Τὰ ἔγκατα τοῦ χρόνου

0
185

[ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ]

Ἡ θλίψη κατοικεῖ τὴν πόλη.

Πινακοθήκη ἀπόντων ἡ μορφὴ τῆς στιγμῆς. Μειοδοτικὲς ἐπιθυμίες, προτάγματα κενοῦ, προθῆκες ἀλογίας. Κι οἱ ἀνθρώπινες μορφὲς ὁμοιότυπα – καμμιὰ νὰ μὴν παραλάσσει τὴν ἄλλη.

Μιὰ νοτισμένη ἀτμόσφαιρα ν’ ἀποκλείει κάθε σπινθήρα. Ἀθρόες ἀπώλειες. Κι ὁ χρόνος ἄχθος τοῦ χώρου.

Κατάσταση ἐλαχίστης ἐνεργείας: Τὴν ἀπατηλὴ γοητεία τῆς παραίτησης, νά’ την ἐκεῖ. Τυμπανιαῖες στιγμές. Κομὸς τῆς ματαίωσης – μάλιστα, ὄχι μόνο γιὰ προχωρημένες ἡλικίες…

Ἐπίτοκες ἄγνοιες. Οἱ συζητήσεις ἔχουν ἐξαντληθεῖ ἀπὸ νωρίς, τὰ θέματα κρατοῦν γυρισμένη τὴν πλάτη, οἱ ὑποθέσεις ποὺ μᾶς ἀφοροῦν τὸ κάνουν χωρὶς ἐμᾶς. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἡ ζωὴ εἶναι ἀλλοῦ.

 

Σκόνη συμβόλων κι ἀπαρηγόρητη περισπουδή. Μοναδικὸ στοίχημα ποὺ διακυβεύεται  ἕνα ὁμοίωμα παιχνιδιοῦ πάνω στὸ τραπέζι. Φιλόνεικες ἀναστροφές. Ἐχέμυθοι ὄλεθροι. Κι ἡ ἀκεραιότητα μιᾶς ἀνυπαρξίας ποὺ μᾶς καταζητεῖ.

Κοινὸ τοπίες τῆς ἀπόστασης. Ἡ συνάντηση εἶναι ἐδῶ: ἕνας ἀστερισμὸς προσώπων τὴν κατοικεῖ – ἀλλὰ δὲν λαβαίνει χώρα καμμιὰ περιχώρηση. Χαράζω τὶς φλέβες μου καὶ κιτρινίζουν τὰ ὄνειρα. Σὰν σμίξουν οἱ ὧρες, ἡ ΛΑΤΡΕΙΑ τῆς ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ θὰ κρυσταλλώσει μορφή.

Ἄτοπα ἄλλοθι: Κανεὶς δὲν χωράει κανέναν. Κι ὁ καθένας νὰ μὴ χωράει πουθενά. ΔΙΑ ΣΤΡΟΦΕΣ. ΕΞΩ ΒΟΛΕΣ. ΑΠΟ ΚΡΟΥΣΕΙΣ. Ἄδηλα ὀνόματα. Ἕνας ἑαυτὸς ποὺ περιττεύει. Μαζὶ κι ὁ καιρός.

Ποιός εἶπε ὅτι οἱ νεκρὲς διάρκειες συνιστοῦν ἀποκύημα τῶν τρεχουσῶν μοναχὰ ἐποχῶν; ΣΗΜΑΙΕΣ ΑΤΛΑΝΤΙΔΟΣ: Οἱ ἐπιβιώσεις τοῦ νωποῦ παρελθόντος ποὺ μᾶς προλαβαίνουν, ὑπενθυμίζουν πὼς ὅλα τὰ σπέρματα εἶχαν σπαρεῖ ἀπὸ νωρίς…

 

Κι ὅμως, ὑπάρχει μιὰ εἰλικρίνεια στὴ σύσταση τοῦ σκηνικοῦ:

Ἡ θλίψη δὲν ὑποδύεται τὴν ἀπουσία της. Ἡ ἀτονία δὲν μεταμφιένυται σὲ σχήματα τοῦ ρυθμοῦ. Ἡ ἀνία δὲν προκαλύπτεται ἀπὸ μιὰ ἐναλλαγή της.

Καμμία ἡμέρα δὲν καιροφυλακτεῖ τὸν ἀφρό της. Κανένα γλυκὸ πουλὶ τῆς νεότητος δὲν προβάρει φτερά. Κανένα ἄρωμα γυναίκας  δὲν παραπλανᾶ τὴν ἀναπηρία τῆς συνύπαρξης.

Οἱ ταυτότητες προσκομίζονται ἀπερίφραστες. Ἴσως εἶναι γι’ αὐτό, ποὺ τὸ στιγμιότυπο διατηρεῖ τὴ συναισθηματική του δραστικότητα ἀμείωτη: αἰσθανόμαστε (φοβόμαστε;)  νὰ μᾶς ἀφορᾶ.

Μιὰ τοπιογραφία ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ χρόνου, βαραίνει σὰν διαχρονικὴ ἐκδοχή.

Ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁρίζοντες τῆς γῆς δὲν θὰ ξεχάσουν νὰ μετροῦν ἐγκαταλελειμμένα δειλινά.

 

[1996]

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here