Τό μηδὲν καὶ τὸ ἄπαν

0
87

χει, ραγε, κάποια σχέση λξη τν φύλων μτν θική; διεκπεραιώνεται σ’ να πεδίο «κεθεν» τοκαλοκατοκακο;

διερώτηση θμποροσε, σφαλς, νὰ ἔκλεινε μέσως μτδιαβεβαίωση πς ἡ ἕλξη τν φύλων εναι κάτι ατοδήλως καλότσι στε δικαιοται νδιεκπεραιώνεται «ντεθεν» λων τν διερωτήσεων.

Θά ’ταν, μως, μιὰ ἀπάντηση ποὺ ἀφήνει νεξήγητη τή… φόρτιση μτν ποία παροσα ποχπροσεγγίζει τσυγκεκριμένο πεδίο: τμάτι ποκλείνει, τζαρωμένα γελάκια, τπροφανς διφορούμενο… ν μέσμάλιστα μις πίσημης ρητορικς ποκαταγγέλλει, στεντόρεια, παξάπασα τν προγενέστερη πιφυλακτικότητα κατενώπιον τοθέματος.

χουμε δ, αταποδείκτως, νκάνουμε μμισύγχυση ννοιν. Πολριζικώτερα, στόσο, χουμε νκάνουμε μτ «λαθραία» παρουσία τς λλογης ντίφασης μέσα σὲ ἕναν καιρό (τν νεώτερο) ποὺ ἔταξε, ς «ρο» του, νκαθαιρέσει ξ παντος κάθε ζσας πόστασης τς ντιφάσεις – , καττ“μετα-νεώτερη” φάση του, νὰ ἀποσυνδέσει κάθε ατιατπὸ ἀντίστοιχο ατιο, καταποντίζοντας τεναι μέσα σ’ να λογο ρεβος.

Ἡ ἕλξη τν φύλων, ς δομε, διερμηνεύεται, πρὸ ὁ,τιδήποτε λλου, ς λξη σωμάτων. Συνάγεται, μάλιστα, τσυμπέρασμα πς ρκεῖ ἡ ἐπαφή τους νὰ ὑλοποιηθε, προκειμένου ἡ ἕλξη νά ’χει λοκληρωθε. Καθγινόταν πράγματι – ἐὰν τυχν “αυτός” μας ταν μόνο “φύση” μας – οσχέσεις νὰ ἀποκαθίστανταν τσι. Τπρόβλημα ξεκινάει ταν καταλαβαίνουμε πώς, διαθέτοντας τσμα μας χάριν πολαβς τς πόλαυσηςνλέμε, γιὰ ἕνα ατοσκοπούμενο κέρδος) χουμε, συγχρόνως, παραγράψει κάθε λλη διάσταση τς νάγκης μας. χουμε, τελικά, πομειώσει τν ρίζοντα τν κπληρώσεών μας. Χαιρόμαστε, βέβαια. λλχαιρόμαστε ντς τν ρίων μις λλειμματικώτερης παρξης. Κι ὁ ἐαυτός μας τξέρει.

Τξέρει τόσο καλά, στε δνπιφυλάσσεται, πιά, νπαραδεχθε πς κενο ποὺ ἀπομένει ς σημανον τοφέλους μας εναι μόνο τκλεισμένο ματάκι, τ πνιγμένο χαμόγελο, ἡ ἀμφίσημη νύξη… Μαζκι ολέξεις ποὺ ὁρίζουν, πρόσκοπτα, τν «ταρο» ς «πολέμιο»: Πάει τν πε, (ν νοομε) ποδήλωση πώς – στν κόσμο – κ π λ ή ρ ω σ η_ προσκομίζει τ_ σ κ ό τ ο ς.

ς δεινς ντιφάσεις μις ζως ποὺ ὁ λόγος της γνοε(τεχνητὰ ἀποθεώνει) τν δραία ντίφαση.

χει, ν τέλει, κάποια σχέση ἡ ἕλξη τν φύλων μτν θική; «χι – στν ρωτα λα πιτρέπονται!», μς… φησυχάζουν, συντονισμένοι, σύμπαντες οπομποτοῦ ἐπίσημου λόγου. Διαβιβάζοντάς μας, εαρεστημένα, σὲ ἕναν τρεπτο Νόμο διαφυλαγμένο μιγιπάντα πὸ Ἀντινομίες.

Διαβιβάζοντάς μας, δηλαδή, σμινεκρότητα πού, εθς μόλις διασταυρωθεμτζωή, θασθανθενά ’χει παγιδευτεμέσα σ’ να ριστικὸ ἀδιέξοδο… Μμόνη «παρηγορι» τν_ π ο μ ε ί ω σ η τν_ σ η μ α σ ι ν – πότε κατ συστολή, ατοκαθεαυτό, τομετέχειν στεναι.

Προκειμένου σα σα νμν ντιληφθομε, διβίου, πς κενο ποδιακυβεύεται πάνω στὸ ἐρώτημα γιτος ρους τς λξης, εναι τὸ Ἕνα της Χρείας μας: ν χαρὰ ἔχει νόημα! Πώς, ν «ναί», τότε κόμα καττίποτα μπορενπεριέχει τπν. Πς, ν «χι», τότε ποκλειστικπεριεχόμενο τοπαντς ποβαίνει ττίποτα.

Δημοσιεύθηκε στ«Νέα Εθύνη», τχ 6, ούλιος-Αγουστος 2011

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Μίκη Φοινικαρίδη.

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here