Φιλοσοφία και Βιοτεχνολογία Αnimal Rationale πέρα από τον άνθρωπο

0
321

του Ζήνωνα Τσικρικά*

Ο λόγος της φιλοσοφίας ωριμάζει την στιγμή που αποπειράται να θεμελιώσει τον κόσμο απέναντι σε μια καθολική αμφισβήτησή του, όπως αυτό συμβαίνει στο παράδειγμα του Παρμενίδη. Η ερώτηση και θεμελίωση του κόσμου από τον λόγο είναι και μια εξώτατη δοκιμασία του ίδιου το λόγου. Η αποδεικτική δύναμη του λόγου δοκιμάζεται πέρα από τα αυτονόητα όρια του κόσμου και του λόγου απέναντι σε μια καθολική αμφισβήτηση. Ο λόγος που θεμελιώνει τον κόσμο και δοκιμάζει και θεμελιώνει και τον εαυτό του πέρα από τα αυτονόητα όριά του εντός μιας ριζικής διαλεκτικής οδηγεί το ανθρώπινο πνεύμα –έστω το δυτικό που είναι και το κυρίαρχο- στην επαναθεμελίωση και αναδημιουργία του κόσμου και του λόγου. Στον Ντεκάρτ έτσι συντίθεται ο λόγος, ο άνθρωπος και ο κόσμος του.  

Η αποδεικτική δύναμη για την επαναθεμελίωση και επαναθέσπιση του λόγου αποτελεί, μπορούμε να πούμε, ουσία του και ουσία του ανθρώπου και είναι η μόνη που μπορεί να ανταπεξέλθει στην καθολική αμφισβήτηση. Υπερέχει καθενός ήδη δεδομένου υπαρκτού και λογικού περιεχομένου. Η αποδεικτική δύναμη και ουσία του λόγου είναι ελεύθερη και κενή από κάθε δεδομένο και αναπόδεικτο περιεχόμενο. Η υποταγή της φύσης, του δεδομένου κόσμου και του λόγου στην κατά Χέγκελ πανουργία και στην κενή αποδεικτική δύναμη του ίδιου του λόγου, που με ενάργεια αναλύουν στην «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» οι Χορκάιμερ και Αντόρνο με την βοήθεια της φιγούρας του Οδυσσέα, αφικνείται σε ένα κόσμο ως μια ενσυνείδητα θεσπισθείσα αισθητική επίφαση χωρίς πρωτότυπη υπόσταση. Το ίδιο συμβαίνει σε εκείνη την Ερμηνευτική, κατά την οποία το αρχικό κείμενο (

 

Urtext) είναι ένα φάντασμα (Phantom), προς το οποίο (verbum interius) τείνει η ερμηνεία.

 

Παρομοίως στην εποχή της βιοτεχνολογίας και άλλων συγγενών επιστημών που μόλις ξεκινά, ο άνθρωπος αφήνοντας πίσω του τον κλασικό, αναγεννησιακό και διαφωτισμένο homo sapiens είναι έτοιμος να δημιουργήσει χιμαιρικές μορφές. Η αξίωση του λόγου αφικνείται επέκεινα της ουσίας και αυτή η επέκταση στον θείο λόγο και δημιουγό του κόσμου έχει και μια θεολογική καταβολή. Με την επαύξηση, ότι ο άνθρωπος μπορεί να αναδημιουργεί τον κόσμο που ο Θεός δημιούργησε εφάπαξ.

Η θεμελίωση και η παρουσίαση του κόσμου στην πληρότητα της ιδεατής του μορφής δεν μπορεί να βασίζεται σε δεδομένες ιδέες για τα όντα, γιατί τότε υπεισέρχεται η κυκλικότητα στην αναγωγική θεμελίωση κατά την ευλογοφανή άποψη του Παρμενίδη. Το υπαρκτό είναι ομογενές και η σύνθεση κεχωρισμένων αρνητικών μερών αυτού ή η θεμελίωσή του μετά από μια καθολική αμφισβήτηση δεν μπορεί να αναχθεί κυκλικά σε μια περαιτέρω ουσία. Λύση μπορεί να είναι ένας λόγος που θεμελιώνει τον κόσμο σε μια ευρύτερη διαλεκτική ως μια άποψη έναντι του μηδενός και που είναι ελεύθερος από αυτόν. Ακόμη και αν ο Πλάτωνας αρνείται στην τέχνη τον χαρακτήρα της αλήθειας από ένα λόγο που έχει χάσει την αναφορά του στον ιδεατό κόσμο, στο έβδομο βιβλίο της Πολιτείας και στο παράδειγμα του σπηλαίου ουσία της έννοιας της αλήθειας είναι η περιφρούρηση της και η καταπολέμηση της αναλήθειας, δηλαδή η απόδειξη της αλήθειας. Ακόμη και αν αυτή είναι δυνατή με τελική αρχή την «βία» και την «συνήθεια», ήδη γίνεται φανερό και στον Πλάτωνα, ότι η αλήθεια είναι μια συνεχής πάλη κατά της αναλήθειας και απόδειξη της ισχύος της αλήθειας. Η ορθή εφαρμογή της μεθόδου διαχωρίζει τον φιλόσοφο από τον σοφιστή. Η αλήθεια και η λειτουργία του λόγου δεν είναι μόνο άμεση αναλογική αναγωγή του κόσμου προς την δεδομένη ιδεατή μορφή του αλλά επαναθεμελίωση και απόδειξη της αλήθειας και θεμελίωση του λόγου έναντι της πλήρους αμφισβήτησης και του κινδύνου της αναλήθειας. Η ίδια η αξίωση για αλήθεια οδηγεί τον λόγο σε μια διαλεκτική ευρύτερη ενός εως τούδε ισχύοντος περιεχομένου. Η θεμελίωση του κόσμου και του λόγου από μια ελεύθερη αναπόδεικτου περιεχομένου αρχή είναι πολύ πριν τον Ντεκαρτ κινητήρια δύναμη του ίδιου του λόγου.

Στον απόλυτο ιδεαλισμό του Χέγκελ το απόλυτο είναι η κίνηση της απόδειξής του και όχι απλώς η αναγνώρισή του ή ο διαφωτισμός της λειτουργίας του, θέτει εαυτό σε αμφισβήτηση, είναι μια αρνητική λειτουργία εναντίον του. Συμπεριλαμβάνει στην έννοιά του και την απόδειξη του. Εξέρχεται εξ ολοκλήρου στον χώρο καθολικής αμφισβήτησης, δοκιμασίας και απόδειξής του, αυτοδιορθώνεται και επαναθεσπίζεται εκ βάθρων από μια ελεύθερη περιεχομένου δύναμη. Η αυτοσυνειδησία δίνει η ίδια στον εαυτό της το μέτρο από μια κενή δύναμη. Ο πρόλογος της Φαινομενολογίας ασχολείται πρωτίστως με αυτό το ζήτημα. Ο λόγος δεν είναι δεδομένος και δεν παρατηρεί το αντικείμενο ως φαινόμενο στον αλώβητο και απλώς διαυγασμένο ως προς την λειτουργία του εαυτό του όπως στον Kant. Αντίθετα εξέρχεται πλήρως ενός ενδεχόμενου δεδομένου ή του αρχικού εαυτού, τίθεται σε καθολική αμφισβήτηση και έτσι αυτοδιορθώνεται και αυτοθεσπίζεται εξ ολοκλήρου διαλεκτικά στην θέση του άλλου και αυτοκριτικά στην θέση του παλαιού εαυτού του. Ακόμη και αν η εξωτερικότητα και η εσωτερικότητα για μια στιγμή ταυτίζονται η ανοικτότητα και η οφειλή της συνεχούς απόδειξης και παράστασης είναι σαφής στο Χέγκελ. Η Φαινομενολογία του Χέγκελ αναλύει την κορύφωση της πλήρους εν τέλει εξόδου, αυτοδιόρθωσης και επαναθέσπισης του λόγου χωρίς να είναι το τέλος του συστήματος, το οποίο παραμένει ανοικτό στην απόδειξη και παράσταση. Η αποδεικτική κίνηση, ο χορός, η μουσική, η ιστορία, το διονυσιακό και τραγικό μοτίβο της συνεχούς εκ βάθρων αυτοθέσπισης και αυτοκριτικής, κυριαρχούν στην εγελιανή άποψη. Η απόδειξη η ίδια υπερέχει του εκάστοτε υπαρκτού και λογικού μέτρου. Ο Χέγκελ δεν επιθυμεί απλώς να συνενώσει και να υποκειμενικοποιήσει διαφωτιστικά κατά το παράδειγμα του Φώυερμπαχ ή του Μαρξ την εξαντικειμενικευμένη περι-ουσία του ανθρώπου υπό ένα ανθρώπινο υποκείμενο. Θέλει πολύ περισσότερο να παρουσιάσει ένα υποκείμενο ελεύθερο και αυτεννοιοδοτούμενο τόσο έναντι μιας αντικειμενικής ουσίας όσο και έναντι ενός ανεξάρτητου, μοναδικού δεδομένου υποκειμένου. Παρουσιάζει έναν διονυσιακό ήρωα, γιατί υπάρχει μόνο η παροντική κίνηση της αυτεννοιοδότησης και απόδειξης και όχι η αναλογία και αναφορά προς κάτι δεδομένο που το υπερβαίνει ως δέον. Αληθινό, ιστορικό, είναι μόνο ό,τι έγινε στιγμιαίο παρόν ως αυτή η χορευτική παράσταση του κενού αρνητικού απολύτου πριν αναιρεθεί και διαδεχθεί από μια νέα φάση. Γιαυτό και το «όλον είναι το αληθές» αφού αληθινή είναι η εκάστοτε θεσμισμένη στιγμή χωρίς εκβολή σε κάποιο περιεκτικό τέλος της ιστορίας που υπερβαίνει την ίδια την απόδεικτική διονυσιακή κίνηση και κενή αποδεικτική δύναμη. Όπως και στην Λογική, έτσι και στην Φιλοσοφία της Ιστορίας ο Χέγκελ αναφέρει ότι η έννοια ζει από τον εαυτό της χωρίς εξωτερική υλικότητα προς ανάλωση. Όμως, όπως και στην Φιλοσοφία του Δικαίου, έτσι και εδώ τελικά αποδέχεται, ότι η έννοια έχει ανάγκη αυτού του χώρου εμφάνισης της, του «θεάτρου», του χώρου αλήθευσής της, στον οποίο θα δοκιμαστεί, θα από- και επι-δειχθεί, θα παραστήσει εαυτήν και θα επαναδημιουργηθεί.

Το ερώτημα της αλήθειας, η αξίωση της ύπαρξης, αναπνέουν και υπάρχουν μόνο σε αυτόν τον ευρύτερο χώρο καθολικής ερώτησης και απόδειξης της αλήθειας έτσι ώστε ένα περιεχομενικό τέλος να είναι αδύνατο. Δεν πρέπει να πεθάνουν μόνο όλοι οι θεοί για να αποδειχτούν και να ξαναζήσουν διονυσιακά ή χριστιανικά αλλά και όλοι οι άνθρωποι ως ιστορικά διαδοχικά υποκείμενα.

Κηρυγματικά πλέον αρχικά στο Στίρνερ και μετά στο Νίτσε ο Θεός πεθαίνει, επειδή ο άνθρωπος φονεύει τον εαυτό του και έτσι και τον Θεό. Η αλήθεια είναι αναγκαίο ψεύδος για την από- και επί-δειξη της κενής δύναμης απόδειξης, θέσπισης και αναίρεσης. Κάθε θέσπισμα είναι αισθητικό απείκασμα χωρίς πρωτότυπο και διαδέχεται από ένα νέο στα πλαίσια της κίνησης της καθαρής απόδειξης ως τραγωδίας ή κωμωδίας. Γιαυτό ο υπεράνθρωπος χάνει την ανθρώπινη ουσία του είναι θηρίο και υπεράνθρωπος με μια κενή αισθητική δύναμη θέσπισης και αναίρεσης, animal rationale, ή είναι γέφυρα, πέρασμα, παρουσίαση και αναίρεση καθώς και αστραπή που προέρχεται από σκοτεινά νέφη ή πρωινός ήλιος από σκοτεινά όρη.

O Στίρνερ διαπιστώνει, ότι η διαδικασία και ουσία της μεταεγελιανής διαλεκτικής ως εξυποκειμενικευτική απ-αλλοτρίωση της αντικειμενικώς ισχύουσας ουσίας δημιουργεί απλώς νέα υποκείμενα με διαφορετικό εκάστοτε περιεχόμενο που είναι αντικειμενικά δεσμευτικό για το υποκείμενο. Θεός, θρησκεία, κράτος, κοινωνία, ελεύθερο εγώ είναι τα διαδοχικά περιεχόμενα του εγώ. Αυτή είναι η κίνηση της κριτικής που δημιουργεί συνεχώς νέα καθ’ αυτά αντικείμενα, περιεχόμενες ουσίες για το υποκείμενο. Γιαυτό τελικά ο Θεός θα πεθάνει μόνο αν πεθάνει πρώτα ο άνθρωπος από μια κενή και πλήρως αυτοκριτική δύναμη χωρίς υπόλειμμα αναπόδεικτου περιεχομένου. Αν δεν πεθάνει ο άνθρωπος και το υποκείμενο δεν πεθαίνει το αντικείμενο και ο Θεός. Εαυτός του, ουσία του, είναι η αρνητικότητα που χρειάζεται κάτι να το αρνηθεί. Είναι το μηδέν που θέτει τον εαυτό του ως περιουσία του ώστε να τον αρνείται και να από- και επι-δεικνύεται και όχι εαυτό με περιεχόμενο.

Η σύγχρονη βιοτεχνολογία, γενετική, ευγονική, ρομποτική, γονιδιακή και μοριακή βιολογία, έρευνα εγκεφάλου, η έρευνα της φυσικής και η αποδόμηση της ύλης, αναδημιουργούν τον άνθρωπο και την ουσία του ως αυτεννοιοδότηση και ως αισθητικό θέσπισμα χωρίς δεδομένη ουσία και μάλιστα βρίσκονται μόλις στην αυγή της εξέλιξής τους. Όπως λέγει ο Χάιντεγγερ, πρόκειται για μια φυγή του «απάτριδος» ανθρώπου από τη γη και την ερωτώσα ενθαδικότητα προς άλλους πλανήτες (Heimatlosigkeit, Flucht in andere Planeten). Νέες μορφές δημιουργούνται έτσι δίπλα στις κλασικές που δεν θεωρούνται ξεπερασμένες, γιατί δεν υπάρχει τελικά λογική ή ιστορική κίνηση σε μια τελική περιεκτική έννοια ή ιστορική ολοκλήρωση, παρά ισότιμη ανάμνηση όλων των στιγμών ως αληθών και η α-ιστορική αισθητική απενεχοποίηση «πέρα από το καλό και το κακό».

Η γενετική και βιοτεχνολογία είναι χώρος για την αισθητικής και βουλησιαρχικής υφής θέσμιση και μορφοποίηση του ανθρώπου και του κόσμου. Ο άνθρωπος ίσως μπορέσει να εμφυτεύσει στην λειτουργία της συνείδησής του ξένα λογικά, συναισθηματικά, βουλητικά και άλλα μεγέθη, να μεταμορφώσει υβριδικά τη βιολογική του βάση, να εγκαταστήσει την λογική του λειτουργία σε μη ανθρώπινη βιολογική βάση. Η σωματική και νευρολογική υπόστασή του μπορεί να θεωρηθεί «γενετικό υλικό», το οποίο δεν είναι πια σταθερό. Ουσία του λόγου και του ανθρώπου είναι η ελεύθερη αναπόδεικτου περιεχομένου δύναμη αυτοθέσμισης αλλά και συνεπούς αποδεικτικής αυτοαναίρεσης του θεσμισθέντος. Η αυθυπέρβαση αυτή του λόγου ως αέναη απόδειξη και επαναθέσμισή του αποτελεί τελικά μια φορμαλιστική και μηχανική άρνηση που θέλει να ξεπερνά κάθε εγκλωβισμό του λόγου στην ταυτοποίηση, εργαλειοποιήση και ιδεολογικοποίησή του διαμορφούμενη όμως η ίδια σε αυτοσυνείδητη μέθοδο ορθής απόδειξης. Η άρνηση, η αναίρεση και υπέρβαση του έως τούδε θεσμιθέντος είναι αυτή που δίνει το αίσθημα απόδειξης, ελευθερίας, κατίσχυσης, επίδειξης και παράστασης της κενής αναπόδεικτου περιεχομένου δύναμης που αποτελεί εαυτήν θέλουσα θέληση. Πυρήνας αυτής της θέλησης και δύναμης είναι η άρνητικότητα, η άρνηση έναντι τινός, το αίσθημα υπεροχής ως αυτάρκεια και εσωτερικότητα της αρνητικότητας. Η άρνηση αυτή είναι αφηρημένη, δεν επιθυμεί να καταλάβει τον χώρο αυτού το οποίο αρνείται, παρά απλώς αρνείται επιδεικνύοντας την κενή αρνητικότητά της και δεν έχει αφήσει αναπόδεικτο υπόλοιπο ενώπιον της καθολικής αμφισβήτησης του μηδενός, του θανάτου της δυνατότητας της αναλήθειας. Το θεσπίζει για να το αρνηθεί και έτσι να από- και επι-δειχθεί. Ουσία του λόγου και της βιοτεχνολογίας είναι μια αρνητική λειτουργία ως αίσθημα αποδεικτικής αυθυπέρβασης της παρελθούσας φάσης ενώπιον της καθολικής αμφισβήτησής της.

Το ερώτημα της επαναθεμελίωσης του κόσμου και του λόγου διολισθαίνει (Entgleiten κατά Χάιντεγκερ) έτσι κυκλικά ενώπιον της καθολικής αμφισβήτησης. Το ερώτημα της θεμελίωσης του κόσμου και του λόγου, όπως και το ερώτημα της βιολογικής και μη ζωής λαμβάνουν απάντηση τελικά από το αίσθημα αυθυπέρβασης ως κενή και εαυτήν θέλουσα άρνηση.

Το ερώτημα θα άλλαζε αν επερωτούσε για την «σωτηρία» αυτού που υπερβαίνεται και καταρρίπτεται ως αναληθές, θνητό, κακό. Τί δεν είναι αναληθές, κακό, θνητό; Μήπως το αίσθημα κατίσχυσης και αυθυπέρβασης διαφεύγει αυτή την δυνατότητα της αναλήθειας, του θανάτου και του κακού και με ποιά αρχή συμβαίνει αυτό; Το ερώτημα θα ήταν διαφορετικό αν επερωτούσε και αναζητούσε το πώς μπορεί να εκπηγάσει αλήθεια και ζωή από το θνητό, το αναληθές, το κακό. Το ερώτημα της «σωτηρίας» του απορριφθέντος και υπερβαθέντος ως ερώτημα της εκπήγασης της αλήθειας και της ζωής από το αναληθές και το θνητό είναι ένα άλλο ερώτημα. Αυτό ίσως υπονοούν οι Χάιντεγγερ και Αντόρνο. Το ερώτημα και αίτημα της σωτηρίας δεν αφήνει τίποτε να αναιρεθεί και να υπερβαθεί από μια κενή περιεχομένου δύναμη, η οποία επιχειρεί ματαίως να θεμελιώσει τον κόσμο και τον λόγο και διολισθαίνει κυκλικά παρέχοντας ένα αίσθημα αυθυπέρβασης και κατίσχυσης αποτελώντας αποπεράτωση της κλασικής έννοιας της αλήθειας ως απόδειξης έναντι της αναλήθειας. Θέτει το ερώτημα της εκπήγασης της αλήθειας, της ζωής και του αγαθού ακριβώς στον χώρο του αναληθούς, θνητού και του κακού. Ο λόγος και η αλήθεια παίρνει τον χαρακτήρα της διαυγούς εκπήγασης από τον χώρο της καθολικής αμφισβήτησης, της δυνατότητας και πραγματικότητας της αναλήθειας, του θανάτου, του κακού και όχι της ελλειπτικής απόδειξης έναντι αυτού από μια κενή δύναμη. Το ερώτημα της σωτηρίας από τον χώρο της θνητότητας και όχι της αυθυπέρβασης ως απόπειρα δημιουργίας άλλης υγιέστερης βιολογικής και μη ζωής τίθεται και στην βιοτεχνολογία και γενετική. Η τεχνολογία αυτή μπορεί να ακολουθήσει την συνήθη σημασία της αλήθειας μπορεί όμως κάποτε να αποπειραθεί να αντιστρέψει και να εκτρέψει την ίδια την διαδικασία της φθοράς σε διαδικασία ίασης και αναζωογόνησης και αυτή η απόπειρα θα είναι τότε μια πρωτοπόρα στροφή σύνολου του λόγου.


Ή από άλλη άποψη είναι και το υπόλειμμα από το λόγο που μένει μετά την εκμηδένιση κάθε περιεχομένου από την ριζική ερώτηση του μηδενός.

Π.χ. στον Μ. Έκκαρτ δεν έχουμε γνώση ως ρεαλιστική και νοητική αναλογία και αντιστοιχία, adaequatio intellectus et rei, αλλά την εκ του μηδενός ιδεατή ανα-παράσταση (repraesentatio, ο.α., σ.52, 1-10) από μια βουλητική, φαντασιακή και αισθητική δύναμη. Quae ergo ad intellectum pertinent, in quantum huiusmodi, sunt non-entia. Intelligimus enim, quod deus non posset facere, ut intelligens ignem non intelligendo eius calorem; deus tamen non posset facere quod esset ignis et quod non calefaceret “(Meister Eckhart, Quaestio I, Lateinische Werke V, σ.44, 2-9). Ο άνθρωπος γίνεται ανταγωνιστής του Θεού, πυρήνας του λόγου του είναι η δύναμη. “et in ipso intelligere omnia continentur in virtute sicut in causa suprema omnium” (Ο.α., σ.46, 5-6). Ο όρος virtus είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικός και δηλώνει ποιά είναι η αποπεράτωση της αποδεικτικής λειτουργίας της κλασικής έννοιας της αλήθειας ως απόδειξης από μια κενή αποδεικτική κριτική δύναμη. Η σύγχρονη απόπειρα για την δημιουργία κβαντικού κενού από τον άνθρωπο και η τυχαία αρχικά δημιουργία ανωμαλιών στους φυσικούς νόμους ίσως αποκτήσει κάποτε τον χαρακτήρα της εσκεμμένης δημιουργίας ανωμαλιών, δηλαδή θα πρόκειται για αποκορύφωση της προσπάθειας για αναδημιουργία του κόσμου.

«’Άλλο ’άρα ε’ι̃δος μεγέθους ’αναφανήσεται, παρ’ α’υτό τε τό μέγεθος γεγονός καί τά μετέχοντα α’υτου̃˙ καί ’επί τούτοις α’υ̃ πα̃σιν ‛έτερον, ‛ω̃ι ταυ̃τα πάντα μεγάλα ’έσται˙ καί ο̉υκέτι δή ‛έν ‛έκαστόν σοι τω̃ν ε’ιδω̃ν ’έσται, ’αλλά ’άπειρα τό πλη̃θος». Πλάτωνος Παρμενίδης ’ή Περί’ ιδεω̃ν 132a-b.

«Τό ‛έν δή, ‛ως ’έοικε, λαμβάνον τε καί ’αφιέν ο’υσίαν γίγνεταί τε καί ’απόλλυται». Ο.α. 156α-b.

Πλάτωνος, Σοφιστής 234 b κ.ε., Φαίδρος 265 d κ.ε..

G.W.F. Hegel, Phänomenologie des Geistes, Hamburg 1988 (Meiner Verlag), 18. (εκ τούδε: Phän.)

Phän. 58 κ.ε..

Phän. 164 κ.ε..

“Es ist für das Selbstbewußtsein ein anderes Selbstbewußtsein; es ist außer sich gekommen. Dies hat die gedoppelte Bedeutung; erstlich, es hat sich selbst verloren, denn es findet sich als ein anderes Wesen; zweitens, es hat damit das Andere aufgehoben, denn es sieht auch nicht das andere als Wesen, sondern sich selbst im andern. ( ) Es muß dies sein Anderssein aufheben; dies ist das Aufheben des ersten Doppelsinnes, und darum selbst ein zweiter Doppelsinn; erstlich, es muß darauf gehen, das andere selbstständige Wesen aufheben, um dadurch seiner als des Wesens gewiß zu werden; zweitens geht es hiermit darauf, sich selbst aufzuheben, denn dies andere ist es selbst“. Phän. 128.

, das Wahre nicht als Substanz, sondern eben so sehr als Subjekt aufzufassen und auszudrücken.“ (…, να συλλάβουμε και να εκφράσουμε το αληθές όχι ως υπόσταση αλλά εξίσου μάλλον ως υποκείμενο). Phän. 14. Είναι εναντίον τόσο μιας “Unmittelbarkeit des Wissens” (Αμεσότητας του νοείν) όσο και μιας “Unmittelbarkeit für das Wissen” (Αμεσότητας για το νοείν) αυτόθι. Υποκείμενο που δημιουργεί την πραγματικότητα ως τον εαυτό του είναι η συνεχής κίνηση της αυτοθέσπισης „... die Bewegung des sich selbst Setzens“ (… η κίνηση της αυτοθέσπισης του εαυτού) αυτόθι.

“ – Hic Rhodus, hic saltus – Das, was ist, zu begreifen ist die Aufgabe der Philosophie, denn das, was ist, ist die Vernunft. Was das Individuum betrifft, so ist ohnehin jedes ein Sohn seiner Zeit; so ist auch die Philosophie, ihre Zeit in Gedanken erfasst. Es ist ebenso töricht zu wähnen, irgendeine Philosophie gehe über ihre gegenwärtige Welt hinaus, als, ein Individuum überspringe seine Zeit, springe über Rhodus hinaus. Geht seine Theorie in der Tat drüber hinaus, baut es sich eine Welt, wie sie sein soll, so existiert sie wohl, aber nur in seinem Meinen – einem weichen Elemente, dem sich alles Beliebige einbinden lässt. Mit weniger Veränderung würde jene Redensart lauten: Hier ist Rose, hier tanze”. G.W.F. Hegel, Grundlinien der Philosophie des Rechts, Stuttgart 1981 (Reclam), 58. Το τριαντάφυλλο του οποίου κέντρο είναι ο σταυρός αποτελεί ένα λουθηρανικό σύμβολο με μεταϊστορία και παράδοση στο ευαγγελικό φοιτητικό οικοτροφείο του Tübingen, όπου έμενε ο νεαρός Hegel. Σχετικά ίδε: H. Küng, Meschwerdung Gottes, Freiburg i.Br. 1970, 376 κ.ε.. Η Χριστολογία του θανάτου και της αποδεικτικής αναίρεσης και επαναθέσπισης του Θεού και του υπαρκτού από μια εννοιοδοτούσα αρνητικότητα αποτελεί βασικότατο μοτίβο του προτεστάντη Χέγκελ.

“ – der unendliche Inhalt, alle Wesenheit und Wahrheit, und ihr selbst ihr Stoff, den sie ihrer Tätigkeit zu verarbeiten gibt, denn sie bedarf nicht, wie endliches Tun, der Bedingungen eines außerlichen Materials, gegebener Mittlel, aus denen sie Nahrung und Gegenstände ihrer Tätigkeit empfinge; sie zehrt aus sich und ist sich selbst das Material, das sie verarbeitet;”. G.W.F. Hegel, Vorlesungen über die Philosophie der Geschichte, Frankfurt a.M. 1970, (Suhrkamp Verlag), 21.

“…, so ist sie selbst dessen Betätigung und Hervorbringung (sc. des Zwecks) aus dem Inneren in die Erscheinung nicht nur des natürlichen Universums, sondern auch des geistigen – in der Weltgeschichte.” Αυτόθι.

Ein Thier, ein listiges, raubendes, schleichendes, -Das lügen muß, -Das wissentlich, willentlich lügen muß! –Nach Beute lüstern (…) Sich selbst zur Beute - - (…) Oder dem Adler gleich, der lange, Lange starr in Abgründe blickt, - In seine Abgründe: - - O wie sie sich hier hinab, - Hinunter, hinein, - In immer tiefere Tiefen ringeln! – Dann – Plötzlich, geraden Zugs, - Gezückten Flugs, -Auf Lämmer stoßen, - (…) Grimmig – gram allem, was blickt – Schafmäßig, lammäugig, krauswollig, - (…) Der du den Menschen schautest – So Gott als Schaf - : Den Gott zerreissen im Menschen – Wie das Schaf im Menschen, - Und zerreißend lachen-.” Fr. Nietzsche, Also sprach Zarathustra, KSA 4, G. Colli u. M. Montinari¸ Berlin/New York 2004 (9. Aufl.), 371-373. Επίσης 23, 35, 82.

Ο.α., 16-17, multi.

Ο.α., 18.

Ο.α., 408.

Max Stirner, Der Εinzige und sein Eigentum, Stuttgart 1989 (Reclam), 162.

“Wie mögt Ihr glauben, daß der Gottmensch gestorben sei, ehe an ihm außer dem Gott auch der Mensch gestorben ist?”. Ο.α., 170.

Στο Νίτσε η θέληση για θέληση είναι εσωτερίκευση και όχι διαμεσολάβηση εξωτερικότητας. Και στο Στίρνερ η πραγματοποίηση είναι η αποπραγματοποίηση, αρνητικότης, ιδιοτροπία, η ουσία του Είναι. “Kein Schaf, kein Hurd bemüht sich, ein >rechtes Schaf, ein rechter Hund< zu werden, keinem Tier erscheint sein Wesen als eine Aufgabe, d.h. als ein Befriff, den es zu realisieren habe. Es realisiert sich, indem es sich auslebt, d.h. auflöst, vergeht“ Ο.α., Der Einzige, 373 και: “Anders, wenn Du nicht einem Ideal, als deiner >Besfimmung<, nachjagst, sondern Dich auflöst. Die Auflösung ist nicht deine >Bestimmung<, weil sie Gegenwart ist“. Ο.α., 374. „... dass Ich Mich verzehre, heisst nur, dass Ich bin“ (… το ότι Εγώ Εμένα καταβροχθίζω, σημαίνει μόνο, ότι Εγώ είμαι). Ο.α., 167 και 359, 373. Πρόκειται για διονυσιακή, τραγική, χρονική, μουσική, χορευτική κίνηση θέσπισης αλλά και απόδειξης και αναίρεσης κάθε θεσπισμένης επίφασης. “…, so habe Ich nichts Eiligires zu tun, als sie in ihr Nichts, d.h. in Mich, den Schöpfer, zurückzunehmen“ (… έτσι Εγώ δεν έχω κάτι πιο επείγον να κάνω, από το να τα ξαναπάρω πίσω στο μηδέν τους, αυτό σημαίνει σε Εμένα, τον δημιουργό.) Ο.α., 379. Όπως το παρόν της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ, ως τραγική αυτοθέσπιση που αυτοκαταστρέφεται στο επόμενο παρόν, όπως η μουσική του Αντόρνο και του Νίτσε, ο τραγικός χορός και ο τραγικός ήρωας ή η ψυχή ως τόπος αναπαράστασης των όντων χωρίς υποκείμενο και αντικείμενο παρά εκ της κενής δύναμης (virtus) στον Έκκαρτ.

“Ich hab’ mein’ Sach’ auf Nichts gestellt”. Ο.α., 412.

Και στο Hegel ο εγκέφαλος είναι όργανο της αυτοσυνειδησίας (Phän., 218) .

Ο Κ. Παπαιωάννου αναλύει αυτήν την ειδικά μαρξιστική αποθέωση της ιστορίας ως του μόνου χώρου εμφάνισης της αλήθειας και της σωτηρίας. Κ.Παπαϊωάννου, Η αποθέωση της Ιστορίας, Αθήνα, 1983. Ο σημερινός άνθρωπος έχει πια συνείδηση της ελλειπτικότητας και τραγικότητας της ιστορίας του, που, όπως και στους Ηράκλειτο, Χέγκελ, Στίρνερ, Νίτσε, Αντόρνο, αρχίζει συνεχώς από την αρχή και στην οποία όλες οι μορφές και έννοιες συνυπάρχουν στην Γκαλερί του Πνεύματος χώρίς την αξίωση της προόδου προς μία τελική ή έστω λογικότερη και πληρέστερη από τις άλλες. Η ιστορία θεωρείται μεταϊστορικά και αισθητικά. Ήδη ο Leopold von Ranke στρέφεται κατά μιας ιστορικής και λογικής προοδευτικότητας εγελιανού και μεταγενέστερα μαρξιστικού και λενινιστικού τύπου. Σχετικά ίδε: O. Pöggeler, «Geschichte, Philosophie und Logik bei Hegel», στο: Logik und Geschichte in Hegels System, H.-Chr. Lucas und G. Planty-Bonjour (Hg.), Stuttgart, 1989, 102.

“Fortgeschrittenes Bewußtsein versichert sich des Materialstandes, in dem Geschichte sich sendimentiert bis zu dem Augenblick, auf den das Werk antwortet; eben darin ist es aber auch veränderte Kritik der Verfahrungsweise, es reicht ins Offene, über den status quo hinaus”, Th. Adorno, Gesammelte Schriften, Bd 7, Ästhetische Theorie, Frankfurt α.Μ., 1997, σ. 287. Ο R.Bubner: (Ästhetische Erfahrung, Frankfurt α.Μ., 1989, 42, 77 κ.ε.) αναφέρεται στην έκπτωση του έργου τέχνης στα πλαίσια της αισθητικής θεωρίας ως μεθόδου. Επίσης σχετικά με την έκπτωση αυτή του αισθητικού απεικάσματος ίδε: Κ. Μάρα, Η κριτική του λόγου και της μεταφυσικής στον Αντόρνο και τον Νίτσε, Αθήνα (εκδ. Αλεξάνδρεια) 2008.

Ο Αντόρνο στα Minima Moralia βλέπει ως μόνη ουσιώση λειτουργία του λόγου το φως που μπορεί να δώσει από την άποψη της «λύτρωσης» και όχι της τεχνικής ως μίμησης του ήδη υπάρχοντος κόσμου. Στον Χάιντεγγερ η σημασία του «σωτηρίου» είναι κεφαλαιώδης σε πολλά του έργα, π.χ. στης παραδόσεις για τον Χαίλντερλιν, στην Επιστολή για τον Ουμανισμό, στις Προσθήκες στη Φιλοσοφία. Ο Χάιντεγγερ θεωρεί ότι ουσία του λόγου είναι η δυνατότητα του «Είναι-στην-αλήθεια» αλλά και του «Είναι-στην-αναλήθεια». Δεν υπάρχει καθαρός, ανένοχος και ελεύθερος λόγος έναντι της αλήθειας αλλά και της αναλήθειας ως περιεχομένου. Από αυτό το «Είναι-στην-αναλήθεια», από το «Είναι-στον-θάνατο» και στο κακό και μόνο μπορεί να αναδυθεί η αλήθεια και η ζωή που δεν θα είναι αίσθημα κατίσχυσης και αυθυπέρβασης εκ μέρους μιας κενής δύναμης. Σχετικά με αυτό αλλά και με την ελλειπτικότητα της απόδειξης της αλήθειας έναντι της αναλήθειας ίδε: Ζήνων Τσικρικάς, Ο εξωοντολογικός χώρος της αλήθειας, Αθήνα 2007 (εκδ. Αρμός) και: του ιδίου, Από το σπήλαιο του Πλάτωνα στο σπήλαιο του Νίτσε, Αθήνα 2008 (εκδ. Αρμός).


* ανακοίνωση στο συνέδριο της ΔΕΕΦ στην Πάφο με θέμα "Φιλοσοφία τέχνη και τεχνολογία".


 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ