Χάρτες και Επικράτειες: εισαγωγικές παρατηρήσεις για την Επιστήμη και τη Θρησκεία

[μέρος 1/2]

0
596

Πόσο οικτρά τα όρια των θνητών! – Σενέκας, Φυσικά Ερωτήματα[1]

Οι περί Θεού ιδέες των μοχθηρών πρέπει να είναι κακές, και εκείνες των αγαθών οι κάλλιστες.

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς[2]

 

Ο χάρτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον Αβραάμ Ορτέλιους, στο Theatrum Orbis Terrarum (1570).

Χάρτες και Επικράτειες

Αν ένας ιστορικός διατεινόταν πως είχε ανακαλύψει στοιχεία ενός μέχρι πρότινος αγνώστου πολέμου που είχε ξεσπάσει το έτος 1600 ανάμεσα στο Ισραήλ και την Αίγυπτο, ο ισχυρισμός του θα αντιμετωπιζόταν με κάποιο σκεπτικισμό. Η κατάρριψη αυτού του ισχυρισμού θα συνίστατο απλώς στην επισήμανση ότι τα κράτη του Ισραήλ και της Αιγύπτου δεν υπήρχαν στην πρώιμη σύγχρονη περίοδο, και ότι οι οποιεσδήποτε διενέξεις μαίνονταν εκείνον τον καιρό δεν θα μπορούσαν, υπό το πρίσμα οποιασδήποτε λογικής ερμηνείας, να περιγραφούν με ακρίβεια περιλαμβάνοντας πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου. Ούτε οι σκεπτικιστές ιστορικοί θα εντυπωσιάζονταν αν ο συνάδελφός τους παρουσίαζε μεσαιωνικούς χάρτες να δείχνουν την ύπαρξη τόπων όπως η Ιερουσαλήμ και η Αλεξάνδρεια, και να περιλαμβάνουν τα διάφορα τοπογραφικά χαρακτηριστικά – ποταμούς, ερήμους, όρη, πεδιάδες, ακτογραμμές – που θα μπορούσαμε σήμερα να περιλάβουμε σε οποιαδήποτε περιγραφή των σύγχρονων κρατών του Ισραήλ και της Αιγύπτου (βλ.  Εικόνα 1). Το θέμα προς εξέταση δεν θα ήταν κατά πόσον η σχετική γεωγραφική περιοχή υπήρχε τότε, αλλά κατά πόσον υπήρχαν συγκρίσιμα σύνορα και αυτοσυνειδητοποιημένες εθνικές ταυτότητες. Άρνηση της ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ τον δέκατο έκτο αιώνα δεν συνεπάγεται άρνηση της ύπαρξης της περιοχής που σήμερα αποτελεί αυτό το έθνος, αλλά μάλλον άρνηση ότι η περιοχή τότε εθεάτο υπό ένα συγκεκριμένο φως, ως κάτι οριοθετημένο από ένα σύνολο συνόρων και εμπνευσμένο από συγκεκριμένα ιδεώδη μιας εθνότητας[3]. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα εδάφη που τώρα είναι γνωστά ως Ισραήλ και Αίγυπτος αποτελούσαν τμήματα της ίδιας οντότητας, συγκεκριμένα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ιδέα ενός μεσαιωνικού Ισραήλ και μιας μεσαιωνικής Αιγύπτου θα μπορούσε να προέλθει μόνο μέσω της εσφαλμένης εφαρμογής των σημερινών μας χαρτών επάνω στα εδάφη του παρελθόντος.

Η πρότασή μου είναι ότι κάτι παρόμοιο ισχύει για τις οντότητες «επιστήμη» και «θρησκεία», και ειδικότερα, ότι πολλοί ισχυρισμοί περί υποτιθεμένων ιστορικών σχέσεων είναι συγκεχυμένες, κατά βάση για τον ίδιο λόγο με αυτόν των ισχυρισμών περί μιας διενέξεως του δεκάτου έκτου αιώνα ανάμεσα στο Ισραήλ και την Αίγυπτο: δηλαδή, περιλαμβάνουν την παραμορφωτική προβολή των τωρινών μας εννοιολογικών χαρτών επί των διανοητικών εδαφών του παρελθόντος. Οι έννοιες «επιστήμη» και «θρησκεία» είναι τόσο οικείες, και οι δράσεις και τα επιτεύγματα που συνήθως σημαίνονται ως «θρησκευτικά» και «επιστημονικά» καταλαμβάνουν τέτοιο κεντρικό ρόλο στη Δυτική κουλτούρα, ώστε είναι φυσιολογική η παραδοχή ότι αποτελούν διαρκή χαρακτηριστικά του πολιτισμικού τοπίου της Δύσης. Αυτή όμως η άποψη είναι εσφαλμένη. Σίγουρα, είναι αλήθεια ότι στη Δύση, από τον έκτο αιώνα π.Χ. έγιναν απόπειρες συστηματικής περιγραφής του κόσμου, κατανοήσεως των φυσικών αρχών που υπέκειντο των φυσικών φαινομένων, και ο εφοδιασμός με φυσιοκρατικές περιγραφές των αιτίων που λειτουργούν εντός του κόσμου. Ωστόσο, όπως θα δούμε, αυτές οι παρελθούσες πρακτικές παρουσιάζουν απομακρυσμένη μόνο ομοιότητα με τη σύγχρονη επιστήμη. Αληθεύει επίσης ότι σχεδόν από την αρχή της καταγεγραμμένης ιστορίας πολλές κοινωνίες έχουν εισαγάγει λατρευτικές τελετές, έχουν αφιερώσει ιερούς χώρους και χρόνους, και διέθεταν πεποιθήσεις περί υπερβατικών πραγματικοτήτων και ορθής διαγωγής. Μόνο στους πρόσφατους καιρούς όμως αυτές οι πεποιθήσεις και πρακτικές έχουν οριοθετηθεί από μια κοινή έννοια, τη «θρησκεία», και έχουν διαχωριστεί από τους «μη θρησκευτικούς» ή κοσμικούς τομείς της ανθρώπινης ύπαρξης.

Επισημαίνοντας ότι η «επιστήμη» και η «θρησκεία» είναι έννοιες σχετικά πρόσφατης επινόησης, προτίθεμαι να μη σταθώ μόνο στον ισχυρισμό περί της αναχρονιστικής εφαρμογής σύγχρονων εννοιών σε παλαιότερες εποχές. Αυτό που έχω κατά νου δεν είναι μόνο να εκθέσω την ιστορία του πώς αυτές οι κατηγορίες «επιστήμη» και «θρησκεία» αναδύονται στη Δυτική συνείδηση, αλλά επίσης να δείξω πώς ο τρόπος αναδύσεώς τους μπορεί να μας εφοδιάσει με καίριας σημασίας κατανόηση περί των τωρινών τους σχέσεων. Με τον ίδιο εν πολλοίς τρόπο που μπορούμε να βγάλουμε νόημα από συγκεκριμένες σύγχρονες διεθνείς διενέξεις, παρακολουθώντας τις ιστορικές διεργασίες μέσω των οποίων θα εθνικά σύνορα χαράχθηκαν σε μια γεωγραφική περιοχή, έτσι επίσης ισχύει και για τις αντίστοιχες επικράτειες της θρησκείας και των φυσικών επιστημών. Όπως τα σύνορα των εθνικών κρατών αποτελούν συχνά περισσότερο συνέπεια επεκτατικών φιλοδοξιών, πολιτικής σκοπιμότητας και ιστορικών ενδεχομένων, παρά συνειδητής προσήλωσης στα πιο «φυσικά» τεκτονικά ρήγματα της γεωγραφίας, της κουλτούρας και της εθνότητας – σκεφτείτε επί αυτού του πλαισίου τα σύνορα του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ – έτσι και η κατηγοριοποίηση της σύγχρονης Δυτικής κουλτούρας που έγινε το αίτιο αναδύσεως αυτών των διακριτών εννοιών «επιστήμης» και «θρησκείας» δεν προέκυψε από μια λογική ή νηφάλια εξέταση του τρόπου καταμερισμού της πολιτισμικής ζωής κατά μήκος φυσικών ρωγμών, αλλά σε σημαντικό βαθμό έχει να κάνει με την πολιτική ισχύ – με την ευρεία έννοια – και τα ατυχήματα της ιστορίας.

 

Οι Σύνδεσμοι της Φύσης 

Άλλος τρόπος συλλογισμού πάνω σε αυτές τις δύο έννοιες είναι να εξεταστεί μια αναλογία με ό,τι οι φιλόσοφοι ονομάζουν «φυσικά είδη». Η ετικέτα «φυσικό είδος» εφαρμόζεται σε φυσικές ομαδοποιήσεις των πραγμάτων, η ταυτότητα των οποίων είναι φυσική, υπό τον όρο ότι δεν εξαρτάται από τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι επιστήμες της Χημείας και της Ζωολογίας, χάριν παραδείγματος, αναζητούν να ταυτοποιήσουν τέτοια είδη. Τα χημικά στοιχεία και οι ενώσεις είναι καλά παραδείγματα φυσικών ειδών – το νερό, ο άνθρακας και οι υδρογονάνθρακες, για παράδειγμα. Περιστασιακά, οι καθημερινές μας έννοιες, οι ιδέες μας του ποια πράγματα πηγαίνουν μαζί δεν χαρτογραφούνται πολύ καλά επί των αληθινών φυσικών ειδών. Όλοι ξέρουμε τί είναι, για παράδειγμα, ο νεφρίτης. Αυτός ο στιλπνός, πράσινος, ημιπολύτιμος λίθος θα φαινόταν ως ένας καλός υποψήφιος για να είναι ένα φυσικό είδος. Όπως όμως προκύπτει, υπάρχουν δύο χημικώς διακριτές ουσίες που καλούνται «ζαντ» – ο ιαδεΐτης και ο νεφρίτης[4]. Η μία ουσία είναι πυριτικό άλας του νατρίου και του αργιλίου· η άλλη, πυριτικό άλας ασβέστου και μαγνησίας. Άπαξ και ληφθεί υπόψιν η μικροδομή, καθίσταται σαφές ότι το ζαντ δεν είναι φυσικό είδος, επειδή στην πραγματικότητα είναι δύο είδη φυσικού πράγματος. Το επιχείρημά μου όσον αφορά στις κατηγορίες «θρησκεία» και «επιστήμη» είναι ότι, σε κάποιο βαθμό, σφάλλουμε σκεπτόμενοι ότι είναι ανάλογες των φυσικών ειδών, επειδή, παρά τις φαινομενικές ομοιότητες ανάμεσα στα πράγματα που καλούμε θρησκείες και σε εκείνα που καλούμε επιστήμες, στην πραγματικότητα οι έννοιες και ο τρόπος που τις χρησιμοποιούμε κρύβει σημαντικές εμπειρικές διαφορές.

Στην περίπτωση του ζαντ, η παραδοχή ότι υπάρχει μια μοναδική ενοποιητική οντότητα μπορεί να καταρριφθεί με προσεκτική μέτρηση κάποιων λιγότερο προφανών ιδιοτήτων. Τα δύο πετρώματα έχουν ελαφρώς διαφορετικά ειδικά βάρη, δείκτες διαθλάσεως και σκληρότητες. Ανάλυση με φασματογραφία υπερύθρου αποκαλύπτει επίσης την διαφορετική τους χημική σύσταση. Στην περίπτωση της θρησκείας, η πρότασή μου είναι ότι, εκτός από την προσεκτική εξέταση των εμπειρικών χαρακτηριστικών των επικαλουμένων θρησκειών – η οποία ήδη φέρνει στο φως μια τεράστια και πιθανώς ασυμβίβαστη ετερογένεια – η ιστορία τους είναι επίσης αποκαλυπτική. Άλλη μια περίπτωση προφανών ειδών ενισχύει αυτήν την τοποθέτηση. Επιφανειακώς, οι φάλαινες ομοιάζουν με ψάρια, και οι νυχτερίδες με πουλιά, και οι λαϊκές ταξινομίες έχουν μια τάση να τα ομαδοποιούν μαζί. Προσεκτική εξέταση των εσωτερικών δομών αποκαλύπτει ένα διαφορετικό μοτίβο συγγενειών, αλλά το ίδιο θα έκανε και η εξελικτική ιστορία αυτών των πλασμάτων, υποθέτοντας ότι η τελευταία θα μπορούσε να εδραιωθεί. Τα οικογενειακά ιστορικά αυτών των ομάδων θα καθιστούσαν προφανές ότι οι φάλαινες και οι νυχτερίδες θα πρέπει και οι δύο να ταξινομηθούν σωστά μαζί με τα θηλαστικά. Παρόμοιες σκέψεις ισχύουν και για τη «θρησκεία» και την «επιστήμη», και μπορούμε να ανακατασκευάσουμε την ιστορία αυτών των ιδεών με ακρίβεια πολύ μεγαλύτερη από εκείνη με την οποία μπορούμε να εδραιώσουμε τη φυλογένεση των βιολογικών ταξινομικών μονάδων. Αυτό που θα μας δείξει η ιστορία των κατηγοριών είναι πώς ετερόκλητες, ή τουλάχιστον σημαντικά διακριτές, πρακτικές έχουν καταλήξει να ταξινομούνται μαζί. Στην περίπτωση της επιστήμης, η «φυσική ιστορία» και η «φυσική φιλοσοφία» τοποθετήθηκαν μαζί, κάτω από την επικεφαλίδα «επιστήμη» για πρώτη φορά κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Αυτές οι πρακτικές περιελάμβαναν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις στη μελέτη της φύσης και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι σημερινοί τους απόγονοι – η βιολογία και η φυσική – εμφανίζουν ακόμη τα ίχνη του γενεαλογικού τους παρελθόντος. Έτσι, ακριβώς όπως η χρήση του όρου «ζαντ» αποκρύπτει τη διαφορετική σύσταση των δύο ειδών που τώρα φέρουν αυτήν την ετικέττα, έτσι και η χρήση της «επιστήμης» τόσο για τις ιστορικές επιστήμες όπως η γεωλογία και η εξελικτική βιολογία και τις φυσικές επιστήμες όπως η χημεία και η φυσική τείνει να αποκρύπτει θεμελιώδεις διαφορές. Αυτές οι διαφορές κατ’ ανάγκη περιπλέκουν οποιουσδήποτε καθολικούς ισχυρισμούς περί των οντοτήτων «επιστήμη» και «θρησκεία» και των φαντασιακών τους σχέσεων. 

Το συμπέρασμα που προκύπτει από αυτές τις σκέψεις είναι ότι διαστρεβλώνουμε το παρελθόν αν εφαρμόζουμε ακρίτως τις μοντέρνες μας κατηγορίες σε παρελθούσες πρακτικές, που ήταν εννοιολογηθείσες από εκείνους που ενέχοντο σε αυτές με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούμε τους τωρινούς μας χάρτες για να κατανοήσουμε τα εδάφη τους. Δεν θα πρέπει να υποθέτουμε την ύπαρξη φυσικών ειδών εκεί όπου δεν υπάρχουν. Αυτό σημαίνει ότι η ιδέα μιας αέναης διένεξης ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία πρέπει να είναι ψευδής, ακριβώς όπως οι ισχυρισμοί περί μιας πρώιμης σύγχρονης διένεξης μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου πρέπει να είναι ψευδής. Και τούτο θα είναι εξίσου αληθές για οποιαδήποτε υποτιθέμενη σχέση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας πριν τη σύγχρονη εποχή. Επιπροσθέτως μπορούμε να πούμε ότι οι σημερινές σχέσεις «επιστήμης – θρησκείας», όπως κι αν εκλαμβάνονται (δηλαδή, είτε θετικά είτε αρνητικά), προσδιορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες τα όρια κάθε πεδίου εκπήγασαν και αναπτύχθηκαν συν τω χρόνω. Για να χρησιμοποιήσουμε ακόμη μια φορά την αναλογία χάρτη – επικράτειας, μπορούμε να ρωτήσουμε κατά πόσον οι εννοιολογικοί χάρτες στους οποίους βασιζόμαστε για να πλοηγηθούμε μέσα στο πολιτισμικό μας έδαφος είναι, για να χρησιμοποιήσουμε την άσχημη αλλά εύστοχη φράση «ταιριαστοί για το σκοπό». Έτσι, το ερώτημα περί των απαρχών των συνόρων μπορεί να μετατοπιστεί πέρα από την περιγραφή και κατανόηση σε μια κρίσιμη αναζήτηση εντός της καταλληλότητας του πώς οι τρέχοντες εννοιολογικοί χάρτες καταμερίζουν την επικράτεια. Οι σωστές έννοιες, για να χρησιμοποιήσουμε την ζωηρή εικόνα του Πλάτωνα, χωρίζουν τη φύση κατά είδη, σύμφωνα με τα φυσικά σημεία των συνδέσμων (και όχι, όπως συνεχίζει, διαμελίζοντάς την σαν αδέξιος μακελλάρης)[5]. Μέρος της ευθύνης αυτού του βιβλίου, λοιπόν, είναι το ερώτημα κατά πόσον αυτοί οι συγκεκριμένοι τρόποι καταμερισμού των πτυχών της σημερινής Δυτικής κουλτούρας – «επιστήμη» και «θρησκεία» – είναι εξυπηρετικοί. Υποβάλλοντας αυτό το ερώτημα, ελπίζω να δείξω ότι «επιστήμη» και «θρησκεία» δεν είναι αυταπόδεικτοι ή φυσικοί τρόποι διαίρεσης του πολιτισμικού εδάφους, ότι η ιστορία δείχνει πως αυτό ισχύει (όπως όντως συναγάγει κανείς αφού εξετάσει κουλτούρες διαφορετικές από τη δική μας), και ότι η εμμονή σε αυτές τις κατηγορίες κατά άκριτο τρόπο, όχι μόνο είναι γενεσιουργός αχρήστων διενέξεων μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, αλλά μπορεί επίσης να αποκρύψει όσα οφείλουν ίσως να αποτελούν έγκυρες πηγές έντασης μεταξύ των μεθόδων της πίστεως και της τυπικής μελέτης της φύσης. Με λίγα λόγια, αυτό το έργο επιχειρεί να εκθέσει μια ιστορική χαρτογραφία των κατηγοριών «θρησκεία» και «επιστήμη» – αναμφίβολα των δύο σημαντικότερων πολιτισμικών κατηγοριών για μια κατανόηση της φύσης της νεωτερικότητας και της κληρονομιάς αυτής – με μια άποψη που ρίχνει φως πάνω στην σημερινή τους σχέση.

Όλο αυτό υπονοεί ότι υπάρχει κάτι όχι εντελώς σωστό στον τρόπο σκέψης μας όσον αφορά στη σχέση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, αν την σκεφτόμαστε με όρους διένεξης ή συμφωνίας, ή ακόμη κι αν νομίζουμε ότι η μια με την άλλη δεν έχουν πολλά πάρε-δώσε. Όχι μόνο μεγάλο μέρος της τρέχουσας συζήτησής μας διεξάγεται χωρίς πληροφόρηση περί των σχετικών ιστορικών παρατηρήσεων – φανταστείτε μια συγκρίσιμη ανάλυση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή που να μην αναφέρεται στην ιστορία – αλλά και πολύ συχνά βρίσκεται εν αγνοία της προβληματικής φύσης των υπό εξέταση κατηγοριών. Μεγάλο μέρος της σημερινής συζήτησης περί επιστήμης και θρησκείας γίνεται υπό την παραδοχή ότι υπάρχουν διακριτές ανθρώπινες πρακτικές, «επιστήμη» και «θρησκεία», οι οποίες είχαν κάποια μοναδική και μακρόχρονη βάση η οποία ανθίσταται στο χρόνο. Ότι αυτό δεν ισχύει, ελπίζω να το απεικονίσω με πολλούς τρόπους, ένας εκ των οποίων περιλαμβάνει τη στενή παρακολούθηση της ιστορίας των σχετικών όρων.

Στις εναπομένουσες ενότητες αυτού του κειμένου, θα προβώ σε κάποιες μάλλον βιαστικές και συμπιεσμένες επισημάνσεις περί της ιστορίας των όρων «θρησκεία» και «επιστήμη» (ή τουλάχιστον των Λατινικών τους ισοδυνάμων). Πιο εκτεταμένες συζητήσεις θα ακολουθήσουν στα επόμενα κεφάλαια, αλλά για τώρα ζητάω απλώς να εδραιώσω μια βασική υπόθεση για τη σημασία της επανεξέτασης της ιστορικής μας κατανόησης αυτών των δύο εννοιών.

 

[1] Seneca, Natural Questions 1, Pref. 9.

[2] Clement of Alexandria, Stromata 7.4 (ANF vol. 2, p. 529).

[3] On the distinction between map and territory, see Alfred Korzybski’s Science and Sanity: An Introduction to Non Aristotelian Systems and General Semantics (Lancaster, PA: International Non- Aristotelian Library, 1941); Jonathan Z. Smith, Map Is Not Territory: Studies in the History of Religions (Leiden: Brill, 1978).

[4] See J. LaPorte, Natural Kinds and Conceptual Change (Cambridge: Cambridge University Press, 2004), pp. 94– 100. On Israel and ideals of nationhood, see Shlomo Sand, The Invention of the Land of Israel: From Holy Land to Homeland (London: Verso, 2012).

[5] Plato, Phaedrus 265e.

 

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου του Peter Harrison Οι Επικράτειες της Επιστήμης και της Θρησκείας (The Territories of Science and Religion, Chicago University Press, 2015, βραβείο Aldersgate 2016), μεταφρασμένο από τον Μιλτιάδη Παπαδημητρόπουλο. Ο καθηγητής Peter Harrison είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Ανωτέρων Σπουδών στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (Institute for Advanced Studies of the Humanities) του Πανεπιστημίου του Queensland στην Αυστραλία και μέχρι πρότινος καθηγητής της έδρας Επιστήμης και Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου διατελούσε διευθυντής του Ian Ramsey Centre for Science and Religion. Στο παρελθόν έχει εργαστεί ερευνητικά στα Πανεπιστήμια του Yale και Princeton, είναι ιδρυτικό μέλος της Διεθνούς Εταιρείας για την Επιστήμη και τη Θρησκεία και Εταίρος της Αυστραλιανής Ακαδημίας Ανθρωπιστικών Επιστημών. Οι σημειώσεις τέλους του κειμένου έχουν διατηρηθεί στα αγγλικά του πρωτοτύπου.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Άγγελου Παναγιώτου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here