Τό πρόβλημα τῶν θρησκευτικῶν στά σχολεῖα

Μία ἁγιορείτικη θεώρησι

20
772

Ἀκοῦμε τὸ θέμα ποὺ ὑπάρχει. Καταλαβαίνουμε τὰ προβλήματα. Δεχόμαστε τὶς δυσκολίες. Ὑπάρχουν καινούργιες συνθῆκες ζωῆς. Βρίσκονται μαζὶ μὲ τὰ ὀρθόδοξα παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος ξένα, ἄλλης καταγωγῆς καὶ ἄλλων παραδόσεων.

Πρέπει νὰ βρεθῆ ἕνας τρόπος νὰ μπορέσωμε νὰ συμβιώνωμε, νὰ ἀνεχόμαστε τὸν ἄλλον τῆς ἄλλης παραδόσεως. Βρισκόμαστε σὲ νέα ἐποχή. Εὔκολα μετακινοῦνται πληθυσμοί. Μεταφέρονται πληροφορίες, γνώσεις καὶ ἐμπορεύματα.

Πρέπει νὰ εἶναι τὸ σχολεῖο ἀνοιχτό, ἀνεκτικό. Καὶ τὰ δικά μας παιδιὰ νὰ τὸ καταλάβουν, νὰ τὸ δεχθοῦν. Καὶ τὰ ξένα παιδιὰ νὰ μὴν αἰσθάνωνται ξένα, ἀλλὰ νὰ τρέφωνται ἀπὸ τὴ μιὰ πηγὴ τῆς ἀλήθειας.

Γίνεται συζήτησι. Προβληματίζονται πολλοί. Προτείνονται λύσεις: τὸ σχολεῖο νὰ ἔχη ἕνα χαρακτῆρα θρησκειολογικό. Νὰ μείνη ὁμολογιακὸ ἐφόσον ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία, σχεδὸν ὁλότης, εἶναι ὀρθόδοξη. Νὰ πάρη χαρακτῆρα πιὸ ἀνοιχτό, μὲ γνωσιολογικὸ περιεχόμενο.

Τὰ ἀκοῦμε, τὰ βλέπομε, τὰ κατανοοῦμε. Ὑπάρχει πρόβλημα. Ἀλλὰ ἔτσι ποὺ τίθεται προκαλεῖ δυσκολίες. Δημιουργοῦνται ἀντιμαχόμενες παρατάξεις.

Ὅλοι ἰσχυρίζονται ὅτι ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δὲν ἀρνοῦνται ἀλλὰ κηρύττουν τὴν Ὀρθόδοξη παράδοσι. Ἀλλὰ ἐνῶ αὐτὰ λέγονται οἱ διαφωνίες ὑπάρχουν. Τὸ χάσμα φαίνεται μεγάλο.

*   *   *

Βλέποντας τὸ θέμα ὅλο ἀπὸ τὴ δική μας πλευρὰ τὸ βλέπομε σοβαρὸ καὶ ταυτόχρονα ἀνύπαρκτο.

Ἐρχόμενοι στὸ Ἅγιον Ὄρος μπαίνομε σὲ ἕνα σχολεῖο. Γινόμαστε ἰσόβιοι μαθητές. Σπουδάζομε καὶ ζοῦμε τὴ λειτουργικὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐδῶ βρίσκομε τὴν ἀπάντησι γιὰ τὸ θέμα. “Ἐν αὐτῇ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καί ἐσμεν”. Νοιώθομε νὰ εἶναι κάτι ἄλλο πανανθρώπινο καὶ θεϊκό. Δὲν εἶναι μιὰ θρησκευτικὴ ἄποψι. Εἶναι μιὰ θεοφάνεια· φανέρωσι τοῦ ἀοράτου, ἀκαταλήπτου καὶ ἀπροσίτου Θεοῦ.

Στὶς ἀντιρρήσεις ποὺ μπορεῖ νὰ προκληθοῦν ἀπὸ τὰ λεγόμενά μας, ἁπλῶς λέμε: ἀφῆστε μας νὰ μιλήσωμε γιὰ τὸ θέμα. Ἀφῆστε μας νὰ σιωπήσωμε. Νὰ πᾶμε στὴν ἄκρη. Νὰ μὴν ἐμποδίζωμε κανένα. Νὰ ποῦμε: “Ἔρχου καὶ ἴδε” (Ἰω. 1, 46). Δὲν μπορεῖς νὰ πῆς τὰ ἄρρητα.

*   *   *

Ζῶντας μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐκπλήττεσαι. Δὲν πλησιάζεις τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς διανοητικά. Γνωρίζεις τὸν Θεὸ ὡς πλησμονὴ ἀγάπης, ἀλήθειας καὶ κάλλους. Βαφτίζεσαι ὁλόκληρος στὰ νάματα τῆς χάριτος.

Γνωρίζομε τὴν ἄφατη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: Γίνεται ἄνθρωπος. Ταπεινώνεται. Θυσιάζεται. Δὲν κρίνει κανένα. Δέχεται νὰ κριθῆ ἀπὸ ὅλους. Τὰ πάντα ὑπομένει γιὰ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ σώση τὴν ἐλευθερία του. Παραξενεύεσαι καὶ μένεις ἄφωνος μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν ταπείνωσι, τὸ ἔλεος, τὴ φιλανθρωπία.

Βλέπεις πῶς ἐπεμβαίνει. Δὲν τιμωρεῖ τὸν ἀδύνατο. Αἴρει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Κατακρίνει τὴν ἁμαρτία ἐν τῇ ἑαυτοῦ σαρκί. Σὲ ἐκπλήττει μὲ τὴ συμπεριφορά του.

Εἶναι ὁ Παντοκράτωρ καὶ παντοδύναμος. Πολιτεύεται ὡς ἀδύνατος καὶ ἀνύπαρκτος γιὰ νὰ μπορέση νὰ ἀναπτυχθῆ ὁ ἄνθρωπος.

Φεύγει ἀπὸ ἀγάπη. “Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω”. Καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ εἶναι ὁ ἀοράτως παρὼν ποὺ τὰ κάνει ὅλα γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων. Εἶναι ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος στὴ σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἡ διαγωγή Του μᾶς κρίνει.

Μέγα τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Μέγα τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου· τοῦ μικροῦ, τοῦ ἄρρωστου, φυλακισμένου καὶ ξένου.

Εἶναι Θεὸς καὶ γίνεται ἄνθρωπος. Εἶναι Θεάνθρωπος καὶ ὁμολογεῖ: “Ἐγώ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος”. Ταπεινώνεται. Πάει πιὸ κάτω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Θέλει νὰ σώση τὸν περιφρονημένο καὶ ἐλάχιστο. Θέλει νὰ θεώση τὸ ἀνθρώπινο.

Δὲν εἶναι ἄλλο ἡ ὁμολογία τῆς θεϊκῆς δυνάμεως καὶ τοῦ κύρους· καὶ ἄλλη ἡ συντριβὴ τῆς ταπεινώσεώς Του. Τὸ “ἐγώ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος” λέει διὰ τῆς διαγωγῆς του ξεκάθαρα: Ἐγὼ εἶμαι Θεὸς καὶ ὄχι ἄνθρωπος.

Μόνον ἕνας Θεὸς μπορεῖ τόσο νὰ ταπεινωθῆ καὶ νὰ φανερώση τὴ θεϊκὴ δόξα τῆς ταπεινώσεως.

Καὶ γιὰ τὸν πιστὸ· δὲν εἶναι ἄλλο ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως καὶ ἄλλο ἡ προσφορὰ τῆς ἀγάπης πρὸς ὅλο τὸν κόσμο. Τὸ ἕνα πολύτιμο ποὺ ἔχει νὰ προσφέρη εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως.

Ἀμέσως δημιουργεῖται ἄλλο κλίμα. Ἀποκτᾶς ἄλλη συνείδησι τοῦ τί εἶναι Θεός, τί κόσμος καὶ τί ἄνθρωπος. Δὲν παίρνεις θέσι ἀμυνομένου, ἀλλὰ γεμίζεις μὲ τὸ δέος τοῦ προσκυνητοῦ ποὺ συγκλονίζεται ἀπὸ τὸ θεϊκὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης ποὺ σὲ περιβάλλει.

Ἀποκτᾶς ἄλλες αἰσθήσεις. Γίνεσαι μιὰ αἴσθησι. Κάνεις διάγνωσι τῆς ἀξίας τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ πράγματος. Γνωρίζεις τὸν Ἄγνωστο. Πλησιάζεις τὸν ἄφθαστο. Αὐτὸς σὲ πλησιάζει. Γι’ αὐτὸ τὸ “γνόντες τὸν Θεὸν” ἐκφράζεται μὲ τὸ “γνωσθέντες ὑπὸ τοῦ Θεοῦ” (Γαλ. 4, 9).

Ὅλα μετροῦνται διαφορετικά, μεταμορφώνονται θεϊκά. Ὅλα εἶναι φανέρωσι αὐτῆς τῆς ἀγάπης· καὶ ὅταν μᾶς συμπαραστέκεται στοργικὰ καὶ ὅταν μᾶς ἐγκαταλείπει διακριτικά.

Στὸν ἀπόστολο Πέτρο ποὺ ζητᾶ νὰ βαδίση ἐπὶ τῶν ὑδάτων καὶ νὰ ἔλθη πρὸς Αὐτόν, ἀπὸ ἀγάπη τοῦ δίδει τὴ δύναμι. Στὴ συνέχεια, ἀπὸ τὴν ἴδια ἀγάπη κινούμενος αἴρει τὴν χάρι Του, καὶ ὁ Πέτρος βυθίζεται. Τότε ἀπὸ μέσα του φυσιολογικὰ βγαίνει ἡ κραυγή· Ἐπιστάτα ἀπολλύμεθα, σῶσε μας.

Ἡ μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ φανερώνεται στὴ θυσία τῆς ἀγάπης καὶ στὴν κένωσι τῆς προσφορᾶς. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται καὶ ἀναπτύσσεται μέσα στὸ πνεῦμα τῆς εὐγνωμοσύνης, τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς εὐχαριστίας πρὸς Αὐτὸν ποὺ προσφέρεται ὡς τροφὴ τοῦ παντὸς κόσμου, ὡς ἄρτος οὐράνιος, μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος. Στέλνει τὸ Πνεῦμα του, τὸ ἀπαθῶς μεριζόμενον καὶ ὁλοσχερῶς μετεχόμενον. Σὲ κάθε ἅγια μερίδα θείου Ἄρτου βρίσκεται ὅλος ὁ Χριστὸς. Σὲ κάθε χάρισμα ὅλα τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος. Ἔτσι ὁ καθένας τρέφεται μὲ τὴν χάρι τῆς αἰωνιότητος.

Μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἀγάπη δέχεται ὁ ἄνθρωπος τὴ θεία ἐπίσκεψι. Ὅλα εἶναι εὐλογία: Ὅταν μᾶς χαρίζη τὴν ὑγεία, μᾶς τρέφει πνευματικά. Ὅταν ἐπιτρέπη δοκιμασίες, μᾶς χαρίζει τὰ ἀνέλπιστα. Στὸ τέλος πιὸ μεγάλη παράκλησι καὶ ἀστείρευτη χαρὰ ἔρχεται ἀπὸ τὶς δοκιμασίες. Οὔτε χαίρεσαι μόνο στὴ χαρά, οὔτε στυγνάζεις στὴ θλίψι. Ἀναπαύεσαι σὲ Αὐτὸν ποὺ εἶναι Θεὸς ἐλέους, οἰκτιρμῶν καὶ φιλανθρωπίας. Καταλήγεις σὲ μία αἴτησι: Γενηθήτω τὸ θέλημά σου. Χωρὶς αὐτὸν τίποτε δὲν ἔχει νόημα. Μὲ τὴ χάρι Του ὅλα μετατρέπονται, πρὸ παντὸς τὰ ἐπώδυνα, σὲ εὐλογίες.

Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ μιὰ ψυχὴ ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀξία ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ μὲ μιὰ δίψα ποὺ δὲν σβήνει μὲ ὅλες τὶς χαρὲς καὶ τὶς ἐπιτυχίες. Ὅλο τὸν κόσμο νὰ τοῦ δώσης μένει ἀνικανοποίητος καὶ νηστικός. Στὸ ἐλάχιστο τὸ θεϊκὸ χάρισμα βρίσκει τὸ πᾶν ποὺ ἀκατάπαυστα ξεπερνιέται καὶ πάει παραπέρα. Αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο μὲ τὸν ἀτελεύτητο δυναμισμὸ δὲν κατορθώνεται μὲ ἱκανότητες καὶ προσπάθειες ἀνθρώπινες. Εἶναι δῶρο τοῦ Ἑνὸς ποὺ δίδεται ἐξαίφνης στὸν ἐλάχιστο καὶ ταπεινὸ ποὺ μόνον ἀγαπᾶ, ὑπομένει καὶ ἐλπίζει, ἀκόμα καὶ ὅταν ὅλα χάνωνται.

Ἔχει σαρκωθῆ ἡ ἀλήθεια τῆς ἀγάπης ποὺ καταργεῖ τοὺς χωρισμοὺς καὶ τὸν θάνατο. Αὐτὴ τὴ σαρκωθεῖσα ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη γνωρίζομε. Αὐτὴ μᾶς ἔφερε ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι. Αὐτὴ μᾶς σώζει δωρεάν. Αὐτὴν ὁμολογοῦμε καὶ κηρύττομε. Σ’ αὐτὴν ἐγκαταλείπομε τὴν ζωὴν ἡμῶν ἅπασαν καὶ τὴν ἐλπίδα. Σ’ αὐτὴν ἐγκαταλείπομε τὰ παιδιὰ ὅλου τοῦ κόσμου γιὰ νὰ προκόψουν.

*   *   *

Τὸ σύνολο τῆς ζωῆς στὴν Ἐκκλησία γνωρίζεται ὡς μία ἑορτή, ἕνα πανηγύρι χαρᾶς. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πανηγύρι τῆς ζωῆς καὶ τῆς εὐφροσύνης βάζει ἡ ὀρθόδοξη ἀγωγὴ τὰ παιδιά. Νοιώθουν τὴ ζεστασιὰ τῆς ἀγάπης καὶ τὴ χαρὰ τοῦ παιχνιδιοῦ.

Ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς καὶ μεγαλώνουν, γεννιοῦνται μέσα τους νέα ἐρωτήματα καὶ προβλήματα: Φυσιολογικὰ ἔρχονται καὶ οἱ ἀπαντήσεις. Τότε βλέπουν τὰ ἁπλὰ λόγια, οἱ ἦχοι καὶ οἱ εἰκόνες τῆς λειτουργικῆς θεολογίας, νὰ ἔχουν τόσο περιεχόμενο καὶ βάθος ποὺ οὔτε τὸ καταλάβαινες οὔτε τὸ χρειαζόσουν ὅταν ἤσουν μικρὸ παιδί.

Τὸ παιδὶ χαίρεται τὰ παιχνίδια καὶ τὴ ζωή. Λυπᾶται μιὰ στιγμὴ γιατὶ τὰ χάνει (τὰ παιχνίδια τοῦ παιδιοῦ καὶ τὴ νεότητα τοῦ ἐφήβου). Αὐτὰ ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι ἐκπληκτικώτερα καὶ μονιμώτερα. Μπαίνει στὴν παράδοσι τοῦ Ἀποστόλου ποὺ ὁμολογεῖ: “ὅταν ἀσθενῶ τότε δυνατός εἰμι”. “Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου”. Καὶ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου. Ἔρχονται δυσκολίες. Δὲν σταματοῦν τὰ βάσανα. Ἀλλὰ τὰ πάντα μεταβάλλονται σὲ εὐλογία καὶ ἀγαλλίασι.

Ὁ δημιουργὸς καὶ προνοητὴς τῆς ζωῆς μας, κάθε φορὰ μᾶς δίδει αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε. Ὅλα δι’ Αὐτοῦ ἀποδεικνύονται καλά: ὁ σταυρός, οἱ πειρασμοί, οἱ δοκιμασίες.

Ἐνισχύεσαι ἀπὸ τὶς δοκιμασίες, καὶ δυναμώνεις ἀπὸ τὶς ἀσθένειες. Τρέφονται οἱ ρίζες σου ἀπὸ τὶς πίκρες τῆς ζωῆς καὶ βλαστάνουν τὰ κλαδιά σου στοὺς φωτεινοὺς οὐρανοὺς τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐπεκτάσεως.

Δὲν διδάσκεσαι ἐγκυκλοπαιδικὰ τὸ φαινόμενο τῆς θρησκείας. Ζῆς τὴν πραγματικότητα ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη. Καὶ πλάθεσαι ἀπ’ αὐτήν.

Ὁ Θεὸς εἶναι τόσο μεγάλος καὶ εὔσπλαγχνος ποὺ σὲ ἀφήνει νὰ τὸν ἀρνηθῆς ἂν πέσης στὸν πειρασμὸ τῆς ἀφροσύνης, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν ἄσωτο υἱό. Ὁ πατέρας δὲν τὸν τιμωρεῖ (οὔτε περισσότερ τὸν θανατώνει) ἐπειδὴ τὸν ἀρνεῖται. Ἀλλὰ τὸν ἀφήνει νὰ πάη ὅπου θέλει. Καὶ ἡ πατρική του ἀγάπη πηγαίνει πρὶν ἀπ’ αὐτόν. Τὸν συνοδεύει διακριτικά, χωρὶς νὰ τὸν βλέπη ὁ ἄσωτος. Καὶ ἀρνούμενος τὸν πατέρα ἀντιλαμβάνεται τὴν χάρι Του. Θυμᾶται τὸ σπίτι Του. Καὶ μόνος του γυρίζει στὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ὑπακοὴ στὴν ἀλήθεια ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς πατέρας.

Ὅ,τι ἐπιτρέπει τὸ ἐπιτρέπει ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ καλό μας. Πρέπει νὰ καλλιεργηθῆ τὸ χωράφι γιὰ νὰ δώση καρπό. Πρέπει νὰ περάση δοκιμασίες σταυρῶν καὶ πειρασμῶν ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ φτάση στὴν εὐαισθησία νὰ παίρνη δι’ ὀλίγων τὰ πολλὰ καὶ ἀπὸ τὸν πόνο τὴν παρηγοριά.

Κάνοντας ὑπομονὴ στὸν ἀγῶνα σου, κατὰ τὴν πιὸ δύσκολη στιγμὴ ποὺ φτάνεις νὰ λυγίσης· ἔρχεται καὶ σὲ βρίσκει. Μένει μαζί σου καὶ σὲ παρηγορεῖ.

Παραξενεύεσαι τότε καὶ λές: “Πόθεν μοι τοῦτο”; Πῶς ἔγινε αὐτὸ σὲ μένα ποὺ ὅλοι μὲ περιφρόνησαν μὲ τὶς θεωρίες τους. Σὲ μένα ποὺ εἶμαι ἄξιος κάθε καταδίκης μὲ τὶς ἁμαρτίες μου. Καὶ ζῆς τὸ γεγονὸς τῆς θείας ἐπισκέψεως καὶ παρακλήσεως. Ζῆς τὸ θαῦμα τῆς θείας παρουσίας. Νοιώθεις τὸ θαῦμα πῶς δημιουργεῖται ὁ κόσμος ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἀπὸ περίσσευμα ἀγάπης. Πῶς σαρκοῦται ὁ Λόγος καὶ Θεός. Πῶς ἡ ἀνθρώπινη φύσι, ὁ ἄνθρωπος, ἡ Παρθένος Μαρία γεννᾶ τὸν Θεὸ καὶ ἀναδεικνύεται Θεοτόκος.

Αὐτὰ εἶναι ὑπὲρ φύσιν καὶ αἴσθησιν, ἀλλὰ ἔτσι ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Καὶ γι’ αὐτὰ τὰ θαυμάσια ἔχει πλάσει τὸν ἄνθρωπο.

Ὅλα τὰ μεγάλα γίνονται ἀκόπως, εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ· δίδονται ἐξαίφνης, χωρὶς νὰ τὸ περιμένης, στοὺς ἥρωες τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς.

Ζῆς μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ πόνων, γιὰ νὰ φτάσης σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴν αἰωνιότητα· μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς σωτηρίας.

Σὰν τὸν ληστὴ ποὺ καταλήγει κρεμασμένος πάνω στὸν σταυρὸ νὰ πῆ μιὰ φράσι: “Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου”. Καὶ μπαίνει αὐθημερὸν στὸν παράδεισο.

Σὰν τὴν αἱμορροοῦσα τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ὑποφέρει ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν. Δὲν βρίσκει καμμιὰ παρηγοριὰ καὶ θεραπεία μὲ τὶς ἀνθρώπινες ἐπεμβάσεις. Φτάνει στὸ ἀπροχώρητο. Καταφεύγει στὸν Χριστό. Ἀκουμπᾶ τὸ ἄκρο τοῦ ἱματίου Του. Ἀφήνει σ’ Αὐτὸν τὴν ἀπόγνωσι τοῦ πόνου. Καὶ δέχεται τὴν ἴασι τοῦ πάθους. “Παραχρῆμα ἔστη ἡ ρῦσις τοῦ αἵματος” (Λουκ. 8, 44).

Τότε λές: ἄξιζε ὅλος ὁ κόπος, τὰ βάσανα καὶ ἡ ὑπομονὴ μιᾶς ζωῆς γιὰ νὰ ζήσω αὐτὸ τὸ ἄρρητο θαῦμα.

Ὅλη ἡ ἀνθρωπότης εἶναι ἕνας ἄνθρωπος. “Εἷς ἄνθρωπος κατωνομάσθη τὸ πᾶν” (Ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης). Ὅλη ἡ ἱστορία μιὰ ζωή, μιὰ πορεία δοκιμασιῶν καὶ πόνου. Εἶναι καιρὸς νὰ δεχθῆ τὸ μήνυμα τῆς ζωῆς, τὸ ἕνα, τὴν ἀποκάλυψι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι μιὰ τυφλὴ πορεία ποὺ καταλήγει στὸν θάνατο· ἀλλὰ εἶναι ἕνας δρόμος μὲ πολλοὺς σταυροὺς καὶ ἀπογνώσεις ποὺ καταλήγει στὴν Ἀνάστασι.

Εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ ἡ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος δημιουργία τοῦ κόσμου. Καὶ εἶναι μεγαλύτερο δῶρο τῆς ἴδιας ἀγάπης ἡ ἔκπληξι τῆς Ἀναστάσεως ποὺ καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ ἐγκαινιάζει τὴν ἀτελεύτητη πορεία ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν.

*   *   *

Ἡ ζωὴ εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἐπειδὴ εἶναι ἐπικίνδυνη καὶ ἀπρόβλεπτη. Συνέχεια ὅλα διακυβεύονται καὶ ὅλα εἶναι σίγουρα μὲ τὴν πίστι καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη Του.

Συμβαίνουν ἀπρόσμενες ἐκπλήξεις: Οὔτε ὁ μακρυνὸς καὶ ξένος εἶναι ἀποκλεισμένος ἀπὸ τὴ σωτηρία, οὔτε ὁ κοντινὸς καὶ μαθητὴς εἶναι ἐξασφαλισμένος.

Ἕνας ληστὴς μπαίνει πρῶτος στὸν παράδεισο. Ἕνας μαθητὴς ἀρνεῖται τὸν Διδάσκαλο καὶ ἄλλος τὸν προδίδει. Ἕνας ἑκατόνταρχος πιστεύει. Καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζουν καὶ ζητοῦν τὴ σταύρωσι. Ὁ πιὸ σκληρὸς διώκτης γίνεται ὁ μεγαλύτερος Ἀπόστολος. Ὅλα εἶναι καλὰ καὶ ἐνδιαφέροντα γιατὶ ὅλα τὰ ρυθμίζει “ὁ ἐπὶ πάντων Θεός”.

Συμπεριφέρεται μὲ στοργὴ στὸν παραστρατημένο καὶ ἐνοχλούμενο ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα. Κρίνει αὐστηρὰ τὸν ὑποκριτὴ ποὺ κάνει τὸν δάσκαλο τοῦ νόμου καὶ βασανίζει τὸν κόσμο. Θεραπεύει τοὺς ἀρρώστους. Καλεῖ κοντά του ὅλους τοὺς κουρασμένους καὶ ἀπεγνωσμένους. Πετᾶ ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ τοὺς κολλυβιστὲς καὶ ἀργυραμοιβοὺς ποὺ μεταβάλλουν τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ σὲ οἶκο ἐμπορίου.

Συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Συχνὰ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀντιπροσωπεύουν τὸν ἀγνοοῦν. Καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀρνοῦνται τὸν ζητοῦν.

Ἔρχονται ἐξ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ ἀνακλίνονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ. Καὶ οἱ κατὰ φαντασίαν υἱοὶ τῆς Βασιλείας ἐκβάλλονται εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον.

Κάποιοι ποὺ λένε “Κύριε, Κύριε” καὶ παρουσιάζονται ὡς κήρυκες καὶ θαυματουργοὶ θὰ ἀκούσουν (δηλαδὴ ἀκοῦνε ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνουν) “οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς”.

Κάποιοι συντηρητικοὶ κηρύττουν ταγκιασμένη θεολογία· ἄλλοι προοδευτικοὶ νερουλιασμένη· καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνουν. Ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἀθορύβως προχέονται ποταμοὶ τῆς χάριτος ἀπὸ κάποιους πονεμένους, ταπεινοὺς καὶ ἄγνωστους.

Αὐτὸς εἶναι ἀγάπη ἀμετάπτωτη καὶ πάνσοφη. Ἐμεῖς ἐπιπολαιότης ἀδικαιολόγητη καὶ ἐπικίνδυνη. Ἀλλὰ μένει πάντα γιὰ ὅλους μας ἡ ὁδὸς τῆς μετανοίας.

*   *   *

“Δίδω ἀγωγὴ” σημαίνει ὅτι ξέρω τί εἶναι Θεός, κόσμος, ἄνθρωπος. Ξέρω τί εἶναι τὸ παιδί. Ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ. Ποιά εἶναι ἡ φιλοδοξία, ἡ προσδοκία καὶ οἱ δυνατότητές του. Ποιά ἐρωτήματα κυοφοροῦνται μέσα του καὶ ποιές ἀπαντήσεις δίδονται.

Ὅταν ἐγὼ ποὺ διδάσκω εἶμαι μισερὸς καὶ ἀνεπαρκὴς μὲ μειωμένα ἐνδιαφέροντα καὶ ἐλλιπῆ γνῶσι τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπου, εἶμαι ἀκατάλληλος γιὰ τὸ ἔργο τοῦ παιδαγωγοῦ.

Ὅταν τὸ παιδὶ εἶναι ἀετὸς τοῦ πνεύματος καὶ ἐγὼ τὸ βλέπω σὰν πουλερικό, γιὰ τὸ κοτέτσι τοῦ συστήματος, νὰ μοῦ δίδη αὐγὰ καὶ κρέας γιὰ πούλημα. Τότε ἀγνοῶ καὶ πνίγω τὰ αἰτήματα τοῦ ἀετοῦ ποὺ ἔχει ἄλλους ὁρίζοντες ζωῆς. Πετᾶ σὲ ἄλλα ὕψη. Καὶ φωλιάζει σὲ ἄλλες κορφές. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τί εἶναι ἄνθρωπος, ποιά ἡ φύσι καὶ ἡ ἀποστολή του.

Δὲν ἀσχολοῦμαι ἁπλῶς μὲ τὸ φαινόμενο θρησκεία. Δὲν ἔχω μπροστά μου σπουδαστὲς θρησκειολογικῶν ἀπασχολήσεων. Ἀλλὰ ἔχω εὐαίσθητα πλάσματα ποὺ θέλουν νὰ ζήσουν.

Ὀφείλω νὰ τοὺς προσφέρω τὴν κατάλληλη τροφὴ γιὰ νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ τὰ παιχνίδια γιὰ νὰ παίξουν. Δὲν τοὺς ἐκθέτω ὅ,τι κυκλοφορεῖ στὴ θρησκευτικὴ ἀγορὰ γιὰ νὰ διαλέξουν μόνα τους. Ἀπομακρύνω ὅλα τὰ αἰχμηρὰ ἀντικείμενα γιὰ νὰ μὴν κοποῦν παίζοντας καὶ ὅλα τὰ φάρμακα γιὰ νὰ μὴν δηλητηριαστοῦν δοκιμάζοντας.

Τὰ παιδιὰ τῆς ὁποιασδήποτε θρησκευτικῆς παραδόσεως, ὅταν δοῦν καὶ ἀκούσουν τὸν δάσκαλό τους εὔκολα καὶ ἀπροβλημάτιστα νὰ ἐκθέτη μπροστά τους ὅλες τὶς θρησκευτικὲς δοξασίες καὶ τὰ σύμβολα· αὐθόρμητα θὰ περιοριστοῦν στὸν ἑαυτόν τους, θὰ κλειστοῦν στὴν πίστι τους γιατὶ θὰ διακρίνουν τὸν κίνδυνο τῆς πνευματικῆς ἀδιαφορίας καὶ τοῦ θρησκευτικοῦ ἀμοραλισμοῦ. Ὁ δάσκαλός τους δὲν εἶναι παιδαγωγὸς ἀλλὰ μεταπράτης πληροφοριῶν.

Ὅταν παρουσιασθῆ ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀγάπης ποὺ θυσιάζεται καὶ τοὺς ἐξασφαλίζει τὴ δυνατότητα τῆς προσωπικῆς ζωῆς καὶ ἐλευθερίας, τότε καθένα παιδὶ ἀνοίγει αὐθόρμητα τὴν καρδιά του ὅπως ἀνοίγει τὸ ἄνθος τὰ πέταλά του στὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Καὶ ἀρχίζει ἡ ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς εὐθύνης. Καθένας κρίνεται καὶ κρίνει αὐθόρμητα μέσα του.

Σέβομαι τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου σημαίνει ὅτι θυσιάζομαι γιὰ νὰ τὴν ἐξασφαλίσω. Καὶ ὁ ἐλεύθερος ἐν Πνεύματι ἄνθρωπος, ὅπου καὶ ἂν βρίσκεται εἶναι ἕνα μέρος τοῦ ἀληθινοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα ἐσμὲν οἱ πολλοί.

Οὔτε κατεβάζω τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς στὴν ἄψυχη πεζότητα τῆς ἀδιαφορίας. Οὔτε ἀγνοῶ τὴ δίψα καὶ τὴν προσδοκία τοῦ νέου ἀνθρώπου γιὰ τὰ θαυμαστὰ καὶ ἀνέφικτα. Ἡ Ἐκκλησία ἀνοίγει τὸ μυστήριο τοῦ κόσμου στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ. Γιὰ νὰ χαρῆ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς καὶ τὴν κατάργησι τοῦ θανάτου.

Εἶναι μεγάλη εὐλογία γιὰ ὅλο τὸν κόσμο ὅταν οἱ ὀρθόδοξοι εἴμαστε ἀληθινὰ ὀρθόδοξοι.

*   *   *

Συμπερασματικά: μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἐμπειρία καὶ ζωή, τὸ ὁμολογιακὸ μάθημα εἶναι ἀνοικτὸ καὶ ἀπεριόριστο. Τὸ ἀνοικτὸ ἀνθρωπίνως εἶναι τὸ κλειστὸ καὶ ἀνυπόφορο. Ἡ ὁποιαδήποτε ἐλευθερία του δὲν μπορεῖ νὰ βγῆ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς φθορᾶς τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου ποὺ δὲν χωροῦν τὸν ἄνθρωπο.

Θρησκευτικὰ γιὰ ὅλους εἶναι ἡ ἔκπληξι τῆς ἀγάπης, τῆς ταπεινώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, ποὺ θεώνει τὸν ἄνθρωπο. Θρησκευτικὰ γιὰ κανένα ἡ βάναυση ἐπέμβασι τοῦ ἀνθρώπου πάνω στὸν ἄνθρωπο.

Δὲν θὰ τὸ κάνω πιὸ ἀνθρώπινο, κατὰ τὸ λογισμό μου, τὸ μήνυμα τῆς ζωῆς ὅταν παρουσιάζω τὸν Χριστὸ ὄχι ὡς Θεάνθρωπο, ὅπως τὸν πιστεύει ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὡς ἕνα ἀρχηγὸ θρησκείας ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ὑπάρχουν.

Καὶ δὲν βοηθῶ κανένα ὅταν λέω ὅτι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Θεανθρώπου δὲν εἶναι Θεοτόκος ἀλλὰ μιὰ καλὴ γυναῖκα.

Μὲ ἁπλότητα καὶ βεβαιότητα λέγονται τὰ ἄρρητα καὶ βιοῦνται τὰ ἀνέλπιστα: ὁ Θεὸς ἔχει τόση ἀγάπη ποὺ γίνεται ἄνθρωπος. Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τέτοιες δυνατότητες, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνη θεὸς κατὰ χάριν. Καὶ ἡ Παναγία Μητέρα Του δὲν εἶναι Χριστοτόκος ἀλλὰ Θεοτόκος, “ἐν ᾗ θεωροῦσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται”.

Αὐτὰ λέγονται καὶ βιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καὶ οὔτε ἐπιβάλλεται διὰ τῆς βίας σὲ κανένα ἡ ἀλήθεια. Οὔτε ἀποκρύπτεται ἀπὸ δειλία τὸ θαῦμα

Ἡ ἀλήθεια τῆς σεσαρκωμένης Ἀγάπης δὲν σκοτώνει οὔτε σταυρώνει κανένα. Ἀλλὰ δέχεται νὰ σταυρωθῆ γιὰ νὰ σώση τοὺς σταυρωτές της.

*   *   *

Στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν δυσκολίες καὶ πειρασμοί. Ὑπάρχει ὁ διάβολος ποὺ σπέρνει ζιζάνια μέσα στὸ καλὸ σπέρμα. Πολλοὶ θέλουν νὰ ἀφαιρέσουν τὰ ζιζάνια. Ὁ Κύριος τοῦ ἀγροῦ συμβουλεύει: Καλύτερα μὴν τὰ πειράζετε. Ἀφῆστέ τα νὰ συναυξάνωνται μέχρι τὴν ὥρα τοῦ θερισμοῦ. Τότε θὰ πῶ στοὺς ἀγγέλους νὰ βγάλουν τὰ ζιζάνια καὶ νὰ τὰ κάψουν.

Ἐμεῖς θέλομε νὰ ξεκαθαρίσωμε τὰ πράγματα ἀμέσως. Ἐκεῖνος πάλι συμβουλεύει: περιμένετε. Μήπως δὲν διακρίνετε ἀκριβῶς ποὺ βρίσκεται τὸ κακό. Δὲν διακρίνετε σωστὰ τὴν ἀρρώστια καὶ μαζὶ μὲ τὰ ζιζάνια κάψετε καὶ τὸν ἑαυτόν σας.

Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε σίγουροι γιὰ τὸ ἀλάθητο τῆς διαγνώσεώς μας. Καὶ ἐπεμβαίνομε δυναμικὰ γιὰ νὰ καθαρισθῆ ὁ ἀγρὸς τῆς ἱστορίας.

Καῖμε τὰ ζιζάνια τῶν αἱρετικῶν καὶ ἀπίστων γιὰ νὰ κρατήσωμε καθαρὴ τὴν πίστι.

Καῖμε τὰ μιάσματα τῆς κατώτερης ράτσας γιὰ νὰ διατηρήσωμε καθαρὴ τὴ λευκὴ φυλή μας.

Σκοτώνομε τοὺς ἐκμεταλλευτὲς τοῦ λαοῦ γιὰ νὰ ἐπιβάλωμε τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἰσότητα μὲ τὴ βία τῆς ἀποφάσεως καὶ τὴν ἰσχὺ τῆς γροθιᾶς μας.

Ἀλλὰ δὲν βρίσκεται ἔτσι ἡ λύσις. Ὅλοι εἶναι ἕνα κομμάτι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὅλοι περιμένουν τὴ σωτηρία. Ὅλοι εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ ὅλα.

Ἐνῶ τὸ ψέμα σκοτώνει τὸν ἄλλον γιὰ νὰ ἐπιβληθῆ· ἡ Ἀλήθεια σταυρώνεται γιὰ νὰ σώση τοὺς σταυρωτές της. Ἡ προτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: “Σταυρώθητι καὶ μὴ σταυρώσης. Ἀδικήθητι καὶ μὴ ἀδικήσης”. Ὁ τελικὸς σκοπὸς τοῦ θείου θελήματος εἶναι: “πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν”.

*   *   *

Ὅταν ἀνεξάρτητα τῆς δημιουργικῆς τῶν πάντων Ἀλήθειας θέλω νὰ ἐπιβάλλω τὴν ἄποψί μου: ἢ σκοτώνω τὸν ἄλλον γιὰ νὰ σώσω τὴ θεωρία μου, ἢ σκοτώνω τὴν ἀλήθεια (ἐξισώνω τὰ ὑγιῆ μὲ τὰ νοσηρὰ) γιὰ νὰ ζαλίσω τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ πετύχω τὰ σχέδιά μου.

Εἶναι ἀδιάσπαστη ἡ σχέσι ἀλήθειας καὶ ἀγάπης. Δὲν ὑπάρχει ἡ μία χωρὶς τὴν ἄλλη.

Ἡ ἀλήθεια τῆς ἀγάπης δημιουργεῖ τὸν κόσμο. Καὶ ἡ ἀγάπη τῆς ἀλήθειας ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο. “Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” (Ἰω. 8, 32).

Τὸ ψέμα: εἴτε σκοτώνει τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ σώση τὴ θεωρία του· εἴτε σκοτώνει τὴν ἀλήθεια — ἐξισώνει τὴ φενάκη μὲ τὴν πραγματικότητα — γιὰ νὰ ἀκυρώση τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀλήθεια εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ θυσιάζεται γιὰ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἀδύνατο καὶ ἀδικαιολόγητο.

Ψέμα εἶναι ἡ βάναυση ἐπέμβασι ποὺ ἐπιβάλλεται διὰ τῆς βίας. Κλείνει τὸν ἄνθρωπο στὴν καταδίκη τῆς συμφορᾶς. Καὶ τὴν ὀνομάζει θρησκεία, ἐὰν ὁ αὐτουργός της παριστάνη τὸν προφήτη ἢ δημοκρατία ἐὰν παίζη τὸ ρόλο τοῦ πολιτικοῦ ἡγέτη.

Ἀλλὰ ἡ βαναυσότητα τοῦ πείσματος βασιλεύει ἀλλ’ οὐκ αἰωνίζει. Βασανίζει μόνο μέσα στὴν ἱστορία τὸν ἄνθρωπο.

Ὁ χρόνος περνᾶ. Ἡ μανία σβήνει. Ἡ γροθιὰ λειώνει. Τὰ θύματα μένουν. Καὶ μέσα στὶς οἰμωγὲς τοῦ πόνου καὶ τοὺς ποταμοὺς τῶν αἱμάτων ποὺ χύνομε, βλέπομε ἤρεμα ἡ ἴδια ἀλήθεια τῆς Ἀγάπης νὰ παρουσιάζεται ἀλώβητη καὶ νὰ μᾶς περιμένη. . .

*   *   *

Καὶ ὅλοι ἐὰν ἐπαναστατήσωμε γιὰ νὰ ἀντικαταστήσωμε τὸν Ἕνα δημιουργὸ τοῦ παντὸς καὶ νὰ διορθώσωμε τὸ ἔργο Του, δὲν πετυχαίνομε τίποτε πέρα ἀπὸ συμφορὲς γιὰ τὸν κόσμο.

Καὶ ὅλοι μόνοι μας ἐὰν ἀποφασίσωμε νὰ Τὸν βοηθήσωμε μὲ τὸ λογισμό μας, πάλι στὸ κενὸ δουλεύομε.

Ὅταν μὲ δέος συνειδητοποιήσωμε τὴν ἱερότητα τῆς ζωῆς καὶ τὴν παντοκρατορία τῆς Ἀγάπης, συνερχόμεθα ἐν μετανοίᾳ. Ταπεινούμεθα εὐγνώμονα καὶ εὐχαριστοῦμε συνεσταλμένοι.

Ζητοῦμε νὰ γίνεται τὸ θέλημά Του καὶ ἐγκεντριζόμαστε στὴν καλλιέλαιο τῆς ζωῆς. Γίνονται παντοδύναμοι οἱ ἀδύνατοι. Αὐτοὶ εἶναι εὐλογία γιὰ ὅλους, γιατὶ ὅλοι εἴμαστε ἕνα.

Ἡ ἀποκαραδοκία τῶν ἐθνῶν καὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς θείας βουλήσεως εἶναι: ἵνα πάντες ἓν ὦσι.

Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὶς εὐαίσθητες ψυχές, ὅπου γῆς, ποὺ πονοῦν καὶ διψοῦν τὴν ἀλήθεια τῆς ἐλευθερίας· καὶ ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς αὐτοὺς ποὺ πολτοποιήθηκαν – καὶ πολτοποιοῦνται – ἀπὸ τοὺς ὁλοκληρωτισμοὺς τοῦ ψεύδους, εἶναι καλὸ νὰ σεβαστοῦμε τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὅπως τὴν ἔπλασε ὁ Θεός.

*Ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος (Γοντικάκης) υπήρξε Καθηγούμενος των μονών Σταυρονικήτα (1968-1990) και Ιβήρων (1990-2005) του Αγίου Όρους.

Αρχική ανάρτηση στο αντίφωνο 1η Φεβρουαρίου 2013.

20 Σχόλια

  1. Πανέμορφα λόγια, πηγή ζωής αληθινής. Αλλά μάλλον εκτός θέματος. Μα αν είχε την ευθύνη η εκκλησία για το μάθημα των θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Θα προσυπογράφαμε όλοι μετά χαράς(!) τη λύση(;;) που προτείνει ο π. Βασίλειος. Αλλά την ευθύνη για το δημόσιο σχολείο την έχει το κράτος, το οποίο πρέπει να διευθετεί τα προβλήματα που αφορούν όλους τους πολίτες και όχι μόνο όσους ασπάζονται τις απόψεις του π. Βασιλείου -δηλ. τους χριστιανούς. Αν η εκκλησία δεν καταλάβει ότι, καλώς ή κακώς, ζούμε σε ένα εκκοσμικευμένο κράτος, θα συσσωρεύει ήττες από το τελευταίο. Όπως συμβαίνει συνεχώς από το 1981 και μετά…

  2. Αξίζει νομίζω να αρχίσουμε να παρατηρούμε, κάποτε, ότι αυτή η οποία [i]«συσσωρεύει ήττες»[/i] εξ αιτίας του εκκοσμικευμένου χαρακτήρα του κράτους δεν είναι η [b]εκκλησία[/b] αλλά η [b]κοινωνία[/b].

    [b]Όπως επίσης αξίζει να παρατηρήσουμε, έστω εκ των υστέρων, ότι – από το 1981 και μετά λοιπόν – κάθε φορά που η εκκλησιαστική συνείδηση αντιστάθηκε σε αντιδημοκρατική χρήση του κρατικού μηχανισμού, η μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία σ υ μ μ ε ρ ί σ τ η κ ε τη διάθεση της αντίστασης.[/b]

    Με απλούστερες λέξεις: Σε θέματα τα οποία οι ηγήτορες τής κρατικώς επιβαλλόμενης αποϊεροποίησης ουδαμώς και ουδεπόποτε τολμούν να θέσουν υπό την “κρίση” της ψήφου του “δήμου”, δεν έχουν – διατείνομαι – καμμιάν απολύτως [i]έλλογη αιτία[/i] ορισμένοι θεολόγοι μας να εμφανίζονται (όχι ακριβώς βασιλικώτεροι των βασιλέων αλλά) αντιδημοκρατικώτεροι των… αντιδημοκρατών.

  3. Πάλι παρέσυραν τον Πατέρα Βασίλειο. Πάλι τον κορόιδεψαν οι σκοταδιστές, φονταμενταλιστές, οπισθοδρομικοί, γραφικοί, οργανωσιακοί, φασίστες. Α, και ρατσιστές επίσης, χριστιανοί του περιθωρίου. Περιμένουμε λοιπόν πάλι τους λογίους προοδευτικούς, δημοκράτες, αντιφασίστες, αντιπαγανιστές, αντιχουντικούς, και κυρίως αγνούς και διόλου υστερόβουλους, εύθικτους και καθαρούς χριστιανούς – εκκλησιοοαριστεροκεντρικούς Καθηγητάς της Θεολογίας του ΑΠΘ, αλλά και τους λοιπούς “απελευθερωτές” (και άλλους συμπτωματίες του χώρου) να τον καλέσουν και να τον ξαναμαλώσουν, μήπως κι αυτή τη φορά τον συνετίσουν!

  4. Ναι, αλλά τι γίνεται όταν η εκκλησία νομίζει ότι όλη η κοινωνία είναι εκκλησία;
    Εγώ λέω ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να φοβάται και να αναζητεί πάντα τη βοήθεια του κράτους για όσα εκείνη νοπμίζει σωστά. Όλα όσα λέει ο π. Βασίλειος ας γίνουν επιδιώξεις της ίδιας της εκκλησίας, ακόμη κι αν το κράτος δεν συνηγορεί.
    Και, επιτέλους, το νέο μάθημα των θρησκευτικών, φαντάζομαι, δεν μιλάει για κατάργηση του Χριστού ως θεανθρώπου.

  5. Eίμαι της γνώμης πως το μάθημα πρέπει να μετατραπεί σε θρησκειολογικό-πολιτιστικό ανεξάρτητα απ΄ την εθνολογική-θρησκευτική σύνθεση των σχολείων μας.
    Σε καμιά περίπτωση δεν είναι υποχρεωμένο το Κράτος να γίνει προπαγανδιστής καμιάς Εκκλησίας, ακόμα και της “κρατούσας”.
    Είναι αποκλειστικό έργο της όποιας Εκκλησίας να κατηχήσει τα μέλη της.

    Δηλαδή, αν υποθέσουμε, πως το 98% των Ελλήνων ήταν π.χ. μαρξιστές, θα έπρεπε το σχολείο να προπαγανδίζει τον μαρξισμό;
    Κανείς λογικός δεν θα υποστήριζε μια τέτοια άποψη…

    Πόσο μάλλον όταν ο αριθμός των “Ορθοδόξων Χριστιανών” συνεχώς μειώνεται και στη χώρα μας…

  6. Συγχαρητήρια στον διαχειριστή.
    Να αγιάσει το στόμα του [b]π.Βασιλείου[/b].
    Ένα τόσο υπέροχο κείμενο, εμείς οι θεολόγοι που μπαίνουμε στην τάξη, θα έπρεπε δίχως υπερβολή να το διαβάζουμε καθημερινά!
    Να τον έχει γερό ο Θεός διότι ιδιαίτερα στις μέρες μας τον έχουμε ανάγκη.

  7. [quote name=”Γεώργιος”]Εγώ λέω ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να φοβάται και να αναζητεί πάντα τη βοήθεια του κράτους για όσα εκείνη νοπμίζει σωστά. Όλα όσα λέει ο π. Βασίλειος ας γίνουν επιδιώξεις της ίδιας της εκκλησίας, ακόμη κι αν το κράτος δεν συνηγορεί.[/quote]

    Σας παρακαλώ να προσέξετε ότι το κυρίως ζήτημα δεν είναι η σχέση του κράτους με την [i]εκκλησία[/i]: Είναι η σχέση του κράτους με την [i]κοινωνία[/i].
    Από και και πέρα, δεν υπάρχει κράτος το οποίο να μη θεμελιώνεται σε_ ι δ ε ο λ ο γ ι κ έ ς_ π ρ ο κ ρ ί σ ε ι ς – εξ αυτού και να μη συγκροτεί [b]ιδεολογικούς μηχανισμούς[/b]. Προφανέστερος από αυτούς είναι η Παιδεία. Μόνο που “ιδεολογικώς ουδέτερη” παιδεία, αυτονοήτως, [i]δεν μπορεί[/i] να συσταθεί – παρεκτός και δεν κατανοούμε τι λέμε!
    [b]Το πρώτο και ύστατο ερώτημα, οπότε, είναι: Τον θεωρητικό / ιδεολογικό [i]προσανατολισμό[/i] τής πολιτειακώς οριζόμενης παιδείας, με ποιον άλλο τρόπο παρά μόνο [i]δημοκρατικά[/i] οφείλει μια πολιτεία να τον επιλέγει;[/b]

    ΥΓ: Την παιδαγώγηση πχ στα [i]δημοκρατικά ιδεώδη[/i] διανοείστε, μήπως, το κράτος μας να την διαπραγματεύεται; Να διδάσκει, ας πούμε, ότι: [i]Υπάρχουν πέντε τύποι πολιτικών καθεστώτων. Η Ολιγαρχία, η Αριστοκρατία, η Δικτατορία, η Τυραννία και η Δημοκρατία. Θα σας τα περιγράψω (στο σχολείο) ουδέτερα και θα σας ζητήσω όταν γίνεται 18 χρονών να μου πείτε τι – ανεπηρέαστοι – θα προτιμήσετε[/i];
    Τις [i]πολιτιστμικές επιλογές[/i] μήπως; Λέει, για παράδειγμα, κάποιος υπουργός ότι επειδή αυξάνεται το ποσοστό των μαθητών-μουσουλμάνων, θα περιληφθεί στη διδακτική ύλη και η επιχειρηματολογία υπέρ της μαντήλας;
    Ή, έστω, την παιδαγώγηση στο ποια είναι τα άξια (λόγου) [i]έργα[/i] της [i]τέχνης[/i] και ποια τα ανάξια;

    [b]Η κατ’ αποκλειστική εξαίρεση, λοιπόν, της Θρησκευτικότητας έγερση, αίφνης, ζητήματος «ουδετερότητας» πιστοποιεί μόνο πόσο_ δ υ σ α ν ε κ τ ι κ ή_ με την_ δ η μ ο κ ρ α τ ί α_ μάς συστήνεται (κατά πάγιο ιστορικό κανόνα) η αντιθρησκευτική συνείδηση.[/b]
    Είναι η ίδια η Δημοκρατία, λέω, που δεν θα σταθεί παρά μόνο [i]επί τή βάσει[/i] αυτού – ειδικά – του μαθήματος.

  8. Σωστά τα λέτε, ελέγχοντας το κράτος και τη στάση του ως προς τα θρησκευτικά. Ναι, η κυρίαρχη ιδεολογία δεν είναι τόσο φιλική.
    Βέβαια, δεν μπορώ να καταλάβω πώς ταιριάζουν τα παραδείγματά σας με το θέμα των θρησκειών. [b]Ποιος θα ορίσει[/b] ότι τα άλλα θρησκεύματα είναι π.χ. αντίστοιχα των τυραννικών καθεστώτων;
    Ωστόσο δεν κρίνετε (ποτέ) την ίδια την εκκλησία: η ηγεσία της δεν νοιάζεται τόσο για τα θρησκευτικά και τη χριστιανική μόρφωση των μαθητών, απλώς μάχεται για το μερίδιο της εξουσίας που της αναλογεί ακόμα. Όπως δεν νοιάζεται και για τον θρησκευτικό γάμο ή τον θρησκευτικό όρκο κτό, παρά μόνο για τον παραπάνω λόγο. Αν νοιαζόταν, θα υπήρχε κάποια πολύ πιο σοβαρή ενεργοποίησή της στα θέματα που αφορούν την κατήχηση του λαού σε αυτά τα θέματα. Αντί να δείτε ότι η εκκλησία έχει μετατραπεί σε ιδεολογία που απλώς θέλει να διεκδικεί, όπως κάθε ιδεολογία, το δικό της εκτόπισμα στην κοινωνία, χρησιμοποιώντας και τους κρατικούς μηχανισμούς, βλέπετε μόνο τις εχθρικές προς αυτήν ιδεολογίες…

  9. Έχει καθοριστική, νομίζω, σημασία για το θέμα μας η παραδοχή της πρώτης σας παραγράφου.
    Το ερώτημα είναι: Γιατί η κρατική, λοιπόν, συμπεριφορά [i]δεν[/i] εκδηλώνεται [i]φιλική[/i] ως προς το μάθημα των θρησκευτικών; Μήπως επειδή τής το ζητά η κοινωνία; Ή μήπως, μόνο, επειδή αυτό τής επιτάσσει η επικυρίαρχη Διανόηση;
    [b]Εάν τυχόν συμβαίνει το δεύτερο, όμως, σημαίνει τότε ότι η κρατική πολιτική στον τομέα της Εκπαίδευσης επικαθορίζεται όχι από την [i]πλειοψηφία[/i] αλλά από τη [i]μειοψηφία[/i]. Ότι το “καθεστώς”, δηλαδή, στη νευραλγικώτερη από τις Εξουσίες της πολιτικής διαχείρησης λειτουργεί Ολιγαρχικά.[/b]
    Ο προβληματισμός, οπότε, της δεύτερης παραγράφου σας έχει ξεπεραστεί, ήδη, από τα γεγονότα: Είμαστε πολίτες ενός πολιτεύματος το οποίο αυτοϊστορείται – μεν – ως δημοκρατικό, στα πνευματικά διλήμματα – όμως – αυτοπραγματώνεται τυραννικά!
    Στο ερώτημά σας [i]«ποιος θα ορίσει»[/i] το περιεχόμενο του θρησκευτικού μαθήματος, η απάντηση – ως εκ τούτων – προβαίνει αυτόδηλη: Η [b]κοινωνία[/b] και όχι η [b]ιντελιγκέντσια[/b].

    ΥΓ: Αποφεύγω – κατά τα άλλα – να μπω τώρα στα ζητήματα της τρίτης σας παραγράφου, όχι τόσο επειδή προσκομίζουν έναν (επιδεικτικά) εμφυλιοπολεμικό χαρακτήρα, όσο επειδή προβαίνουν (εξ ίσου επιδεικτικά) «εκτός» τού «θέματος» της παρούσας σελίδας. Είμαι απολύτως πρόθυμος, ωστόσο, να τα συζητήσουμε κάτω από οποιαδήποτε άλλη – συναφή τους πάντως – ανάρτηση του “Αντίφωνου”. Ή και όπου αλλού προτιμάτε.
    Διευκρινίζω μόνο ότι χρησιμοποιώ τον όρο [i]«ιδεολογικές επιλογές (του κράτους)»[/i] επειδή είναι η [b]αποκλειστική[/b] ορολογία την οποία η ιντελιγκέντσια κ α τ α λ α β α ί ν ε ι: Αντί να “κάψω” τον διάλογο (εν προκειμένω : την αντιπαράθεση) μαζί της προσδοκώντας, επί ματαίω, να αναγνωρίσει τη δική μου γλώσσα, δεν προβάλλω αντίρρηση να συγκαταβεί προς στιγμήν η εκφραστική της δικής μου πλευράς στη δική της.

  10. Καλημέρα σὲ ὅλους!

    Μόλις ἐπέστρεψα ἀπὸ ὑπηρεσία ΑΥΔΜ, καὶ διάβασα τὸ ἀνεκτίμητο αὐτὸ ἄρθρο, μὲ καφεδάκι.

    Ἕνας συγκλονιστικὸς λόγος, ποὺ ἐπιβάλλεται νὰ τὸν μελετήσουν ξανὰ καὶ ξανά, ὅσοι πραγματικὰ ἐνδιαφέρονται νὰ κερδίσουν κάτι ἀπὸ τὴν συζήτηση περὶ ταυτότητας ποὺ γίνεται τελευταῖα ὅλο καὶ πιὸ ἔντονα.

    Γιῶργο Καστρινάκη, νομίζω ὅτι πρέπει καὶ οἱ δυό μας νὰ κάνουμε μιὰ αὐτοκριτική, διότι ναὶ μὲν τὰ διαβάζουμε αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ τὰ ἐπικροτοῦμε, ἀλλὰ κοροϊδεύουμε τοὺς ἐαυτούς μας ἄν δὲν προσπαθοῦμε νὰ τὰ βιώσουμε. Κάπου διαφώνησες μαζί μου τελευταῖα, πάνω σὲ θέματα ποὺ θίγει ὁ π. Βασίλειος, κι ἐγῶ σοῦ ἀπάντησα ἐξίσου ἐπιθετικά. Ἄς ἔχουμε πάντα στὸν νοῦ μας τὸ ἄρθρο αὐτό, ἔτσι ὥστε νὰ προλαμβάνουμε τέτοιες καταστάσεις…

    Δὲν ἀπομονώνω ἀπλὰ τὸ παρακάτω σημεῖο τοῦ κειμένου:

    [i]Ἡ ἀποκαραδοκία τῶν ἐθνῶν καὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς θείας βουλήσεως εἶναι: ἵνα πάντες ἓν ὦσι. [/i]

    ἀλλά, μέσα στὸ κείμενο, τὸ φωτίζω, διότι άποτελεῖ τὸν πυρήνα τῆς ὁμολογίας τοῦ Χριστιανισμοῦ.

    Κάποιοι γράφουν ἄρθρα μὲ τίτλο “Ἀποδομίστε τοὺς Ἀποδομητές!”, καὶ τελειώνουν κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο τὶς συζητήσεις στὶς ῥαδιοφωνικὲς ἐκπομπές τους, σπέρνοντας τὸ μίσος καὶ διαχωρίζοντας τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν τοὺς παραθέτουμε τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, διὰ χειρὸς Γ. Ἀκροπολίτου, μᾶς κατηγοροῦν γιὰ “οἱκουμενιστὲς ἀνθέλληνες΄΄:

    “…κἀντεῦθεν ἵνα μὴ τοῖς ἐθνικοῖς τούτοις ὀνόμασι περιγράφωνται, τῇ πρεσβυτέρᾳ Ῥώμη ἑτέρα νέα ἀντῳκοδόμηται, ἵνα ἐξ οὕτω μεγίστων πόλεων κοινὸν ἐχουσῶν τοὔνομα Ῥωμαῖοι πάντες κατονομάζοιντο καὶ ὡς τὸ τῆς πίστεως κοινὸν οὕτως ἔχοιεν καὶ τὸ τῆς κλήσεως. καὶ ὡς ἐκ Χριστοῦ ταὐτὸ τὸ τιμιώτατον ἔλαχον ὄνομα, οὕτω καὶ τὸ ἐθνικὸν αὐτοῖς ἐπηγάγοντο. καὶ πάντα δὲ τὰ ἄλλα ὑπῆρχε τούτοις κοινά, ἀρχαὶ νόμοι λόγοι βουλαὶ δικαστήρια, αὐτὴ ἡ εὐσέβεια, οὐδὲν ὅτι μὴ κοινὸν Ῥωμαίοις τοῖς πα- λαιοτέροις καὶ νεωτέροις.΄΄

    Χρήζει ἰδιαίτερης προσοχῆς ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ τοῦ Ἀκροπολίτου: ἀπευθύνεται σὲ Φράγκους (Contra Latinos), καὶ κυρήττει τὴν ὁμόνοια, τὴν ἀδελφοσύνη: ὅλοι εἴμαστε Χριστιανοί, ἀδέλφια βαπτισμένοι στὸ ὅνομα τοῦ Χριστοῦ.

    Μοῦ προκαλεῖ μεγάλη ἐντύπωση ἡ ἐμμονὴ πολλῶν ἀρθρογράφων, νὰ ξεχωρίζουν τὸν (νεωτερικὸ) Ἕλληνα ὡς ἕναν τύπο ἀνώτερου (γλωσσικά, διανοητικά, πολιτισμικὰ) ἀνθρώπου ποὺ ὅλοι θέλουνε νὰ τὸν καταστρέψουν. Μιὰ ῥητορικὴ ποὺ ὅσοι τὴν ἐνστερνίζονται καταλήγουν μόνοι κι ἔρμοι, νὰ τὰ βάζουν στὸ τέλος μὲ τὸν ἐαυτό τους, ἀφοῦ τὰ ἔχουν βάλει μὲ ὅλους τοὺς “ἄλλους”, τοὺς “διαφορετικοὺς΄΄, τοὺς “ξένους”…ἐγῶ προσωπικά, ποὺ ἔχω μιὰ πίστη ποὺ αὐξομειώνεται, δὲν ἀναπαύομαι ἀπὸ τὰ ἐθνικιστικὰ κείμενα, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ κείμενα ἀγάπης τοῦ π. Βασιλείου. Τὸ γραπτὸ τοῦ Γέροντος Βασιλείου πρέπει νὰ διαδωθεῖ, νὰ διαβαστεῖ, νὰ βιωθεῖ.

  11. Δεν αφβισβητώ την όντως εκνευριστική αντιεκκλησιαστική στάση της διανόησης στην Ελλάδα, αλλά και δεν με ενδιαφέρει τόσο όσο εσάς.
    Επίσης, στο τι θα διδαχθεί στα σχολεία και πώς, τις αποφάσεις δεν μπορεί να τις παίρνει η πλειοψηφία. Αν σε αυτά τα θέματα λαμβανόταν υπόψη απλώς η πλειοψηφία θα καταργούνταν αρκετά μαθήματα και μάλιστα το πιο αντιπαθητικά. Τις αποφάσεις λοιπόν σε τέτοιου είδους ζητήματα τις παίρνει η μειοψηφία αλλά όχι η όποια μειοψηφία. Ισχύει πάντα και το δικαίωμα στη διαφωνία και το διάλογο επί των προτάσεων. Έχω μάλιστα την αίσθηση ότι τις προτάσεις για τα θρησκευτικά τις θέτουν [b]ορθόδοξοι θεολόγοι και μέλη της εκκλησίας [/b]και όχι η ελίτ των αριστερών αθεϊστών λ.χ. της ΔΗΜΑΡ – ή μήπως όχι;
    Τέλος, η αυτοκριτική στο χώρο της εκκλησίας δεν είναι καλό να μεταφράζεται σε εμφυλιοπολεμική τάση.

  12. Είναι ‘εκπληκτικό’ το σημείο όπου ο αρθρογράφος αναφέρεται στην [b]μη σωστή λύση(;!;!)[/b] να καίμε τα ζιζάνια των αιρετικών και των απίστων ώστε να διατηρήσουμε καθαρή την πίστη μας! Και μάλιστα προς επίρρωση των λεγομένων του μας αναφέρει και την παραβολή με την σπορά καλού σπόρου από τον Σπορέα αλλά και του κακού σπόρου από τον εχθρό!
    Μα, θα πει κάποιος, εγώ ξέρω ότι ο Κύριος μας είπε: [b]«Βλέπετε και προσέχετε από της ζύμης των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων»[/b]. Γιατί άραγε μας το είπε αυτό; Φυσικά για να αφαιρούμε την κακή ζύμη ώστε να μη βρωμίσει όλο το φύραμα! Η Πίστη μας είναι ‘[b]αγία και άμωμος μη έχουσα σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων’[/b] και αυτό γιατί κάποιοι φρόντιζαν κάθε που έβγαιναν τα ζιζάνια των εχθρών να τα κόβουν και να τα ρίχνουν στον κλίβανο!

    Δεν είναι εκπληκτικό και το ότι οι πιο πολλοί θα το προσπεράσουν ασχολίαστο σα να μην υπάρχει εκεί στην τρίτη ενότητα πριν το τέλος;! Δεν το καταλαβαίνουν άραγε ή γιατί έτσι τους βολεύει;
    Κανείς ορθόδοξος δεν θα συμφωνήσει μ’αυτά που μας λέει ο αρθρογράφος, στο προαναφερθέν σημείο, απλά και μόνο γιατί δεν μας τα λέει όπως θα έπρεπε, όπως μας τα έχουν πει οι άγιοι, όπως μας τα έχει πει ο ίδιος ο Κύριος!

  13. Με άλλα λόγια, πρέπει να καίμε τους αιρετικούς ή τις απόψεις τους; Ελπίζω να εννοείς το δεύτερο… Ο Χριστός πάντως είπε να αφήνουμε και τα ζιζάνια και να μην τα ξεριζώνουμε, μη τυχόν καταστρέψουμε και τα στάχυα. Αλλά αυτά τα είπε πολύ παλιά, πριν εμφανιστούν στον κόσμο τέτοιοι μάστορες της “ορθοδοξίας” σαν κι εσένα, που μπορούν να καθαρίζουν με ακρίβεια τους αιρετικούς.
    Εξάλλου, απρόσεκτε αναγνώστη, ο αρθρογράφος δεν αναφέρεται στο τι κάνει η εκκλησία με τις αιρετικές απόψεις όταν αυτές εμφανίζονται στους κόλπους της αλλά τι γίνεται στο δημόσιο σχολείο, όπου τα πράγματα χρειάζονται περισσότερη διάκριση στο τι θα κάνεις με τα ζιζάνια αυτού του κόσμου.

  14. Το κείμενο είναι γεμάτο αντιφάσεις.

    Φαντάζεται ένα θεό που “Πολιτεύεται ὡς ἀδύνατος καὶ ἀνύπαρκτος”, ο οποίος “Φεύγει ἀπὸ ἀγάπη”.
    Παρουσιάζει μια εκκλησία που κράζει το “Ἔρχου καὶ ἴδε”, ζητώντας να πάει στην άκρη, να μην εμποδίζει κανέναν, στην οποία τα “θεοφάνεια”, το άρρητο βίωμά της “Δὲν εἶναι μιὰ θρησκευτικὴ ἄποψι”.
    Με απλά λόγια, παρουσιάζει έναν ιδεαλισμό που δεν έχει κυριαρχικά προνόμια κι εξαρτήσεις από εξουσίες, δεν επιβάλλεται, αλλά ρέει και φανερώνεται αρρήτως, χωρίς καταναγκασμούς, μέσα σε ελευθερία, με αγιοπνευματική δύναμη.

    Πού έγιναν βρε παιδιά αυτά?
    Στη φαντασία και τα υποκειμενικά βιώματα του κάθε πιστού, πολλά μπορεί να γίνονται.
    Στην ιστορία μας όμως, εδώ και 1700 χρόνια, πότε λειτούργησε έτσι?
    Κι εν πάση περιπτώσει, αυτό που θέλει να διαπραγματευτεί το κείμενο, το σημείο στο οποίο καταλήγει, αυτοαναιρείται.

    Άλλωστε, όλη η συζήτηση γίνεται γιατί δεν αρκείται η εκκλησία στα κατηχητικά της (στα οποία δεν φαίνεται να τα πολυεμπιστεύονται οι πιστοί της), δεν στοιχηματίζει για την αποτελεσματικότητα της αυτο-“θεοφάνειας” του θεού, αλλά επιμένει ότι η “σωτηρία” είναι έργο της κρατικής εκπαίδευσης.
    Όπως γνωρίζουμε ότι έγιναν και γίνονται τα πράγματα σε κάθε κυρίαρχη θρησκεία.
    Αυτό άλλωστε δεν έκανε και κάνει ο κάθε σώφρον κυρίαρχος ιδεολογικός χώρος που γνωρίζει πώς λειτουργούν τα πράγματα στην πραγματική ζωή;

    Ως προς τι λοιπόν το τόσο άγχος για διαστρέβλωση των αυταπόδεικτων και για αερολογίες-αγαπολογίες;
    Το μυαλό μας το σεβόμαστε καθόλου;
    Τις ίδιες τις έννοιες και αξίες που έτσι τις κουρελιάζουμε;
    Πόσα χρόνια ακόμα θα επιτρέπουμε στις μεγαλομανείς αυθαιρεσίες μας να μας εκδικούνται;
    Ρόιδο τα κάναμε.

    Υ.Γ.
    Ώστε οι απόψεις καίγονται!
    (Οκ, δείχνουμε την πνευματική μεγαλοσύνη μας και αποδεχόμαστε ότι οι αιρετικοί δεν πρέπει να καίγονται! Οι απόψεις τους όμως, εννοείται να καίγονται!)
    Ώστε το σχολείο πρέπει να διδάσκει ότι υπάρχει διάβολος!
    Ώστε η παραβολή με τα ζιζάνια είναι λόγος αγάπης! (Ορθόδοξη αντίληψη περί διαλόγου)

    Και η αυτοαναιρούμενη ομορφιά:
    “Καταλήγεις σὲ μία αἴτησι: Γενηθήτω τὸ θέλημά σου.”
    Ότι λοιπόν έγινε, γίνεται και θα γίνει, θέλημα θεού είναι. Τι το παλεύετε;
    Κι όσοι έχουν την κυριαρχία, τα προνόμια της εξουσίας, να είναι ήσυχοι ότι όχι μόνο θα καταφέρουν να επιβληθούν, αλλά αν κρατήσουν μια καλή σχέση με την εκκλησία, θα έχουν την διαπίστευση ότι “Ήταν το θέλημα του θεού”.
    Τόσοι πέρασαν και τα πήραν αυτά τα διαπιστευτήρια…
    Τόσα ακριβά δώρα έδωσαν για να τα έχουν, αυτοκράτορες και σουλτάνοι, πρωθυπουργοί και δικτάτορες.
    Τώρα θα τα χαλάσουμε;

    Η εκπαίδευση να είναι καλά να διδάσκει τα ομολογιακά θρησκευτικά.
    Που είναι αγάπη.

  15. «Στην ιστορία μας όμως, εδώ και 1700 χρόνια, πότε λειτούργησε έτσι?»
    Στην ιστορία μας; Σημειώναμε ποτέ, στην ιστορία μας, το ερωτηματικό με ετούτο το σύμβολο;

    [b]Επί της ουσίας: Ακόμα μια λήψη θέσης για τα τρέχοντα διλήμματα η οποία προτιμά να τα αναγάγει σε διλήμματα του παρελθόντος: Ώστε να περιέλθουν (ως περί ιστορίας αφήγηση) στην αποκλειστική διαχείρηση της εξουσίας των εξουσιών: Την Υπερεξουσία της Ιντελιγκέντσιας.[/b]

    Ο κ. Πέτρος Σαπουντζάκης, ως γνήσιο μέλος της, μας εκθέτει εδώ τήν – επί δεκαεπτά συναπτούς αιώνες – αθεράπευτη θλίψη της: Γιατί να μεταβάλει ο Μ. Κωνστασντίνος τήν, μέχρι τότε… αγαστή, σχέση μεταξύ [i]πολιτικής εξουσίας[/i] και [i]κοινωνίας[/i];

    ΥΓ: Τα επί-του-θέματος επιχειρήματα του συνομιλητή μας έχουν, ήδη, συζητηθεί στον προηγηθέντα (μέσα στην ίδια σελίδα) διάλογο. Ο ίδιος ωστόσο – εκπροσωπώντας τή… γνώση ασφαλώς – απαξιεί να τα έχει έστω… αναγνώσει.
    Δεν απαξιεί ωστόσο, εξίσου, να μας ξεδιπλώσει τόσο το [i]αυτοβεβαιούμενο σκεπτικό[/i] όσο και το [i]μεταχριστιανικό[/i] (λοιπόν) [i]γλωσσάρι[/i] του: «διαστρέβλωση των αυταπόδεικτων», «αερολογίες-αγαπολογίες», «ρόιδο τα κάναμε».

    [b]Έτσι ακριβώς – ώστε να μπορεί και να τα αντι-θέσει προς τό, συγκλονιστικό, κείμενο αυτό του π. Βασιλείου![/b]

  16. Κύριε Καστρινάκη,
    στο δικό μου σύμπαν, οι απόψεις αντιμετωπίζονται ως απόψεις, όχι ως οντότητες.
    Εγώ δεν είμαι “η ιντελιγκέντσια”, ούτε εσείς είστε “η κοινωνία”.

    Καλησπέρα 😀

  17. Σχόλιο.

    Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Φεβρουαρίου μέ εἰδοποίησαν γνωστοί μου, πού γνωρίζουν τήν ἀδικαιολόγητη, ἴσως ἄγνοιά μου ὡς πρός τήν χρήση τῶν ἠλλεκτρονικῶν μέσων ἐπικοινωνίας, ὅτι ἔχει ἀναρτηθεῖ ἕνα ὑπέροχο κείμενο τοῦ γνωστοῦ γιά τό μοναδικό στύλ αὐτό τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη.
    Μέχρι νά ἔλθῃ στά χέρια μου ἄκουσα πολλούς θαυμασμούς καί σχόλια ὅπως ἑνός καθηγητοῦ, πού μοῦ εἶπε, ἐάν μπορῇ νά εἰδοποιηθῇ ὁ π. Βασίλειος γιά τό χάλι, πού ἀντιμετωπίζουν στά Σχολεῖα οἱ διδάσκοντες, τά παιδιά ἀδιάφορα ὀχλούν μέ θράσος χρησιμοποιώντας τά κινητά τηλέφωνα, στέλνοντας μυνήματα καί δέν μαζεύονται μέ τίποτα. Ἄς ἔρθῃ νά μπῇ μέσα στή τάξι καί θά τά ποῦμε.
    Ἄς μάθῃ λοιπόν ὁ Καθηγητής ὅτι ὁ π. Βασίλειος πῆγε σέ Γυμνάσιο, ἀπασχόλησε τά παιδιά, τά κράτησε καί κατάφερε νά ἀποσπάσῃ τήν προσοχή τους τόσο πολύ, πού, ὅταν τό κουδούνι σήμανε, τά παιδιά δέν κινήθηκαν γιά νά βγοῦν ἔξω. Γνωρίζουμε ὅλοι πώς φέρονται οἱ μαθητές μέ τόν κτύπο τοῦ κουδουνιοῦ. Θά θυμώμαστε ὅλοι ἐκτός, ἀπό τά μαθητικά μας χρόνια καί τά σενάρια τῶν Ἑλλήνων σεναριογράφων στόν κινηματογράφο, πού σκηνοθετοῦσαν μέ τήν συνοδευομένη μέ τούς γνωστούς ἤχους ἔξοδο τῶν μαθητῶν μέ τό πρῶτον ἦχο τοῦ κώδωνος, ὅπως τον ἔλεγαν τότε. (Κτυποκάρδια στό θρανίο, Ξύλο ἀπό τόν Παράδεισο καί ἄλλα).
    Τό κείμενο τελικά τό ἔχω μπροστά μου. Αὐτό, πού μέ καθήλωσε νά τό μελετήσω, νά τό ἀπολαύσω ἦταν τό μοναδικό μέ τό ὁποῖον ἀρχίζει: «Εἶναι ἀδιάσπαστη ἡ σχέχη ἀλήθειας καί ἀγάπης. Δέν ὑπάρχει ἡ μία χωρίς τήν ἄλλη».
    Στήν συνέχεια παρουσιάζει τήν πραγματικότητα. Τά παιδιά μας στά Σχολεῖα βρίσκονται στίς ἴδιες αἴθουσες μέ παιδιά διαφόρων χωρῶν. Αὐτό πού θέλει ὁ γράφων εἶναι, θά τό ἔλεγα πολύ Μεγάλο καί ἁπλό. Οἱ διδάσκονες νά εἶναι ἐπαρκεῖς. Νά μπορέσουν νά μάθουν στά παιδιά τήν γλῶσσα τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας. Ν’ἀκούσουν αὐτό τό «Φιλεῖς με;», πού εἶπε στό Μαθητή του Πέτρο. Μετά τήν ἄρνησή του προτρέχει ἀναστημένος πιά καί τόν ρωτᾷ ἔτσι τρυφερά, μ’ ἀγαπᾷς; Ὁ Πέτρος γνωρίζει τήν φωνή καί ἀπαντᾷ.
    Αὐτό τό φιλεῖς με νά τό ἀκούσῃ τό κάθε αὐτί, διότι ὁ Χριστός δέν διακρίνει, δέν ξεχωρίζει τόν ἕνα ἀπό τόν ἄλλο, ἀλλά τοῦ ψιθυρίζει τό φιλεῖς με καί αὐτό σώζει, γλυκαίνει καί εὐφραίνει τήν κάθε ψυχή. Δέν εἶμαι θεολόγος, ἀλλά νομίζω ὅτι ὁ Ἰούδας δέν ἔμαθε τελικά τήν γλῶσσα τοῦ Γλυκητάτου Ἰησοῦ. Σίγουρα δέν ἄκουσε τό μυστικό φιλεῖς με… καί…..ἀπῆλθε….
    «Δίδω ἀγωγή» λέγει ὁ Ἰβηρίτης, σημαίνει ὅτι ξέρω «τί εἶναι ὁ Θεός, ὁ κόσμος, ὁ ἄνθρωπος».
    Νά ζητήσω συγγνώμη ἀπό κάποιον ὁ ὁποῖος ἔγραψε βιβλίο μέ τίτλο «Οἱ πέντε μεγάλες Θρησκεῖες τοῦ κόσμου». Νά σᾶς ἀναφέρω λόγια τοῦ Ἰβηρίτη Βασιλείου «Ἐμεῖς ἔχουμε Θεοφάνια», διά τῆς Θεοτόκου ἔχουμε «Παιδίον Νέον τόν πρό αἰώνων Θεόν».
    Δέν ἔχομε ἀρχηγό. Δέν εἴμαστε ὀπαδοί κανενός. Δέν τόν διαλέξαμε. Ἐκεῖνος μᾶς ἐξέλεξε. «Ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς» (Ἰωάν.ιε΄16). Δέν τόν ἀκολουθοῦμε, νοιώθουμε καί χαιρόμαστε τήν παρουσία του. Μᾶς ὑποσχέθηκε «Ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. Κη΄20). Τό Αἷμά Του καί τό Σῶμά Του μᾶς τό προσφέρει διακριτικά χωρίς τήν εἰκόνα τοῦ φυσικοῦ αἵματος καί σάρκας, ἀλλά μέ τόν Ἄρτον καί τόν οἶνον, πού μεταβάλλεται σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Καί μᾶς λέγει: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν.στ΄56).
    Ἐμεῖς ζοῦμε τά Θεοφάνια. Τί σύγκρισι μπορεῖ νά γίνῃ μέ τίς ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις, πού ἔχουν ἱδρυτές,ἀρχηγούς, ὀπαδούς, ἄν θέλετε πιστούς σέ ἀνθρώπινες ἐμπνεύσεις; Ὑπάρχουν τύποι ἀνθρώπων, πού ἡ ψυχιατρική τούς χαρακτηρίζει προβληματικούς καί ἀσθενεῖς, πού ἔχουν ἀνάγκη ἀπό ὀπαδούς, χειροκρότημα, θύματα. Καταφέρνουν ἀρκετοί νά τό ἐπετύχουν αὐτό. Τί σχέσι μπορεῖ νά ἔχουν τά ἀνθρώπινα αὐτά νομαδοποιημένα πλήθη μέ τούς ἱδρυτές τους μέ τόν Θεάνθρωπον, πού σταυρώθηκε γιά τήν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Νά πῶ καί μιά δυσκολία, πού μέ ἀπασχόλησε ἀπό τόν πρῶτο καιρό, ποῦ θυμᾶμαι τόν ἐκκλησιαζόμενο ἑαυτό νου. Γιατί ἡ Ἐκκλησία μας σέ ἑσπερινούς Μεγάλων Δεσποτικῶν Ἑορτῶν ψάλλει τό «Τίς Θεός Μέγας ὡς ὁ Θεός ἡμῶν»; Ἀφού δέν ὑπάρχει ἄλλος ! Πῶς γίνεται αὐτό τό κατ’ἐξακολούθηση λάθος. Ζητῶ συγγνώμη, ἀλλά τό νοιώθω καί διερωτώμαι.
    Στήν σελίδα 5 ὁ Γέροντας Ἰβηρίτης μιλᾷ καί «γιά τίς ἀπρόβλεπτες ἐκπλήξεις». «Ἕνας λῃστής μπαίνει πρῶτος στόν Παράδεισο». Στό Εὐχολόγιο τῆς Ἐκκλησίας βρίσκομε τό Τροπάριο:
    «Λῃστήν τοῦ Παραδείσου Χριστέ πολίτην, ἐπί Σταυρού σοι βοήσαντα τό Μνήσθητί μου προαπεργάσω· αὐτοῦ τῆς μετανοίας, ἀξίωσον κᾀμέ τόν ἀνάξιον». Ὁ λῃστής εἶχε γνώση τῆς φωνῆς τοῦ Χριστοῦ, γνώριζε τόν ἐνδιάθετο λόγο καί τοῦ μίλησε. Τά λόγια τοῦ λῃστή μᾶς ἔμειναν, τά ψελίζουμε τήν ἱερή ὥρα, πού προχωροῦμε πρός τήν Θεία Κοινωνία. Καί στή σελίδα 6 σημειώνει ὁ π. Βασίλειος «Ἡ ἀλήθεια τῆς σεσαρκωμένης Ἀγάπης δέν σκοτώνει οὔτε σταυρώνει κανένα. Ἀλλά δέχεται νά σταυρωθῇ γιά νά σώςῃ τούς σταυρωτές του». Βρισκόμαστε μαζί μέ ἀνθρώπους ἄλλων ἐθνικοτήτων.
    Στήν σελίδα 3 διαβάζομε: «Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό τόν Θεό μέ ψυχή, πού ξεπερνᾷ τήν ἀξία ὅλου τοῦ κόσμου καί μέ μιᾶ δίψα, πού δέν σβήνει μέ ὅλες τίς χαρές καί τίς ἐπιτυχίες». Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἤδη δεχθῆ τό φῶς, «ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον» (Ἰωάν.α΄9). Ἄν ἑρμηνεύω σωστά τά γεμάτα ἀγάπη καί θεία νουθεσία γραφόμενα τοῦ Γέροντα, μᾶς προτρέπει νά ἀφήσουμε τήν ἀλήθεια τῆς ἀγάπης νά πληρώσῃ τήν διψασμένη ψυχή τῶν συνανθρώπων μας,πού βρέθηκαν κοντά μας.
    Ἀς ἀφήσωμε τόν Ποιητή Ἰ. Πολέμη νά πῇ τόν τελευταῖο λόγο: «Βραχνά ὁ παπάς θεριεύει τήν ἀποσταμένη ἐλπίδα μέ λόγια μαγικά… Μή σκιάζεστε στά σκότη!».
    Ἀθήνα 10-3-2013
    Μάρτρης

  18. Λόγος θεολογικός, νηφάλιος, φωτισμένος, από βάθους καρδιάς ευχαριστούμε για την πλούσια πνευματική μαρτυρία στους καιρούς της ξηρασίας και της ερήμωσης…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here