Χρειάζεται τη Θεολογία ο Σύγχρονος Άνθρωπος ;

0
91

Αρσένιος Μέσκος

Νομίζω ότι πρέπει νά ξεκινήσω κάνοντας μιά θεμελιώδη διευκρίνηση καί νά πώ ότι κατά τήν γνώμη μου ο σύγχρονος άνθρωπος δέν βρίσκεται εδώ μέσα αλλά εκεί έξω. Όχι ότι εμείς δέν είμαστε σύγχρονοι, αλλά δέν είμαστε αντιπροσωπευτικοί, δέν εκφράζουμε τόν μέσο σύγχρονο έλληνα. Όπως θά φανεί στήν συνέχεια αυτή η παρατήρηση έχει κάποια σημασία γιά τήν προσέγγιση πού θέλω νά κάνω στήν ερώτηση τού τίτλου τής εκδήλωσης.

Η ηλικία μου είναι τέτοια ώστε όταν πρίν 25 χρόνια ήρθα σέ επαφή μέ τήν σύγχρονη θεολογία, αυτή είχε ήδη περάσει τήν άνοιξή της. Έτσι αβίαστα προσέλαβα τήν άποψη, πού εν πολλοίς ενέπνευσε αυτήν τήν θεολογική άνοιξη, ότι ο σύγχρονος κόσμος έχει πολλά νά πάρει από τήν ὀρθόδοξη θεολογία. Όταν δέ πλησίαζε ο καιρός γιά τήν ένταξη στήν Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε ακόμα περισσότερο φαινόταν νά διανοίγονται λαμπρές προοπτικές γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία. Γιά νά μήν αναφέρω τίς πολύ γνωστές δηλώσεις τού Ράνσιμαν γιά τό ένδοξο μέλλον τής Ορθοδοξίας κατά τόν 21ο αιώνα.

Όμως καθώς τά χρόνια περνούσαν καί γνώριζα πιά τα πράγματα από πρώτο χέρι, άρχισα να διαισθάνομαι ότι κάτι δέν πάει καλά σέ αυτήν τήν εικόνα. Μελετώντας τήν ιστορία καί τήν εξέλιξη τών ιδεών κατάλαβα ότι ο δυτικός κόσμος έκανε σκληρό αγώνα γιά νά απαλλαγεί από τήν θεολογία καί ότι η ελληνική κοινωνία έκανε καί αυτή τόν δικό της σχετικό αγώνα πού έφθασε σέ μιά κορύφωση τήν περίοδο μετά τήν πτώση τής δικτατορίας. Όπως ήταν φυσικό θεώρησα αυτήν τήν εξέλιξη ως κάτι τό θεμελιωδώς κακό, κάτι πού αντανακλάται στόν τρόπο πού αντιμετώπισα τά διάφορα θέματα πού διαπραγματεύτηκα στό βιβλίο μου “Η Αγιότητα καί ο Πολιτισμός τής Πληροφορίας”.

Η συνέχεια όμως μού επεφύλαξε αναπάντεχες εκπλήξεις. Τά χρόνια, όπως ξέρετε, προσθέτουν πείρα καί αυτή η πείρα διεύρυνε αφάνταστα τήν εμπιστοσύνη μου στήν πρόνοια τού Θεού, αλλά καί τήν εμπιστοσύνη μου στόν άνθρωπο. Αυτή η εμπιστοσύνη σιγά σιγά μού φανέρωσε ότι τά πράγματα καλώς έγιναν όπως έγιναν καί καλώς έχουν όπως έχουν.

Λοιπόν όσο μπορώ νά καταλάβω ο σύγχρονος έλληνας είναι πολύ ευτυχής πού έχει απαλλαγεί από τήν επίδραση τής θεολογίας καί εννοώ ότι ακόμα κι’ άν αποδέχεται ή σέβεται τήν Εκκλησία ως θεσμό, εν τούτοις δέν επιτρέπει καθόλου τήν θεολογία της νά αγγίξει τήν ζωή του, γι’ αυτό καί είναι εντυπωσιακά αθεολόγητος. Είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτού τού γεγονότος οι δημοσιογράφοι πού ασχολούνται μέ τό εκκλησιαστικό ρεπορτάζ. Πολλοί από αυτούς δέν είναι σέ θέση νά διακρίνουν τήν ακολουθία τού εσπερινού από τήν Θεία Λειτουργία!

Όμως αυτή είναι μόνο η μία όψη τού νομίσματος. Πάλι από όσο μπορώ νά καταλάβω ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται αφόρητα έντονη τήν ανάγκη γιά μεταφυσική καί θεολογία καί τό φαινόμενο αυτό έχει πάρει μαζικές διαστάσεις μετά τήν πτώση τού κομμουνισμού. Όμως από τήν νέα αυτή πίτα μεταφυσικών καί θεολογικών ενδιαφερόντων ένα πολύ μικρό ποσοστό έρχεται στήν ὀρθόδοξη θεολογία. Τό κυρίως ρεύμα στρέφεται οπουδήποτε αλλού. Νομίζω ότι αυτό είναι εύκολα ψηλαφητό, π.χ. μάς τό δείχνουν οι κυκλοφορίες τών σχετικών βιβλίων καί περιοδικών είτε τής εκλαϊκευμένης επιστήμης είτε αυτών πού εμείς περιφρονητικά αποκαλούμε νεοεποχίτικα. Άν τό σκεφτούμε λίγο καλύτερα θά προσέξουμε ότι αυτά ανταποκρίνονται στίς θεολογικές ανησυχίες τής εποχής.

Πώς όμως γίνεται σέ μιά τόσο ὀρθολογικοκρατούμενη εποχή νά υπάρχει τόσο έντονη αναζήτηση τής μεταφυσικής καί τής θεολογίας; Ίσως νά υπάρχουν καί άλλοι λόγοι, όμως κατά τήν γνώμη μου τό γεγονός αυτό είναι απόρροια τού συγχρόνου τρόπου ζωής. Ο άνθρωπος σήμερα, στίς δυτικές κοινωνίες, ζεῑ μέ πρωτόγνωρη ένταση σέ όλα τά επίπεδα. Παράγει πολλά, καταναλώνει πολλά, γνωρίζει πολλά, αισθάνεται πολλά, σέ όλα του τά επίπεδα βρίσκεται κοντά στό μέγιστο τών δυνατοτήτων του. Η ζωή όμως ποτέ δέν εξελίσσεται όπως τήν προγραμματίζει κανείς, πάντα μάς εκπλήσσει καί έτσι συχνά πυκνά ο άνθρωπος βρίσκεται στήν περιοχή τών υπαρξιακών ορίων του. Αλλά ξέρουμε καλά ότι η περιοχή αυτών τών ορίων είναι μιά προνομιακή περιοχή γιά τήν εμφάνιση-ανακάλυψη τού Θείου. Ο σύγχρονος άνθρωπος λοιπόν, ακόμα καί όταν είναι πνιγμένος στήν κατανάλωση καί τήν μέριμνα, εν τούτοις διαβαίνει αυτήν τήν περιοχή καί φαίνεται ότι ο Θεός δέν έχει ενδοιασμούς στό νά αγγίξει τήν ψυχή του, διαψεύδοντας τίς προσδοκίες όλων μας, όσων θεωρούμε τόν εαυτό μας προνομιακά παιδιά τού Θεού.

Αυτό όμως πού έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι οι περιοχές αυτές είναι περιοχές ζωής καί όχι θανάτου. Έτσι η μεταφυσική καί θεολογική αναζήτηση τού σύγχρονου ανθρώπου είναι αναζήτηση ζωής είναι αναζήτηση περί τού πώς θά μπορέσει νά ζήσει τήν ζωή του, είναι περισσότερο ανάγκη νά κατανοήσει τόν εαυτό του, τόν συνάνθρωπό του καί τόν κόσμο στόν οποίο ζεί καί όχι η μεταθανάτια κατοχύρωσή του.

Από εδώ καί πέρα ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο, τί σημαίνει τό γεγονός αυτό γιά τήν ὀρθοδοξη θεολογία; Σαράντα καί περισσότερα χρόνια από τήν ανακάλυψη τών ριζών μας η θεολογία βρίσκεται στήν ίδια περίπου γωνία πού βρισκόταν καί τότε καί η Εκκλησία παραμένει γιά τόν σύγχρονο άνθρωπο περισσότερο ένας αξιοσέβαστος φορέας τελετουργίας, παρά φορέας Αληθείας. Τί άραγε φταίει, είναι στραβός ο γυαλός ή εμείς αρμενίζουμε στραβά. Επί χρόνια πίστευα ότι φταίει κάτι άλλο, ότι φταίει τό μάρκετιγκ, έχουμε δηλαδή καλό προϊόν αλλά δέν τό προσφέρουμε μέ τόν σωστό τρόπο. Έτσι οι άνθρωποι δέν τό καταλαβαίνουν καί δέν μπορούν νά τό εκτιμήσουν καί κυρίως νά τό αξιοποιήσουν.

Η τελειότης τού προϊόντος μας είναι ένα ιερό ταμπού γιά τήν Ορθόδοξη Εκκλησία. Η κατοχή τής αληθείας είναι μιά κεντρική σταθερά τής σκέψης μας. Μιά σταθερά μέ μεγάλο ιστορικό φορτίο πού όμως στέρησε πολύ νωρίς από τήν Εκκλησία τήν αναζητηση τής αληθείας μιά καί αυτή είναι δεδομένη καί παραδεδομένη από τό παρελθόν. Όλοι εμείς, θεολόγοι κληρικοί καί απλοί πιστοί έχουμε ενσωματώσει μέσα στά κατάβαθα τής ύπαρξής μας μιά άποψη, τό ότι ο Θεός «έβρεξε» αλήθεια μόνο στήν ανατολική λεκάνη τής Μεσογείου καί μόνο μέχρι μιά κάποια χρονική στιγμή, τόν 7ον τόν 10ον ή έστω τον 14ον αιώνα. Γιά τόν υπόλοιπο πλανήτη δέν περίσσεψε σχεδόν τίποτα, τήν δέ περίπτωση νά έμεινε καί λίγη αλήθεια γιά τούς ανθρώπους τού, άς πούμε, 24ου αιώνα ούτε στόν ύπνο μας δέν βλέπουμε. Μελετώντας λοιπόν τήν θεολογική παραγωγή δέν μπορώ παρά νά διακρίνω αυτήν τήν βαθειά πεποίθηση, έτσι ώστε ότι λέγεται νά έχει φανερά ή κρυφά απολογητικό σκοπό, νά αποδείξει αυτήν τήν άποψη, ότι η Ορθοδοξία τά έχει όλα, καί άν τώρα κάποιοι άλλοι ανακαλύπτουν κάτι νέο, δέν πρόκειται γιά κάτι όντως νέο, αυτό ήδη έχει ανακαλυφθεί από τούς πατέρες.

Όμως στ’ αλήθεια πού στηρίζουμε μιά τέτοια πεποίθηση; Υπάρχει τρόπος άραγε νά υποστηρίξουμε τήν άποψη ότι ο Θεός είναι αιωνίως δεσμευμένος μαζί μας καί μάλιστα ασχέτως από τήν δική μας συμπεριφορά. Στ’ αλήθεια τό παράδειγμα τών Εβραίων δέν μάς διδάσκει τίποτα; Δέν ξέρω πώς τά καταφέρνουμε αλλά πάντα βρίσκουμε τόν τρόπο νά δικαιολογούμε τόν εαυτό μας, καί έτσι η θεολογία μας γίνεται απολογητική καί αυτοδικαιωτική καί όχι σπάνια έντονα ναρκισσιστική. Αυτήν τήν στρέβλωση μπορεί κανείς νά τήν διακρίνει σχεδόν σέ όλους τούς σύγχρονους θεολόγους. Θά τολμούσα νά πώ ότι κανείς δέν αισθάνεται νομιμοποιημένος, άν δέν υπηρετεί ή έστω αποδέχεται αυτήν άποψη τού δοξασμού τής Εκκλησίας καί τής Ορθοδοξίας πού πάει χέρι-χέρι μέ τήν καταδίκη τής Δύσης.

Έτσι οι μεγάλες ανατροπές πού σηματοδότησαν τήν σύγχρονη εποχή έμειναν πεισματικά έξω από τό ὀπτικό πεδίο τής θεολογίας. Καθώς λοιπόν τό 1492 μέ τήν ανακάλυψη τής Αμερικής ο κόσμος μεγάλωσε δραματικά η ὀρθόδοξη θεολογία αρνήθηκε νά ανακαλύψει καί αυτή τήν Αμερική καί συνέχισε την πορεία της ως ο Θεός νά δημιούργησε μόνο τήν ανατολική λεκάνη τής Μεσογείου. Οι νέες χώρες καί οι λαοί πού τίς κατοικούσαν έμειναν στό περιθώριο κάποιων ασαφών γραφικών χωρίων καί έτσι η ζωή καί οι δημιουργίες τους παραμένουν μέχρι σήμερα γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία χωρίς νόημα, δηλαδή α-νόητες. Δισσεκατομύρια ανθρώπων μέ ζωή χωρίς νόημα!

Αλλά καί ο κόσμος εξακολουθεί νά αποτελείται από γή, φωτιά, νερό καί αέρα μέ αποτέλεσμα ακόμα καί τό 2001 νά χρειάζεται κάποια ψυχή γιά νά ζωοποιεί τό σώμα. Η απαίτηση γιά τήν κατοχή από τήν Εκκλησία τής αληθείας τόσο αποστέωσε τήν σκέψη μας ώστε ακόμα καί σήμερα νά λέμε ότι τό κέντρο τού ανθρώπου είναι η καρδιά καί έτσι νά δημιουργούμε θέμα γιά τίς μεταμοσχεύσεις. Ή ακόμα ότι πρό τής πτώσεως δέν υπήρχε φθορά καί επομένως δέν υπήρχε γάμος!

Άραγε όμως η εκκλησιαστική κατάσταση αντιστοιχεί σέ μιά κατάσταση κάποιας κοινότητας πού αυτή ξέρει τήν αλήθεια γιά τόν άνθρωπο τόν κόσμο καί τήν ζωή; Πολύ δύσκολα θά μπορούσε κάποιος νά υποτηρίξει κάτι τέτοιο, η σύγκριση μέ τούς άλλους, τούς εκτός Εκκλησίας είναι πολλές φορές καταλυτική εις βάρος μας. Βέβαια η απάντηση είναι εύκολη, οι πραγματικοί χριστιανοί είναι λίγοι, ελάχιστοι, άς πούμε ο γ. Παΐσιος, ο π. Πορφύριος, ο π. Ιάκωβος, καί ο γέροντας τής μονής μας ή τής περιοχής μας καθώς καί κάποιοι άλλοι πού δέν φαίνονται. Σίγουρα υπερβάλω κάπως, όμως άν τό καλοσκεφθούμε η θεολογία μας θα δυσκολευτεί πολύ νά δώσει νόημα στήν ζωή καί τήν ύπαρξη όλων τών άλλων, αυτών δηλαδή πού δέν θέλουν νά γίνουν άγιοι. Καί η άποψη ότι όλοι ελπίζουμε στό έλεος τού Θεού, γιά μιά μέλλουσα εσχατολογική αποκατάσταση, δέν είναι παρά μιά υπεκφυγή από τό πρόβλημα πού μάς οδηγεί σέ άλλα ερωτήματα, όπως π.χ. είναι άραγε ο Θεός ένας τόσο αποτυχημένος Δημιουργός;

Όταν κανείς θέτει τέτοια ερωτήματα συνήθως προκαλεί τήν έκλυση λάσπης. Η λάσπη αυτή είτε έχει αποδέκτη τόν ίδιο, λάσπη τού τύπου: δέν μπορεί παρά νά είναι πλανεμένος γιά νά λέει τέτοια πράγματα. Είτε λάσπη κατά τών συγχρόνων ανθρώπων πού είναι έκλυτοι καλομαθημένοι καί τεμπέληδες καί δέν ενδιαφέρονται γιά τήν θρησκεία καί έτσι ακόμα καί όταν τύχει καί γίνουν κληρικοί ή μοναχοί αποτυγχάνουν. Είτε λάσπη κατά τής επιστήμης καί τής επιστημονικής γνώσης πού φυσιοί καί άλλωστε δέν μπορούμε νά ξέρουμε άν αύριο θά έχει αλλάξει καί θά λέει άλλα. Αυτά καί άλλα πολλά επιστρατεύονται έτσι ώστε νά μπορέσουμε νά γυρίσουμε πλευρά καί νά συνεχίσουμε τόν μακάριο ύπνο μας, περιμένοντας τήν επόμενη οικουμενική σύνοδο, πού ξέρουμε καλά ότι δέν πρόκειται ποτέ νά γίνει, τουλάχιστον όσο ζούμε, γιά νά μάς λύσει τά προβλήματα καί τίς απορίες πού συσσωρεύονται γιά αιώνες.

Θά ήθελα νά επισημάνω κάτι από τήν ζωή τής Εκκλησίας στά χρόνια τής ακμής της. Γιατί άν είναι νά εμπνευστούμε από τήν ιστορία μας δέν είναι λογικό νά τό κάνουμε από τά χρόνια τής παρακμής αλλά τής ακμής, τότε πού διαμορφώθηκε καί γιγαντώθηκε η θεολογία μας. Οι πατέρες λοιπόν δέν αφήσαν αναπάντητη καμμιά από τίς προκλήσεις πού δεχθήκαν. Ο Μ. Αθανάσιος δέν είπε μήν ακούτε τόν Άρειο γιατί είναι αιρετικός, όπως θά έκαναν οι περισσότεροι σημερινοί εκκλησιαστικοί άνθρωποι, αλλά διαλέχθηκε μαζί του καί τόν πολέμησε μέ κύρια όπλα τήν πειθώ, τήν οποία τήν οικοδόμησε πάνω στήν λογική επιχειρηματολογία. Καί οι μεγάλοι Καππαδόκες πατέρες δέν δίστασαν νά χρησιμοποιήσουν τήν επιστημονική γνώση τής εποχής τους, είτε μιλώντας γιά τήν δημιουργία τού κόσμου καί τού ανθρώπου, είτε κυρίως γιά τήν διατύπωση τού Τριαδολογικού δόγματος όπου χρησιμοποίησαν τήν αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Καί δέν εφυγομάχησαν ποτέ, δέν αρνήθηκαν τό δικαίωμα στούς ανθρώπους τής εποχής τους νά έχουν απορίες καί ούτε τούς εγκλώβισαν στά κείμενα τών προγενεστέρων τους πατέρων. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έδωσε νέα δική του πνοή καί νέες δικές του διαστάσεις στά κείμενα τών παλαιοτέρων πατέρων πού ερμήνευε γιά νά μπορεί νά ανταποκριθεί στά ερωτήματα τής εποχής του.

Αυτή η δημιουργική επαφή μέ τά προβλήματα τά ερωτήματα καί τίς αναζητήσεις τής σύγχρονης, κάθε φορά, εποχής, χάθηκε από τήν θεολογία μας εδώ καί πολλούς αιώνες καί έτσι φθάσαμε σήμερα η θεολογία νά είναι ένα κλειστό σύστημα σκέψης πού ζεί στόν κόσμο της καί πού δέν επαληθεύεται ούτε κάν στόν δικό της τόν εκκλησιαστικό χώρο. Καί εν τούτοις εξακολουθεί νά διεκδικεί τά πρωτεία τής γνώσης ακόμα καί στόν σημερινό κόσμο. Ένα κόσμο πού έχει αλλάξει δραματικά καί πού αλλάζει μέ ακόμα πιό δραματικούς ρυθμούς σέ όλα ανεξαιρέτως τά επίπεδα. Καί όμως εμείς εξακολουθούμε νά θέλουμε νά δίνουμε ή φανταζόμαστε ότι μπορούμε νά δώσουμε απαντήσεις σέ πλήθος νεοφανών προβλημάτων μέ εννοιολογικό καί γνωστικό εξοπλισμό, στήν καλύτερη περίπτωση, τού ύστερου μεσαίωνα.

Δέν αγνοώ ούτε υποτιμώ τήν προσπάθεια πού έγινε τίς τελευταίες δεκαετίες από πολλούς καί σημαντικότατους θεολόγους. Όχι μόνο δέν υποτιμώ αλλά εκτιμώ καί σέβομαι γιά νά μήν πώ θαυμάζω όλους τούς θεολόγους τής προηγούμενης γενιάς στούς οποίους ὀφείλω καί εγώ τόσα πολλά. Όπως είπα καί στήν αρχή έχω μάθει νά εκτιμώ τόν άνθρωπο. Άν τελικά τά αποτελέσματα δέν είναι αυτά πού θά θέλαμε, κατά τήν δική μου κατανόηση, δέν ὀφείλεται στήν ανικανότητα ή τήν αναξιότητα τών συγκεκριμμένων ανθρώπων, αλλά θά έλεγα σέ μιά σειρά λανθασμένων αυτονόητων πού όμως μόλις κανείς τά βγάλει από τόν χώρο τού απυρόβλητου, παύουν νά είναι αυτονόητα.

Δέν νομίζω λοιπόν ότι είναι απορίας άξιον γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος είναι παγερά αδιάφορος γιά τήν θεολογία μας. Καί θά σάς πώ ότι αισθάνομαι ανακούφιση γι’ αυτό. Είμαι ευτυχής, γιατί τά χρόνια πού νόμιζα ότι ήξερα, δέν πρόφθασα νά κάνω κακό παρά μόνο σέ πολύ λίγους, γιά τό οποίο βέβαια πάντοτε θά μετανοώ. Γιατί μιά θεολογία πού ελίμνασε επί τόσο διάστημα στήν αυτοδικαίωση καί ως κριτήριο αληθείας έχει τά κείμενα καί μόνο, δέν μπορεί νά είναι αληθινή. Καί άν δέν είναι αληθινή βλάπτει σοβαρά τήν πνευματική, τήν ψυχική καί ενδεχομένως καί τήν σωματική υγεία. Γιατί αυτό πρέπει νά είναι τό πρόβλημά μας. Όχι τό image μας, τό image τής Εκκλησίας, αλλά η αληθινότητα τής Εκκλησίας καί αυτό δέν είναι κάτι τό δεδομένο. Γιατί η Εκκλησία δέν μπορεί νά είναι κάτι άλλο από εμάς, δέν μπορεί αυτή νά είναι αληθινή καί εμείς νά είμαστε ψεύτικοι. Καί τό πρόβλημά μας είναι τελικά ότι στήν ιεραρχία τών αξιών μας δέν είναι η αλήθεια αλλά τό image.

Όλα αυτά λίγο πολύ σχεδόν ο καθένας τά αντιλαμβάνεται, μέ τόν τρόπο του βέβαια. Εν τούτοις είμαστε τόσο ζυμωμένοι μέ τήν μεγάλη μας ιδέα πού δέν μπορούμε νά φαντασθούμε ότι τά πράγματα είναι απλά έτσι. Έχω τήν εντύπωση ότι θά περιμένετε τώρα νά σάς δώσω τό happy end, νά σάς πώ δηλαδή τό πώς παρ’ όλα αυτά η παράδοσή μας είναι η μόνη αληθινή καί τά συνήθη υπόλοιπα. Όμως θέλω νά πώ ακριβώς τό αντίθετο. Δέν ξέρω τί συμβαίνει σέ κάποια άλλη Εκκλησία πού ίσως υπάρχει κάπου αλλού, αλλά στήν Εκκλησία τής οποίας είμαι μέλος καί λειτουργός καί ξέρω καί ξέρετε, η αλήθεια λείπει καί περισσεύει τό ψέμμα. Δέν νομίζω λοιπόν ότι αυτό ὀφείλεται στήν κακότητα τών μελών της, αλλά στήν λανθασμένη θεολογία της!

Είναι πράγματι πολύ δύσκολο νά μένουμε μετέωροι, είναι πραγματικά πολύ δύσκολο νά πιστεύουμε στόν Θεό καί όχι στήν Ορθοδοξία μας είναι πραγματικά πολύ δύσκολο νά αγαπούμε τόν Χριστό καί όχι την θρησκεία μας. Όμως είναι πιά τελείως απαραίτητο νά ωριμάσουμε, γιατί ο κόσμος μας αλλάζει τόσο δραματικά πού δέν υπάρχει πιά αξιόπιστη γραμμή αμύνης. Πρέπει επειγόντως νά αληθεύσουμε καί στήν ζωή καί στήν Θεολογία μας. Άν καταφέρουμε η Θεολογία μας νά φέρει τήν αλήθεια στήν Εκκλησιαστική μας ζωή, τότε καί θά είναι αληθινή, αλλά καί θά είναι η Θεολογία πού έχει τόσο ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος καί τότε εντελώς φυσιολογικά καί άκοπα, χωρίς καμμιά φροντίδα γιά τό image μας, θά βγούμε από τήν γωνία.

Δέν ξέρω άν μπορούμε νά τό κάνουμε. Είμαι βέβαιος ότι γιά πολλούς αυτό είναι αδύνατο. Η επιμήκυνση τής ζωής τού ανθρώπου συνεπάγεται τήν παράλληλη παρουσία πολλών γενεών καί αυτό, όσον αφορά τό θέμα μας δυσκολεύει καί περιπλέκει τά πράγματα. Θά πρέπει νά δείξουμε πολύ αγάπη οι παλιότεροι πρός τούς νεότερους καί οι νεότεροι πρός τούς παλιότερους. Οι παλιότεροι δέν πρέπει νά κατακρίνουν τούς νεότερους πού θεωρούν όλα τά θέματα ανοικτά καί οι νεότεροι νά μήν περιφρονούν τούς παλιότερους επειδή δέν μπορούν νά ξεφύγουν από τά προκαθορισμένα πλαίσια. Καί όλοι μαζί πρέπει μέ πολύ ταπείνωση νά προσευχηθούμε νά μάς δείξει η Χάρις τού Θεού τούς δρόμους πού πρέπει καί μπορούμε νά ακολουθήσουμε.


(Ομιλία που έγινε στον Βόλο στις 2/12/2001 σε εκδήλωση γιά τα 20 χρόνια του περιοδικού Σύναξη).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here