Τό Ψυχοσσάββατο πρό τῆς Ἀπόκρεω – Το Ἐύαγγέλιο της κρίσεως

0
3792

Τήν πα­ρα­μο­νή τῆς Κυ­ρι­α­κῆς τῆς Ἀ­πό­κρε­ω ἡ Ἐκ­κ­λη­σί­α μᾶς κα­λεῖ σέ μι­ά πα­γκό­σμι­α ἀ­νά­μνη­ση ὅ­λων “τῶν ἀ­π’ αἰ­ῶ­νος κοι­μη­θέ­ντων εὐ­σε­βῶς, ἐ­π’ ἐλ­πί­δι ἀ­να­στά­σε­ως ζω­ῆς αἰ­ω­νί­ου”.  Αὐ­τή πρα­γμα­τι­κά εἶ­ναι ἡ με­γά­λη ἡ­μέ­ρα τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας κα­τά τήν ὁ­ποί­α προ­σευ­χό­μα­στε γι­ά τά κοι­μη­θέ­ντα μέ­λη της. Γι­ά νά κα­τα­λά­βου­με τό νό­η­μα πού ὑ­πάρ­χει στή σχέ­ση τῆς Με­γά­λης Σα­ρα­κο­στῆς καί τῆς προ­σευ­χῆς γι­ά τούς κοι­μη­θέ­ντες θά πρέ­πει νά θυ­μη­θοῦ­με ὅ­τι ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός εἶ­ναι ἡ θρη­σκεί­α τῆς ἀ­γά­πης.

Ἡ νέ­α ζω­ή πού μᾶς ἔ­δω­σε ὁ Χρι­στός καί πού με­τα­βι­βά­ζε­ται σέ μᾶς δι­ά τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας εἶ­ναι πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα μι­ά ζω­ή συν­δι­αλ­λα­γῆς, “συ­να­γω­γῆς εἰς ἑ­νό­τη­τα ὅ­λων τῶν δι­ε­σκορ­πι­σμέ­νων”,  ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς θραυ­σμέ­νης ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α ἀ­γά­πης. Ἀλ­λά πῶς εἶ­ναι δυ­να­τό ν’ ἀρ­χί­σου­με πο­τέ τήν ἐ­πι­στρο­φή μας στό Θε­ό καί τή συμ­φι­λί­ω­σή μας μ’ Αὐ­τόν, ἄν ἀ­πό μέ­σα μας δέν ξα­να­γυ­ρί­σου­με στή μο­να­δι­κή και­νή ἐ­ντο­λή τῆς ἀ­γά­πης; Ζη­τᾶ­με ἀ­πό τό Θε­ό νά θυ­μη­θεῖ αὐ­τούς πού καί μεῖς θυ­μό­μα­στε καί τούς θυ­μό­μα­στε ἀ­κρι­βῶς γι­α­τί τούς ἀ­γα­πᾶ­με. Προ­σευ­χό­με­νοι γι­’ αὐ­τούς τούς συ­να­ντᾶ­με ἐν Χρι­στῷ, ὁ ὁ­ποῖ­ος Ἀ­γά­πη ἐ­στίν καί πού – ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή εἶ­ναι ἀ­γά­πη – ξε­περ­νά­ει τό θά­να­το πού εἶ­ναι ἡ τε­λι­κή νί­κη τοῦ χω­ρι­σμοῦ καί τῆς ἔλ­λει­ψης τῆς ἀ­γά­πης. Μέ­σα στό Χρι­στό δέν ὑ­πάρ­χουν ζω­ντα­νοί καί πε­θα­μέ­νοι γι­α­τί ὅ­λοι εἶ­ναι ζῶ­ντες ἐν Χρι­στῷ.  Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ ζω­ή καί αὐ­τή ἡ Ζω­ή εἶ­ναι τό φῶς τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­γα­πώ­ντας τό Χρι­στό ἀ­γα­πᾶ­με ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού βρί­σκο­νται ἐν Αὐ­τῷ.

Ποι­ό εἶ­ναι τό νό­η­μα τῶν προ­σευ­χῶν μας γι­ά τούς νε­κρούς; Μή­πως ζη­τοῦ­με ἀ­πό τό Θε­ό νά κά­νει κά­ποι­α ἀ­δι­κί­α; Βε­βαί­ως ὄ­χι. Μέ τήν προ­σευ­χή μας ἀ­πο­δει­κνύ­ου­με ὅ­τι οἱ νε­κροί δέν ἔ­ζη­σαν μά­ται­α. Μαρ­τυ­ροῦ­με, ὅ­τι μα­ζί μέ τά πολ­λά λά­θη πού ἔ­κα­μαν στή ζω­ή τους, βο­ή­θη­σαν νά φυ­τευ­τεῖ ὁ σπό­ρος τῆς ἀ­γά­πης. Προ­σευ­χό­μα­στε γι­’ αὐ­τούς μέ ἀ­γά­πη καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη καί θυ­μό­μα­στε τήν πα­ρου­σί­α τους ἀ­νά­με­σά μας. Ἡ προ­σευ­χή μας γι­’ αὐ­τούς πρέ­πει νά στη­ρί­ζε­ται καί ἀ­πό τίς πρά­ξεις μας. Ἐ­άν στή ζω­ή μας δέν καρ­πο­φο­ρεῖ ὁ σπό­ρος πού αὐ­τοί ἔ­σπει­ραν μέ­σα μας, τό­τε οἱ προ­σευ­χές μας γι­’ αὐ­τούς θά­’ ναι ἀ­λη­θι­νά ἀ­δύ­να­μες.

Πρέ­πει νἄ­μα­στε σέ θέ­ση νά λέ­με: “Κοί­τα­ξε, Χρι­στέ μου, αὐ­τός ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­ζη­σε καί μ’ ἔ­κα­νε νά τόν ἀ­γα­πή­σω, μοὔ­δω­σε πα­ρα­δεί­γμα­τα ν’ ἀ­κο­λου­θή­σω καί τ’ ἀ­κο­λου­θῶ”. Καί θἄρ­θει ἡ μέ­ρα πού θά μπο­ροῦ­με νά λέ­με: “Ὅ,τι κα­λό βλέ­πεις στή ζω­ή μου δέν εἶ­ναι δι­κό μου. Ἐ­κεῖ­νος μοῦ τὄ­δω­σε, πά­ρε το καί ἄς εἶ­ναι αὐ­τό προ­σφο­ρά στήν αἰ­ώ­νι­α μνή­μη του, καί ἴ­σως-ἴ­σως στή συγ­χώ­ρε­σή του”.

Ἡ ζω­ή τοῦ κα­θε­νός μας δέν λή­γει μέ τόν θά­να­τό μας πά­νω στή γῆ καί τή γέν­νη­σή μας στόν ἄλ­λο κό­σμο. Ἡ πα­ρου­σί­α μας σφρα­γί­ζει ὅ­ποι­ον συ­να­ντή­σου­με. Αὐ­τή ἡ εὐ­θύ­νη συ­νε­χί­ζε­ται καί με­τά θά­να­τον κι ἔ­τσι οἱ ζω­ντα­νοί συν­δέ­ο­νται μέ τούς νε­κρούς γι­ά τούς ὁ­ποί­ους καί προ­σεύ­χο­νται. Γι­ά τούς νε­κρούς ἐ­μεῖς οἱ ζω­ντα­νοί δέν ἀ­νή­κου­με πλή­ρως σ’ αὐ­τό τόν κό­σμο· γι­ά μᾶς οἱ νε­κροί ἀ­νή­κουν ἀ­κό­μη στήν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ προ­σευ­χή μας γι­’ αὐ­τούς εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κή γι­α­τί ἐκ­φρά­ζει τήν πλη­ρό­τη­τα τῆς κοι­νῆς μας ζω­ῆς.

«Μνή­σθη­τι Κύ­ρι­ε τῶν ἐ­π’ ἐλ­πί­δι ἀ­να­στά­σε­ως ζω­ῆς αἰ­ω­νί­ου κε­κοι­μη­μέ­νων πα­τέ­ρων καί ἀ­δελ­φῶν ἡ­μῶν, καί πά­ντων τῶν ἐν εὐ­σε­βεί­ᾳ καί πί­στει τε­λει­ω­θέ­ντων, καί συγ­χώ­ρη­σον αὐ­τοῖς πᾶν πλημ­μέ­λη­μα ἑ­κού­σι­όν τε καί ἀ­κού­σι­ον, ἐν λό­γῳ, ἤ ἔρ­γῳ, ἤ κα­τά δι­ά­νοι­αν πλημ­με­λη­θέν ὑ­π’ αὐ­τήν.

     Καί κα­τα­σκή­νω­σον αὐ­τούς ἐν τό­ποις φω­τει­νοῖς, ἐν τό­ποις χλο­ε­ροῖς, ἐν τό­ποις ἀ­να­ψύ­ξε­ως, ἔν­θα ἀ­πέ­δρα λύ­πη, πᾶ­σα ὀ­δύ­νη, καί στε­να­γμός, ὅ­που ἡ ἐ­πι­σκο­πή τοῦ πο­σώ­που σου εὐ­φραί­νει πά­ντας τούς ἀ­π’ αἰ­ῶ­νος Ἁ­γί­ους σου.

     Χά­ρι­σαι αὐ­τοῖς τήν Βα­σι­λεί­αν σου, καί τήν μέ­θε­ξιν τῶν ἀ­φρά­στων καί αἰ­ω­νί­ων σου ἀ­γα­θῶν, καί τῆς σῆς ἀ­πε­ρά­ντου καί μα­κα­ρί­ας ζω­ῆς τήν ἀ­πό­λαυ­σιν».

 

TO EYAΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

      Ἡ ση­με­ρι­νή εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἀ­να­φέ­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη σάν εἰ­κό­να τῆς κρί­σε­ως. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά μᾶς λέ­γει κά­τι οὐ­σι­α­στι­κό· ὄ­χι γι­ά τόν θά­να­το, τήν κα­τα­δί­κη ἤ τήν σω­τη­ρί­α, ἀλ­λά γι­ά τήν ζω­ή.

Ὁ Θε­ός δέν ρω­τά­ει οὔ­τε τούς ἁ­μαρ­τω­λούς οὔ­τε τούς δί­και­ους τί­πο­τε σχε­τι­κά μέ τίς πε­ποι­θή­σεις τους ἤ μέ τίς λα­τρευ­τι­κές τους συ­νή­θει­ες·  αὐ­τό πού με­τρά­ει ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι ὁ βα­θμός τῆς ἀν­θρω­πι­ᾶς τους·  “ἐ­πεί­να­σα γάρ, καί ἐ­δώ­κα­τέ μοι φα­γεῖν, ἐ­δί­ψη­σα καί ἐ­πο­τί­σα­τέ με, ξέ­νος ἤ­μην, καί συ­νη­γά­γε­τέ με, γυ­μνός καί πε­ρι­ε­βά­λε­τέ με, ἠ­σθέ­νη­σα καί ἐ­πε­σκέ­ψα­σθαί με, ἐν φυ­λα­κῇ ἤ­μην, καί ἤλ­θε­τε πρός με”.

Ἡ πα­ρα­βο­λή τῆς κρί­σε­ως θέ­τει σα­φέ­στα­τα τό ὅ­τι θά κρι­θοῦ­με γι­ά τήν “πο­λι­τεί­α” μας, γι­ά τό πῶς δηλ. ζή­σα­με ἀ­νά­με­σα στούς ἀ­δελ­φούς μας. Καί γι­ά τήν Ἐκ­κ­λη­σί­α αὐ­τή ἡ πο­λι­τεί­α μας δέν μπο­ρεῖ νά νο­η­θεῖ ἔ­ξω ἀ­πό μί­α χρι­στο­κε­ντρι­κή το­πο­θέ­τη­ση μέ­σα στήν ἀ­δελ­φι­κή κοι­νω­νί­α πού εἶ­ναι ἔκ­φρα­ση μι­ᾶς ζω­ῆς, ἡ ὁ­ποί­α θε­με­λι­ώ­νε­ται στήν ἕ­νω­ση μέ τόν Χρι­στό ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι. Ἡ τε­λεί­ω­ση τοῦ πι­στοῦ ἐν κοι­νω­νί­ᾳ εἶ­ναι τό ἀ­δι­ά­κο­πο κή­ρυ­γμα τῶν πα­τέ­ρων. Ἑρ­μη­νεύ­ο­ντας τήν παύ­λει­ο φρά­ση “μι­μη­ταί… Χρι­στοῦ” ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ωάν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, ἐ­ρω­τᾶ: “Καί πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, νά γί­νου­με μι­μη­ταί Χρι­στοῦ; Μέ τό νά φρο­ντί­ζου­με γι­ά τό κοι­νό κα­λό καί νά μή ζη­τοῦ­με τά τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας”.  Εἶ­ναι δέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι καί αὐ­τή ἡ κό­λα­ση στό Γε­ρο­ντι­κό νο­εῖ­ται ὡς ἀ­δυ­να­μί­α δι­α­προ­σω­πι­κῆς κοι­νω­νί­ας: “Οὔκ ἐ­στι πρό­σω­πον πρός πρό­σω­πον θε­ά­σα­σθαι, ἀλ­λ’ ὁ νῶ­τος ἑ­κά­στου πρός τόν ἑ­τέ­ρου νῶ­τον κε­κόλ­λη­ται.

Μέ­σα στήν ση­με­ρι­νή εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἡ γνω­στή και­νο­δι­α­θη­κι­κή κοι­νω­νι­κή κα­τη­γο­ρί­α τοῦ πλη­σί­ον. Ἡ ἔν­νοι­α αὐ­τή τε­λε­σί­δι­κα δι­α­στέλ­λει τήν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α ἀ­πό τήν ζω­ϊ­κή ἤ φυ­τι­κή. Ἐ­κεῖ κυ­ρι­αρ­χεῖ ἡ βι­ο­λο­γι­κή φύ­ση, πού πά­ντο­τε πα­ρά­γει τό ἴ­δι­ο βι­ο­κοι­νω­τι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

Στήν Ἐκ­κ­λη­σί­α ὅ­μως ἡ σχέ­ση εἶ­ναι προ­σω­πι­κή, θε­λη­μα­τι­κή, ὑ­πεύ­θυ­νη. Μέ­σα στόν Χρι­στι­α­νι­σμό ἡ ἔν­νοι­α αὐ­τή δέν γνω­ρί­ζει φρα­γμούς καί ὅ­ρι­α. Πλη­σί­ον εἶ­ναι ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος. Ἐκ­φρά­ζει τήν κα­θο­λι­κή συ­να­δέλ­φω­ση ἐν Χρι­στῷ. Στόν συ­νάν­θρω­πό μας δι­α­κρί­νου­με τόν ἴ­δι­ο τόν Χρι­στό. Ἀ­γα­πώ­ντας τόν πλη­σί­ον μας, ἀ­γα­πᾶ­με τόν Χρι­στό, τοῦ Ὁ­ποί­ου κά­θε ἄν­θρω­πος εἶ­ναι εἰ­κό­να.

Σ’ αὐ­τήν τήν ἔν­νοι­α τοῦ πλη­σί­ον κρύ­βε­ται καί ἡ βα­θύ­τε­ρη ση­μα­σί­α τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­γά­πης. Δέν ἀ­γα­πᾶ­με κα­τά κα­θῆ­κον, ὅ­πως συ­νή­θως λέ­με. Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἡ ἀ­να­πνο­ή τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, ὁ φυ­σι­κός τρό­πος τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς του. Δέν ἀ­γα­πῶ, λοι­πόν τόν πλη­σί­ον μου μέ τήν ἔν­νοι­α τοῦ οἴ­κτου, τῆς εὐ­σπλα­χνί­ας, τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, ἀλ­λά τόν ἀ­γα­πῶ, δι­ό­τι μέ­σα του εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι δέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ὅ­τι ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πλη­σί­ον στό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο εἶ­ναι πρω­ταρ­χι­κά ἐ­νερ­γη­τι­κή – ἀ­γα­πη­τι­κή καί ὄ­χι πα­θη­τι­κή. Χω­ρίς αὐ­τή τήν κοι­νω­νί­α μέ τόν πλη­σί­ον εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη ἡ κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό καί ἡ σω­τη­ρί­α.

Μέ­σα στήν Ἐκ­κ­λη­σί­α ὁ πλη­σί­ον μᾶς δί­νει τήν δυ­να­τό­τη­τα νά ξε­δι­πλω­θοῦ­με καί νά βγοῦ­με ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό μας, νά δρα­στη­ρι­ο­ποι­η­θοῦ­με στήν ἀ­γά­πη καί νά ξε­πε­ρά­σου­με τόν φό­βο, πού ἔ­χει μέ­σα του τήν κό­λα­ση, καί με­τά νά πε­ρά­σου­με στό χῶ­ρο τῆς πα­ρα­δεί­σι­ας κοι­νω­νί­ας. Στό πρό­σω­πο τοῦ ἄλ­λου ὁ χρι­στι­α­νός δέν βλέ­πει τό κα­κό καί τό δαι­μο­νι­κό πού με­τα­τρέ­πει τήν ζω­ή καί τόν κό­σμο σέ θά­να­το, ἀλ­λά στό πρό­σω­πο τοῦ πλη­σί­ον καί μά­λι­στα τοῦ “ἐ­λά­χι­στου ἀ­δελ­φοῦ” βλέ­πει τήν ἀ­λη­θι­νή ζω­ή, τόν Χρι­στό καί τήν Ἀ­νά­στα­ση.

Γι­’ αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, ὅ­ταν μι­λά­ει γι­ά τόν πλη­σί­ον, μι­λά­ει γι­ά τό “μυ­στή­ρι­ο τοῦ ἀ­δελ­φοῦ”. Ὁ δέ ἅ­γι­ος Ἐ­φραίμ ὁ Σῦ­ρος, το­νί­ζει μέ ἔμ­φα­ση πώς ὅ­ποι­ος δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­γα­πή­σει εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κά “βε­βλαμ­μέ­νος κα­τά νοῦν”. Ἡ ἀ­γά­πη, λοι­πόν, δέν εἶ­ναι ἀ­δυ­να­μί­α καί οὔ­τε δεί­χνει ἀρ­ρω­στη­μέ­νη κα­τά­στα­ση ψυ­χῆς. Ἄρ­ρω­στος ψυ­χι­κά καί πνευ­μα­τι­κά εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος τῶν “κε­κλει­σμέ­νων θυ­ρῶν” τοῦ Σάρ­τρ, ἤ αὐ­τός πού δι­α­χω­ρί­ζει τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­πό τούς ἄλ­λους καί ὑ­ψώ­νο­ντας τό δι­κό του τεῖ­χος ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γι­ά τό τί γί­νε­ται στόν κό­σμο.

Ὅ­μοι­α καί μι­ά ἁ­γι­ό­τη­τα χω­ρίς Θε­ό, μι­ά ἁ­γι­ό­τη­τα χω­ρίς ἀ­γά­πη καί χω­ρίς κοι­νω­νί­α μέ τόν πλη­σί­ον δαι­μο­νο­ποι­εῖ τόν ἄν­θρω­πο καί τόν κα­θι­στᾶ ξέ­νο καί ἀ­πο­κομ­μέ­νο ἀ­πό τό κοι­νω­νι­κό σῶ­μα. Ἡ πρα­γμα­τι­κή ἁ­γι­ο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κά μι­ά πρά­ξη ἀ­δελ­φο­ποι­ή­σε­ως.

Ὁ κό­σμος, ὅ­πως μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στή σύγ­χρο­νη ζω­ή, στή σύγ­χρο­νη σκέ­ψη καί λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἕ­νας κό­σμος βα­σι­κά ἄρ­ρω­στος καί “βε­βλαμ­μέ­νος κα­τά νοῦν” καί ζεῖ τό ἄγ­χος κά­ποι­ας πνευ­μα­τι­κῆς ἔν­δει­ας. Ἕ­νας κό­σμος πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νος, ἔ­γκλει­στος καί φυ­λα­κι­σμέ­νος, πού δέν δι­ψά­ει γι­ά δι­και­ο­σύ­νη καί ἐ­λευ­θε­ρί­α, γι­ά ἁ­γι­ό­τη­τα καί ἀ­γά­πη. Ἕ­νας κό­σμος φυ­λα­κῆς καί ἀ­πο­μο­νώ­σε­ως, κό­σμος αὐ­το­ε­ρω­τι­σμοῦ καί αὐ­τοϊ­κα­νο­ποι­ή­σε­ως. Ἕ­νας κό­σμος πα­ρα­φρο­σύ­νης καί μη­δε­νι­σμοῦ, αὐ­το­κα­τα­στρο­φῆς καί δου­λεί­ας.

Ἡ ἀλ­λο­τρί­ω­ση πού σή­με­ρα πρα­γμα­το­ποι­εῖ­ται σ’ ὅ­λες τίς μορ­φές τῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κή τοῦ κό­σμου πού ἔρ­χε­ται. Ἀλ­λά καί ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή τῆς ταυ­τό­τη­τος τοῦ ἀν­θρώ­που τοῦ αὔ­ρι­ο, πού ἀ­πό σή­με­ρα δη­μι­ουρ­γεῖ μι­ά αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α χω­ρίς Θε­ό, χω­ρίς ἀ­γά­πη καί ἐ­νά­ντι­α σέ κά­θε ἔν­νοι­α κοι­νό­τη­τας καί κοι­νω­νί­ας προ­σώ­πων.

Ἡ μό­νη δι­έ­ξο­δος εἶ­ναι ἡ ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κή ζω­ή καί πρά­ξη, ἡ μυ­στη­ρι­α­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ. Γι­α­τί ἡ ζω­ή μας στόν ὀρ­θό­δο­ξο χῶ­ρο εἶ­ναι προ­έ­κτα­ση τῆς Λα­τρεί­ας. Εἶ­ναι “λει­τουρ­γί­α με­τά τήν λει­τουρ­γί­α”. Ἄν ἡ ζω­ή μας δέν εἶ­ναι ἄ­με­σα καί ὀρ­γα­νι­κά συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν λα­τρεί­α, ἄν δέν εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στί­α καί δο­ξο­λο­γί­α, δέν μπο­ρεῖ νά ὀ­νο­μά­ζε­ται ὀρ­θό­δο­ξη ζω­ή. Τό­τε ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι καί ἡ κοι­νω­νι­κή μας ζω­ή δέν εἶ­ναι πα­ρά ἐ­ξω­τε­ρι­κή συμ­βα­τι­κό­τη­τα, τυ­πι­κή καί ἀ­νού­σι­α, πού ἀ­πο­βαί­νει “εἰς κρῖ­μα καί κα­τά­κρι­μα καί ὄ­χι εἰς σω­τη­ρί­αν”.

Ἀ­δελ­φοί μου,

Τό εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς κρί­σε­ως εἶ­ναι μι­ά χαρ­μό­συ­νη εἴ­δη­ση. Κρύ­βει τήν ὑ­πό­σχε­ση ὅ­τι ὁ Κύ­ρι­ος θά ἔλ­θει καί θά πε­ρι­μα­ζέ­ψει τά τέ­κνα του καί ὁ πό­νος δέ θά ὑ­πάρ­ξει πι­ά καί τό κα­κό θά σβή­σει. Τό μέ­τρο μέ τό ὁ­ποῖ­ο θά κρι­θοῦ­με θά εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­λυ­τη καί ἀ­δυ­σώ­πη­τη δή­λω­ση τοῦ Θε­οῦ ὅ­τι μό­νο ὁ δρό­μος τῆς ἀ­γά­πης καί τῆς προ­σφο­ρᾶς με­τρά­ει καί μά­λι­στα ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῆς καί ἀ­ψε­γά­δι­α­στης. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ δρό­μος τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Σταυ­ρός Του μαρ­τυ­ρεῖ τήν πί­στη Του στό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος καί στόν κά­θε ἄν­θρω­πο ξε­χω­ρι­στά, μαρ­τυ­ρεῖ τήν ἀ­κα­τά­βλη­τη ἐλ­πί­δα Του.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here