Το γυμνόφιλον και ανέραστον

15
2678

Από καλοκαίρι σε καλοκαίρι η γυμνόφιλη μονοτροπία στην αμφίεση κερδίζει με άλματα τόσο την καθολίκευση της επιβολής της όσο και την επίταση της τόλμης των ευρημάτων της. Είναι πια γνώρισμα χαρακτηριστικό του πολιτισμού μας, του κοινού τρόπου του βίου σήμερα.

Χωρίς άλλο, η κατάφαση της γυμνότητας του ανθρώπινου κορμιού συναριθμείται στις θριαμβικές, απελευθερωτικές κατακτήσεις της Νεωτερικότητας. Σηματοδοτεί την κατά κράτος νίκη καταπάνω στην αρρωστημένη απαξίωση, περιφρόνηση, φοβία για το σώμα, που βασάνισε, επί αιώνες πολλούς, τον δυτικό άνθρωπο. Ο μανιχαϊστικός ηθικισμός και ο αυγουστίνειος νομικισμός, τυπικά παράγωγα της αλλοτρίωσης του χριστιανισμού στη Δύση (σήμερα και στην εκδυτικισμένη Ανατολή) έφερναν μαζί τους ―άλλοτε ως αίρεση των «Καθαρών» και άλλοτε ως ζηλωτικά κινήματα αγγλοσαξωνικού πουριτανισμού ή γερμανικού πιετισμού― αυτή την εξωφρενική σχιζοείδεια: Να βδελύσσεται ο άνθρωπος το ίδιο του το κορμί, να το θεωρεί επίβουλο, εχθρικό! Να δαιμονοποιεί τη χαρά του κορμιού, τις αισθήσεις, τον έρωτα, να ανέχεται, με άκρα συγκατάβαση, την ηδονή της τροφής, τον θεσμό του γάμου.

Κατάκτηση, λοιπόν, της νεωτερικότητας η κατάφαση της γυμνότητας του ανθρώπινου κορμιού, άργησε ωστόσο να αφομοιωθεί στον κοινό τρόπο του βίου, να αποτελέσει αυτονόητο πολιτιστικό δεδομένο. Μάλλον μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο καθολικεύεται η κοινωνική αποδοχή της κατάφασης και γίνεται ευδιάκριτη σαν κυρίαρχο στοιχείο, στη γυναικεία κυρίως εμφάνιση. Σίγουρα, ρόλο αποφασιστικό για την καθολίκευση αποδοχής της γυμνοφιλίας έπαιξε και η μετεξέλιξη των νεωτερικών κοινωνιών σε «κοινωνίες της αγοράς»: Η μαζική παραγωγή των ειδών της ένδυσης και η διεθνοποίηση της εμπορίας τους υποκαθιστά κυριαρχικά τις ατομικές επινοήσεις και τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Η «μόδα» ταυτίζεται με τη στρατηγική των διαφημιστικών μεθοδεύσεων παραγωγών και εμπόρων, επιβάλλεται ως αυτονόητα υποχρεωτική σε διεθνή κλίμακα.

Έτσι, και η κατάφαση της γυμνότητας δεν είναι πρωτίστως ατομική επιλογή, συνειδητή στάση ή κατάκτηση, είναι επιβεβλημένη προσαρμογή στο πρότυπο που δημιουργούν και επιβάλλουν τα συμφέροντα της αγοράς. Η «μόδα» εξουδετερώνει ατομικές αισθητικές προτιμήσεις, τοπικές παραδοσιακές ιδιαιτερότητες. Ισοπεδώνει τα γούστα, υποχρεώνει άτεγκτα σε ομοτροπία. Κάποιες υπέρτατες αυθεντίες αποφασίζουν, ερήμην των πειθήνιων καταναλωτών, τι «θα φορεθεί» αυτό το καλοκαίρι και τι τον επόμενο χειμώνα στις όπου γης «αναπτυγμένες» (με τις προδιαγραφές της Νεωτερικότητας) κοινωνίες.

Και οι ντρεσαρισμένες μάζες σπεύδουν, κολακευμένες για την «εκσυγχρονιστική» υποταγή τους, να συμμορφωθούν με τον φετφά, άβουλα, άκριτα, μιμητικά. Ο φετφάς συχνά ορίζει κωμικά επινοήματα: παπούτσια μυτερά και μακριά, όπως των κλόουν, ή φούστες τόσο κοντές, που κυριολεκτικά πομπεύουν τις ευτραφείς και βραχύσωμες. Αλλά η απειθαρχία στη μόδα είναι αδιανόητη. Ο ανθρωπολογικός τύπος της Νεωτερικότητας αμφισβητεί αρχές και εξουσίες, αρνείται τον έλεγχο ή τον προκαθορισμό των επιλογών του, επαναστατεί ενάντια σε αυθεντίες και δόγματα, μάχεται να υπερασπίσει τα δικαιώματά του, την αυτονομία του. Όμως αποδείχνεται απίστευτα εθελόδουλος όταν πρόκειται για τα προστάγματα της «μόδας».

Η κατάφαση της γυμνότητας του ανθρώπινου κορμιού στην Αρχαία Ελλάδα ήταν γεγονός άλλης τάξεως, ριζικά διαφορετικό από τη φυσιοκρατική γυμνοφιλία στη Νεωτερικότητα. αν κρίνουμε τουλάχιστον από την Τέχνη (τη γυμνότητα των αγαλμάτων), ο στόχος τότε ήταν να αναδειχθεί όχι η ατομική, περιπτωτική γυμνότητα, αλλά ο αφαιρετικά καθολικός λόγος του «είδους» (λόγος της φύσης ή ουσίας), δηλαδή ο άχρονος και αμετάβλητος «τρόπος» που κάνει τα όντα να είναι αυτό που είναι. Το ένδυμα ανήκει στα «συμβεβηκότα» (σε ατομικά, περιπτωτικά, εφήμερα γνωρίσματα του υπαρκτού), ενώ η γυμνότητα μπορεί να συνοψίσει τα σταθερά και οριστικά (αυτά που ορίζουν το υπαρκτό) γνωρίσματα, δηλαδή την αλήθεια του. Η αλήθεια είναι «ουσία χωριστή κατά τον λόγον αθάνατος». Την αθανασία στόχευε η γυμνότητα των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων – όχι τη διέγερση των ενστικτωδών σεξουαλικών ενορμήσεων προς όφελος της εμπορίας προϊόντων.

Στην ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού, η εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία μετέθεσε τον στόχο: Το «αληθές», το άχρονο και όντως υπαρκτό – δεν είναι πια ο ανερμήνευτα δεδομένος (δίκην ειμαρμένης) λόγος του είδους (της ουσίας καθόλου), αλλά ο ενυπόστατος σε προσωπική ύπαρξη λόγος. Είναι το «πρόσωπο» ως ύπαρξη λογική και δημιουργική, ανυπότακτη σε προκαθορισμούς «φύσης», μοναδική, ανόμοια, ανεπανάληπτη. Αυτή η αλήθεια ως πρόσωπο, απόλυτη ετερότητα, δηλαδή απεριόριστη ελευθερία, γνωρίζεται μόνον στην εμπειρία της σχέσης. Και σχέση σημαίνει τον αυθυπερβατικό έρωτα, την ενεργό άρνηση της ιδιοτέλειας. Στον αληθινό έρωτα ολόκληρο το κορμί του αγαπημένου γίνεται αποκάλυψη της προσωπικής του ετερότητας – έχει υπερβαθεί κάθε απρόσωπη ενστικτώδης ορμή χρήσης του άλλου, εκδοχής του ως σκεύους ηδονής.

Η πείρα βεβαιώνει ότι μόνο η ανακάλυψη του μοναδικού, του ανόμοιου και ανεπανάληπτου γεννάει τον έρωτα. Η ποσότητα (το κοινά δεδομένο που διαφοροποιείται και μετριέται ποσοτικά) διεγείρει μόνο την ορμή να κατέχεις, να νέμεσαι – επιθυμία πιο εφήμερη κι από την ποσότητα. Το να επιδείχνει στους πάντες μια γυναίκα τα ποσοτικά της χαρίσματα μετρητής ομορφιάς («λεπτή» μέση, «πλούσιο» στήθος, «ατέλειωτα» πόδια, «πληθωρικές» καμπύλες) δηλώνει ότι εκλιπαρεί (συνειδητά ή ανεπίγνωστα) να την μεταχειριστούν σαν απρόσωπο σκεύος ηδονής, όχι να την ερωτευθούν. Τα ποσοτικά προτερήματα αξιολογούνται πάντοτε με σύγκριση και παραπέμπουν στη σύγκριση: Σίγουρα, κάπου στο εγγύτατο μέλλον παραμονεύει να γοητεύσει τον θηρευτή της ποσότητας κάποιο ακόμα «πλουσιότερο» στήθος, κάποιες ακόμα πιο τορνευτές γάμπες ή κάποιοι διεγερτικότεροι του ενστίκτου συνδυασμοί αναλογιών.

Μακάρι να βρισκόταν για κάθε ανυποψίαστο θύμα της τυραννικής εξουσίας της μόδας, για κάθε υποχρεωτικά γυμνόφιλη γυναίκα σήμερα, κάποιος που ειλικρινά να την αγαπάει και να της πεί: «Καλή μου, έχεις ένα μοναδικό βλέμμα, ένα αποκλειστικά δικό σου πανέμορφο χαμόγελο, ένα ανεπανάληπτα φωτεινό πρόσωπο. αν κάποιος σε ερωτευτεί, θα είναι γι΄ αυτή τη μοναδικότητά σου που δεν μαραίνεται, δεν φθίνει. Μόνο γι΄ αυτό που είσαι αποκλειστικά εσύ, κάποιος θα ποθήσει να μοιραστεί τη ζωή του μαζί σου, να μοιραστεί το θέλημά του, να ελευθερωθεί από το εγώ του. Όχι για τα σωματικά σου “προσόντα” τα μετρητά και συγκρίσιμα, αυτά, αν υπηρετούν τον έρωτα, πλουτίζουν τη σχέση, αν μόνο προκαλούν σε χρήση, θα σε σύρουν σε οδυνηρές ταπεινώσεις».

Μάταιος λόγος. Ο οδοστρωτήρας της μόδας ισοπεδώνει αδήριτα κάθε νεύση ερωτική, έχει ρεαλιστικά συγκροτήσει έναν ανέραστο κόσμο που εκλιπαρεί ταπεινωτικά φευγαλέα ηδονή.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Μούσες πάνω σε στέγη”, 1949) είναι έργο του Νίκου Εγγονόπουλου.

πηγήΚαθημερινή, 6.7.2008
Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς γεννήθηκε τὸ 1935 στὴν Ἀθήνα ὅπου καὶ σπούδασε Θεολογία, ἐνῷ συνέχισε μὲ σπουδὲς Φιλοσοφίας στὴ Βόννη καὶ τὸ Παρίσι. Διδάκτωρ Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Σορβόννης. Διετέλεσε καθηγητὴς φιλοσοφίας στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικῶν καὶ Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν τῆς Ἀθήνας, στὸ Τμῆμα Διεθνῶν καὶ Εὐρωπαϊκῶν Σπουδῶν. Ἐπίσης, ἔχει διδάξει βυζαντινὴ θεολογία καὶ Φιλοσοφία στὸν Ἅγιο Σέργιο Παρισίων, στὸ Ἰνστιτοῦτο Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν (Παρίσι), στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Γενεύης, στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ Κρήτης (Ρέθυμνο) κ.ἀ.

15 Σχόλια

  1. [i]”Η κατάφαση της γυμνότητας του ανθρώπινου κορμιού στην Αρχαία Ελλάδα ήταν γεγονός άλλης τάξεως, ριζικά διαφορετικό από τη φυσιοκρατική γυμνοφιλία στη Νεωτερικότητα. αν κρίνουμε τουλάχιστον από την Τέχνη (τη γυμνότητα των αγαλμάτων), ο στόχος τότε ήταν να αναδειχθεί όχι η ατομική, περιπτωτική γυμνότητα, αλλά ο αφαιρετικά καθολικός λόγος του «είδους» (λόγος της φύσης ή ουσίας), δηλαδή ο άχρονος και αμετάβλητος «τρόπος» που κάνει τα όντα να είναι αυτό που είναι.”[/i]

    Εδώ ο δάσκαλος “κλέβει” και “σολάρει”. Πώς “κλέβει”; Μα επειδή, ενώ για τη σημερινή κοινωνία κρίνει τη γυμνότητα [b]στις παραλίες,[/b] όταν περνάει στην αρχαία Ελλάδα κρίνει τη γυμνότητα [b]στην τέχνη![/b]

    Το τίμιο θα ήταν να έκρινε, και στην αρχαία Ελλάδα, τη γυμνότητα σε πεδίο αντίστοιχο με των σημερινών παραλιών: π.χ. στα Γυμναστήρια. Εκεί όμως θα αναγκαζόταν να παραδεχτεί, πως η γυμνοφιλία δεν εξυπηρετούσε τον … αφαιρετικά καθολικό λόγο του “είδους” (μπλα-μπλα-μπλα), αλλά [i]κάποια πραγματάκια – ας πούμε “οφθαλμόλουτρα” – εξίσου πεζά, ίσως και πολύ πιο μπας κλας, από των σημερινών παραλιών. [/i]

    Του “κλεψίματος” τεκμηριωθέντος, ας δούμε και το “σολάρισμα”. Ώστε, δάσκαλε, “την αθανασία στόχευε η γυμνότητα των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων”; [b]Σε ένα κόσμο που επιτέλους δεν πίστευε στην αθανασία; [/b]

    Και το ότι η γυμνότητα των αγαλμάτων στόχευε, λέτε, την αθανασία επειδή “το ένδυμα ανήκει στα «συμβεβηκότα» (σε ατομικά, περιπτωτικά, εφήμερα γνωρίσματα του υπαρκτού), ενώ η γυμνότητα μπορεί να συνοψίσει τα σταθερά και οριστικά (αυτά που ορίζουν το υπαρκτό) γνωρίσματα, δηλαδή την αλήθεια του”; [b]Δηλαδή δεν είχαν πάρει χαμπάρι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι πως και τα γραμμωμένα μούσκουλα ανήκουν στα “συμβεβηκότα”;[/b] Θα μας τρελάνετε;

    Αυτά κάνει ο δάσκαλος και μάς ξενερώνει…

  2. Μια επιφυλλίδα-σταθμός – ας μου επιτραπεί να αποτιμήσω. Με την ανάγνωσή της να βιώνεται, εκ μέρους μας, ως αυτούσια συναρπαγή.

    Θα υποβάλω μια επιφύλαξη, ωστόσο, για το περιεχόμενο της δεύτερης ειδικά παραγράφου: [i]«Χωρίς άλλο, η κατάφαση της γυμνότητας του ανθρώπινου κορμιού συναριθμείται στις απελευθερωτικές κατακτήσεις της Νεωτερικότητας»[/i]; αναρωτιέμαι. Η σοβούσα κατάφαση… Αποτυγχάνω, εν πάση (σχεδόν) περιπτώσει, να το πιστοποιήσω.

    Το κυρίως δεδομένο, αναλογίζομαι, το οποίο «κατακτά» η προκείμενη [b]επίδειξη[/b] της γυμνότητας είναι η αποσόβηση κάθε [b]αποκάλυψης[/b]. Η απέκδυση του “φορέματος”, τότε, ισοδυναμεί με απέκδυση οποιασδήποτε “έκφρασης”. [i]Επενδύοντας[/i], υποτίθεται, την προσδοκία τού [b]έκτακτου ενδιαφέροντος[/b] σ’ αυτήν, απλώς, την [i]απέκδυση[/i].
    Το κρίσιμο ερώτημα – που απομένει προς ώρας αδιερεύνητο – λοιπόν, είναι εάν η διαδρομή της καθημερινότητας μέσα στις κοινωνίες, πχ, του 2010 εκλύει περισσότερο ή λιγότερο «ενδιαφέρον» από όσο στις κοινωνίες, πχ, του 1960. Οι ανθρώπινες σχέσεις, εν τέλει, περισσότερο ή λιγώτερο συγκλονισμό…

  3. Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, από σχόλιο σε σχόλιο, η παροξυσμική ΕγωΛατρεία του κ. Βαρελίδη κλιμακώνει μια, εν ψυχρώ, [i]επιθετικότητα[/i] εναντίον των συνεργατών του “Αντίφωνου”.
    Ο λόγος προφανής: Πρόκειται για την (οσημέραι πιο ανελέητη) [b]εκδίκησή[/b] του για το ότι η ιστοσελίδα ετούτη δεν τον έχει αναγνωρίσει, ακόμα, ως… “ιδεολογικό” / “αμπελοφιλοσοφικό” της [b]ταγό[/b].
    Κι αν μεν η εισβολή τού προκείμενου ήθους περιοριζόταν σε ό,τι μόλις ιστόρησα, η υπομονή μας θα μπορούσε να αποβαίνει ανεξάντλητη.

    Με το εκτενές προ-κείμενο σχόλιο, όμως, ο καθημερινός “μας” σχολιογράφος εκτρέπεται σε κάτι ασυγκρίτως σκοτεινότερο: Κατά ανάλογο ακριβώς τρόπο με τον οποίο αφότου ο ίδιος εισέβαλε εκβιάζει κιόλας το “Αντίφωνο” να υποκύψει στους όρους του, εκδικείται αναδρομικά (μέσω κατάπτυστων υπαινιγμών) ιδού λοιπόν κι ένα ολόκληρο αγιορειτικό μοναστήρι για το ότι, «παρά» την τετράμηνη κάποτε εκεί φιλοξενία του, η επιτόπια μοναστική αδελφότητα είχε αρνηθεί, προφανώς, τελικά και εκείνη να τον… ενθρονίσει ως… ηγέτη της.

    Ως εδώ και μη παρέκει κ. Βαρελίδη.

  4. Κύριε Καστρινάκη, κύριε Δήκτη.

    Η παρουσία μου στο παρόν άρθρο έγινε για την υπεράσπιση του Κυρίου Γιανναρά από μια κακόβουλη επίθεση, του Δήκτη.
    Υποφέρω από το συγκεκριμένο σύνδρομο υπεράσπισης των αδυνάτων και επίσης υποφέρω από το σύνδρομο του κατασκευαστή και επιδιορθωτή των πάντων.
    Για να καταλάβετε καλύτερα την φύση μου είμαι ένας αθεράπευτος Δημιουργός, στην ύλη και το Πνεύμα.
    Π.χ. Πήγα στη Μονή Ξηροποτάμου το 1985 αναζητώντας το πραγματικό έργο του Θεού και μετά από 18 περίπου μήνες βρήκα την απάντηση που ικανοποίησε το εσωτερικό μου αισθητήριο, όχι βέβαια στο Όρος..

    Πριν λίγο καιρό, διαλογιζόμενος σε ένα άρθρο του κυρίου Ζιάκα που είχε σχέση με τις παιδικές αναμνήσεις, κατέληξα στο ερώτημα, Αυτό το εγγενές άφωνο ΕΓΩ, που καθορίζει σχεδόν αμετάκλητα τη μοίρα και το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου είναι ανθρωποποίητο ή Θείο;

    Απάντησα: Θείο, για να διερωτηθώ ακόμη μια φορά.

    Μα τότε πως ερμηνεύεται όλη αυτή η σαπίλα της ανθρώπινης κοινωνίας, είναι δυνατόν η ανθρώπινη Θεία υπόσταση να παράγει ένα τέτοιο μισάνθρωπο έργο συμφοράς;

    Κατά συνέπεια τίθεται το ερώτημα, ποιο είναι το Θείο στοιχείο του Ανθρώπου, αν Αυτό υπάρχει εντός του και κατ’ επέκταση τι είναι το Θείο; Διότι αν ανακαλύψουμε το Θείο στοιχείο του Ανθρώπου, μοιραία θα βρούμε και του Θεού.

    Και βέβαια επειδή ο Θεός δεν είναι πράγμα για να τον ανακαλύψουμε και περιγράψουμε, θα προσπαθήσω να τον αναγνωρίσω μέσω των ιδιοτήτων του.
    Σαν μέθοδο αναγνώρισής του Θεού δε, θα ακολουθήσω την επιστημονική μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε από τον οργανισμό του NATIONAL GEOGRAFIC στο έργο Η Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Ζωής και στο οποίο αναζητήθηκε ο κοινός πρόγονος όλων των πλασμάτων της Γης.

    Το σκεπτικό ήταν απλό, ο αρχικός πρόγονος της Ζωής, θα πρέπει να έχει κληρονομήσει τα γονίδιά του σ’ όλα τα πλάσματα ης Γης.

    Μετά από τις σχετικές έρευνες που θαυμάσια περιγράφονται και παρουσιάζονται σ’ αυτό το οκτάωρο Ντοκιμαντέρ, αναγνωρίζεται ότι τα κοινά γονίδια αυτού του προγόνου όλων των ζωντανών πλασμάτων του Πλανήτη προέρχονται από τον κοινό σπόγγο ή το θαλάσσιο σφουγγάρι.

    Διερωτήθηκα λοιπόν, Ποιές είναι οι απολύτως άϋλες Θείες ιδιότητες που όλα τα ζωντανά πλάσματα στο διηνεκές του Σύμπαντος έχουν, ανεξάρτητα των μορφών τους, του τόπου επιβίωσής τους και του χρόνου ζωής των;

    Ποιες είναι οι ιδιότητες άνευ των οποίων δεν μπορεί να υπάρξει Ζωή;
    Ποιες είναι οι ιδιότητες άνευ των οποίων δεν μπορεί να προκύψει κανένα απολύτως Έργο, από το Ελάχιστο των Υπερχορδών μέχρι το Μέγιστο του Σύμπαντος;

    Και για να σας θυμίσω κάτι από το παρελθόν, Εν Αρχή Ην ο Λόγος και ο Λόγος παρά τω Θεώ, για να σας θυμίσω επίσης ότι Λόγος χωρίς Σκέψη και Βούληση δεν μπορεί να υπάρξει.

    Οι ιδιότητες που Εγώ βρήκα, ως απόλυτα άϋλες και αιωνίως υπάρχουσες, άνευ των οποίων δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε και οι οποίες άρχουν του Σύμπαντος ως πανταχού παρούσες και τα πάντα πληρούσες, είναι η Σκέψη και η Βούληση!!

    Αυτή την αρχικά αμφίβολη ιδέα μου, ήρθε η Σοφία του παρελθόντος να επιβεβαιώσει, όταν στη διάρκεια των αναζητήσεών μου ανακάλυπτα διαμάντια όπως τα ακόλουθα.

    Παρμενίδης γύρο στο 550 π.χ.”Το γαρ Νοείν εστίν τε και Είναι” που σημαίνει πως Αυτό που Σκέπτεται Είναι η Πραγματική Ουσία
    του Ανθρώπου.

    ΩΡΙΓΕΝΗΣ: Ο Θεός και Πατήρ, συνέχον τα Πάντα, φθάνει εις έκαστο των όντων, Μεταδούς Εκάστω από του Ιδίου Είναι. Το αρχικώς ΕΝ καταμερίζεται σε άπειρες υποστάσεις τα ΟΝΤΑ.

    Ζένδ Αβέστα: Κάθε ΟΝ έχει τον δικό του σπινθήρα, που είναι μια Σκέψη του Αχούρα Μάσδα. Η κατανόηση του Αχούρα Μάσδα, είναι το πρώτο καθήκον του Ανθρώπου.

    Ουπανισάντ: Αυτός που κατοικεί μέσα σε όλα τα όντα, αλλά που είναι κάτι άλλο από τα όντα. Αυτός που τον αγνοούν τα όντα, αλλά το σώμα του είναι όλα τα όντα. Αυτός που ελέγχει όλα τα όντα από μέσα. Αυτός είναι η Ψυχή σου, ο εσωτερικός ελεγκτής, ο Αθάνατος.

    Απολλώνιος ο Τυανεύς: Κανείς δεν πεθαίνει, παρά φαινομενικά, όπως και κανείς δεν γεννιέται παρά φαινομενικά. Όταν η ύπαρξη μεταβάλλεται από πνεύμα σε ύλη, λέμε ότι κάποιος έχει γεννηθεί και όταν μεταβάλλεται από ύλη σε πνεύμα, λέμε ότι έχει φύγει.
    Στην πραγματικότητα η Θεϊκή ουσία δε γεννιέται και δεν καταστρέφεται ποτέ.

    Και ο Τζέιμς Τζίνς, διευθυντής του Βασιλικού Αστεροσκοπείου της Αγγλίας συμπλήρωσε τη δεκαετία του 1970. .

    Καρτέσιος: Εφ’ όσον έχω σαφή έννοια Εμαυτού, ως νοούσης και μη υλικής οντότητος και του σώματός μου ως υλικού και μη Νοούντος αντικειμένου. Είμαι βέβαιος, ότι το ΕΓΩ μου, δηλαδή η ψυχή μου, είναι διάφορον του σώματος και ότι δύναται να υπάρξει άνευ του τελευταίου. Όπως στα όνειρα, τα αστρικά ταξίδια, τις εξωσωματικές εμπειρίες, την επιβίωση στο επέκινα και την Συνειδητή Επαναγέννησή του.
    Όταν κάποιος γνωρίσει τον Εαυτό του θα γνωρίσει πως είναι Υιός του Ζωντανού Πατέρα, αυτός που δεν γνωρίζει τον Εαυτό του, ζει στη φτώχεια και είναι η φτώχεια. λέγει Ελληνικότατα Το Κατά Θωμά Ευαγγέλιο.

    Οι θρησκείες είναι λόγια και πολλές φορές κενά περιεχομένου, το ουσιαστικό στοιχείο του Θέσμιου Συνειδητού Ανθρώπου είναι η προσευχή, διότι η προσευχή ή ο διαλογισμός, είναι το μέσον της βιωματικής του εμπειρίας με το Ιερό. Τα λόγια είναι πτερόεντα, η αίσθηση του Ιερού μένει, όλα τα άλλα περισσεύουν, όπως και τα ονόματα των θεών.

    Η Ζωή, Υλική και Πνευματική Είναι Αισθαντική και όχι λέξεις, μας υπενθυμίζει η έξω από το στόμα, κοροϊδευτική γλώσσα της Αρχαίας Ελληνίδας Μέδουσας.

    Βέβαια θα μου αντιτίνετε ότι όλα αυτά είναι αιρετικά και ότι Εγώ είμαι Σατανιστής, διότι προσβάλω το Θείο σας φρόνημα.
    Kαι έτσι θα διερωτηθώ μια ακόμη φορά, ΕΙΜΑΙ ΣΑΤΑΝΙΣΤΗΣ;

  5. Μέχρι τώρα, Γιώργη, τον υφιστάμεθα να γυρνάει από σημείωμα σε σημείωμα και – σηκώνοντας το πόδι – ν’ αφήνει το “ίχνος” του, προσπαθώντας να κάνει αισθητή την παρουσία του. Θαρρώ πως από δω και πέρα αρχίζει και γαβγίζει! Να δούμε αν θ’ αρχίσει και να δαγκάνει…
    Δεν μπορώ να μη σημειώσω τα δύο καίρια σημεία αυτής της εξέλιξης:
    Το ένα: [i]”Μην μου πείτε ότι δεν συνετισθήκατε ολίγον από τις βρισιές μου;[/i]” γράφει!!! Θεωρεί ότι νομιμοποιείται να καθυβρίζει για ν’ αντιδράσει στο “κακός έχον” (sic).
    Το δεύτερο: η θεαματική “συμμαχία” του με τον Γιανναρά ενώ πρεσβεύουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για την φύση του ανθρώπου!
    Τί κάνει ο άνθρωπος για να…υπάρξει!!!

  6. Αν συγκρίνει κάποιος τους κωδικούς που βρίσκονται πάνω δεξιά σε κάθε ανάρτηση, και δηλώνουν τον υπολογιστή του καθενός, μπορεί να καταλάβει το μέγεθος της ….διανοίας του “δάσκαλου της αγάπης”.
    Το μοχθηρό “πουλί” από την “μύτη” πιάνεται!

  7. «Ο ανθρωπολογικός τύπος της Νεωτερικότητας αμφισβητεί αρχές και εξουσίες, αρνείται τον έλεγχο ή τον προκαθορισμό των επιλογών του, επαναστατεί ενάντια σε αυθεντίες και δόγματα, μάχεται να υπερασπίσει τα δικαιώματά του, την αυτονομία του.»

    Ο νεοτερικός άνθρωπος δεν αμφισβητεί τα γραπτά του Μαρξ, τον Τσε, το κινητό τηλέφωνο, την βιομηχανική μουσική, τις βιομηχανικές κινηματογραφικές ταινίες, τους πιστούς στην αριστερή ιδεολογία αλλά με δεξιές τσέπες που αποτελούν την μισή κυβέρνηση κτλ.

  8. Το Αντίφωνο, που μας επιτρέπει τον λόγο, αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό για μια εξέλιξη, που σκοπό της έχει το προχώρημα της
    σκέψης,για το καλό του ανθρώπου. Ετσι η όποια διαφορετική άποψη οφείλει να γίνεται με σωφροσύνη.Όσο για το άρθρο του κ. Γιανναρά δεν διαφωνώ στα όσα αναφέρονται, γιατί κατανοώ τι πραγματικά λέει! Το σώμα μας, είτε γυμνό είτε ντυμένο, δεν είναι μιαρό. Μιαρό γίνεται από την στιγμή που χρησιμοποιείται με διεστραμμένα συναισθήματα, σπρώχνοντας τους ανθρώπους να διεκδικούν υλικά μέσα, τα οποία αντί να τους κάνουν ευτυχέστερους τους καταστρέφουν. Όσο για τα γυμνά σύμβολα της αρχαίας Ελλάδος, καμμία σχέση δεν έχουν με την πρόκληση των ηθών που επιδιώκουν οι περισσότεροι σύγχρονοι σχεδιαστές της μόδας. Αυτά εν ολίγοις. Σας χαιρετώ φιλικά.

  9. Με εξέπληξε όλος αυτός ο καυγάς. Προς Θεού. Το Αντίφωνο έχει ένα επίπεδο. Φαντάζομαι κι εσείς και θεωρώ ξεπεσμό όλο αυτό που γίνεται από ανθρώπους σαν εσάς που δείχνουν να έχουν ένα πνευματικό επίπεδο.
    Σταματήστε πιά τους καυγάδες. Δεν μας χρειάζονται.

    Καλό καλοκαίρι !
    (καταφάσκοντας στη ωραιότητα της σωματικής γυμνότητας και αρνούμενη τη γυμνότητα της ανθρώπινης ψυχής)

    ΑΘΗΝΑ

  10. Μια παρέμβαση, εδώ, που (αφού νουθετήσει με παρρησία μα από θέση ανωνυμίας) ερμηνεύει τη χαρά με χαρά, τη λύπη με λύπη.
    Σαν [i]ζωή[/i] που ποδοπατά την [i]αντίφαση[/i]. Σαν [i]ανάγκη[/i] που διαψεύδει την [i]ελευθερία[/i]. Σαν καταβύθιση, εν τέλει, σε μια [i]φωτιά[/i] που γνωρίζει να… αγνοεί το ίδιο της [i]όνομα[/i].

    [i]«Με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις όμως ποτέ το κελαδητό τους»[/i] μας είχε, έγκαιρα, ειδοποιήσει ο ποιητής.

  11. [i]«καταφάσκοντας στη ωραιότητα της σωματικής γυμνότητας και αρνούμενη τη γυμνότητα της ανθρώπινης ψυχής)»[/i]

    Λυπάμαι, αλλά το εκλαμβάνω ως απόσπασμα από Άρλεκιν.

    Κατανοώντας βέβαια πως, όταν παραπέμπω στο [i]μελανό άθροισμα[/i] μιας [i]λευκής καταμέτρησης[/i], επικαλούμαι το «θεώρημα» μιας λίαν αμφισβητίσημης μαθηματικής εκδοχής.

  12. κε Καστρινάκη,

    Ευχαριστώ για την επισήμανση του “Αρλεκιν” και θα συμφωνήσω με την αμφισβητίσημη μαθηματική εκδοχή. Θα πω μονάχα πως για να φτάσει κανείς σ΄αυτού του είδους τις αμφισβητήσεις θα πρέπει να έχει κατανοήσει πρώτα πολύ καλά το κατά βάσιν ισχύον «θεώρημα». Και συχνά οι άνθρωποι δεν έχουμε τέτοια δυνατότητα. Και οι άλλοι δεν πρέπει να μας παίρνουν το κεφάλι γι΄αυτό το λόγο. Ούτε να ζούμε με τέτοιο φόβο αλλά ούτε και με το φόβο της απόρριψης.
    Εξ ΄άλλου αν πιάσεις το πουλί στην ξόβεργα, ε΄δεν μπορεί, κάποια μέρα θα κελαϊδήσει, έστω…με θλίψη.

    Καλοί είναι οι πνευματικοί ακροβατισμοί, δε λέω, αλλά να αφήνουν και λίγο τόπο και στην ψυχή μας.

  13. Εφ’ όσον ο αντίλογός μου άφηνε εντυπώσεις [i]απόρριψης[/i], οφείλω ευθέως να ομολογήσω την αποτυχία μου. Δεν ήταν, πιστέψτε με, αυτός ο σκοπός μου.

    Κάτι περισσότερο: Να σας ευχαριστήσω για τούτο τόν, από ψυχής, διάφανο επίλογο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here