Το αποθανείν κακώς

0
97

Άγγελος Καλογερόπουλος

Σπανίως, όταν αναφερόμαστε στα οικολογικά προβλήματα του πλανήτη, κάνουμε λόγο για την πρώτη αιτία αυτών των προβλημάτων που είναι η υπερβολική αύξηση του πληθυσμού ενός είδους: του ανθρώπου. Μιλάμε για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για πράσινη ανάπτυξη (ή πράσινες μπίζνες, για τους πλέον καχύποπτους), για φωτοβολταϊκά, για βιολογικά προϊόντα, για σκουπίδια. Δεν τολμάμε, όμως, να σκεφτούμε πόσο δαπανηροί είμαστε για τον πλανήτη μας, απλώς και μόνο επειδή είμαστε τόσα δισεκατομμύρια.

Επίσης, διαφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι όλη αυτή η οικολογική φιλολογία δεν επιδιώκει τίποτα περισσότερο παρά την παράταση της ατομικής ζωής. Ακόμα και η σωτηρία του πλανήτη στο πίσω μέρος της οικολογικής μας σκέψης συνδέεται με το αίτημα της διάρκειας της απόλαυσης της ανθρώπινης ζωής.  Ζήσε οικολογικά, ζήσε υγιεινά για να ζήσεις περισσότερο. Γιατί να ζήσεις περισσότερο; Γιατί η ζωή, το γεγονός ότι διατηρείσαι στη ζωή, αποτελεί αυταξία.

Υπό μια ορισμένη, όμως, οπτική γωνία θα μπορούσε να συνιστά την κατ’εξοχήν αταξία. Όταν η ζωή του ανθρώπου ολοκληρώνεται στο «φάγε, πίε και ευφραίνου» ακόμα κι αν συμμορφωνόμαστε όλοι με όλες τις οικολογικές εντολές, ο πλανήτης θα συνεχίζει να ασφυκτιά κι εμείς θα συνεχίζουμε να ζούμε συνεχώς ανικανοποίητοι.

Αν επισκεφθεί κανείς ένα νοσοκομείο θα δει ένα σωρό αξιολύπητους γέρους ( και γριές κυρίως) να προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή· κι ένα σωρό νεαρές νοσοκόμες να τρέχουν με τις «πάπιες» και να μην προλαβαίνουν. Αν θελήσει κανείς να κάνει μια βόλτα σ’ ένα  πάρκο, σ’ έναν ήσυχο και όμορφο χώρο που δεν τον αγγίζει η βουή της πόλης, θα δει ένα τσούρμο ανθρώπους να τρέχουν σαν κυνηγημένοι. Τους κυνηγάνε τα περιττά κιλά κι οι τελευταίες συμβουλές του γιατρού τους. Κινδυνεύουν να ζήσουν λιγότερο.

Κι αν όλα αυτά τα συνδυάσουμε με το γεγονός ότι κάθε κουβέντα για θυσία, ηρωισμό, αυταπάρνηση έχει περάσει σχεδόν στην παρανομία, τότε νομίζω ότι μπορούμε να έχουμε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση του προβλήματος που μας απασχολεί.

Οι παλαιότεροι θα θυμούνται ότι στο μάθημα της Φυσικής Ιστορίας στο Δημοτικό μαθαίναμε για τα ωφέλιμα και για τα βλαβερά ζώα. Τότε δεν σκεφτόμαστε πού θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τον άνθρωπο. Ούτε και τώρα, φυσικά. Γιατί ο άνθρωπος από τη φύση του δεν εντάσσεται στη Φυσική Ιστορία. Έχει ένα ιδιαίτερο προνόμιο που η οικολογική συνείδησή μας φαίνεται να λησμονεί, γιατί λησμονεί τη θεϊκή μοίρα του ανθρώπου. Έχει καταγγελθεί μάλιστα η Παλαιά Διαθήκη εφόσον καλεί τον άνθρωπο να «κατακυριεύσει της γης», αλλά κανένα οικολογικό αίτημα δεν προβάλλεται ώστε να αφεθούν τα θηρία να μας τρώνε για να επιτευχθεί η αναγκαία ισορροπία!

Προς Θεού! Δεν είμαι εχθρός του ανθρωπίνου είδους, ούτε ευχαριστιέμαι να βλέπω τους γέρους να πεθαίνουν (ή τις γριές βεβαίως). Εξ άλλου πιστεύω κι εγώ ότι η ποιότητα ενός πολιτισμού κρίνεται από τη φροντίδα που προσφέρει σε γέρους και ανήμπορους. Ούτε, πολύ περισσότερο, οραματίζομαι έναν πόλεμο ή μια άλλη καταστροφή που θα μείωνε τον ανθρώπινο πληθυσμό και παρεμπιπτόντως θα έλυνε και το ζήτημα του ασφαλιστικού!

Αυτό που τολμώ να προτείνω είναι να σκεφτούμε μήπως η ζωή δεν είναι αυταξία ως βιολογική παρουσία που παρατείνεται στο διηνεκές. Μήπως είναι προτιμότερο ένα ολοκληρωμένο τέλος παρά μια ανολοκλήρωτη ζωή δίχως τέλος. Και, εν πάση περιπτώσει,  «ου το αποθανείν κακόν, αλλά το αποθανείν κακώς» όπως έλεγαν και οι πατέρες μας.

Αλλιώς οι άνθρωποι θα συνεχίσουνε να τρέχουν σαν κυνηγημένοι κάτω από το φεγγάρι για να πέσει η κοιλιά τους, χωρίς να μαγεύονται ποτέ από το φεγγάρι. Κι έτσι κυνηγημένοι οι άνθρωποι από τον εικονικό τους εαυτό, αληθινό βάρος της γης, θα χάνουν τη ζωή τους κάτω απ’ το γοργό περπάτημά τους.

πηγή: Aντίφωνο

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here