ὄχι μέ τή δυτική σημασία τοῦ Weltanschauung, ἀλλά μέ τήν εὐαγγελική τοῦ πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη (Κατά Ματθ.ΚΗ΄,19)-• γιατί δέν ἀρκεῖ ν’ ἀναγκάσεις τούς ἀνθρώπους προορισμένους στό θάνατο, ἀλλά καί τίς θεωρίες τους, τίς τόσο φλύαρες, πρέπει νά ἐξουδετερώσεις καί ὕστερα ν’ ἀντικαταστήσεις» (ibid.).».

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here