Ἀποτυχία τῆς Πολιτικῆς; Ἢ ἀστοχία τῆς Ἱστορίας;

2
50

Γιώργος Καστρινάκης

Ἡ μετάπτωση ἐκτυλίχθηκε ταχύτατα: Ἀπὸ ἕνα κλῖμα παλλαϊκοῦ ἐνθουσιασμοῦ, κατὰ τὶς πρῶτες ἑβδομάδες διακυβέρνησης τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, σὲ ἕνα κλῖμα πάνδημης κατάθλιψης, ἀμέσως κιόλας μετὰ τὴν ἑβδομάδα τῶν ἀπανωτῶν “εὐρωδιασκέψεων”.

Ἡ ἥττα θεωρήθηκε καταφανής, ἡ ταπείνωση αὐτονόητη, ἡ διάψευση ὁριστική.

Ἐνῷ ἡ ἐλπίδα ἐκείνη ποὺ εἶχε ἀναχθεῖ σὲ βασικὸ προεκλογικὸ σύνθημα ἀναστράφηκε τόσο σαρωτικά, ὥστε ἡ ἀπελπισία δὲν ἐκτονώθηκε κἂν σὲ θυμό: Ἕνα βουβὸ μαράζι ψυχῆς ἔδειξε νὰ ὑποδέχεται ὅλο τὸ ἐναπομένον συναίσθημα.

Ὅλοι τὸ ξέραμε, φαίνεται, πὼς ἡ ἀποτυχία καὶ αὐτῆς τῆς ἀπόπειρας, θὰ ἦταν ἡ ἀποτυχία αὐτῆς καθαυτὴν τῆς πολιτικῆς προσδοκίας.

Δυὸ σχεδὸν αἰῶνες εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας (ἐν πολλοῖς καὶ προσωπικῆς αὐτεπιβεβαίωσης) θρυμματίζονταν μέσα στὴ βαθειὰ ἀπορία, ἐξαχνίζονταν μέσα στὴν πλατειὰ ἀπογοήτευση.

Τὸ «ἐδῶ καὶ τώρα», ποὺ κάποτε ἰσοδυναμοῦσε μὲ συγκλονισμό, καταστάλαζε ἤδη σ’ ἕνα μυστικὸ παράπονο ἀναπροσανατολισμένο πιὰ πρὸς τὸν ἑαυτό − καθὼς εἶχε ἐξαντληθεῖ, εὐτυχῶς, ὁ κατάλογος τῶν δακτυλοδεικτούμενων «προδοτῶν» τῆς λαχτάρας μας.

 

Πῶς ἀλλιῶς, ὡστόσο; Πῶς θὰ ξεπερνούσαμε τὰ ἀποτελέσματα τῆς κρίσης, ὅταν δὲν εἴχαμε − σὲ διάρκεια πέντε συναπτῶν ἐτῶν διαθρυλούμενου σπαραγμοῦ − ἀξιωθεῖ, κατὰ διάνοιαν ἔστω, νὰ ἐντοπίσουμε τὶς αἰτίες της;

Ἀκόμα περισσότερο: Ὅταν ἡ ἴδια ἡ ἐρώτηση, διὰ τῆς ὁποίας θέλουμε νὰ ἀνατάμουμε τὸ ζήτημα («Ποιά ἀπ’ τὶς δύο πλευρὲς ἐπιφορτίζεται μεγαλύτερη εὐθύνη, οἱ πολιτικοὶ ἢ οἱ πολίτες;») μᾶς καθηλώνει στὸν “λειτουργικὸ ἀναλφαβητισμὸ” νὰ τὸ κατανοοῦμε ὑπὸ τὴν παιδαριωδία μιᾶς φανατικὰ δημοσιογραφικῆς ἐπιφανειακότητας.

 

Διότι τὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς ταλανίζει μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ “ἀνικανότητα” ἢ ἡ “διαφθορά”. Τὸ πρόβλημα ποὺ  κ α θ ο ρ ί ζ ε ι  τὴ  μ ο ῖ ρ α  μας, ὅμως, εἶναι ἡ ἀλογία − δηλαδὴ ὁ καταποντισμὸς τῶν ἀλληλοκατανοήσεων. Ἐν οἷς καὶ ἡ κατανόηση τῆς Ἱστορίας.

Ἀπὸ τὴν ὁποία κ α ὶ  μ ό ν ο προκύπτουν ἡ ἀνικανότητα καὶ ἡ διαφθορά − ἢ μᾶλλον προκύπτει, ἀναπόφευκτα, μόνο ἀνικανότητα καὶ μόνο διαφθορά!

Τὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς ἀφορᾶ, ἐπὶ τέλους, δὲν εἶναι ἡ ἀποτυχία τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης κυβέρνησης, εἶναι ἡ Ἀποτυχία τῆς Ἱστορίας. Κατὰ βάθος μάλιστα, εἶναι ἡ ἀποτυχία μας νὰ δικαιώσουμε (νὰ ἀποδώσουμε στὴ Δικαιοσύνη) τὴν Ἐλευθερία μας.

 

Τὸ ἀτομικὸ δρᾶμα, ἂς ἐπαναλάβω, τοῦ καθενός μας εἶναι ὅτι γιὰ τὴν ἀποτυχία αὐτὴ ἔχουν πάψει νὰ φταῖνε οἱ ἐχθροί μας, νὰ φταῖνε οἱ ὁποιοιδήποτε «αὐτοί», νὰ φταῖνε οἱ κακοί (ποὺ δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ ὅτι ὑπάρχουν) συμπολίτες μας − νὰ μᾶς φταῖνε ἔστω οἱ «σκευωροί»: Γιὰ μιὰ κοινωνία ποὺ στέλνει τὸν ὑπουργὸ Οἰκονομικῶν της νὰ διαπραγματευτεῖ μὲ ἐν ἐπιγνώσει τὴ διακινδύνευση ρήξης, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ αὐτὴ ἔχει… ξετινάξει τὶς τράπεζες, τὸ ποιός τῆς φταίει ποὺ στὴν διαπραγμάτευση καταρρέουμε θὰ τὸ δεῖ τὴ στιγμὴ μοναχὰ ποὺ θὰ ρίξει μιὰ ματιὰ στὸν καθρέφτη της.

Ἂν ἀνακρίνουμε ἄλλωστε λίγο ἀπαιτητικώτερα τὶς ἀφηγήσεις μας, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι στὰ πλαίσια τοῦ περιώνυμου Πελατειακοῦ Συστήματος, τὸ πάνω χέρι τὸ διέθετε πάντοτε, ἀποκλειστικά, ὁ πελάτης: Καθόσον ὁ ρόλος τοῦ “πωλητῆ” ἑξαρτιόταν ὁλωσδιόλου ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ “ἀγοραστῆ”. Ἂν τυχὸν ὁ δεύτερος δυσαρεστεῖτο, ὁ πρῶτος (στὴν ἀμέσως ἑπόμενη ἐκλογικὴ εὐκαιρία) θὰ εἶχε ἁπλούστατα… ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴ θέση του.

Κι ἐφόσον ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, ἡ ἀποτυχία τοῦ ΣΥΡΙΖΑ δὲν ἔχει διόλου διάφορη αἰτία ἀπὸ τὴν ἀποτυχία τοῦ ΠΑΣΟΚ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀποτυχία τῆς Νέας Δημοκρατίας: Μποροῦμε εὔκολα νὰ θυμηθοῦμε − γιὰ παράδειγμα − ὅτι τὸ ἴδιο ἐκλογικὸ σῶμα ποὺ ἀνέκαθεν ἐλεεινολογοῦσε τὴν ἀνειλικρίνεια τῶν ἐντολοδόχων του, τιμώρησε μὲ ἀνελέητες 10,5 τὶς μονάδες τῆς ἥττας τὸν πρῶτο στὰ χρονικὰ πρωθυπουργὸ ποὺ βρῆκε τὴν εὐθύτητα νὰ τοῦ γνωστοποιήσει ὅτι ἦταν ἀναγκασμένος νὰ παγώσει − ἁπλῶς − τὶς τιμὲς τῶν μισθῶν του… Ποὺ εἶχε τολμήσει νὰ τοῦ πεῖ τὴν ἀλήθεια!

 

Ἡ ἀποτυχία τῆς παροῦσας κυβέρνησης εἶναι, μὲ ἁπλὲς λέξεις, ἡ «ἀποτυχία» τῆς Ἱστορίας νὰ συρρικνωθεῖ σὲ ἐπίπεδο Διαχείρισης.

Εἶναι ἴσως κι ἡ ἀποτυχία τοῦ ἐνεστῶτος λαοῦ νά… βιώσει τόν… μύθο του. Ἀντ’ αὐτοῦ μάλιστα, καταφεύγει (διὰ μέσου τῶν ὁριστικοποιούμενων ἰδιωτικοποιήσεων) στὴν ἔσχατη ἐκποίηση τῶν πατρογονικῶν του θησαυρισμάτων προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει τὰ καινούργια του… δάνεια. Χωρὶς οὔτε κἂν μέσα σὲ μιὰ τέτοια συνθήκη νὰ διερωτᾶται κατὰ τί λοιπὸν διαφέρει ἀπὸ τόν… χθεσινὸ ἑαυτό του (ἀπὸ τοὺς πατεράδες του, συγκεκριμένα, κι ἀπὸ τοὺς παπποῦδες του) τόσο ὥστε νὰ ἔχει ἀντιστρέψει τελείως τὰ ἐνδοοικογενειακὰ πάρε-δῶσε: Ἐκεῖνοι τοῦ δάνειζαν. Ὁ ἴδιος ὅμως προκρίνει νὰ δανείζεται ἀπὸ τοὺς γυιούς του.

 

Ἀποτυχία τώρα τῆς Ἱστορίας νὰ συμπτυχθεῖ σὲ ἁπλὴ Διαχείριση (δηλαδὴ σὲ Πολιτική) σημαίνει σαφῶς ὅτι τὸ δίπολο «Ψηφοφόροι – Ἐψηφισμένοι» δὲν ἀρκεῖ ἐπ’ οὐδενὶ γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὰ πραττόμενα. Ἡ προσέγγισή μας καλεῖται νὰ ἐμβαθύνει − τὸ ὁριστικὸ ὅμως δρᾶμα εἶναι πώς, κι ὅταν ἀποφασίσει νὰ τὸ δοκιμάσει, τὰ ἐφεδρικὰ Στερεότυπα τῆς κρατοῦσας ἀντίληψης ἐνεδρεύουν πρὸ πολλοῦ γιὰ νὰ διακρατήσουν ἀδιαφανὲς τὸ τοπίο. Πιὸ κοινόχρηστο, ἀνάμεσά τους, τὸ ἀπόφθεγμα ὅτι γιὰ “τὸ κακὸ τὸ ριζικό μας” μᾶς φταίει ὅτι δὲν ἔχουμε − ὑποτίθεται − διεκλάβει “Διαφωτισμό”.

Εἶναι ὅμως περιττὸ νὰ σταθεῖ κανείς, ἰδιαίτερα, σὲ μιὰ τέτοια ἐθελοτυφλία: Νὰ μὴ βλέπει ἂς ποῦμε ὅτι τὸ πρόβλημα εἰσῆλθε στὴν ἱστορία μας διὰ μέσου της γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου − τῆς πρώτης, ἀκριβέστατα, «διαφωτισμένης» (δηλαδή, ἀποϊεροποιημένης) ἀπὸ τὶς γενεὲς ἡγητόρων μας.

Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐθελοτυφλίας ὅμως ἐτούτης μπορεῖ, τὴν ἴδια στιγμή, νὰ μᾶς ἀνοίξει γιὰ πρώτη φορὰ τὰ μάτια στὰ τοπία τῆς ἀληθινῆς ἐπιγνώσεως:

Τὸ ὅλο ζήτημα διακυβεύεται πάνω στὸ τί κατανοοῦμε γιὰ κυρίως κρίση. «Κρίση» ἄραγε εἶναι ἡ ἀπώλεια τῶν Πραγμάτων − ἢ «κρίση» εἶναι πρωτίστως ἡ διαγραφὴ τοῦ Νοήματος;

Ἂν τυχὸν ἡ ἀπάντησή μας κλίνει πρὸς τὴ δεύτερη ἀπὸ τὶς ἐκδοχὲς ἐτοῦτες, τότε γίνεται διάφανο ὅτι ὁ τρίτος (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Λαὸ καὶ τοὺς Πολιτικοὺς Ἐκπροσώπους του) παράγοντας τοῦ ἱστορικοῦ μας γίγνεσθαι, μπορεῖ καὶ νὰ ἔχει τὴν κυριαρχικώτερη μεταξύ τους θέση − μπορεῖ ἐν τέλει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ καθοριστικὰ μᾶς ἐξουσιάζει.

Ὁ τρίτος αὐτὸς πόλος, τότε, ἀναδεικνύεται νὰ μὴν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐκείνη ἐξουσία τὴν ὁποία προσωποποιεῖ − ἐν παντὶ τόπῳ καὶ καιρῷ − ἡ Διανόηση.

 

Ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ καταλήξουμε σὲ ἕνα τέτοιο συμπέρασμα, πάντως, ἀλλάζει ριζικὰ ἡ ἡμερήσια διάταξη (νεοελληνιστί: ἀτζέντα) τόσο τῶν ζητουμένων ὅσο καὶ τῶν συζητουμένων μας.

Ἀλλάζουν λέω, πρῶτα πρῶτα, οἱ διαμοιβὲς μεταξύ μας.

Ἐνόσω ἀντίθετα ἡ “ἀτζέντα” ἐτούτη μένει πεισματικὰ καθηλωμένη στὴ θεματολογία ἐκείνη ποὺ μᾶς ὑποβάλλουν τὰ δελτία εἰδήσεων, ἡ ἐλπίδα γιὰ ἀνάκτηση τῆς Ἱστορίας θὰ ὁδηγεῖται σὲ ὑποκλιμακουμένη, μὲ κάθε νέα καμπή, τὴν ἀπογοήτευση πρὸς τὴν κατάθλιψη.

 

Μεῖζον ὁπότε ζήτημα στὴ νέα ἡμερήσια διάταξη γίνεται τὸ δίπολο τοῦ λόγου καὶ τῆς ἀλογίας. (Τί ἀπὸ τὰ δυὸ θὰ ἐπιλέξουν νὰ ἐκπροσωπήσουν οἱ διανοούμενοί μας.) Ἐνῷ ὡς ἄμεση προέκτασή του ἀναδεικνύεται τὸ δίπολο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνελευθερίας. Ἡ ἀποτυχία τῆς ἱστορίας, ὅπως ξανὰ σημειώσαμε, εἶναι ἡ ἀποτυχία νὰ συνδυάσουμε μὲ δικαιοσύνη τὴν ἐλευθερία μας. Στὸ ὁρόσημο ἐτοῦτο τῆς συλλογικῆς βιοτῆς, ἐπανέρχεται βίαια ἡ εἰσήγηση τῆς  ὠ μ ῆ ς  ἀνελευθερίας − μὲ ἐνδελεχῶς ἀναποδογυρισμένες, ὡστόσο, τὶς λέξεις αὐτοπροσδιορισμοῦ της: Εἶναι ἡ εἰσήγηση τοῦ «Νεοφιλελευθερισμοῦ» − ὁ ὁποῖος ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀφαίρεση, ἀπολύτως συγκεκριμένα, τῆς ἐλευθερίας. «Μιᾶς καὶ δὲν ἀποδειχθήκατε ἄξιοι τῆς ἐλευθερίας ποὺ σᾶς ἐμπιστεύτηκαν τὰ σοσιαλιστικὰ πειράματα», εἶναι σὰ νὰ μᾶς λέει, «ὡς μόνη λύση ἀπομένει ὁ στυγνὸς καταναγκασμός».

Ἡ πρόκληση γιὰ τὴ Ἀριστερὰ εἶναι πράγματι δραματική: Ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη (ὄχι τὴ λεκτική) ἀπάντησή της θὰ ἐξαρτηθεῖ ἂν εἰσήλθαμε ὄντως στὸ Τέλος τῆς Ἱστορίας, κι ἂν τὸ τέλος αὐτὸ ταυτίζεται μὲ ἐκεῖνο ποὺ ὁ Καστοριάδης πρῶτος κατονόμασε ὡς βαρβαρότητα.

Ἡ παρουσία τῆς Ἀριστερᾶς, κατὰ τούτη τὴν ἔννοια, ἐκπροσωπεῖ ἕνα πολιτικὸ ἐπιζητούμενο ἀσυλλήπτως ζωτικὸ καὶ ἐπίκαιρο: Τό (συνταρακτικὰ χριστιανικό) «στοίχημα» ἂν προβαίνει μπορετὸ νὰ ὑπάρξει κοινωνία στὴν ὁποία Κίνητρο τῆς ἀνθρώπινης πράξης νὰ μὴν εἶναι τὸ Κέρδος.

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ δὲν ἔχει ἀξιωθεῖ νὰ δεῖ, μέχρι στιγμῆς, ἡ ἀριστερὴ πολιτικὴ ἀναζήτηση εἶναι ὅτι τὸ ζητούμενο αὐτό, προκειμένου νὰ κερδηθεῖ, προαπαιτεῖται ἕνα σύνολο Πολιτιστικὸ Στερέωμα ποὺ νὰ ἀρθρώνεται σὲ “ὅλως ἄλλο” ἄξονα ἀπὸ τὸν σημερινό: Ἕνα σύμπαν ποὺ θὰ τολμᾶ ἐγκαθιστᾶ, ξανά, στὸ κέντρο τῆς αὐτοσυνειδησίας του ἀκέραιες τὶς Ἱερὲς Σημασίες!

«Ὁ μὴ συναγαγὼν μετ’ ἐμοῦ, σκορπίζει» μᾶς εἶχε, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἐπισημάνει Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς τῶν ἐπιθυμιῶν μας. “Ἰσχυρισμὸς” τὸν ὁποῖο ἡ Ἱστορία, ἀπὸ τότε καὶ ἔπειτα, δὲν ἔχει σταματήσει − μάλιστα, μὲ θυελλώδη συχνότητα − νὰ πιστοποιεῖ.

 

Τὸ πραγματικὸ λοιπὸν δίλημμα γιὰ τὴν Ἀριστερὰ τοῦ παρόντος εἶναι ἂν θὰ ἀποφασίσει νὰ προ-οδεύσει ἕνα βῆμα «μετὰ» τὸν Καστοριάδη. (Ἕνα βῆμα μετὰ τὴν ἀντιχριστιανικότητα.) Ἡ ὁρόσημη ρήση τοῦ ὁποίου θὰ εἶχε ζωτικὴ σημασία νὰ ἀναδιατυπωθεῖ σήμερα ὡς: Ἐπανευαγγελισμὸς ἢ Αὐτοματαίωση.

Μόνο ποὺ ὁ ἀναστοχασμὸς αὐτὸς δὲν ἀφορᾶ, ὁριοθετημένα, ἕνα πολιτικὸ κόμμα: Ἀφορᾶ, στὴν ὁλότητά τοῦ πληρώματός του, τὸ σύνολο στρῶμα τῶν διανοουμένων ἀνθρώπων τοῦ τόπου μας.

Παρεκτός… Παρεκτὸς ἂν ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἀποφασίσει, γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ συστάσεώς του, ἀντὶ γιὰ ρόλο ἀκολούθου τῆς ἐπικρατοῦσας σκέψης νὰ ἐπιλέξει ταυτότητα πρωτογενοῦς Συλλογικοῦ Διανοούμενου γιὰ τὸν ἑαυτό του.

Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση οἱ τροπὲς τῆς ἱστορικῆς μας «εἱμαρμένης» θὰ συναπαντοῦσαν, ὄψη − ναί − πρὸς ὄψη, τὴν αὐτεξουσιότητα.

 

Γράφτηκε στα τέλη Φεβρουαρίου. Δημοσιεύθηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 2015 στὸ περιοδικὸ «Νέα Εὐθύνη»

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Χρήστου Μποκόρου

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Εξαιρετικός Γιώργο! “Μεῖζον ὁπότε ζήτημα στὴ νέα ἡμερήσια διάταξη γίνεται τὸ δίπολο τοῦ λόγου καὶ τῆς ἀλογίας. (Τί ἀπὸ τὰ δυὸ θὰ ἐπιλέξουν νὰ ἐκπροσωπήσουν οἱ διανοούμενοί μας.) Ἐνῷ ὡς ἄμεση προέκτασή του ἀναδεικνύεται τὸ δίπολο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνελευθερίας”. Αυτό, ακριβώς, είναι το ζήτημα και το ζητούμενο!

    Ελπίζω να σε ακούσει κανείς, μήπως τότε ακούσει και εμένα.

  2. Aγαπητέ κύριε, μία και μόνον μία παρατήρηση: Για ποιά “Αριστερά” μιλάτε; Τι σημαίνει σήμερα “Αριστερά”; Ποιά είναι η επικρατούσα ιδεολογία, (ο “μέσος όρος”) της “Αριστεράς”; Εν τέλει, υπάρχει κάποιος συσχετισμός της έννοιας αυτής (δηλ. “Αριστερά”) με την ισχύουσα πραγματικότητα; Τι ακριβώς εννοούμε, ΣΗΜΕΡΑ, στην Ελλάδα, όταν λέμε “Αριστερά”; Σας παρακαλώ διαφωτίστε με διότι ακριβώς έτσι όπως και η έννοια της “Δεξιάς” έχει καταστεί στην πράξη ασαφής το ίδιο -εγώ τουλάχιστον- θεωρώ ότι ισχύει και με κάθε άλλη ιδεολογία ή και ιδεολόγημα. Δεν νομίζετε; Και αν όντως έτσι νομίζετε, καιρός δεν είναι να βρούμε κάτι άλλο ώστε να συγκροτήσουμε το κοινωνικό μας γίγνεσθαι, ΕΚΤΟΣ της ισχύουσας πολιτικής …τραγωδίας;

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here