Το παχύ μας δέρμα*

40
101

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε πάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.    Παντελής Μηχανικός

Το βιβλίο Δέκα χιλιάδες μέλισσες, που σας παρουσιάζουμε απόψε, είναι το μυθιστόρημα της Κύπρου του 20ου αιώνα. Το μυθιστόρημα της Αυτογνωσίας της.

Αποτελεί ιστορικό αίνιγμα. Πώς μπόρεσε να εμφανιστεί, ξαφνικά κι από το πουθενά, ένα τόσο δυνατό έργο; Είναι Λογοτεχνία, αλλά συγχρόνως και Ιστορία, Ανθρωπολογία, Ψυχολογία, Φιλοσοφία, -όπως ταιριάζει στην μεγάλη Λογοτεχνία. Θα έπρεπε να διαθέτουμε πολύ χρόνο, για να πλησιάσουμε το έργο απ’ όλους τους δρόμους που μας ανοίγει. Επιτρέψτε μου να περιοριστώ μόνο σε ορισμένα από τα μακροϊστορικά του συμφραζόμενα.

1.- O συμβολισμός

Επιγράφω την ομιλία μου «Το παχύ μας δέρμα», γιατί θέλω να δούμε μαζί πώς γίνεται να κεντρίσουν το δέρμα μας δέκα χιλιάδες μέλισσες και να ψοφήσουν όλες επάνω του, χωρίς να αισθανθούμε τίποτα.

Αναφέρομαι στην ιστορία του Ονήσιλου και στο ομώνυμο ποίημα του Παντελή Μηχανικού. Και βέβαια στον προφανή συμβολισμό της, τον οποίο και αξιοποιεί ο τίτλος του μυθιστορήματος του Άντη Ροδίτη.

Ποιος είναι ο Ονήσιλος ως επαναστατικό σύμβολο; Είναι ο διαχρονικός αρχηγός του κυπριακού αγώνα για την Ένωση με τους λοιπούς Έλληνες, με στόχο την κοινή εθνική ελευθερία. Ο αγώνας του προδίδεται και το κεφάλι του κρεμιέται για παραδειγματισμό στην πύλη της Αμαθούντας (οι Αμαθούσιοι είχαν εξαναγκαστεί από τον Ονήσιλο να τον στηρίξουν). Καθώς όμως, παραδόξως, ολόκληρο μελίσσι πηγαίνει και εγκαταβιώνει στην κρεμασμένη νεκροκεφαλή, η εικόνα μεταβάλλεται σε διαχρονικό σύμβολο της χαμένης εθνικής ελευθερίας. Οι θεματοφύλακες του Ιερού κηρύσσουν τον Ονήσιλο εθνικό ήρωα και εισάγουν τη μνήμη του στο κοινοτικό εορτολόγιο. Για να μην ξεχνούν, όπως λέμε, οι παλιοί και να θυμούνται οι νεώτεροι: ότι η Ένωση είναι στόχος εθνικός, πάγιος και αδιαπραγμάτευτος, που δεν επιτρέπεται να εγκαταλειφθεί. Ποτέ και με κανένα πρόσχημα.

Οι μέλισσες είναι, για το παράδοξο ιστορικό συμβάν και την αξιοποίησή του από τον Ποιητή, σύμβολο της Εθνικής Συνείδησης. Της εθνικής συνείδησης, ως πηγής της εθνικής συνεργατικής ομοψυχίας που φτιάχνει το μέλι της ελευθερίας. Και, συνάμα, της εθνικής συνείδησης ως τύψης και ενοχής, η οποία σαν το κεντρί των μελισσών αυτo-εξουδετερώνεται, όταν πλήττει μ’ αυτό την αντικείμενη χοντρόπετση ασυνειδησία.

Υπό το κράτος του διεισδυτικού αυτού συμβολισμού, ας διερωτηθούμε για τη φύση της κατεστημένης παχυδερμίας μας. Και κατ’ αρχάς ας την περιγράψουμε.

2.- Η μυθιστορηματική αλήθεια

Το πιο συγκλονιστικό, από τα αληθινά γεγονότα που συνθέτουν το μυθιστόρημα του Ροδίτη, διαδραματίζεται στη Λευκωσία, στο προεδρικό μέγαρο, τον Αύγουστο του 1964, όπου η Αμερική μας προσφέρει την Ένωση στο πιάτο, χωρίς όρους και ανταλλάγματα. Κι εμείς -ο Εθνάρχης μας- λέμε: «Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω», …επειδή το πιάτο είναι νατοϊκό!

Αδιανόητο. Και απολύτως καταστροφικό. Γιατί αν ο Μακάριος δεχόταν την Ένωση, οι Αμερικανοί δεν θα στρέφονταν στην Τουρκία. Η Κύπρος θα γινόταν ελληνικό νησί, εξ ίσου ασφαλές με τα υπόλοιπα. Ούτε την Δικτατορία θα γνωρίζαμε στην Ελλάδα, ούτε την τουρκική κατάκτηση στην Κύπρο. Πρόσφυγες δεν θα είχαμε. Ούτε νεκρούς και αγνοούμενους. Και βέβαια ούτε τα εσωτερικά παράσιτα που θέριεψε η καταστροφή σε Ελλάδα και Κύπρο και μας έχουν καταπνίξει.

Η Ένωση εγκαταλείφθηκε, όχι γιατί ήταν «ανέφικτη», αλλά γιατί ήταν ανεπιθύμητη. α) Δεν την ήθελε ο «Εθνάρχης» μας, που φαντασιωνόταν τον εαυτό του κορυφαίο ηγέτη των «Αδεσμεύτων». β) Δεν την ήθελε η κυπριακή άρχουσα τάξη, που φοβόταν μη φτωχύνει από την ένωση με την Ψωροκώσταινα. γ) Δεν την ήθελε το ΑΚΕΛ, που φαντασιωνόταν τον εαυτό του μπροστάρη στον αγώνα για την επικείμενη ανατροπή του ιμπεριαλισμού και την παγκόσμια νίκη του κομμουνισμού. (Συγκατέβαινε βέβαια στην Ένωση, υπό τον όρο να φύγει πρώτα η Ελλάδα από το ΝΑΤΟ!) Ο μόνος που αληθινά την ήθελε ήταν η μεγάλη μάζα του κυπριακού λαού. Αδαής όμως και ευχειραγώγητη, ακολούθησε σαστισμένη τον «Εθνάρχη», σαν το κοπάδι στη γραμμή για τον γκρεμό.

Όλα τούτα μαζί (αρνητική ηγεσία / αρνητική άρχουσα τάξη / αρνητική αριστερά / ευχειραγώγητη μάζα) περιγράφουν το «παχύ δέρμα», που φορούσε ο Εθνάρχης μας και πάνω στο οποίο ψόφησαν οι μέλισσες της εθνικής συνείδησης. Δείχνουν την αλήθεια με ακρίβεια.

Την αλήθεια βέβαια αυτή μας την είχε πει ο Ποιητής, με τον συμβολικό τρόπο που ξέρει να λέει την αλήθεια η Ποίηση. Τον ακούσαμε, αλλά τον αγνοήσαμε και τον περιπαίξαμε. Κάτι περισσότερο: τον κυνηγήσαμε. Τώρα όμως, με το άνοιγμα των βρετανικών και των αμερικανικών αρχείων, που πρώτες διερεύνησαν και έφεραν στο φώς οι φίλεργες «Μέλισσες» του Ροδίτη, η ποιητική αλήθεια τεκμηριώθηκε με τρόπο αναμφισβήτητο.

Έχοντας ως βάση, την επαληθευμένη περιγραφή της εθνικής παχυδερμίας μας,  ας προχωρήσουμε στην αναζήτηση του υποκειμένου νοήματος.

3.- Από τις ιδεολογικές Χίμαιρες στο ιδεολογικό Τίποτα

Παρατηρούμε ότι στον εθνικό στόχο (την Ένωση) αντιπράττουν δύο διεθνείς ιδεολογικές δυνάμεις: το Κομμουνιστικό κίνημα, αφ’ ενός, και το κίνημα των Αδεσμεύτων, αφ’ ετέρου.

Χίμαιρες βέβαια όπως πλέον γνωρίζουμε. Οι Χίμαιρες όμως αυτές κατίσχυσαν του εθνικοενωτικού κινήματος, προμηθεύοντας, πιο συγκεκριμένα, το αναγκαίο ιδεολογικό κίνητρο, άλλοθι ή πρόσχημα, για να μεταμορφωθεί το πλήθος των στελεχών του ενωτικού αγώνα (της ΕΟΚΑ) σε νομενκλατούρα-στήριγμα της ψευδώνυμης Ανεξαρτησίας. Να γίνουν δηλαδή οι ίδιοι το αδιαπέραστο χοντρόπετσο, πάνω στο οποίο θα ήταν καταδικασμένες να ψοφήσουν όχι δέκα αλλά εκατό χιλιάδες ενωτικές μέλισσες. Και πράγματι. Η «μαγική» αυτή μετάλλαξη των χτεσινών ενωτικών αγωνιστών σε πραιτωριανούς του ανθενωτικού καθεστώτος, αποδείχτηκε με τη σειρά της ικανή να μεταμορφώσει ακόμα και τους λίγους εναπομείναντες πιστούς της Ένωσης σε αποδιοπομπαίους τράγους, υπόλογους για όλες τις συμφορές. Αγνοώντας, αυτοί οι τελευταίοι, πού βρίσκονται και με τι φαινόμενο είχαν να κάνουν, καταλήφθηκαν από την τραγική παραίσθηση μιας νικηφόρας πραξικοπηματικής δευτερολογίας (ΕΟΚΑ Β’) και επέπεσαν τυφλά – αυτοκτονικά πάνω σ’ αυτό το μπετόν. Εξουδετερώνοντας έτσι τις εθνικές Ερινύες κατέστησαν ηθικώς άτρωτο το χιμαιρικό ανθενωτικό καθεστώς.

Καθώς όμως, σε λίγο, μαζί με το ενωτικό όραμα θα καίγονταν και οι υπερεθνικές ιδεολογικές χίμαιρες του 20ου αιώνα, η κατάσταση θα άλλαζε άρδην. Όπως σύμπας ο νεωτερικός κόσμος, θα έμπαινε και η Κύπρος στη φάση του «τέλους των ιδεολογιών», του τέλους των συλλογικών ειδώλων, όπου δεσπόζει πλέον, χωρίς ίχνος αντίλογου, το ιδεολογικό Τίποτα. Ανθρωπολογικός φορέας της ιδεολογικής αυτής Χωματερής, στην οποία όλα και όλοι καταλήγουν πλέον, είναι το δίπολο Κυρίαρχος – Καταναλωτής.

Ο «Κυρίαρχος» κατάγεται, σε μας εδώ, από τον πονηρό επαρχιώτη (κατά κανόνα αγράμματο), που είχε μάθει να εκμεταλλεύεται τη διαμεσολαβητική μεταξύ της ηγεσίας και της μάζας φύση της Ιδεολογίας και να την οργανώνει σε κρατιστική-συντεχνιακή πελατειοκρατία, προκειμένου να ιδιοποιηθεί παρασιτικά την εξουσιαστική ισχύ που συνοδεύει κάθε διαμεσολαβητικό σύστημα. Στηριζόμενος στην κεκτημένη τεχνογνωσία διαχείρισης των προβλημάτων που ο ίδιος δημιούργησε, τώρα που έχουν εξαντληθεί οι ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις και αντικαθίστανται από την εισαγόμενη απρόσωπη τεχνοσυστημική διαμεσολάβηση, αναλαμβάνει και αυτής τη διαχείριση, υποδυόμενος όχι τον «ιδεολόγο» πλέον, αλλά τον «εκσυγχρονιστή», με αποτέλεσμα το πολιτικό πεδίο να εξακολουθεί να είναι κατειλημμένο απ’ αυτό το απολύτως παρασιτικό-εθνομηδενιστικό είδος ανθρώπου.

Αντίστοιχα, ο άλλος πόλος, ο «Καταναλωτής», δεν αποτελεί παρά την απονευρωμένη μετάλλαξη της ιδεολογικά ευχειραγώγητης μάζας του παρελθόντος. Είναι ο αποχαυνωμένος εικονικός άνθρωπος του τηλεοπτικού καναπέ.

Οι δύο αυτοί τύποι ταιριάζουν όπως ο τέντζερης με το καπάκι του. Και καθώς είναι προικισμένοι με χαρακτηριστικά εθνικής αναισθησίας ασύλληπτα σε σχέση με το παρελθόν, μοιάζουν ακλόνητοι. –«Μοιάζουν», γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουν μέλλον. Η εξάντληση των ιδεολογιών επισημαίνει την κατάρρευση των οραματικών διεξόδων του νεωτερικού πολιτισμού γενικά. Δείχνει ότι ο πολιτισμός αυτός έφτασε τα όριά του και το υποκείμενό του αναμετριέται πλέον με το κενό νοήματος μέσα κι έξω του.

Η κατάληξή μας στο κοινό ανθρωπολογικό δίπολο της «μεταμοντέρνας» Χωματερής, μας προκαλεί να αναστοχαστούμε εξ αρχής τη σχέση του Ελληνισμού με τη Νεωτερικότητα.

4.- Η νεωτερική λοβοτομή

Η Ένωση ήταν η κυπριακή όψη της Μεγάλη Ιδέας, η οποία εμφανίζεται αμέσως μετά την Άλωση. Το γεγονός, ότι η Μεγάλη Ιδέα κατέρρευσε, σαράντα χρόνια νωρίτερα από την κυπριακή όψη της, έχει τη σημασία του, αλλά δεν αναιρεί την ουσιώδη ενότητά τους.

Είναι επομένως καλό να συσχετίσουμε τον προβληματισμό μας με τις περιπέτειες της κεντρικής αυτής εκφοράς του εθνικού νοήματος και να διερωτηθούμε, για τη σχέση της ενιαίας εθνικής αποτυχίας με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε η ένταξη του Ελληνισμού στον νεωτερικό ιστορικό κύκλο.

4.1 Από τον Ρωμηό στον «γραικογάλλο»

Την πρώτη σαφή διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας τη βρίσκουμε στον βυζαντινό ιστορικό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη.

Λίγα χρόνια μετά την Άλωση έγραφε στην Ιστορία του: «Και όταν έρθει ο καιρός… τα τέκνα των Ελλήνων θα συγκεντρωθούν και θα συστήσουν κράτος δικό τους και θα ζουν τη ζωή τους με τρόπο που θα αρέσει στους ίδιους και θα θαυμάζουν οι ξένοι.»2 Στον κατάλληλο δηλαδή καιρό θα αποτινάξουμε τον Οθωμανικό ζυγό και θα ανακτήσουμε την εθνική μας ελευθερία.

Ο Καιρός επέστη τον 18ο αιώνα με την γένεση στη Δύση του νεωτερικού πολιτισμού. Τότε εμφανίζεται και η πρώτη επιχειρησιακή διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν το Πρόγραμμα του Ρήγα, το οποίο είχε ρητό στόχο την επαναστατική ανατροπή της οθωμανικής κρατικής δεσποτείας και την ανασύσταση της ελληνικής Οικουμένης στα βυζαντινά της όρια.

Έπειτα όμως από τη δολοφονία του Ρήγα, το Πρόγραμμά του εγκαταλείπεται και η Μεγάλη Ιδέα αλλάζει ριζικά περιεχόμενο. Στόχος του εθνικού Προγράμματος τώρα είναι η δημιουργία κράτους ευρωπαϊκού τύπου (κράτους-έθνους) και μάλιστα στα αρχαιοελλαδικά όρια. Η ταυτότητα του νεωτερικού ελληνικού κράτους θα βασίζεται στη ζεύξη του εισαγόμενου Κλασικισμού και του εισαγόμενου Διαφωτισμού, στη βάση -της εισαγόμενης επίσης- αποπομπής του Βυζαντίου στο σκότος το εξώτερο, -κατ’ αντίστιξη της ευρωπαϊκής αποπομπής του φεουδαρχικού «Μεσαίωνα».

Ο νεωτερικός Έλληνας δεν θα είναι πλέον Ρωμιός. Θα είναι «γραικογάλλος», σύμφωνα με την περιβόητη διατύπωση του Κοραή!

4.2 Εθνοκρατική ολοκλήρωση και εθνοκάθαρση

Υπ’ αυτή την μεταπρατική/εθνοκρατική εκδοχή της η «Μεγάλη Ιδέα» σφράγισε τις τύχες του νεωτερικού Ελληνισμού.

Κατηύθυνε, πριν απ’ όλα, την σταδιακή εθνοκρατική ολοκλήρωση του μετεπαναστατικού ελληνικού κράτους, για να κλείσει άδοξα τον κύκλο της στην Ιωνία, με την καταστροφή του 1922 και τη δημιουργία της κεμαλικής Τουρκίας. Στα ερείπιά της θεμελιώθηκε η τουρκική εθνοκρατική ολοκλήρωση, με εργαλείο τη συστηματική εθνοκάθαρση. Επικυρωμένη μάλιστα με μακιαβελικές ρήτρες αμοιβαιότητας από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η εθνοκάθαρση εμπλέκεται, εφεξής, κατά τρόπο οργανικό στη σχέση του Ελληνισμού και του Τουρκισμού. Το νεωτερικό πρότυπο της εθνικής ολοκλήρωσης, ως λύση του Ανατολικού Ζητήματος, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς εθνοκαθάρσεις, χωρίς γενοκτονίες και ανταλλαγές πληθυσμών. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν δικαιώνει βέβαια τους αυτουργούς των σφαγών και των ανθρωπο-ξεριζωμάτων. Ενοχοποιεί όμως οπωσδήποτε το νεωτερικό πρότυπο και τους τυφλούς μεταπράτες του.

Τίθεται βεβαίως το ερώτημα, «αν μπορούσε να γίνει και διαφορετικά;». Δεν είναι στο θέμα μας να το συζητήσουμε, αλλά ακόμα και αν δεχτούμε ότι από τη στιγμή που πυροδοτήθηκε ο μηχανισμός της αναδιαμόρφωσης του κόσμου στη βάση του εθνοκρατικού μοντέλου, ήμασταν και εμείς αναγκασμένοι να «προσαρμοστούμε», αυτό με τίποτα δεν θα δικαιολογούσε την απαίτησή μας να μην «προσαρμοστούν» και οι άλλοι με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή σε βάρος μας. Υπαινίσσομαι τις ατέρμονες συζητήσεις για την εκστρατεία στη Μικρά Ασία, για το αν έπρεπε ή όχι να γίνει, για την έλλειψη ή όχι στρατηγικού στόχου και τα συναφή, όταν είναι ολοφάνερο ότι η διαχείριση της «Μεγάλης Ιδέας» θα ήταν αναγκαστικά στα χέρια του πλέον ακατάλληλου για τέτοιου είδους εγχειρήματα τύπου ανθρώπου, ο ορίζοντας του οποίου εκτεινόταν ανάμεσα σε «προαγωγές και μεταθέσεις», σε «διορισμούς ημετέρων» και στην πάση θυσία παραμονή στην εξουσία, έστω και «μια βδομάδα παραπάνω».

Αλλά ας συνοψίσουμε: Για τον κυρίαρχο ευρωφρενή λόγιο η βυζαντινή ελληνική ταυτότητα (η ρωμέηκη) έπρεπε να ξεριζωθεί και στη θέση της να εμφυτευθεί η νεωτερική ταυτότητα. Το «επιχείρημά» του είχε δύο σκέλη: α) Ότι η νεωτερική ταυτότητα είναι κατά βάθος «ελληνική» (βλ. «Αναγέννηση»), σε αντίθεση με τη βυζαντινή,  που είναι «ανθελληνική».  Και β) ότι είμαστε «μικροί κι αδύνατοι» και συνάμα τόσο «εκβαρβαρωμένοι», που δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να προσπέσουμε στην Εσπερία και να την αφήσουμε να μας «φωτίσει» και να μας αναπλάσει.

4.3 Η «μετακένωση»

Το πείραμα της κατασκευής «γραικογάλλων» ορίστηκε με σαφήνεια από τον Κοραή ως «μετακένωση». Επί λέξει: Αδειάζουμε τα δικά μας «καύκαλα» από το εντελώς άχρηστο περιεχόμενό τους και μεταγγίζουμε μέσα τους τον ατόφιο Διαφωτισμό, παίρνοντάς τον από τα σοφά ευρωπαϊκά «καυκία».

Πρέπει να δεχθούμε πλέον, ότι ύστερα από κοντά δύο αιώνες εφαρμογής, το πείραμα έχει ολοκληρωθεί. Γενιά με τη γενιά ο Ρωμιός έβγαινε από το χειρουργείο της «μετακένωσης» ολοένα και πιο «άλλος άνθρωπος». Για να καταλήξει στο Τίποτα. Έμενε αλήθεια κάτι στο μίγμα από τα μιγνυόμενα, ή δεν προέκυπτε τίποτα, όπως όταν ανακατεύεις αντίθετα χρώματα; Και τι θα σήμαινε «τίποτα»; «Τίποτα» στο πεδίο του πολιτισμού σημαίνει απουσία συλλογικής δημιουργίας, απουσία στο πεδίο της αυθυπερβατικής συνάντησης του εγώ με το εμείς. Σημαίνει δηλαδή μεταπρατισμό,  παρασιτισμό και τελικά τομαρισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός θα ήταν ο χαρακτήρας του νεωτερικού Έλληνα (του «γραικογάλλου»): μεταπρατικός και εντέλει παρασιτικός και τομαριστικός (γραικύλος κατά την αρχαία ορολογία). Σήμερα το είδος αυτό κυριαρχεί παντού, αλλά παλιότερα ενδημούσε σχεδόν αποκλειστικά στον χώρο των ευρω-σπουδασμένων, ενθαρρύνοντας π.χ. τη «Γενιά του ‘30» να προσβλέπει  στην απείραχτη –ακόμη- ελληνικότητα του απλού λαού, -ελληνικότητα την οποία και ταύτιζαν με τη συλλογική δημιουργία. Χαρακτηριστικές, εν προκειμένω, είναι οι αναφορές του Σεφέρη, για τους σπουδαγμένους, που τους βρίσκει «όλους χαλασμένους», να προφέρουν «σπασμένες λέξεις από ξένες γλώσσες». Όπως χαρακτηριστική είναι και η έκστασή του μπρος στην ασύλληπτη αυθυπερβατική ανάταση του απλού, αγροτικού κυρίως, λαού της Κύπρου, στον αγώνα για την Ένωση με την Ελλάδα.

Για να κατανοήσουμε την αδυναμία παραγωγής ταυτότητας από τη συγχώνευση της ελληνικής με τη νεωτερική, πρέπει πρώτα να δούμε τι είναι αυτό, που τις καθιστά ασυμβίβαστες.

4.4 Το ασυμβίβαστο

Αυτό που κάνει ασυμβίβαστες τις δύο ταυτότητες είναι οι εκ διαμέτρου αντίθετες νοηματοδοτήσεις του συλλογικού και του ατομικού υποκειμένου.

α) Του συλλογικού: Σύμφωνα με το εισαγόμενο νεωτερικό πρότυπο, το Έθνος ταυτίζεται με το Κράτος, το οποίο είναι αυτόνομο, έξω και πάνω από την κοινωνία. Απέναντι στο πολιτικό σύστημα, τον ιδιοκτήτη του κράτους, η κοινωνία υπεισέρχεται ως άθροισμα ιδιωτών, οι οποίοι απλώς ψηφίζουν εκείνον που τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα αποφασίζει γι’ αυτούς ανεξέλεγκτα και ακαταλόγιστα. Εφαρμόζοντας το πρότυπο αυτό οι Έλληνες καλούνταν να εγκαταλείψουν προαιώνιους αντιπροσωπευτικούς, συμμετοχικούς και δημοκρατικούς θεσμούς, αντιλήψεις και εθισμούς (που διατηρούσαν ακόμα και στις συνθήκες της εθνικής δουλείας), ώστε να επιστρέψουν στην προσολώνεια βαθμίδα της εξελίξεώς τους, στην εποχή της «αιρετής τυραννίας», ή αλλιώς στη «χειράφετη δουλεία», σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, για τη νεωτερική ελευθερία. Ας σημειώσω όμως εδώ, για να μην παρεξηγηθώ, ότι το νεωτερικό πολιτειακό σύστημα (κοινοβουλευτισμός, ισονομία κλπ.) είναι άλμα μέγα σε σχέση με την ιδιωτική-φεουδαρχική και την κρατοκεντρική δεσποτεία της Δύσης, από την οποία αναδύθηκε η Νεωτερικότητα, αλλά είναι ακόμη αρχαϊκό, προαντιπροσωπευτικό, ολιγαρχικό πολιτειακό σύστημα. Τοποθετείται, στην καλύτερη περίπτωση, στην κατηγορία της λεγόμενης «αισυμνητείας» ή της «αιρετής τυραννίδος», κατά τον Αριστοτέλη, ο οποίος ταξινομεί τα πολιτεύματα με κριτήριο το ανάπτυγμα της ελευθερίας. Επομένως: το ζητούμενο της νεωτερικής «μετακένωσης» βρισκόταν χιλιάδες χρόνια πίσω, σε σύγκριση π.χ. με τον «Κανονισμό της Δημογεροντίας Καλύμνου», ή οιουδήποτε ελληνικού Κοινού των χρόνων της Οθωμανοκρατίας.

β) Του ατομικού: Σύμφωνα με την εισαγόμενη νεωτερική αυτοκατανόηση, το υποκείμενο αντιλαμβάνεται την συστατική του ατομική ελευθερία, ως ελευθερία α) μόνον ιδιωτική («ελευθερία της ιδιωτικής απόλαυσης») και β) διαμεσολαβημένη από την απρόσωπη δόμηση των κοινωνικών σχέσεων σε λογικές μηχανές, σε Συστήματα. Ενώ, αντίθετα, το ελληνικό Άτομο αντιλαμβάνεται την ατομική ελευθερία του α) όχι μόνον ως ιδιωτική, αλλά συνάμα ως ελευθερία κοινωνική (απουσία εργασιακής εξάρτησης ανθρώπου από άνθρωπο –η «ξένη δούλεψη» ως «κατάρα») και παραπέρα ως ελευθερία πολιτική (το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός», κατά τον Αριστοτέλη). Μια τρίβαθμη δηλαδή ελευθερία στηριζόμενη β) στην άμεση (αδιαμεσολάβητη) προσωπική σχέση μεταξύ των πολιτών (των «μετεχόντων Κρίσεως και Αρχής»).

Βέβαια τόσο στη νεωτερική, όσο και στην ελληνική εκδοχή του, το υποκείμενο είναι άτομο, εφόσον το ορίζει η ατομική ελευθερία. Η κατεύθυνση όμως της εξελίξεώς τους, η κοινωνική και η πολιτική, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Η νεωτερική δομική αρχή της συστημικής διαμεσολάβησης των σχέσεων, εγκιβωτίζει σκόπιμα την ελευθερία στον ιδιωτικό χώρο και της απαγορεύει να αναπτυχθεί στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο, αντισταθμίζοντας την εκεί απουσία της με την έννοια του «δικαιώματος».

Σκεφθείτε, λοιπόν, ένα άτομο, του οποίου ένα μέρος μέσα του επιδιώκει να επεκτείνει την ελευθερία του στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο, στηριζόμενο στις άμεσες διαπροσωπικές σχέσεις του και ένα άλλο μέρος μέσα του, να επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο: τη μηχανοποίηση των σχέσεων του ατόμου και τη φυλάκισή του μέσα σ’ αυτές. Και αναλογιστείτε το αποτέλεσμα της εσωτερικής αυτής σχιζοείδειας τόσο στο άτομο όσο και στο κράτος.

4.5 Το αντίτιμο

Το αντίτιμο, λοιπόν, που όφειλαν να καταβάλλουν οι Έλληνες, για την απόκτηση της εθνικής ελευθερίας τους (το μη άρχεσθαι υπό ετέρου έθνους), ήταν η απώλεια της προσωπικής ελευθερίας τους. Της κουλτούρας της, της γνώσης της, της μνήμης της. Η επίτευξη μιας τέτοιας κλίμακας ανθρωπολογικής οπισθοδρόμησης ισοδυναμεί φυσικά με την αποδοχή μιας ριζικής λοβοτομής.

Ότι η λοβοτομή επέτυχε μπορούμε κάλλιστα να το διαπιστώσουμε στον θεσμό της κυπριακής Εθναρχίας: Ενώ ο αγώνας έχει στόχο  την Ένωση με την νεωτερική-εθνοκρατική Ελλάδα αρχηγός του εθνοκρατικού ενωτικού αγώνα είναι ο Αρχιεπίσκοπος! -Κατά παράβαση του νεωτερικού δόγματος, όπου έθνος και κράτος ταυτίζονται και όπου κράτος και εκκλησία δεν έχουν καμία σχέση. Ο οθωμανικός εθνάρχης –ο μιλέτ μπασί- αναλαμβάνει ρόλο νεωτερικού-αντιιμπεριαλιστή «εθνάρχη». -Κατά παράβαση επίσης όλων των προνεωτερικών ελληνικών δογμάτων, πολιτειακών και εκκλησιαστικών, σύμφωνα με τα οποία η σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο του εθναρχικού και του επισκοπικού αξιώματος αποτελεί πελώρια ύβρη, τόσο προς το Έθνος όσο και προς την Εκκλησία.

Ως παράδειγμα, για το πώς ήταν κατανοητή η διάκριση των δύο ρόλων, του πολιτικού αρχηγού και του επισκόπου, αναφέρω την κατηγορηματική απόρριψη από την βυζαντινή Εκκλησία των καλοπροαίρετων αξιώσεων του βασιλιά Νικηφόρου Φωκά να ανακηρυχθούν άγιοι οι πεσόντες υπέρ πίστεως και πατρίδος στον πόλεμο με το Ισλάμ. Η βυζαντινή Εκκλησία είχε, εν προκειμένω, την επίγνωση ότι αυτό που εκπροσωπεί είναι ένα άλλο, ψηλότερης τάξης, «σύστημα πατρίδος», από το οποίο αντλούσε μάλιστα την νομιμοποίησή του το αυτοκρατορικό κοσμοπολιτειακό σύστημα, καθώς και τα αναγκαία για την αυτοαξιολόγησή του εξατομικευμένα κριτήρια. Δεν τα μπέρδευε ούτε άφηνε κανέναν να τα μπερδέψει. Κι αν κάποιος πατριάρχης ή σύνοδος τολμούσε να τα μπερδέψει, υπήρχε στρατιά άγρυπνων ακριτών καλογέρων έτοιμων να τους εγκαλέσουν για αίρεση και να τους ανατρέψουν. Ο Σοφιστής αντιρροπούνταν από τον Ασκητή.

Κοντολογίς: Το υβρίδιο Εθνάρχης-Αρχιεπίσκοπος, δεν μπορούσε να είναι ούτε Εθνάρχης ούτε Αρχιεπίσκοπος. Το ακόμα φοβερότερο βέβαια είναι ότι κανείς δεν το καταλάβαινε αυτό. Εδώ κι αν ήταν τέλεια η λοβοτομή.

5. Η φυγή από τη Σκιά μας

Η εθνοκάθαρση είναι σύμφυτη με τη νεωτερική νοηματοδότηση της εθνικής ιδέας και αναπόφευκτη στον δρόμο των απελεύθερων οθωμανικών εθνών προς την Εσπερία.

Την εθνοκάθαρση την κατοχυρώσαμε ως προοπτική και στην Κύπρο με τις Συνθήκες της «Ανεξαρτησίας». Για να την δοκιμάσουμε βεβαίως στο πετσί μας το 1974. Και να διδαχτούμε, με τον εποπτικότερο δυνατό τρόπο, ότι η πραγματοποίηση της Ένωσης δεν ήταν θέμα ξεπερασμένης εθνικιστικής λόξας ούτε μπακαλίστικης λογιστικής, αλλά ζήτημα ασφάλειας και φυσικής επιβίωσης του ελληνικού πληθυσμού. Και επειδή οι εθνοκαθάρσεις γίνονται πράξη, αφού πρώτα έχουν πραγματοποιηθεί στο πεδίο των εννοιών, δεν είναι άσκοπο να υπογραμμίσουμε, ότι το πρότυπο της κυπριακής «Ανεξαρτησίας» ήταν εξ ορισμού εθνοκρατικό και εν δυνάμει αναγκαστικά μονοεθνικό, εφόσον στο νεωτερικό εννοιολογικό πλαίσιο, το κράτος ρητά ισούται με το έθνος, κι αν το κράτος συμβαίνει να μην έχει ακόμη το «δικό του» έθνος, τείνει αυτομάτως να το «παραγάγει» στα μέτρα του, όπως φερ’ ειπείν το κράτος της FYROM που νομίζει ότι έχει βρει στη λέξη «Μακεδονία» τον «εθνικό» του προσδιορισμό. Ή το «ανεξάρτητο» κράτος της Κύπρου, η οποία αφού απέπτυσε την ένωσή της με το υπαρκτό έθνος στο οποίο φυσιολογικά ανήκει, αναζητά εναγωνίως το ανύπαρκτο «νεοκυπριακό έθνος», ώστε να καταστεί κι αυτή «έθνος-κράτος» …εφάμιλλο των ευρωπαϊκών!

Δεν είναι σύμπτωση που τον τελευταίο λόγο στις εθνικές μας επιλογές τον έχει ο χαμένος εξ αίματος αδελφός μας: ο Τούρκος. – «Εξ αίματος αδελφός», καθότι εξισλαμισμένος Έλληνας. Πήραμε τον δρόμο προς τη Δύση για να απαλλαγούμε απ’ αυτόν. Και ενώ πετύχαμε πλέον να «ανήκουμε στη Δύση» -καθώς τα έχουμε δώσει όλα- βρίσκουμε και πάλι τον Τούρκο μπροστά μας. Τι τραγική η ειρωνεία της Ιστορίας!

Εύλογη θάλεγε κανείς η αταβιστική – ανομολόγητη σκέψη: «Μήπως αν πάψουμε να είμαστε Έλληνες και Χριστιανοί, θα σταματήσει επιτέλους να μας κυνηγά ο Τούρκος»; Άλλωστε τι σημαίνει να είσαι Έλληνας και Χριστιανός σήμερα; Ύστερα από τόση λοβοτομή; Και μέσα στη μεταμοντέρνα Χωματερή; Τίποτα! Ίσως αυτό να λέει κάτι, επιπλέον των ήδη εντοπισμένων παραμέτρων της εθνικής μας παχυδερμίας: των ιδιοτελών συμφερόντων, του αποπροσανατολισμού από διεθνιστικές χίμαιρες και του προκρούστειου εκνεωτερισμού μας. Αυτό το «επιπλέον» εξηγεί ίσως την έκτοτε εμφάνιση πρόσθετων και σκληρότερων κερατοειδών επιστρώσεων στο παχύ μας δέρμα.

Η σκοτεινή αμοιβαιότητα Έλληνα και Τούρκου, παραμένει, ενώ η κατανόησή της εκκρεμεί επικίνδυνα, υποθηκεύοντας όχι μόνο το τετελεσμένο νεωτερικό μας εγχείρημα, το μοναδικό αυτή την ώρα έρεισμα της συντεταγμένης επιβίωσής μας, αλλά και όποιο μετανεωτερικό εφεξής θα τολμήσουμε.

Το πρόβλημα είναι πλέον γενικό. Ζητείται «νέο Παράδειγμα». Νέο Πρόταγμα πολιτισμού. Ίσως ένας άλλος τύπος ανθρώπου.

Μέχρι τώρα νομίζαμε ότι «είμαστε πίσω». Ότι το θέμα είναι να τρέξουμε να φτάσουμε τη Δύση. Εν ανάγκη «κόβοντας δρόμο». Επέστη όμως ο καιρός να αντιληφθούμε ότι αλλού είναι το πρόβλημα: Ήμασταν ενήλικες και για να συγχρονιστούμε με τα ανθρωπολογικά βρέφη της ιστορίας, μάθαμε να μπουσουλάμε πίσω τους. Και συνεχίσαμε. Ξεχνώντας ότι υπάρχει και όρθιο βάδισμα.

*
* *

Μπρος στα δύσκολα, όπως ήμερα, που όλοι οι τυφλοσούρτες έχουν αχρηστευτεί και πρέπει μόνοι να βρούμε διέξοδο, ξυπνάει καμιά φορά ο απροκατάληπτος νους  μέσα μας και ξαφνικά βλέπει δίοδο εκεί που πριν βλέπαμε τοίχο. Αυτή είναι  ίσως και η εξήγηση στο αίνιγμα που ανέφερα στην αρχή. Πώς δηλαδή γίνεται, ξαφνικά και από το πουθενά, να εμφανιστεί ένα τέτοιο επίτευγμα Αυτογνωσίας στο πεδίο της Λογοτεχνίας, όπως το βιβλίο που μας χάρισε ο Άντης Ροδίτης.

Ας τον ευχαριστήσουμε.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Όταν έστειλα στον Αντη Ροδίτη (Α.Ρ.) το κείμενο της ομιλίας μου ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος.

Α.Ρ.

Αν η «αποτυχία» του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (όπως και η παχυδερμία μας) ερμηνεύεται μέσα από την αλλοτρίωση της «λοβοτομής», μέσα από την ένταξή μας στον νεωτερικό ιστορικό κύκλο, αν ήταν ένας παρ’ ολίγον γραικογάλλος, ένα μηδέν, αποτέλεσμα αποτυχημένης μετακένωσης, τότε η Κύπρος καταστράφηκε από σκέτη ατυχία. Γιατί αν μας έπεφτε για Αρχιεπίσκοπος ο Γρίβας ή ένας άλλος Αρχιεπίσκοπος, ο Μακάριος Β΄, για παράδειγμα, πρώην Μητροπολίτης Κυρήνειας, εκείνος που ηγήθηκε της επανάστασης του 1931, που έβαλε τον Πολύκαρπο να κόψει τα τηλεφωνικά καλώδια των Άγγλων, μόλις άκουε τον Γαρουφαλιά να του εκθέτει τα περί μονομερούς κήρυξης της Ένωσης (κεφ. 30 των Μελισσών), ούτε που θα τον άφηνε να τελειώσει. Θα τον έπαιρνε από το χέρι, θα φώναζε τους άλλους Μητροπολίτες για μάρτυρες και θα τον όρκιζε επί τόπου στο Ευαγγέλιο ότι σε περίπτωση που θα αντιδρούσαν πολεμικά οι Τούρκοι, Κύπριοι και Ελλαδίτες θα έπεφταν μαχόμενοι ως τον τελευταίο, υπερασπιζόμενοι την Ένωση χωρίς να παραχωρούν ούτε ίντσα κυπριακού εδάφους σε κανένα. Και τότε όλα σήμερα θα ήταν διαφορετικά. Μήπως αυτό πρέπει με κάποιο τρόπο να λεχθεί, ότι αν ήταν ένας από τους «εναπομείναντες», ένας από αυτούς που έμειναν πιστοί, τουλάχιστο δεν θα είχαμε τη σφαγή του ’74 και την ακύρωση της προοπτικής της Ένωσης;

Θ.Ζ.

Συμφωνώ. Αν στη θέση του Μακαρίου ήταν κάποιος ενωτικός δεν θα κλώτσαγε την Ένωση. Αλλά μια τέτοια κρίση είναι ταυτολογική. Χωρίς ερμηνευτική αξία. Τι ακριβώς δεν είχε ο Μακάριος ο Γ’, που το είχαν οι Γρίβας, Μακάριος Β’ και οι «εναπομείναντες» ενωτικοί;

Α.Ρ.

Το πρόβλημα που υπήρξε και υπάρχει της Κύπρου για την Ελλάδα, μεταφέρεται και στον Θόδωρο Ζιάκα. Βρίσκεις δηλαδή κι εσύ, ως Έλλην τον μπελά σου. Θα προσπαθήσω να σε μπάσω σε αυτό που κι εγώ γράφοντας θα προσπαθήσω να καταλάβω!

Ο Μακάριος Β΄, όπως και ο απαγχονισθείς το 1821 εθνομάρτυρας Κυπριανός, ιδρυτής της Ελληνικής Σχολής, μετέπειτα Παγκυπρίου Γυμνασίου, ήταν εξίσου ή σχεδόν εξίσου λοβοτομημένοι-διαφωτισμένοι όπως και ο Μακάριος Γ΄. Δεν είχαν αληθινή βυζαντινή συνείδηση τύπου εποχής Ηρακλείου, ουρανουπόλεως κ.λπ. Καταλάβαιναν μόνον το έθνος-κράτος κι ονειρεύονταν την Κύπρο ως ένα νησί μιας μεγάλης νεωτέρας, εξιδανικευμένης, διαφωτισμένης, ευρωπαϊκής Ελλάδας. Δεν ήξεραν, ειδικά οι νεώτεροι Μακάριος Β΄  και Μακάριος Γ΄, πόσο φαγωμένη ήταν από μέσα και θα εξακολουθούσε να είναι η Ελλάς, ακόμα κι αν δεν είχαμε την Μικρασιατική καταστροφή.

Ο πρώτος, όμως, που ήρθε σε άμεση και διαρκή επαφή με την Ελλαδική σήψη, την εξάρτηση της, την αλλοτρίωση κι ένιωσε βαθιά την εξ αυτών απορρέουσα απογοήτευση, ήταν ο Μακάριος Γ΄, χωρίς βέβαια να έχει την παραμικρή ιδέα περί τίνος ακριβώς επρόκειτο. Αντίθετα, αυτό τον οδήγησε σε αίσθημα ανωτερότητας, ότι εκείνος, τάχα, ήταν καλύτερος και οι άλλοι σκάρτοι. Θυμάσαι την ιστορία της στενής συγγένισσας του Μακαρίου; «Μα ‘έν τους είδες; κ΄ ακόμα θέλεις Ένωσιν μαζίν τους;» είπε στην ακόμα ενωτική φιλόλογο-συγγραφέα Αγγελική Σμυρλή μέσα στο αεροπλάνο από Αθήνα προς Κύπρο, τη μέρα της επιστροφής του εξόριστου Μακαρίου, την πρώτη μέρα της «Ανεξαρτησίας» (1η Μαρτίου 1959). Ο Μακάριος απέρριπτε «σωστά» την Ελλάδα, αλλά επειδή δεν ήξερε την αλήθεια γιατί την απέρριπτε – κατ’ ακρίβεια την απέρριπτε γιατί δεν ήταν πειστικά ευρωπαϊκή και όπως θα την ήθελε αποτελεσματική – έκαμνε στην ουσία Λάθος. Κι αποφάσισε, σε χρόνο ανύποπτο, ότι Μόνος του («εγώ είμαι η Κύπρος»), θα έκαμνε μια «καλύτερη» από την ενωμένη με την Ελλάδα, Κύπρο. Αυτό βόλευε και την προσωπική του (διαχρονική και ανθρώπινη, αλλά ανεπίτρεπτη υπό τις περιστάσεις) φιλοδοξία (τουτέστιν ασθένεια), να πάει πέρα και πιο πάνω από το «Αρχιεπίσκοπος-Εθνάρχης-Πρόεδρος ενός μικρού νησιού». Δεύτερο Λάθος. Υπήρχε και τρίτο, εξελικτικό Λάθος: Μίσησε την Ελλάδα. Εμείς «οι εναπομείναντες», αντικαθεστωτικοί, εοκαβηταζήδες, πραξικοπηματίες, απορριφθέντες, είμαστε εκείνοι που δεν επάψαμε να αγαπούμε την Ελλάδα, κι όχι μόνο δεν μειώθηκε η αγάπη μας, αλλά αυξήθηκε όταν μάθαμε (από τους Ρωμανίδηδες, Λότσκυδες, Γιανναράδες, Ζιάκες κ.α.) τα βαθύτερα πάθη της, τις αιτίες, την αληθινή της ταυτότητα, τα βάσανα και τους καημούς της.

Εδώ, λοιπόν, είναι που γίνεται κατανοητό πώς ο νεωτερικός, λοβοτομημένος Μακάριος οδήγησε την Κύπρο στην καταστροφή. Γιατί ακόμα και ως λοβοτομημένοι ο Γρίβας ή ο Μακάριος Β΄ θα μπορούσαν να τη σώσουν, αφού διατηρούσαν την Αγάπη τους για την Ελλάδα. Δεν είχαν μπει στην εθνική παχυδερμία. Τους έπιανε το κέντρισμα των μελισσών.
Τελικά καταλήγουμε στη μια και μόνη, αρχής και τέλους λέξη-κλειδί. Η λύση σε όλα μας τα προβλήματα, ακόμα και για την Ένωση, ήταν η Αγάπη. Αυτή που απαλλάσσεται κι από το δέρμα ακόμα, κι έτσι δεν έχει καν ανάγκη από μέλισσες να το κεντρίζουν.

Αιτία, τελικά, δεν ήταν το γεγονός ότι ένας Αρχιεπίσκοπος αναλάμβανε έναν εθνικό αγώνα – αφού έτσι κι αλλιώς ο Αρχιεπίσκοπος αγρόν ηγόρασε από «ουρανούπολη», ήταν δηλαδή, ως προς τούτο, μια χαρά κατάλληλος. Από την άλλη, όμως, αν καταλάβαινε και από ουρανούπολη, αυτό πάλι δεν θα μπορούσε να τον μετατρέψει σε ακατάλληλο, δεν θα μπορούσε να τον είχε εμποδίσει, αν είχε Αγάπη. Θα αντιλαμβανόταν ότι απλώς οι καιροί είναι κόντρα κι ότι η προτεραιότητα ήταν να ενωθεί η Κύπρος με την Ελλάδα, ώστε μετά, μέσα σε πλαίσιο ισχυρότερης πολιτικά, ευρωπαϊκά, νεωτερικά έστω Ελλάδας, να επιδοθεί στο έργο – ως αληθινός Αρχιεπίσκοπος – της επιστροφής, της υπηρέτησης τής Ουρανούπολης.

Δες τα τώρα κι εσύ αυτά. Συνδυάζονται, νομίζω, μια χαρά με όλα τα αληθινά που έγραψες.

Θ.Ζ.

Συμφωνώ, ότι αυτό που είχαν οι ενωτικοί ήταν η αγάπη για την Ελλάδα. Κι ότι αυτή η αγάπη ήταν που έλειπε από τον «Εθνάρχη». Το λες όμως με έναν τρόπο σαν η εν λόγω αγάπη να είναι κάτι το απόλυτο, οπότε τόσο η παρουσία της όσο και η απουσία της καθίσταται ανεξήγητη.

Το θέμα μου είναι να ερμηνεύσω το «παχύ μας δέρμα». Η απουσία ή η μειωμένη παρουσία αγάπης για την Ελλάδα είναι στοιχείο της περιγραφής, είναι το «παχύ μας δέρμα» με άλλο όνομα. Μας βοηθάει να νιώσουμε, να αισθανθούμε, αλλά όχι να καταλάβουμε, να εξηγήσουμε, για τον απλό λόγο ότι ως ερμηνευτική πρόταση είναι ταυτολογική.

Το ερώτημα είναι: Γιατί ενώ υπήρχε αγάπη για την Ελλάδα αυτή εξασθένησε και μεταμορφώθηκε σε απάθεια, ή ακόμα και μίσος; Ή αν θέλεις, γιατί σε ορισμένους εμφανίστηκε και σε άλλους όχι; Η αγάπη για την οποία μιλάμε είναι τρεπτή, έχει γέννηση, αυξομοίωση, εξάντληση, τέλος, όπως κάθε άλλη μορφή αγάπης. Μόνο η θεία Αγάπη είναι άτρεπτη/απόλυτη -«αυτή που απαλλάσσεται κι από το δέρμα ακόμα, που δεν έχει καν ανάγκη από μέλισσες να το κεντρίζουν». Σημασία έχει να ξέρουμε από πού προέρχεται η τρέλα (αγάπη) για την Ένωση και γιατί ενώ για δεκαετίες βρίσκεται σε έξαρση, φτάνει σε ένα κορυφαίο σημείο με τον αγώνα της ΕΟΚΑ και ενώ προδίδεται ο αγώνας, όλοι πλην ελαχίστων συμβιβάζονται, «μαγεύονται» από τον Αρχηγό, και η φλόγα σβήνει απότομα. Και τελικά πώς γίνεται ο Ένας ο αναίσθητος, να αναισθητοποιεί και τους άλλους, -ένα λαό ολόκληρο που ως χτες πέθαινε για την Ένωση;

Δεν είναι εύκολες οι εξηγήσεις. Γνωρίζουμε ότι η αγάπη συνδέεται με την πίστη/εμπιστοσύνη. Γνωρίζουμε επίσης ότι η πίστη σε ένα σκοπό είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τον Λόγο, ο οποίος μπορεί να τη «στερεώνει», αλλά και να την «διαβρώνει».  Ήδη στην προσπάθειά σου να εξηγήσεις τη στάση του «Εθνάρχη», έναν «διαβρωτικό» λόγο επικαλείσαι. Η φοβερή φράση «Την Ελλάδα θέλωμεν κι ας τρώγομεν πέτρες!» που την έκανες τίτλο σε προηγούμενο βιβλίο σου, τα λέει νομίζω όλα. Μιλά, αφ’ ενός για τη δύναμη της πίστης και της αγάπης προς την Ελλάδα και αφ’ ετέρου, για την ήδη διαβρωτική επίδραση του αστικού λόγου (-«πέτρες θα τρώμε;»). Εξ ού και ο υπερκερασμός της υπονοούμενης αδυναμίας με την έξαρση του συναισθήματος. Άρα δύο είναι τα προς ερμηνεία φαινόμενα: α) το αυθυπερβατικό πάθος για την Ένωση με υπόβαθρο την αγάπη προς την Ελλάδα και β) το «παχύ μας δέρμα» που χαρακτηρίζεται από τον μετριασμό ή και τη μετάλλαξη αυτής της αγάπης σε έχθρα. Ίσως γίνομαι σχολαστικός αλλά θα ήθελα να το συζητήσω.

Ο ιστορικός αναστοχασμός που επιχείρησα δίνει νομίζω στοιχεία ερμηνείας. Ο ενωτικός αγώνας είναι μεταχρονολογημένο το κυπριακό ’21. Όπως στο ’21 το ελληνονεωτερικό μίγμα είναι θετικό. Το απέδωσε μια χαρά ο Κολοκοτρώνης: «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την ελευθερία» ξεσηκωθήκαμε. Και: «Η Γαλλική Επανάσταση μας άνοιξε τα μάτια». Ο διαφωτιστικός και ο ρομαντικός Λόγος εγκρίνουν και επαυξάνουν το παραδοσιακό επαναστατικό αίτημα. Το υποκείμενό του, ο Κολοκοτρώνης π.χ. ή ο Παπαφλέσας, δεν είναι ο λοβοτομημένος της μετακένωσης. Το ίδιο ισχύει για τους αγωνιστές του μεταχρονολογημένου κυπριακού ’21. Αυτό που αντηχούσε δυνατά μέσα τους ήταν το πνεύμα του ’21.

Αν κάτι χρειάζεται ερμηνεία, λοιπόν, είναι το δεύτερο, το οποίο έρχεται μετά την επανάσταση και καλύπτει την αποτυχία της: το «παχύ μας δέρμα». Αυτή την εξέλιξη θέλει να καλύψει η προσφυγή στον προκρούστειο-μεταπρατικό τρόπο της μετεπαναστατικής και ετεροχρονισμένης επιβίβασης Ελλάδας και Κύπρου στο νεωτερικό όχημα. Η «λοβοτομή» αναφέρεται στην αλληλοεξουδετέρωση του νεωτερικού και του ελληνικού ταυτοτικού στοιχείου, με παράγωγο την πολιτισμική στειρότητα, τον μεταπρατικό χαρακτήρα της ελίτ και άρα την αδυναμία της να εξέλθει από το πλέγμα σχέσεων που την έδενε με τις δομές της βρετανικής αποικιοκρατίας. Είχαμε κι από πάνω τα «διεθνιστικά» κομμουνιστικά και τριτοκοσμικά «συμπληρώματα δικαίωσης» να φενακίζουν την αδυναμία.

Φωτίζονται καλύτερα όλα αυτά αν τοποθετηθούν στον καμβά της εξελικτικής καμπύλης του πολιτισμικού υποκειμένου της νεωτερικότητας. Όπως στο σύνολο των έμβιων όντων η καμπύλη είναι κι εδώ κωδωνόσχημη: αρχή, άνοδική πλευρά, κορυφή, καθοδική πλευρά και τέλος (τα ζικ-ζακ στη διαδρομή δεν αποκλείονται). Η ελληνική νεωτερική καμπύλη εντάσσεται στην ευρύτερη ευρωπαϊκή, η κορυφή της οποίας βρίσκεται περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα, κατερχόμενη έκτοτε για να συναντήσει το δικό της Τέλος-Μηδέν στις ημέρες μας. Η κυπριακή καμπύλη ακολουθεί την ελλαδική με σημαντική χρονική υστέρηση. Η κυπριακή αγγίζει τη δική της κορυφή κατά τον ενωτικό αγώνα, όταν η ελλαδική είχε από καιρό εξαντληθεί. Οι καμπύλες αυτές αποδίδουν το ξεδίπλωμα των δυνατοτήτων του ανθρωπολογικού τύπου που κατασκευάζει η μετεπιβίβαση από το ελληνικό στο νεωτερικό πολιτισμικό όχημα. Και καταλήγουν στο «σημείο μηδέν», αποδίδοντας σε μας τον τύπο του γραικύλου. Κατάληξη του «γραικογάλλου» είναι ο γραικύλος. Οπότε το ερώτημα είναι αν ο Μακάριος και οι μεταλλαγμένοι ενωτικοί υμνωδοί του ήταν γραικύλοι. Αν ναι έχουμε μια ικανοποιητική ερμηνευτική πρόταση. Αρκεί να διευκρινίσουμε τι συνιστά τον γραικύλο.
Ο «γραικύλος» είναι προνεωτερική και προβυζαντινή έννοια. Ονομάστηκε έτσι το ανερμάτιστο άτομο που κυριάρχησε στον ελληνικό χώρο μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, φέροντας την εξαχρείωση του πολίτη και την υποστροφή στην τυραννία. Η εμφάνισή του συνδέεται με την τροχιά της αποσύνθεσης, στην οποία τίθεται το άτομο, όταν έχει ολοκληρώσει την ανοδική του διαδρομή. Η ολοκλήρωση της εξατομίκευσης συμπίπτει με τη στιγμή κατά την οποία το άτομο έχει πεισθεί, ότι αυτό το ίδιο και μόνο, είναι αρμόδιο να κρίνει τι είναι καλό και κακό για τον εαυτό του, οπότε αίρεται μέσα του η υπερατομικότητα των βασικών αξιών-θεμελίων του Κοινού Λόγου και καταρρέει το σύστημα ρύθμισης των παθών μέσα του, που του επέτρεπε να είναι πολίτης ικανός να λειτουργεί Δήμο. Από το ίδιο σημείο πέρασε, κατά τα φαινόμενα, και το νεωτερικό άτομο και ήδη από τη δεκαετία του ’60, με την έναρξη της μεταμοντέρνας πολιτιστικής «επανάστασης», έχει περιέλθει στη δική του κατάσταση «γραικυλισμού», η οποία βέβαια έχει διαφορετική μορφή, λόγω της τεχνοσυστημικής διαμεσολάβησης των σχέσεων και του εγκλωβισμού της ελευθερίας στον ιδιωτικό χώρο, όπου στη μεταμοντέρνα φάση της ανάπτυξής της νοείται ως απόλυτη ελευθερία παράδοσης του ατόμου στα πάθη του, τα οποία όμως καλύπτονται από ολόκληρα συστήματα διαχείρισής τους. Αυτή είναι και η βάση της καταναλωτικής αποχαύνωσης και της τηλεοπτικής χειραγώγησης. Η αναισθησία, ο τομαρισμός και γενικευμένη ψυχοπάθεια, είναι στην κατάσταση αυτή όχι απλό σύμπτωμα αλλά ακαταγώνιστη ανθρωπολογική δίνη. Το «παχύ μας δέρμα» στη ν-ιοστή.

Ο Μακάριος ο Γ’ ήταν ο «λοβοτομημένος» χαρισματικός μεγαλομανής που μας εμφανίζουν τα αληθινά γεγονότα των Μελισσών. Το ’21 δεν αντηχούσε μέσα του, όπως στου Μακαρίου Β’ ή έστω των συνεξορίστων του. Ήταν κάπου εκεί ή είχε μεταβληθεί σε γραικύλο; Τα αληθινά γεγονότα των Μελισσών μάλλον τον τοποθετούν εκεί. Όμως το Μυθιστόρημα μας επιτρέπει να πάμε σε μεγαλύτερο βάθος. Αν στην κρίσιμη στιγμή της ιστορικής ευκαιρίας, τον Αύγουστο του 1964, έβαζε στην άκρη τον εαυτό του, ώστε να την αδράξει την ευκαιρία, που η ίδια η δική του απειλή να κάνει την Κύπρο «Κούβα της Μεσογείου» την είχε δημιουργήσει, τότε το “παχύ μας δέρμα” θα φύραινε, θα στέγνωνε πάνω του, για να μεταλλαχθεί, πιθανότατα, σε «χιτώνα του Νέσσου», που θα οδηγούσε όμως τον ίδιο στην πυρά της προσωπικής αθανασίας. Ακόμα και με το παλιό «σγαρντίλι» στο γοτθικό παράθυρο να του θυμίζει τον σωστό δρόμο… δεν το τόλμησε!

Τι λες; Με το χέρι στην καρδιά. Ήταν γραικύλος;

Α.Ρ.

Γιατί δεν ήταν «γραικύλος» ο Μακάριος; Ήταν και παραήταν, αν ρωτάς εμένα. Μη μας παραπλανεί το σχήμα του.  Αν θυμηθείς τον λόγο του στον ΟΗΕ στις 19 Ιουλίου 1974 (γεμάτος μίσος για την Ελλάδα), αν θυμηθείς ότι για μας τους Κυπρίους ο Έλληνας στρατιώτης, τα ελληνικά όπλα, λίγο διέφεραν (αν καθόλου) από την αγιότητα, κι όμως Κύπριοι κάτω από την επήρεια του Μακαρίου σήκωσαν όπλα και σκότωσαν Έλληνες αξιωματικούς και οπλίτες (ως πριν λίγο άγιους στη συνείδησή τους) γιατί είχαν γίνει «χούντα» δήθεν, αν σκεφτείς ότι μετά το πραξικόπημα, αντί να πει ας ενωθούμε τώρα όλοι ενώπιον του κοινού επερχόμενου κινδύνου, της Τουρκίας (ΕΤΣΙ θα έδειχνε αγάπη και πατριωτισμό), έστειλε στρατό από την Πάφο να ρίξει το πραξικόπημα στη Λεμεσό και από εκεί στη Λευκωσία.  Τι στρατό; Κυπρίους να κτυπήσουν Κυπρίους και Ελλαδίτες, Πάφιους αστοιχείωτους (έστω και με διπλώματα) να κτυπήσουν τον ελληνικό στρατό… Ε, αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν γραικύλος; Στο πίσω μέρος του μυαλού του πήρε φωτιά η φιλοδοξία να ανατρέψει το πραξικόπημα στην Κύπρο, πράγμα που θα έριχνε ντόμινο τη χούντα στην Ελλάδα και θα παρουσιαζόταν ήρως-σωτήρας, νέος Βενιζέλος (!), αρχηγός απασών των σάπιων απανταχού Ελλάδων… Αρχηγός να ήταν, και λίγο τον ενδιέφερε πόσο σάπιος ήταν ο ελληνισμός… Εξάλλου θα του εγιάτρευε πάσα νόσο και μαλακία με τη …χολυγουντιανή λάμψη του!!

Τέλος πάντων.

Πέρα από το γεγονός ότι ο Μακάριος δεν είχε την αγάπη που όφειλε προς την Ελλάδα, την αγάπη που θα του προσέδιδε την πίστη και την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν για να επιτευχθεί η Ένωσις, δεν καταλαβαίνω άλλη αδυναμία του. Αυτή την αγάπη είχαν π.χ. ο Αυξεντίου και οι άλλοι πεσόντες ήρωες, εκείνοι που φιλοδοξούσαν και την αγχόνη ακόμη για χάρη της Ελλάδας… Θυμήσου το «πώς σου πάει μάνα να με σκεπάσεις με τη γαλανόλευκη…!» Αγάπη για ένα μοντερνιστικό, νεωτερικό έθνος-κράτος και όχι την ουρανούπολη, αλλά για να υπηρετήσεις την ουρανό θα πρέπει πρώτα να έχεις γη να στηρίξεις τα πόδια σου. Αυτή ήταν η προτεραιότητα.

Συμπληρωματικά, το έχω ξαναπεί, αλλά θα το πω ξανά κι εδώ: Οι Τουρκοκύπριοι που έδειξαν απόλυτη πίστη, αγάπη και υπακοή στη «μάνα» τους, κέρδισαν πολύ περισσότερα από όσα τόλμησαν ποτέ να ονειρευτούν. Αυτή, όμως, είναι η ιστορία ολόκληρης της Τουρκίας. Τώρα, δεν ξέρω αν άρχισα να μιλώ για την τρέλα μας με την ελευθερία, που μας κάμνει ανίκανους αρχαιόθεν (και κατά τον Ζεπάτο) να στήσουμε κράτος. Αλλά, πάλι, για μένα ελευθερία και αγάπη είναι ταυτόσημες… Οπότε, αυτά και μένω, προσβλέποντας και σε άλλη ατελεύτητη φώτιση.

Σημειώσεις

* Το κείμενο της ομιλίας του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα στην εκδήλωση του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.) για την παρουσίαση του βιβλίου του Άντη Ροδίτη «Δέκα Χιλιάδες Μέλισσες», την Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011, στο Πολιτιστικό Ίδρυμα Μαρφίν-Λαϊκής στη Λευκωσία.

2 «.. και ες αύθις … οι δη και οι των Ελλήνων παίδες ξυλλεγόμενοι κατά σφων αυτών έθιμα ως ήδιστα μεν σφίσιν αυτοίς, τοις δε άλλοις ως κράτιστα πολιτεύοιντο». (Αποδείξεις ιστοριών, Α’, 13, εκδ. Darco.)

πηγή: antifono.gr

40 Σχόλια

  1. Ο Γιανναράς “απέθανε”.

    [ και τελετουργικά χθες βράδυ στο πλατό του Σκάϊ:
    “…εγώ δεν ξέρω…δεν έχω δει…έναν προβληματισμό βάζω…να το ψάξουμε…”]

    Ζήτω ο Θ.Ι. Ζιάκας!!!

  2. Όντως θα συμφωνήσω κι εγώ. Αν μπορεί να πιστέψει ανθρώπινο μυαλό ότι ο Γιανναράς που βλέπει και παρακολουθεί τόσα θέματα δεν είδε το έκτρωμα του Σκάι. Μα ποιους νομίζουν ότι κοροιδεύουν εν τέλει; Μας λένε ψέμματα, ψέμματα, ψέμματα. Και καλά το στρουμφάκι ο Βερέμης. Αλλά κι ο Γιανναράς; Ο Γιανναράς; Στην αντιμετώπιση του θανάτου κρίνεται όλη μας η ζωή…

  3. αν μου επιττρεπετε την παρεμβαση, οπως το βλεπω, το ζητημα τιθεται ως εξης: τι κανουμε ως Ελληνες οταν αφενος μεν δεν μας ευνοουν οι συνθηκες να υπαρξουμε ως Ελληνες και αφετερου δεν θελουμε να υπαρξουμε ως κατι αλλο. Δεν μπορουμε να περιγραψουμε θεωρητικα αυτο το “κατωφλι” αυτο το “μεταξυ” και ετσι να το μετατρεψουμε σε αποφαση. Κι ετσι αυτο το “μεταξυ” παραμενει μετεωρο και αιωρουμενο μεταξυ αυτου που ειμασταν καποτε και αυτου που δεν ειμαστε ακομη. Δεν μπουρουμε να το ενταξουμε στρατηγικα και αλλοτε ενδιδουμε σε μια αντιληψη οτι δεν γινομαστε αυτο που ειμαστε εξαιτιας της αρνησης μας να συμπορευθουμε με την εποχη και αλλοτε απορριπτουμε την εποχη επειδη αρνειται να συμπορευθει με αυτο που πιστευουμε οτι θελουμε να ειμαστε. Και τη στιγμη ακριβως που πιστευουμε πως αρθρωνουμε τον λογο της ταυτοτητας μας ξεχνουμε οτι αυτο που αρθρωσαμε το αρθρωσαμε με τη φωνη και τη γλωσσα αυτου που αρνουμαστε.
    Δεν ξερω αν καταφερα να μεταφερω αυτη την αισθηση που με διακατεχει, αν οχι ειναι επειδη δεν μπορω να την αρθρωσω ακομη σε λογο. Το ερωτημα μου ειναι: πως μενεις υπο, οντας αυτο που εισαι. Πως αξιοποιεις στρατηγικα την ηττα σου.

  4. “Πως αξιοποιεις στρατηγικα την ηττα σου”. Αγαπητέ Άγγελε, αν αυτό είναι ερώτηση τότε η απάντηση είναι: Πιστεύοντας, Ελπίζοντας, Αγαπώντας! Κάνουμε – μετ’ επιστήμης – ό,τι μας φωτίσει (ή ό,τι μας στραβώσει) ο Θεός και μετά παραδινόμαστε στα χέρια του!
    Η πιο παραμελημένη γιορτή της Χριστανοσύνης είναι αυτή της 17ης Σεπτεμβρίου: Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

  5. Ο κ. Ζιάκας είναι μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση για την ελληνική διανόηση και παράλληλα μια καλή εξήγηση για το γεγονός, ότι ως κοινωνία δεν πάμε μπροστά.
    Η ελληνική διανόηση, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, στις οποίες δεν ανήκει ο κ. Ζιάκας, δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτε στην προσπάθεια πολιτικής εξέλιξης!

  6. Οι Γιανναράς και Ζιάκας έχουν βρεθεί στο ίδιο τραπέζι και συμφωνούν σε πολλά. Ήμουν στην παρουσίαση του «Αυτοείδωλον εγενόνην…» του Ζιάκα στον Ιανό όπου ήταν και ο Γιανναράς ένας εκ των ομιλιτών και μίλησε με καλά λόγια για το βιβλίο (με τη βασική ένσταση, είναι αλήθεια, για την απουσία λεπτομερών παραπομπών(!) στα έργα του που χρησιμοποιεί ο Ζιάκας στο βιβλίο- δηλ. όχι μόνο τον τίτλο, π.χ. «Ορθοδοξία και Δύση», αλλά και σελίδα). Επίσης ο Ζιάκας πολλά από αυτά που λέει περί προαντιπροσοπευτικού συστήματος και τα συγκριτικά με τη φεουδαρχία, τα έχει πάρει από τον Κοντογιώργη – συχνά συγκαθήμενος και αυτός στις διάφορες παρουσιάσεις – συζητήσεις.
    Ο Ράμφος βέβαια είναι μια άλλη ιστορία. Αντίθετος και με τον Γιανναρά και με τον Κοντογιώργη. Το γνωρίζω αυτό από τον ίδιο τον… Ράμφο!
    Αν σε βρίσκει σύμφωνο η «κατά Ράμφον» ανάγνωση της Φιλοκαλίας, δεν έχω τίποτα να πω πέρα από ένα απλό «κρίμα».
    Ευχαριστώ πάντως και καλή συνέχεια σε κάθε τι.

  7. Πολύ ωραία η ανάλυσή σας, κ. Ζιάκα, καρπός πολλής μελέτης και γνώσης της ελληνικής ιδιοπροσωπίας, και σας συγχαίρω γι’ αυτό.

    Νομίζω όμως πως στην Ιστορία δεν υπάρχει το “άσπρο-μαύρο”, αλλά και οι “γκρίζες” περιοχές· ότι μέσα στο σχήμα των λοβοτομημένων και μη Ελληνοκυπρίων, κάποια πράγματα τα βλέπετε και τα καταγράφετε μονοδιάστατα -περισσότερο ο κ. Ροδίτης και λιγότερο εσείς.

    Έχοντας επισκεφθεί την Κύπρο, γνωρίσει και συζητήσει με κάποιους ΕΟΚΑτζήδες και αντιμακαριακούς και διαβάσει κάποιες ιστορικές πηγές (όπως τις “Μέρες” του Σεφέρη, του γραμματέα της Εθναρχίας Κρανιδιώτη για τον Μακάριο, το “ΕΟΚΑ: η σκοτεινή όψη” του Δρουσιώτη) συμφωνώ σχεδόν απόλυτα με την εικόνα του Μακαρίου που παρουσιάζετε. Ένας υπερφίαλος αρριβιστής, τυφλωμένος από το “μεγαλείο” του, που βάζει το εγώ του πάνω απ’ όλα. (Πχ. όταν ο εμβρόντητος Κρανιδιώτης τον ρωτά γιατί απέρριψε τη δέσμευση της βασίλισσας στη Βουλή για την εν καιρώ αυτοδιάθεση της Κυπρου που του υποσχέθηκε ο υπουργός αποικιών Λένοξ Μπόιντ, απαντά με ναρκισισμό ότι θα καταφέρει καλύτερους όρους, με αποτέλεσμα να εξοριστεί στις Σεϋχέλες, να πάψουν οι Άγγλοι να διαπραγματεύονται μαζί του και να δώσουν το πράσινο φως στους Τούρκους να εγείρουν αξιώσεις. Κι όταν ο απεσταλμένος της κυβέρνησης Παπανδρέου του προσφέρει την ένωση, απαντά ότι δεν θα γίνει νομάρχης ενός ελληνικού νομού.)

    Νομίζω όμως πως και ο ακροδεξιός, πρώην χίτης Γρίβας (όπως ακροδεξιός ήταν και ο Μακάριος τον καιρό του εμφυλίου) ήταν εξίσου λοβοτομημένος. Στον αγώνα της ΕΟΚΑ θέτει μαξιμαλιστικούς στόχους, εμποδίζοντας τον Μακάριο να διαπραγματευτεί με τους Άγγλους μια εφικτἠ λύση. Αναλίσκεται περισσότερο σε τρομοκρατία κατ’ αγγλικών στόχων, Άγγλων πολιτών και Ελλήνων “συνεργατών” και λιγότερο σε στρατιωτική δράση κατά των κατοχικών δυνάμεων. Στην αρχή στρατολογεί κάποιους αγνούς νέους των κατηχητικών. Όταν όμως αυτοί αδυνατούν να τον ακολουθήσουν στην τρομοκρατική τακτική του, να εκτελέσουν εν ψυχρώ Έλληνες αστυνομικούς ή να βάλουν βόμβες που μπορεί να σκοτώσουν αθώους πολίτες, στρατολογεί κάποιους γκάνγκστερ, με κορυφαίο τον μετέπειτα χουντικό “πρόεδρο” Σαμψών, για να κάνουν τη βρόμικη δουλειά. Χρησιμοποιεί κάποιους από αυτούς και για να εξοντώσουν μέλη της ΕΟΚΑ που διαφωνούσαν με τις τακτικές του. Θαμπώνεται κι αυτός από τον τίτλο του “στρατάρχη” και βάζει το εγώ του πάνω απ’ όλα. Στον καιρό της ανεξαρτησίας, ενεργεί διχαστικά, με αποτέλεσμα να γίνει όργανο των Ελλαδιτών χουντικών που συνειδητά ή ασυνείδητα έγιναν όργανα των Αμερικανών στο σχέδιό τους για τη διχοτόμηση.

    Πριν από το 1974 προηγούνται τα γεγονότα του ’73. Και οι τρεις μητροπολίτες που καθαίρεσαν τον Μακάριο είχαν δίκιο, με βάση τους ι. Κανόνες και την εκκλησιαστική παράδοση. Ήταν αδιανόητο θεολογικά να επιμένει να εθναρχεύει εν καιρώ ανεξαρτησίας, να μιμείται τον παποκαισαρισμό του Βατικανού. Κι όμως, χρειαζόταν διάκριση, όπως αποδείχτηκε με την πρωτοφανή για την Κύπρο καταστροφή που ακολούθησε. Δεν ήταν ο καιρός της καθαίρεσης. Κι ήταν προτιμότερο και παραδοσιακότερο οι κληρικοί αμφοτέρων των πλευρών να ασχολούνταν με τις πνευματικές ανάγκες του ποιμνίου τους κι όχι με κάποιες ιδεολογίες, ξένες από την καθ’ εαυτήν αποστολή τους.
    Και ο Γρίβας θεωρητικά είχε δίκιο να επιμένει στην ένωση, μετά την ανεξαρτησία. Τυφλωμένος όμως από τον ακραίο εθνικισμό του, δεν διέβλεψε πού θα κατέληγε η διχαστική πολιτική του, ότι άλλοι ήσαν οι συσχετισμοί στη νεοσύστατη Δημοκρατία και στο πεδίο της παγκόσμιας πολιτικής. Αν δεν ήταν τόσο επιθετικός εναντίον των Τουρκοκυπρίων, μάλλον οι δύο κοινότητες θα έβρισκαν ένα modus vivendi, οι Ελληνοκύπριοι σταδιακά θα επικρατούσαν και δεν φτάναμε στην τουρκική εισβολή.

    Για τα γεγονότα του ’73-74, δηλαδή τον οιονεί εμφύλιο μεταξύ των Ελληνοκυπρίων, με τους γριβικούς να βάζουν βόμβες σε αστυνομικά τμήματα και τους μακαριακούς επικουρικούς αστυνομικούς να καίνε τα κτήματα των ιερέων που, πιστοί στην απόφαση της Συνόδου, δεν αναγνώριζαν τον Μακάριο ως αρχιεπίσκοπο, έναν εμφύλιο που οδήγησε στο ιουλιανό πραξικόπημα και στην επέμβαση, ευθύνη φέρουν και οι δύο πλευρές. Και νομίζω πως τα κίνητρα ήσαν προσωπικά πάθη και εγωισμοί και η τύφλωση από ιδεολογίες ή συμφέροντα που τους εμπόδισαν να δουν την επερχόμενη καταστροφή· όπως αντίστοιχα και οι βενιζελικοί και βασιλικοί στρατιωτικοί στη Μ. Ασία έβλεπαν τα πολιτικά και προσωπικά πάθη τους κι όχι την κεμαλική λαίλαπα που πλησίαζε.

    Νομίζω λοιπόν πως το “παχύ δέρμα” αφορά και στις δυο πλευρές. Καμία τους δεν στάθηκε στο ύψος της ρωμέικης οικουμενικής παράδοσης, αλλά παρασύρθηκαν είτε από μια εθνοκεντρική ελληνικότητα είτε από μια συμφεροντολογική μεταπρατική νοοτροπία.

  8. Ένα πραγματικά ισορροπημένο και αξιόλο σχόλιο αναφορικά με το Κυπριακό.
    Πλην της τελευταίας παραγράφου φυσικά!

  9. Αν αναφέρεσαι στο δικό μου σχόλιο, ευχαριστώ και χαίρομαι που εν πολλοίς συμφωνούμε.
    Φυσικά το “ρωμέικης οικουμενικής παράδοσης” είναι το σημείο της διαφωνίας μας, ως γνωστόν!

  10. Γράψατε: “Ο κ. Ζιάκας είναι μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση για την ελληνική διανόηση και παράλληλα μια καλή εξήγηση για το γεγονός, ότι ως κοινωνία δεν πάμε μπροστά.
    Η ελληνική διανόηση, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, στις οποίες δεν ανήκει ο κ. Ζιάκας, δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτε στην προσπάθεια πολιτικής εξέλιξης!”

    Συμφωνώ απολύτως μαζί σας. Δεν ανήκω στις “ελάχιστες αιξαιρέσεις”. Δεν έχω να προσφέρω τίποτα “στην προσπάθεια πολιτικής εξέλιξησης!”.

    Και για το δεύτερο θα συμφωνούσα (ότι είμαι “μια καλή εξήγηση για το γεγονός ότι ως κοινωνία δεν πάμε μπροστά”) αλλά δεν είμαι ένα τόσο μεγάλο μέγεθος. Αρνητικό μέγεθος είμαι, αλλά ότι τόσο μεγάλο που να συνιστώ “καλή εξήγηση…”.

    Ευχαριστώ πάντως για την πολύ επαινετική διαστασιολόγηση.

  11. Μου έχει τύχει μερικές φορές να με συγκινεί ένα κείμενο έτσι που να βρέχω το χαρτί απ’ τα στριφτά μου τσιγάρα, μα διαβάζοντας αυτό το κείμενο του Ζιάκα, ένοιωσα έναν βουβό εσωτερικό καημό να με ζορίζει άγρια κι ας έχω μελετήσει εξονυχιστικά τα βιβλία του. Ένας καημός για τη λοβοτομή μας…Ύστερα διάβασα τα σχόλια -μερικά γεμάτα στυγνή απανθρωπιά- και σκέφτηκα πως ο Ζιάκας δεν είναι καν κύριος καθηγητής, ούτε καν ομότιμος, ούτε “προγραμματάκιας” του Παντείου….Πώς γίνεται τέτοια στυφάδα στη ψυχή ανθρώπων που γράφουνε αυτή τη γλώσσα, τέτοια “Ελβετόψυχη” επιθετικότητα !
    Έτσι είπα να κάνω ένα σχόλιο για να τον βεβαιώσω πως εγώ, ένας ασήμαντος Έλληνας, χαμένος στη μαλακία του διαδικτύου, κοινωνώ μαζί του από το ίδιο κοχλιάριο που η αναλυτική και συστημική σκέψη του γεμίζει το ιερό δισκοπότηρο του Τρόπου μας! Κι είναι για μένα απίστευτα σημαντικό, ζωτικό για την ύπαρξη μου, να συνεχίζει να το γεμίζει…

  12. Συγχωρήστε τόν “ελβετόψυχο”
    Λούμπεν΄
    έχοντας δραπετεύσει από τίς
    “Ανιχνεύσεις”, όπου
    τόν θυμόμαστε καί τόν αγαπάμε,
    ρεμπελεύει αριστερά καί δεξιά,
    εντελώς αποπροσανατολισμένος!

    Έχω καί μιά καταδίκη νά σάς ανακοινώσω
    γιά τόν κ. Κοντογιώργη:

    Τετράκις είς νταμάρι,
    νά σπάει πέτρες

    γιά τόν ανεύθυνο συμφυρμό τών εννοιών

    πολιτική εξουσία Φεουδάρχη/Ασιάτη Δεσπότη

    εδώ:

    http://www.anixneuseis.gr/?p=2696

    Είμαστε λίγο χύμα εκεί,
    έ;

  13. Παρακαλώ τον υπεύθυνο του Αντιφώνου να αντικαταστήσει, αν είναι δυνατόν, τη φράση:

    “[b]του βασιλιά Ηράκλειου να ανακηρυχθούν άγιοι οι πεσόντες υπέρ πίστεως και πατρίδος στον πόλεμο με τους Πέρσες[/b]”

    με τη φράση “[b]του βασιλιά Νικηφόρου Φωκά να ανακηρυχθούν άγιοι οι πεσόντες υπέρ πίστεως και πατρίδος στον πόλεμο με το Ισλάμ[/b]”.

    Ελπίζω οι αναγνώστες να μου συγχωρήσουν το λάθος.

    Ο Πατριάρχης που απέρριψε την αξίωση του Αυτοκράτορα ήταν ο [b]Πολύευκτος[/b] (πατριάρχευσε την περίοδο 956-970). Είναι ο ίδιος που βάφτισε την Όλγα του Κιέβου (957). Επί της Πατριαρχίας του ιδρύθηκαν οι μονές Μεγίστης Λαύρας και Ιβήρων στο Άγιο Όρος.

  14. [quote name=”Θ.ΖΙΑΚΑΣ”]

    Ο Πατριάρχης που απέρριψε την αξίωση του Αυτοκράτορα ήταν ο [b]Πολύευκτος[/b] (πατριάρχευσε την περίοδο 956-970). Είναι ο ίδιος που βάφτισε την Όλγα του Κιέβου (957). Επί της Πατριαρχίας του ιδρύθηκαν οι μονές Μεγίστης Λαύρας και Ιβήρων στο Άγιο Όρος.[/quote]

    Η μονή Ιβήρων, ως μονή του Κλήμεντος ιδρύθηκε στις αρχές τους 9ου αιώνα (μαρτυρείται στον βίο του αγίου Πέτρου του Αθωνίτου). Ως μεγάλη “λαύρα” (περιτειχισμένο μοναστηριακό συγκρότημα) που τη δεύτερη δεκαετία του 11ου αιώνα ονομάζεται “των Ιβήρων” (Γεωργιανών), ανοικοδομείται το 979/980.

  15. Γιώργο Σαλεμή,
    Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε στο πλατό του Σκάϊ και αν ο Γιανναράς “απέθανε”, πάντως εγώ οφείλω πολλά στον Γιανναρά και στο “εγχειρίδιο” του “Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα” (και όχι μόνο). Όπως και στον Ράμφο, όσο κι αν φωνάζει τώρα πως πρέπει να γίνουμε προτεστάντες για να “μεγαλουργήσουμε” ή έστω να σωθούμε.
    Ασφαλώς ο “Λούμπεν” έχει δίκιο. Ο Θ.Ζ. δίνει εξηγήσεις, όχι γιατί δεν πάμε “μπροστά”, αλλά γιατί είμαστε εδώ που είμαστε.
    Στον Theo με την περίεργη αντίληψη ότι ο Γρίβας “αναλισκόταν σε τρομοκρατία κατά των Άγγλων” – μήπως η Αντίσταση στην Ελλάδα αναλισκόταν σε…τρομοκρατία κατά των Γερμανών;- έχω να πω ότι δεν είναι αρκετά αυτά που λέει ότι έχει διαβάσει για να εκφράζει την άποψη (όπως και άλλες παρόμοιες στη συνέχεια) πως ο Γρίβας…εμπόδιζε τον Μακάριο να διαπραγματευτεί εφικτή λύση! Αν πραγματικά τον ενδιαφέρει το κυπριακό τού εισηγούμαι να διαβάσει την “Εθνική Αυτοματαίωση του Ελληνισμού στην Κύπρο”, (ΑΡΜΟΣ 2007), του Γαβριήλ Μηνά, αλλά και το πολύ πρόσφατο, επίσης δίτομο, “Η Μαρτυρία μου ενώπιον της ad hoc επιτροπής της κυπριακής βουλής δια τον Φάκελο της Κύπρου”, του Ελευθέριου Παπαδόπουλου, Λευκωσία 2010.
    Αντώνη Ανδρουλιδάκη, χαίρομαι που υπάρχεις.

  16. Μου λείψατε πολλοί όλοι, αλλά επιμένω με την ελπίδα, ότι κάποτε θα έρθει η ώρα και θα καρπαζωθεί κάποιος από τους υπεύθυνους του ERTSAT ο οποίος είχε την φαεινή ιδέα να αλλάξει το κανάλι συχνότητα και να μείνουμε με το…τηλεκτοντρόλ στο χέρι…
    Νά ‘σαι καλά!

  17. Να σου εξηγήσω προτεστάντη.
    Στην κλασσική Αθήνα ο idiot ήτανε εκείνος που αδιαφορούσε για τα κοινά, αυτός δηλαδή που ένιωθε ότι δεν ανήκει στην πόλη.
    Σήμερα οι idiots είναι όσοι πιστεούνε ότι έκαμαν το χρέος των γράφοντας ένα κείμενο (είτε για να ικανοποιήσουνε τις ακαδημαΙκές των φιλοδοξίες, είτε για να κάμουνε τρίτους, σαν και εσένα, να “κλάψουνε”) για καταγράψουνε άλλη μια διάγνωση των κοινωνικών προβλημάτων μας ή για να κατηγορήσουνε, αόριστα/απρόσωπα, την κοινωνία. Όλοι οι σνομπς, σαν και εσένα για παράδειγμα, που διατηρούνε για τον εαυτό τους την ψευδαίσθηση ότι είναι κάτι καλύτερο από τους άλλους, ίσα ίσα για να μην παραδεχθούνε πόσο δηλοί, αμήχανοι και τελικά πολιτικώς λυπόθημοι είναι!

  18. Ίσως, κ. Σαλεμή, να ξέρετε περισσότερα από μένα για το Κυπριακό, και σας ευχαριστώ για την υπόδειξη των βιβλίων προς ανάγνωση.
    Ίσως να εκφράζω μια “περίεργη άποψη”, αλλά προσπαθώ να αποδείξω ότι η ηγεσία της ΕΟΚΑ δεν είχε την αγάπη για την οποία γράφουν οι κκ. Ζιάκας και Ροδίτης, μια αγάπη που είχαν οι απλοί αγωνιστές της που προέρχονταν από τα κατηχητικά και ο υπαρχηγός Αυξεντίου, διαφωνούσαν με την ηγεσία της αλλά δεν μπορούσαν να απεγκλωβιστούν από τις χίτικες πρακτικές του αρχηγού τους.
    Όταν γράφω για τρομοκρατία, εννοώ τις βόμβες όπου λάχει και τις εν ψυχρώ δολοφονίες Ελληνοκυπρίων αστυνομικών από τον Σαμψών και τους ομοίους του. (Η ΕΟΚΑ δολοφόνησε περισσότερους Έλληνες από Άγγλους.) Μη μου πείτε ότι αυτή ήταν η τακτική της Αντίστασης στην κατοχή. Οπωσδήποτε, μια τέτοια τακτική δεν έχει σχέση με τη ρωμέικη παράδοση του Γένους μας και είναι τρομοκρατική.
    Το ότι ο Γρίβας εμπόδιζε τον Μακάριο να διαπραγματευτεί εφικτή λύση θα το διαπιστώσετε αν διαβάσετε τα “Δύσκολα χρόνια” του Κρανιδιώτη (ίσως και το Πολιτικό Ημερολόγιο του Σεφέρη, δεν θυμάμαι καλά).

    Ας προσπαθήσουμε να δούμε ψύχραιμα την Ιστορία μας. Άλλωστε, ο Σολωμός μας δίδαξε πως ό,τι είναι αληθές είναι και εθνικό.

  19. εκτός από ανορθόγραφος, εκτός από το ύφος γραφής που προσεγγίζει με δυσκολία “εκθέσεις” μαθητών Γυμνασίου, εκτός από τις απίστευτες κοινοτυπίες που αναφέρεις, είσαι μάλλον και καλβινιστής του κερατά! Αυτό το τελευταίο αδερφέ μου, οι Γερμανοί νομίζουνε ότι είναι ψυχικά υγιές. Εγώ ανεπιφύλακτα σου προτείνω να πα να το κοιτάξεις….Σέβομαι το blog, τον Ζιάκα και του υπόλοιπους και γι’ αυτό δεν σε σιχτιρίζω επί το ελληνικότερον, ούτε βεβαια και θα απαντήσω σε οτιδήποτε άλλο γράψεις…χοχοχο…Χατζηαβάτη!

  20. Ήτανε επόμενο να μου προτείνεις να πάω σε γιατρό. Αλλά αμφιβάλλω εάν μιλάς εκ πείρας, γιατί θα είχε βελτιωθεί η ψυχική σου κατάσταση και θα είχες αποβάλλει προπαντώς την μεγαλομανία σου, η οποία σου υπαγορεύει να γίνεσαι προσωπικός όταν ακούς κάποιον να αμφισβητεί τις απόψεις σου. Χαίρομαι ειλικρινά που αποφάσισες να μην συνεχίσεις την “συζήτηση” μαζί μου γιατί ούτως ή άλλως, το μόνο το οποίο είσαι σε θέση να κάμεις είναι, να εκφράζεις τον ενθουσιασμό σου για κάποιον τρίτο, ή να του συνιστάς να αναζητήσει…γιατρική συμβουλή…

  21. Ασφαλώς και ξέρω περισσότερα από σας κύριε Theo και ασφαλώς και έχω ζήσει περισσότερα από σας όσον αφορά τον κυπριακό αγώνα, που είχε αρχαίο όνειρο την Ένωση με την Ελλάδα και αγάπη για την Ελλάδα και την ελευθερία, τόση ώστε να μη διστάζουν οι μαχητές του κάτω από την άξια ηγεσία του αρχηγού τους να θυσιάζουν ζωές, της δικής τους συμπεριλαμβανομένης, όταν εκείνος ο αγώνας το απαιτούσε. Όσο για τη βαρβαρότητα που υπαινίσσεσθε, δεν ξέρω ποια επανάσταση ή ποιος απελευθερωτικός, αντικατοχικός αγώνας έγινε ποτέ με το γάντι. Είναι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, αν θυμάμαι καλά, που έφερε ένα τσουβάλι γεμάτο τούρκικα κεφάλια δώρο στον Καραϊσκάκη, κι εκείνος για να τον τιμήσει για τη γενναιότητά του τον άφησε να κάμει ένα γύρο με το άλογό του. Με τέτοιες, τότε, βαρβαρότητες αποκτήσαμε σήμερα εμείς δικαίωμα στην ελευθερία.
    Όσον αφορά τις “εν ψυχρώ δολοφονίες Ελληνοκυπρίων”, σας πληροφορώ ότι υπάρχει ειδική έκδοση του “Συμβουλίου Ιστορικής Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ 55-59”, που υπάγεται στο Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου, που δίνει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται σε σχέση με τις εκτελέσεις προδοτών στη διάρκεια του Αγώνα.
    Όσον αφορά τα “Δύσκολα χρόνια” του Κρανιδιώτη που αναφέρατε, σας παραπέμπω στη σελίδα 158, όπου ο συγγραφέας περιγράφει την πρώτη μυστική συνάντηση Διγενή-Μακαρίου, μήνες μόνο μετά την έναρξη του Αγώνα, όπου ο Μακάριος εκφράζει στον Διγενή την άποψη (που εξέφρασε λίγο αργότερα και στους συνεξόριστούς του στις Σεϋχέλλες) ότι “ο λαός εκουράστηκε” κι ότι ήταν και πολλά τα…έξοδα(!!) του Αγώνα.
    Το γεγονός ότι τα Απομνημονεύματα του Αρχ. Μακαρίου κρατούνται στο σκοτάδι από το 1974 από τον πρώην υφυπουργό του Πάτροκλο Σταύρου, δεν μπορεί για σας να είναι δικαιολογία να ενημερώνεστε για τον επικό αγώνα της ΕΟΚΑ από ένα συνωνόματο του Μακαρίου που δεν πίστεψε ποτέ ούτε στην Ένωση ούτε στην Ελλάδα.

  22. Σας ευχαριστώ, κ. Ροδίτη, που συνεχίζετε τον διάλογο και μου απαντάτε περισσότερο συγκεκριμένα απ’ ό,τι στην προηγούμενη απάντηση.

    Αν προσέξατε, τρομοκρατία χαρακτηρίζω τις δολοφονίες Ελληνοκυπρίων και Άγγλων πολιτών με βόμβες ή ενέδρες, όχι στη μάχη όπως ο Ανδρούτσος.

    Δεν μ’ ενδιαφέρει σε τι πιστεύει ο Δρουσιώτης αλλά η ιστορική αλήθεια. Με ενδιαφέρουν συγκεκριμένα στοιχεία που παρουσιάζει στο βιβλίο για μια σκοτεινή πλευρά της ΕΟΚΑ που οφείλονται στο ποιόν του αρχηγού της, όσο μπορώ τουλάχιστον να κρίνω απ’ όσες ιστορικές πηγές έχω διαβάσει (και δεν είναι μόνο αυτές που έχω αναφέρει μέχρι τώρα).

    Αν βρω τον χρόνο ή τα χρήματα, θα μελετήσω και τις πηγές που προτείνετε. Σας ευχαριστώ πάντως για τον διάλογο και τις συμβουλές και κλείνω εδώ.

  23. φίλτατε Theo,

    η αλήθεια μπορεί να είναι, ότι σκοτώθηκαν Άγγλοι πολιτες, δεν είναι αλήθεια ότι αυτό αποτελεί μια σκοτεινή πλευρά της Ε.Ο.Κ.Α., γιατί απλούστατα το τελευταίο δεν είναι πληροφορία αλλά ηθική διαβάθμιση.
    Άλλο το γεγονός αυτό καθεαυτό και άλλο η ερμηνεία του.
    Εσείς παραθέτετε μια πληροφορία, π.χ. τον θάνατο Άγγλων πολιτών, και την ερμηνεύετε, δηλαδή την διαβαθμίζετε με ηθικά κριτήρια. Ο κ. Ροδίτης προσπαθεί να θέσει το ίδιο ακριβώς γεγονός, από το διαφορετικό οπτικό πρείσμα. Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν ΤΙ βλέπει ο καθένας αλλά ΠΩΣ το βλέπει!
    Είμαι λοιπόν υποχρεωμένος να διαφωνήσω μαζί σας. Δεν μας απασχολεί η αλήθεια, αλλά η ερμηνεία της.

  24. Αγαπητέ Theo,
    Χαίρομαι για τη στάση σου που δείχνει διάθεση διαφοροποίησης. Σκοπός μου δεν είναι να κερδίσω στα επιχειρήματα, αλλά να προσφέρω τις σωστές πληροφορίες για το κυπριακό που στην Ελλάδα είτε δεν φτάνουν καθόλου (οι ελληνικές κυβερνήσεις με το δίκιο τους έχουν μπουχτίσει από τη στάση πολλών κυπριακών κυβερνήσεων), είτε φτάνουν διαστρεβλωμένες.
    Αν δεν θέλεις να γράψεις τη διεύθυνσή σου στο διαδίκτυο στείλε μου την στη διεύθυνση Τ.Θ. 20651, 1661 Λευκωσία, κι εγώ θα σου στείλω τις “Δέκα χιλιάδες μέλισσες”, μια μπροσούρα με ομιλίες που έγιναν για τις Μέλισσες (με μια δική μου με πολλά τεκμήρια και στοιχεία) κ.α.
    Με αδελφικούς χαιρετισμούς,
    Α.Ρ.

  25. Αν πρόσεξες, φίλε μου, η σκοτεινή πλευρά δεν αναφέρεται μόνο σε δολοφονίες Άγγλων πολιτών αλλά και Ελλήνων αστυνομικών και μελών της ΕΟΚΑ που διαφωνούσαν με τις τακτικές του Γρίβα.

    Το πώς συμπεριφέρεται κάποιος σε μια εμπόλεμη κατάσταση δείχνει και το ήθος του. Κι αυτό με ενδιαφέρει, γιατί πιστεύω πως όταν κάποιος αγαπά την πατρίδα του πραγματικά δεν χρησιμοποιεί τις παραπάνω μεθόδους· κι αν είναι αληθινός, είναι σε όλες τις περιστάσεις, δηλαδή δεν εξυμνεί τον διαχρονικό Ελληνισμό από τη μια, και χρησιμοποιεί μέσα και μεθόδους που δεν ταιριάζουν με την παράδοσή του από την άλλη.

    Μπορεί εσύ αυτό να τ’ ονομάζεις ερμηνεία, για μένα όμως έχει σημασία να ‘ναι κανείς αληθινός.

  26. Μα αληθινός (πολεμιστής) είναι κάποιος ο οποίος είναι έτοιμος να προχωρήσει μέχρι σε σημείο αυτοκατάργησης εάν αυτό υπηρετεί τον ανώτερο σκοπό.
    Όταν ο Δράμαλης εισέβαλλε στην Πελοπόννησο και οι σαχλαμάρες που παρίσταναν την ελληνική κυβέρνηση (Κωλέττης, Μαυροκορδάτος, Ορλάνδος κ.α.) το έβαλλαν στα πόδια, ο Κολοκοτρώνης, βλέποντας ότι ο πανικός ωθούσε τον λαό στην φυγή και εγκατάλειψη του αγώνα, εξέδωσε διαταγή, σύμφωνα με την οποία, όποιον έβρισκαν στην πόλη του Άργους χωρίς όπλα όφειλε να εκτελεστεί. Με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να συγκρατήσει το κύμα φυγής, να σχηματίσει αξιόμαχο στράτευμα και να νικήσει τελικά τον εθχρό.
    Θα μπορούσε να πάει μόνος του, χωρίς στρατιώτες και να χαθεί. Σύμφωνα με εσένα θα ήτανε αληθινός. Προφανώς προτίμησε να πάρει το κρίμα επάνω του, προσωπικά, και να αφήσει το κέρδος στο σύνολο.
    Όλοι οι μεγάλοι ηγέτες στην ιστορία, διακρίθηκαν επειδή προτίμησαν την συλλοιγκή προκοπή από την προσωπική ηθική δικαίωση και κανείς των δεν δίστασε να φανεί σκληρός, αδίστακτος ακόμη και κακούργος (χαρακτηριστικά τα οποία μένουμε πάντα στο συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι στην οργάνωση ή στο Έθνος το οποίο αυτό υπηρετεί) όταν έκρινε ότι δεν υπήρχε άλλη περίπτωση να υπηρετήσει τον αγώνα.

  27. Το πρόβλημα του Theo όπως και του Δρουσιώτη είναι ότι ο Γρίβας ήταν χίτης, συνεπώς ακροδεξιός, φασίστας κλπ άρα μη αρεστών πολιτικών πεποιθήσεων στους ανωτέρω κυρίους. Επειδή λοιπόν η ιστορία γι’ αυτούς είναι ιδεολογία, πρέπει οπωσδήποτε να βρούν σκιές ή δυνατόν μαυρίλες στη στάση του κατά τον ενωτικό αγώνα. Κι αν δεν υπάρχουν πρέπει να τις επινοήσουν. Αν ο Γρίβας ήταν ελασίτης, αριστερός, δημοκράτης ή του κατηχητικού θα τον δόξαζαν για την αποτελεσματικότητα των μεθόδων του.
    Ως ανάλογο παράδειγμα αναφέρω την υποκριτική στάση των αριστερών προς τον Χριστόδουλο. Τον κατήγγειλαν για τις παρεμβάσεις του στην πολιτική και εθνική ζωή επειδή τους φάνταζε εθνικιστής, την ίδια ώρα που εκθείαζαν με φανατισμό τον παποκαίσαρα Μακάριο που ήταν της αρεσκείας τους, ως… εθνάρχη.
    Ο Γρίβας όμως δεν έχει ανάγκη άλλης δικαίωσης από την πίστη και την τιμή με την οποίαν τον περιέβαλαν οι συντροφοί του στο πεδίο της μάχης. Γι’ αυτό και μόνον είναι άξιος της πατρίδος.

  28. [quote name=”ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΡΔΙΚΑΡΗΣ”]Το πρόβλημα του Theo όπως και του Δρουσιώτη είναι ότι ο Γρίβας ήταν χίτης, συνεπώς ακροδεξιός, φασίστας κλπ άρα μη αρεστών πολιτικών πεποιθήσεων στους ανωτέρω κυρίους. Επειδή λοιπόν η ιστορία γι’ αυτούς είναι ιδεολογία, πρέπει οπωσδήποτε να βρούν σκιές ή δυνατόν μαυρίλες στη στάση του κατά τον ενωτικό αγώνα. Κι αν δεν υπάρχουν πρέπει να τις επινοήσουν. Αν ο Γρίβας ήταν ελασίτης, αριστερός, δημοκράτης ή του κατηχητικού θα τον δόξαζαν για την αποτελεσματικότητα των μεθόδων του.
    [/quote]

    Απ’ όλα όσα έγραψα, αυτό κατάλαβες, φίλε μου; Μπράβο!
    Πού διάβασες “να εκθειάζω με φανατισμό τον παποκαίσαρα Μακάριο που ήταν της αρεσκείας μου” (διάβασε το πρώτο σχόλιό μου εδώ).

    Αντίθετα, αν διαβάσεις τις άλλες παρεμβάσεις μου σε άλλα άρθρα σ’ αυτό το site, θα δεις πόσο εναντίον της ιδεολογίας και υπέρ της ιστορικής αλήθειας είμαι. Και επιμένω σε ιστορικά δεδομένα και όχι στην αφηρημένη “πίστη και την τιμή με την οποίαν περιέβαλαν” τον οποιοδήποτε “οι συντροφοί του”.

    Δηλαδή, δεν μπορεί κανείς να μην είναι ούτε με τη μια ούτε με την άλλη πλευρά αλλά με την ιστορική αλήθεια;
    Ώς πότε τα διχαστικά δίπολα “αριστερός-δεξιός”, κλπ. και η εθελοτυφλία;

  29. “Η πίστη και την τιμή” δεν είναι αφηρημένη φίλε Theo. Ίσια κι ίσια είναι απόλυτα συγκεκριμένη διότι συνδέεται με το αίμα και την αγχόνη των αγωνιστών. Το ολοκαύτωμα του Αυξεντίου και η θυσία των λοιπών ηρώων είναι η μόνη αδήριτη, ανελέητη πραγματικότητα, εκείνη που δικαιώνει τον αρχηγό Διγενή που ως ταγός τους ενέπνευσε και όχι η διύλιση των γεγονότων που κάνουμε εγώ κι εσύ ξηλώνοντας και ξαναϋφαίνοντας ανώδυνα με το στημόνι των λέξεων το υφάδι της ιστορίας εξήντα χρόνια μετά, από την άνεση και τη θαλπωρή του γραφείου μας. Ας τους σεβαστούμε και ας σιωπήσουμε.
    Άλλωστε όπως και να έχει, η ιστορία ή είναι ιστοριογραφία, δηλαδή ξερή παράθεση των γεγονότων ή ερμηνεία τους, δηλαδή ιδεολογία, όπως λέγει και η προσφιλής σου Αρβελέρ και ου μόνον αυτή.
    Αν πραγματικά πιστεύεις ότι είσαι υπέρ της ιστορικής αλήθειας και όχι της ιδεολογίας, μάλλον πρέπει να ξανακοιταχτείς στον καθρέπτη, εσύ και όλοι μας, προτού επιστρέψεις στις πηγές του λόγου, δηλαδή καταδυθείς δυό-τρείς χιλιάδες χρόνια πριν.

  30. χαίρομαι, φίλε μου, που μου μιλάς προσωπικά, έξω από κουτάκια και ταξινομήσεις.

    Μόνο μία ερώτηση:
    Πιστεύεις πως ο Αυξεντίου και οι λοιποί της ΕΟΚΑ δεν θα έδιναν τη ζωή τους για την πατρίδα τους αν δεν υπήρχε ο Γρίβας;

    Την τελευταία σου περίοδο (“Αν πραγματικά πιστεύεις ότι είσαι υπέρ της ιστορικής αλήθειας και όχι της ιδεολογίας, μάλλον πρέπει να ξανακοιταχτείς στον καθρέπτη, εσύ και όλοι μας, προτού επιστρέψεις στις πηγές του λόγου, δηλαδή καταδυθείς δυό-τρείς χιλιάδες χρόνια πριν”) δεν την κατάλαβα. Μπορείς να την εξηγήσεις;
    Πάντως, καταδύομαι συχνά σε πηγές του λόγου που χρονολογούνται 1400-1800 χρόνια πριν (εννοώ τους θεολόγους και ασκητικούς Πατέρες της εποχής εκέινης), δροσίζω την ύπαρξή μου και ευφραίνομαι.

  31. Ασφαλώς και θα έδιναν την ζωή τους για την πατρίδα, υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης του πεδίου αγώνος όπου κάρπισε ο ηρωϊσμός τους. Και πεδίο αγώνος δεν θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε ο εμπνευστής και ταγός, δηλαδή ο Γρίβας και η 1η Απριλίου. Για να μεταστοιχειωθεί το δυνάμει σε ενεργεία απαιτείται θρυαλλίδα και υπόθεμα.
    Όσο για την τελευταία παράγραφο, θα μου επιτρέψεις να πω ότι από τις πηγές του λόγου σε χωρίζουν άλλα επτακόσια έως χίλια χρόνια τουλάχιστον. Πρέπει να καταδυθείς πολύ πιο βαθειά φίλε μου. Μόλις που έφτασες στον Πλωτίνο και τον Ωριγένη. Έστω, για να μη φανώ μονοσήμαντος και στους Καπαδόκες.
    Αλλά αυτό το θέμα δεν αφορά την παρούσα ανάρτηση. Το κατ’ εμέ, ψήγματα ενός τέτοιου διαλόγου υπάρχουν στην περί “κτιστού-ακτίστου” παρακείμενη ανάρτηση του Π. Κλιματσάκη.

  32. Τους περισσότερους κλασσικούς συγγραφείς του 5ου και 4ου αι. π.Χ. τους διάβασα στα νιάτα μου. Παρά την καλλιέπεια και την ευρύτητα των αντιλήψεών τους, δεν με ξεδίψασαν. Στους Πατέρες βρήκα ένα βίωμα πολύ βαθύτερο και αληθέστερο. Και την άκτιστη χάρη του Θεού μέσα και πίσω από τις γραμμές των κειμένων τους.

  33. Φίλε Theo εδώ οι δρόμοι μας χωρίζουν. Σέβομαι βαθύτατα τους Πατέρες, αλλά τρυγώ το νέκταρ του συμποσίου των Ελλήνων. Ο κόσμος του μύθου των Ελλήνων είναι ασύμβατος με τον κόσμο της βίβλου των Χριστιανών, ακόμη-ακόμη και των Ορθοδόξων που είναι οι τελευταίοι εν ζωή χριστιανοί. Διακονώ την ελληνική οντολογία και όχι την χριστιανική εσχατολογία, που ωστόσο δεν αρνούμαι την αλήθεια της. Απλώς δεν είναι η δική μου αλήθεια.
    Όπως έγραψα κλείνοντας τον διάλογο περί κτιστού-ακτίστου, δεν είμαι ορθόδοξος γιατί βούλομαι ως Έλληνας, όμως δεν είμαι Έλληνας διότι ο Έλληνας έχει πεθάνει προ αιώνων.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here