Ἄβυσσος καί αὐτονομία κατά τὸν Κ. Καστοριάδη καί κατά τήν ἀνάβαση τῆς Μ. Ἑβδομάδας

0
2939

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεστοὺς ὁρισμοὺς τῆς θρησκείας, στὸ πλαίσιο τῆς ὀντολογίας τοῦ κοινωνικοῦ, εἶναι αὐτὸς ποὺ τὴν ἀναγνωρίζει καὶ τὴν ὁριοθετεῖ ὡς τὴν παρουσίαση καὶ συγχρόνως τὴ συγκάλυψη τῆς Ἀβύσσου, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναδύεται ἡ ἀνθρωπότητα.[1] Ἡ ἀνάδυση ἀπὸ αὐτὸ τὸ Χάος/Ἀπύθμενο πραγματοποιεῖται ὡς ρέουσα ρήξη, ποὺ ρέπει πρὸς τὴν ἀναγωγὴ τῶν πάντων στὰ ἴδια καὶ δομεῖται ὡς ἕνα διαρκῶς ἀναζητούμενο νόημα ἡδονικὰ σολιψιστικό.[2] Καὶ εἶναι στὸ σημεῖο αὐτὸ ποὺ δημιουργοῦνται οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις γιὰ τὴ γένεση τῆς ἑτερόνομης κοινωνίας, ἀναλόγως τῆς διαχείρισης αὐτοῦ τοῦ νοήματος. Ἂν ἡ ὁλικὴ ἀπαίτησή του παραμείνει απόλυτη, ἡ ψυχὴ τῆς ἀνθρωπότητας θανατώνεται. Γι’ αὐτὸ ἐπιλέγεται, κι αὐτὸ συνιστᾶ τὴ γενετικὴ συνθήκη τῆς ἑτερονομίας, ἡ ἐπιβίωση μέσῳ τοῦ θεσμοῦ. Ὁ ρόλος δὲ τοῦ θεσμοῦ εἶναι ἀκριβῶς νὰ ἐπιβάλλει τὴ φαντασιακὴ σημασία ἢ ἀλλιῶς, τὴ φιλοδοξία τοῦ κορεσμένου νοήματος, γεγονὸς βέβαια ποὺ ποτὲ δὲν ἐπιτυγχάνεται πλήρως.

Εἶναι λοιπὸν ἡ θέσμιση ποὺ ταυτίζει εἶναι καὶ σημασία κι ἐδῶ ἑδράζεται ἡ ἄρρηκτη σύνδεση θρησκείας καὶ ἑτερονομίας.[3] Καὶ οἱ δύο δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπιτυχημένη ἀπόπειρα μεταμφίεσης τῆς Ἀβύσσου. Καθὼς τῆς δίνουν ὄνομα, τόπο καὶ παράσταση καταπραΰνοντας τὴν ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπότητας νὰ σταθεῖ μὲ γενναιότητα ἔναντι τοῦ Χάους – τῆς πραγματικῆς δηλαδὴ ὕπαρξής της. Αὐτῆς ποὺ ἀνέγγιχτη ἀπὸ κάθε ἔξωθεν σύμβαση ἵσταται ἀποδεχόμενη τὴν πραγματικότητα τοῦ θανάτου σὲ κάθε ζωή, τὴν παρουσία τοῦ μὴ-νοήματος σὲ κάθε νόημα.

Αὐτη ἡ καλοχωνεμένη πρόσληψη, μέσα στὴν καστοριαδικὴ ἰδιαιτερότητα, μαρξικῶν καὶ χαϊντεγκεριανῶν σχημάτων, (ἐννοεῖται ὅτι ὁ πολὺς Καστοριάδης κάτι τέτοιο θὰ τὸ θεωροῦσε μομφὴ) βεβαιώνει τὸ Ἱερὸ ως τὴ θεσμικὴ-ὁμοιωματικὴ (δηλ. ψευδαισθητικὴ) ὑποστασιοποίηση τῆς Ἀβύσσου. Ἡ φαντασιακὴ ἔνδυση τοῦ ἀτόμου ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ θέσμιση μὲ ἀρχή, αἰτία καὶ σκοπὸ ξεριζώνει τὸ ἄτομο ἀπὸ τὸ ἐνθάδε ριζώνοντάς το συγχρόνως στὴν ἀνακύκλωση τοῦ κοινωνικοῦ, ποὺ εὐθύνεται γι’ αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος εἶναι.

Ἀβίαστα λοιπὸν προκύπτει ὅτι ἡ ἀπελευθερωτικὴ ἀπαγκίστρωση ἀπὸ τὸ μάγμα τῶν ἑτερόνομων θεσμίσεων, πίσω ἀπὸ τὸ παραπέτασμα τῶν ὁποίων ἐπιλέγει τὸ ἄτομο καὶ ἡ κοινωνία νὰ κρυφτοῦν, γιὰ νὰ κατασιγάσουν τὴν Ἄβυσσο ποὺ εἶναι, συνιστᾶ τὸ πρόταγμα τῆς αὐτονομίας. Ἡ αὐτοθέσμιση μάλιστα θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Καστοριάδη ὡς ὀντολογικὸ ἄνοιγμα αὐτο-ανασυγκρότησης κόσμου καὶ ἀνθρώπου.[4] Ἔτσι, τὸ γεγονὸς τῆς σημασιοδότησης δὲν χρειάζεται καμία ἐξωκοινωνικὴ πηγὴ καθὼς δὲν ὑπάρχει οὔτε δωρεοδότης, οὔτε ἐγγυητὴς τοῦ νοήματος πέραν αὐτοῦ ποὺ πλάθεται μέσα στὴν ἱστορία ἀπὸ τὴν ἴδια.[5]

Ἡ ἑρμηνευτικὴ κριτικὴ τῆς θρησκείας ἀπὸ τὸν Καστοριάδη ὀρθῶς πραγματεύεται τόσο τὸ ζήτημα τῆς γεννήτριας Ἀβύσσου, ὅσο καὶ τὸν κατευναστικὸ ρόλο τῆς ὑπερβατικότητας στὴν οἰκεία ἐμμένεια. Ἡ ἐδῶ κρινόμενη ὀρθότητα ὅμως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὅδευση τοῦ βίου, κατὰ τὴν ὁποία ὁ βαθμὸς τῆς καθησυχαστικῆς ἀσφάλειας τοῦ διαβάτη ἀποτελεῖ κριτήριο ἀνάλογης παρέκκλισης. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅσο ἀπερίσταλτη συντελεῖται ἡ ὑπαρκτικὴ ἱζηματοποίηση ἀπὸ τὴν ἀποσάθρωση τοῦ εἶναι, ποὺ προκαλεῖ ἡ τριβή του μετὰ τοῦ κόσμου, τόσο ἡ Ἄβυσσος ἐντός του κορέννυται. Ἀνάλογη τοῦ κορεσμοῦ εἶναι ἡ στόμωση τῆς κριτικῆς. Ἔτσι κατανοεῖται τὸ ψαλμικὸ «ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται».[6] Ἡ μετάληψη τοῦ ὄντως εἶναι προϋποθέτει τὴν ἀ-πορία. Ἡ φιλοκαλία τῆς ζωογόνου κένωσης ἑλκύει χορτασμὸ[7] καινό, δηλαδὴ ἀκόρεστο.

Ἡ ἀνάβαση στὴν ὁποία καλεῖ ἡ ὑμνολογία τῆς Μ. Ἑβδομάδας εἶναι ἐγκεντρισμένη καὶ στὴν ἔννοια τῆς Ἀβύσσου. Ἡ ποιήτρια Κασσιανὴ ἀναρωτιέται γιὰ τὴν Ἄβυσσο τῶν κριμάτων τοῦ Ἔχοντος ἀμέτρητον τὸ ἔλεος.[8] Ἡ παρακλητικὴ καὶ δοξολογικὴ ἐπίκληση αὐτῆς τῆς Ἀβύσσου ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς χοϊκῆς Ἀβύσσου, αὐτῆς ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς ὁποίας ἀναζητᾶ ἀνάσυρση ἡ πόρνη[9]: ἡ ὕπαρξη ποὺ διέρρηξε τὸν προστατευτικὸ ἰστὸ τῆς αὐτάρκειας πέφτοντας στὸ κενό, ποὺ μὲ περισσῆ μαεστρία ἀποκρύπτει ἡ μακιγιαρισμένη μὲ βεβαιότητα θρησκευτικὴ ἢ ἄθεη κατασφάλιση στὸ ἴδιον.

Ἡ ἀνεξιχνίαστη Ἄβυσσος τοῦ Πλάστη θέλοντας νὰ δεξιωθεῖ τὴν κατ’ εἰκόνα Του Ἄβυσσο τοῦ ἐλεύθερου πλάσματος προσέλαβε τὸ κτιστὸ ἀφοῦ πτώχευσε,[10] μὲ τὴ συγκλονιστικὴ αἰτιολογία ὅτι «τὸ Θεὸς οὐχ ἁρπαγμὸν εἶναι ἡγησάμενος».[11] Ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὁ ἄνωθεν ἐπιβαλλόμενος ἐξουσιαστής, ἡ δύναμη καὶ τὸ κύρος τοῦ Ὁποίου συνιστοῦν μιὰ ἀναντίρρητη ἀπάντηση στὸ γεγονὸς τοῦ εἶναι. Ἡ Θεότητά Του δὲν εἶναι τὸ κατακτητικὸ αὐτονόητο τῆς Υἱότητας τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ἡ κενούμενη Ἄβυσσος ποὺ συν-χωρεῖ ὑποδεχόμενη τὴν Ἄβυσσο τῆς ἑτερότητας. Ἡ Θεότητα δὲν ἀποκαλύπτεται ὡς ἰσχύς, ἀλλὰ ὡς ἐρωτικὸ ἄδειασμα, ὥστε ἡ Ἄβυσσός Της νὰ φιλοτεχνεῖ σεβαστικὰ ἕτερη Ἄβυσσο δεκτικὴ καὶ συγχρόνως, ἀλλὰ ἄστοχα, ἀναιρετικὴ τοῦ ὑπαρκτικοῦ αὐτοῦ πλούτου.

Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ ἀντιεξουσιαστικὴ πρόταση τοῦ Ἑλκόμενου σαρκωθέντος πρὸς τοὺς μαθητὲς «ἀλλήλλοις ὑποταγέντες»,[12] κάνει τὴν καστοριαδικῶς καταγγελλόμενη ἑτερονομία νὰ κατακρημνίζεται ἀναπροσδιοριζόμενη σὲ πλήρη ἀντιστοιχία μὲ τὴν παύλεια παραίνεση «μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου» (Α´ Κορ. 10, 24). Ἀποδεικνύεται ἔτσι ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑτερονομία δὲν εἶναι ὁ αὐθαίρετος ἐξωκοινωνικὸς καθορισμός, ἀλλὰ ἡ καινὴ θέσμιση, ἡ ἐκ τοῦ αὐτοθέλητου κενοῦ πρὸς φιλοξενία τῆς Ἀβύσσου τοῦ ἑτέρου στὴ συνθήκη τοῦ πάντοτε ἀνοικτοῦ ἐδῶ καὶ τώρα. Εἶναι τὸ βάθος τῶν παθημάτων τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου,[13] ποὺ φανερώνει τὸ Ἀπύθμενο τῆς ἐρωτικῆς πληρότητας, ὅπου καὶ ἀναβαπτίζεται κάθε ἀπόπειρα κοινωνικῆς θέσμισης μὲ ὑπογραμμὸ θυσιαστικῆς συναλληλίας. Στὴν ἐκρηκτικὴ αὐτὴ δυναμικὴ κάθε ἀντίρροπο ἐγχείρημα Ἀβύσσου, ἐγκυστωμένου στὸν προστατευτισμὸ ἔξωθεν ἢ καὶ ἔσωθεν, ἐξίσου μυωπικοῦ προκαθορισμοῦ, μοιάζει μὲ «φρέαρ συντετριμμένον».[14] Ὅπως ὅμως ὁ ὑμνωδὸς διαβεβαιώνει, ὁ Νυμφίος, τὴν ἀκόρεστη καταβόθρα αὐτοῦ τοῦ φρέατος, «ἐκώλυε καταπιεῖν»[15] τοὺς ἐθισμένους νὰ διαβαίνουν ἐπὶ τοῦ μάγματος τῶν περίκλειστων – ἀκοινώνητων σημασιῶν. Αὐτὸ δὲ τὸ κώλυμα τοῦ ἑκουσίως σφαγιασθέντος Ἐραστῆ δὲν ἐπιβάλλεται. Ἡ ἀνάκληση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀπωλεσθεῖσα ἀκεραιότητα, ἀλλιῶς, ἡ ἀφὴ τοῦ ριζικοῦ τῆς κορεσμένης Ἀβύσσου, συντελεῖται χωρὶς καμία στανικὴ σωτηρία καθὼς «εἱρκτῇ κατακλείεται ὁ τὴν ἄβυσσον κλείσας».[16] Ὁ ποιητὴς ἐδῶ θυμίζει ὅτι τὸ κλείσιμο τῆς κοσμικῆς Ἀβύσσου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τῆς ὑπερχειλοῦς Ἀβύσσου τοῦ Δημιουργοῦ Λόγου, κατὰ τὸ κοσμοείδωλο τῆς ἐποχῆς, μὲ σκοπὸ τὴν κλητικὴ ἀνάδυση τῆς Ἀβύσσου τῆς κτιστῆς ἑτερότητας. Ὁ Πλάστης λοιπὸν αὐτοσμικρύνεται κενωτικὰ στὴν εἱρκτὴ τοῦ γεώδους ἀναπόδραστου, γιὰ νὰ ἀνασύρει δημιουργία καὶ ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν «τεχνητὴ» Ἄβυσσο τῆς ἀκοινώνητης χθαμαλότητος, ὥστε νὰ ἐπαναδιανοιχθοῦν οἱ εἴσοδοι τῆς ζωῆς.[17]

Συνεπῶς ἡ, ὀρθὴ κατὰ τὰ ἄλλα, καστοριαδικὴ διάγνωση τοῦ φαντασιακοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῆς Ἀβύσσου ἀπὸ τὴν ἑτερονομία τοῦ Ἱεροῦ, δὲν ἐπαληθεύεται ἀπὸ τὸ ζητούμενο τῆς ἐκκλησιοποιούμενης βιοτῆς. Κατ’ αὐτὴν ὁ κορεσμὸς τῆς Ἀβύσσου συνιστᾶ τὴν καταστατικὴ συνθήκη τοῦ θανάτου, τὴν ὑπαρκτικὴ ἀστοχία, ποὺ οἰκειώνεται τὴν περίκλειστη, αὐτεπίστροφη καὶ γι’ αὐτὸ ἀδιέξοδη ροπὴ τοῦ κτιστοῦ.

Στὸν τόπο ποὺ ὀνομάζει ὁ χῶρος τῆς περιχωρητικῆς κένωσης καμία ἔξωθεν θέσμιση δὲν εἰσβάλλει αὐτόκλητη. Τὸ «ἀμὴν» τῆς Θεοτόκου εἶναι ἡ ἀναγκαία γιὰ τὸν Θεὸ κατάφαση στὸν ἐρωτηματικό Του πόθο νὰ ἐγκαινιάσει τὸ ἀπελευθερωτικὸ γεγονὸς τῆς συνεργείας κτιστοῦ – Ἀκτίστου. Κάθε ἄνωθεν νόμος διυλίζεται στὴν ἀπλήρωτη ἀπὸ σημασιολογικὲς συμβάσεις Ἄβυσσο τῆς ἀπαράγραπτης ἑτερότητας. Ὁ ἑκουσίως μηδενιζόμενος Θεὸς προσλαμβάνει μόνο ὅταν ἐλευθέρως προσλαμβάνεται. Κάθε θέσμιση λοιπὸν ἀπαιτεῖ ὄχι ἁπλῶς τὴ συγκατάνευση σὲ μιὰ προσθήκη ἄνωθεν κατερχόμενη, ἀλλὰ τὴν ἵδρυσή της ἐντὸς τοῦ ἐνδεχόμενου φορέα της καὶ τοῦ περιβάλλοντός του. Ἡ συνεργειακὴ αὐτὴ αὐτονομία ἐκτείνεται μέχρι τὴ διαπίστωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι «δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται» (Α´ Τιμ. 1, 9) θεωρώντας βέβαια αὐτονόητη τὴν ἐναντίωση στὴν ἑτερόνομη ἀνάθεση τῆς θέσμισης κατὰ τὸ ψαλμικὸ «μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία».[18] Ὁ πολίτης αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος «εἰς τὴν μὴ ὑποκειμένην νόμῳ ζωὴν εἰσῆλθεν, νόμος γεγονὼς Ἐκκλησίας καὶ μὴ ἀρχόμενος ὑπὸ νόμου. Ἡ δὲ ἐλευθέρα ἐστὶν ἡ μὴ ὑποκειμένη νόμῳ ζωή·».[19] Ἢ ὅπως ἡ Θεοτόκος ἐμπειρία τοῦ Νέου Θεολόγου θὰ καταθέσει γιὰ τοὺς τοιουτοτρόπως πολιτευόμενους ὅτι: «νομοθέται καὶ αὐτοὶ μᾶλλον ὄντες ἢ νόμου φύλακες».[20]

Ὁ νόμος δὲν εἶναι μιὰ ἀντικειμενικὴ νόρμα, ποὺ θεσπίζεται κατὰ τὴν παθητικὴ ἀποδοχὴ τῆς ἐξωκοινωνικῆς ὑπερβατικότητας. Ὑποστασιοποιεῖται, δηλαδὴ πλάθεται ἀενάως ἐπαληθευόμενος ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ ἀναφορὰ τῆς ἑτερότητας, ἡ Ἄβυσσος τῆς ὁποίας μεταποιεῖται ἀτέλεστα ἀπὸ ὄρυγμα θανάτου καὶ κατακρήμνισης ἐντός της κάθε ἑτέρου, σὲ τόπο ἐλεύθερης δεξίωσης του. Ἡ αὐτόκλειστη περατότητα τοῦ κτιστοῦ λοιπὸν καθίσταται κατὰ τὸν ἀβυσσαλέο αὐτοστροβιλισμό της ἱδρυτικὴ ἀρχῶν. Καὶ ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ αὐτὴ πλεκτάνη ἡ καστοριαδικὴ αὐτονομία ἀδυνατεῖ νὰ ἐξέλθει, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ ἐνδοκοινωνικό της πρόταγμα νὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων φαλκιδευμένο καὶ ἀναιρετικὸ τῶν ἀξιώσεών του ὡς μὴ ἄν-αρχο. Ἀντιθέτως, ἡ συνεργειακὴ Ἄβυσσος τῆς ἐν τῷ Λόγῳ ἔνθεσης συντελεῖται ἀδιακόπως αὐτοκρινόμενη, καὶ συνεπῶς ἄν-αρχη, μὲ ὑλικὰ ἐπαλήθευσης τοῦ κοινοῦ τρόπου, ὅπως ἡ κενωτικὴ ἀλληλοπεριχώρηση μαστορεύει. Ἔτσι ἀποτρέπεται ἡ παγίωση ἀρχῶν, ποὺ κρίνουν ἀλλὰ δὲν κρίνονται, δηλαδὴ ἡ χειραγώγηση ἀπὸ θεσμικὰ εἴδωλα αὐτοβεβαίωσης.

Αὐτονομία λοιπὸν φύεται κατὰ τὴν πολιτεία ὅπου ὁ ἕτερος στὴν ἀνεπανάληπτη μοναδικότητά του βρίσκει τόπο ἐντός μου. Εἰδάλλως, ἡ αὐτονομία ἐκπίπτει στὴν αὐτοβαυκαλιζόμενη αὐτονόμηση ἀπὸ τὸν ἕτερο. Ὁ ἀνοίκειος αὐτὸς ἑαυτὸς ὡς τέτοιος πληρώνει τὴ βοερή του Ἄβυσσο μὲ ἐναποθέσεις ἀπὸ τὰ συντρίμια τοῦ ἑτέρου, ποὺ ὁ ἴδιος προκαλεῖ, δομώντας ἀκλόνητη καὶ ἀπροσπέλαστη τὴν ἑτερονομία.

***

Εἶναι περισσότερο ἀπὸ βέβαιο ὅτι τόσο ὁ ἴδιος ὁ Καστοριάδης, ὅσο καὶ οἱ θιασῶτες τῆς στιβαροῦς καὶ πολύτιμης κατάθεσής του, ἀπορρίπτουν τὰ παραπάνω ὡς ματαιοπονία ἐξωραϊσμοῦ τῆς ἑτερονομίας. Ἡ ἀπόφανση αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ὀρθὴ καθὼς τὸ πλαίσιο τῆς ὀντολογικῆς ἀνοικτότητας τῆς καστοριαδικῆς αὐτονομίας εἶναι ἀνοικτὸ ἐντὸς τῶν ὁρίων ποὺ ἡ μονοστιβὴς ἐνθαδικότητα ἐπιβάλλει. Καὶ αὐτὸ κατεξοχὴν ἀναφέρεται καὶ στὰ ἀσύμπτωτα μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς ἐργαλεῖα της. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἑρμηνευτικὴ τῆς θρησκείας κριτική του ἴσως νομιμοποιεῖ τήν, ἐγνωσμένων προϋποθέσεων, ἀπόπειρα διαλόγου μαζί της.

Σημειώσεις

[1] Κορνήλιος Καστοριάδης, Χῶροι τοῦ ἀνθρώπου, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, ἐκδ. Ὕψιλον, Ἀθήνα 1987, σ. 291.

[2] Στὸ ἴδιο, 275.

[3] Στὸ ἴδιο, 284.

[4] Στὸ ἴδιο, 327.

[5] Στὸ ἴδιο, 336.

[6] Ψ. 41, 8.

[7] Ψ. 106, 9: «Ὅτι ἐχόρτασε ψυχὴν κενὴν καὶ ψυχὴν πεινῶσαν ἐνέπλησεν ἀγαθῶν».

[8] Ὄρθρος Μ. Τρίτης, Ποίημα Κασσιανῆς.

[9] Στὸ ἴδιο, στιχηρὰ ἰδιόμελα.

[10] Ὄρθρος Μ. Πέμπτης, Εἱρμὸς ᾨδῆς γ´.

[11] Ὄρθρος Μ. Δευτέρας, Τροπάριον ᾨδῆς α´.

[12] Ὄρθρος Μ. Πέμπτης, Οἶκος.

[13] Ὄρθρος Μ. Παρασκευῆς, Μακαρισμοί.

[14] Στὸ ἴδιο, Αἴνοι.

[15] Στὸ ἴδιο, Δοξαστικὸ ἀπόστιχων.

[16] Ἐσπερινὸς Ἀποκαθηλώσεως.

[17] Ὄρθρος Μ. Σαββάτου, ᾨδὴ α´.

[18] Ψ. 145, 3.

[19] Νικήτα Στηθάτου, Τρίτη γνωστικῶν Κεφαλαίων ἑκατοντάς, PG 120, 1004 C.

[20] Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κατηχητικὸς Λόγος 28, SC 113, 90-91.

 

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Ο χριστός μπροστά στον Πιλάτο”, 2017) είναι έργο της, ουκρανής, Ivanka Demchuk.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here