Το αδιέξοδο του κακού

0
70

Αρσενίος Μέσκος

Ο κάθε άνθρωπος κάποια στιγμή στην ζωή του έρχεται στην ανάγκη να απαντήσει στο ερώτημα, πως είναι δυνατόν την ομορφιά της ζωής να την συνοδεύει ο θάνατος, την υγεία η αρώστια, την αγάπη το μίσος και εν τέλει το καλό να είναι ανάμικτο με το κακό. Το “γιατί” όλων αυτών…

είναι από τα πλέον οδυνηρά ερωτήματα με το οποίο μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος ο καθένας μας. Και βέβαια ο κάθε άνθρωπος από την αυγή του ανθρώπινου πολιτισμού. Και η διαπραγμάτευση αυτών των ερωτημάτων ήταν ανέκαθεν αντικείμενο της θρησκείας και της φιλοσοφίας.


Στο επίπεδο της θρησκείας το πρόβλημα παίρνει μια συγκεκριμμένη φόρμα, από την οποία προκύπτουν με διάφορες παραλαγές όλες οι απαντήσεις που δοθήκαν από τις θρησκείες κατά την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Αλλά και οι διάφορες φιλοσοφικές απαντήσεις μπορούν εν τέλει να αναχθούν στις αντίστοιχες θρησκευτικές. Η θρησκευτική λοιπόν σκέψη έχει να απαντήσει στο ερώτημα σχετικά με την θεότητα και την σχέση της με το κακό. Μιλώντας γενικά μπορούμε να πούμε ότι την θεότητα ο άνθρωπος την ανακαλύπτει κυττώντας είτε τον κόσμο είτε το εσωτερικό του. Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος ανακαλύπτει το μεγαλείο της θεότητας, που όμως πέραν πάσης προσδοκίας συνοδεύεται από σκιερές γωνιές. Πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό; Ο άνθρωπος είναι ένα λογικό όν και γι’ αυτό και εξαρχής αναζήτησε και στο θέμα αυτό λογικές απαντήσεις. Απαντήσεις που να ικανοποιούν το λογικό του αισθητήριο. Τέτοιες απαντήσεις στην πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι πολλές, είναι μόνο τρείς.


Ή οι σκιές υπάρχουν στο εσωτερικό της θεότητας, ή υπάρχουν δύο θεότητες, μιά καλή και μιά κακή, ή συνέβη δευτερογενώς κάποιο γεγονός που είχε σαν συνέπεια την εμφάνιση των σκιών, την εμφάνιση του κακού. Βέβαια κατά βάση οι δύο πρώτες είναι ταυτόσημες, οπότε υπάρχουν μόνο δύο θεμελιώδεις λογικές απαντήσεις, οι οποίες στην συνέχεια μπορούν να αναπτυχθούν με πολλούς τρόπους οι οποίοι απαρτίζουν το σύνολο των απαντήσεων που έχουν παρουσιάσει όλες οι θρησκείες. Την δεύτερη εκδοχή ακολουθούν όλες οι θρησκείες που κατανοούν την θεότητα κατά ένα προσωπικό και συγκεκριμμένο τρόπο, δηλαδή οι μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και ο Μουσουλμανισμός. Την πρώτη την ακολουθούν οι θρησκείες που δεν κατανοούν την θεότητα προσωπικά, οι ανατολικές θρησκείες, ή την κατανοούν συγκεχυμένα, οι πολυθεϊστικές θρησκείες. Αυτό το οποίο θα προσπαθήσουμε να δείξουμε στην συνέχεια είναι το γεγονός ότι και οι δύο ομάδες απαντήσεων είναι ασύμβατες με τον σκληρό πυρήνα της επιστημονικής γνώσης. Δηλαδή με τα πέραν πάσης αμφισβητήσης στοιχεία που μας παρέχει η εμπειρική και επιστημονική γνώση του κόσμου μας.
Οι μονοθεϊστικές θρησκείες κατανούν τήν εμφάνιση του κακού σε δύο στάδια, αρχικά στον πνευματικό κόσμο και στήν συνέχεια στον φυσικό κόσμο και την κατανοούν ως μιά πτώση από μια αρχέγονη κατάσταση. Η κεντρική ιδέα είναι ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σχεδόν τέλειο, πάντως χωρίς οιασδήποτε μορφής κακό. Στην συνέχεια εξ αιτίας κάποιου «λάθους» ενός δημιουργήματος αλλάζει η τροπή των πραγμάτων και εμφανίζεται το φυσικό και ηθικό κακό και έτσι η δημιουργία εκπίπτει από την αρχική της, σχεδόν τέλεια, κατάσταση στην εξόχως προβληματική, αυτήν που παρατηρούμε σήμερα. Το λάθος αυτό το κάνει αρχικά ένα πνευματικό ον και παραμένει στον χώρο του πνεύματος, μέχρις ότου να βρεθεί ένα δεύτερο δημιούργημα το οποίο να επαναλάβει το λάθος και έτσι να ανοίξει η πόρτα ώστε να εισέλθει το κακό και στον αισθητό κόσμο.
Το δεύτερο αυτό δημιούργημα δεν είναι άλλο από τον πρώτο άνθρωπο. Αυτός διαπράτει το προπατορικό αμάρτημα και έτσι εισέρχεται το κακό στον αισθητό κόσμο, δηλαδή στο σύμπαν. Και οι τρείς θρησκείες στηρίζουν την σχετική τους διδασκαλία στο βιβλίο της Γένεσης της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι το ερμηνευτικό σχήμα διαμορφώνεται ως εξής. Ο Θεός δημιουργεί αρχικά τον φυσικό κόσμο, αυτό που καλούμε σύμπαν σε μια κατάσταση πλήρους αρμονίας και κάλους, ένα σύμπαν στο οποίο δεν υπάρχει φθορά και θάνατος και στην τελευταία φάση της δημιουργίας, δημιουργεί τον άνθρωπο ως βασιλιά του σύμπαντος. Ο άνθρωπος όμως διαπράττει την προπατορική αμαρτία με την υποκίνηση του ήδη “πεσμένου” πνεύματος και έτσι η αρμονία του σύμπαντος καταστρέφεται και ο ίδιος γίνεται θνητός και αρχίζει η τραγωδία της ιστορίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά το προβληματισμό μας δεν έχει καμμιά σημασία το πως θα ορίσουμε η θα κατανοήσουμε το προπατορικό αμάρτημα. Αυτό που συζητάμε είναι αν όντως υπήρξε ένα τέτοιο αμάρτημα που να είχε αυτές τις συνέπειες, της ανατροπής δηλαδή της συμπαντικής κατάστασης και κυρίως ενδιαφερόμαστε για τις συνέπειες, γιατί αμαρτήματα μπορεί να συμβαίνουν διαρκώς αλλά δεν καταστρέφουν την ισοροπία του σύμπαντος!


Ήδη ο στοιχειωδώς ενημερωμένος περί τα επιστημονικά αναγνώστης μπορεί να καταλάβει το πρόβλημα. Η αντίληψη ότι το κακό εισήλθε στο σύμπαν μετά από κάποιου είδους πτώση συνεπάγεται και απαιτεί μια αλλαγή κατάστασης του σύμπαντος και μάλιστα, εφόσον αναφερώμαστε σε κοσμολογικές χρονολογικές κλίμακες, στο πρόσφατο παρελθόν. Μια αλλαγή δε συγκλονιστικά ριζική. Στο μεν αρχικό σύμπαν δεν υπάρχει φθορά, άρα και αλλαγή, στην δε Γη δεν υπάρχει φυσικό κακό και εν τέλει θάνατος. Εντελώς πρόσφατα τα πράγματα αλλάζουν και υπάρχει πιά στο μεν σύμπαν εξέλιξη και στην Γη ο θάνατος. Όμως το σύμπαν στο οποίο ζούμε εκρήγνυται διαρκώς και με διαρκώς βιαιότερο και εντονότερο ρυθμό, μια έκρηξη που ξεκίνησε την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του και θα συνεχίζεται μέχρι της πλήρους αποσυνθέσεώς του. Το συγκλονιστικότερο όμως είναι ότι αυτή η έκρηξη συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, την βλέπουμε ιδίοις όμμασι να συμβαίνει, την έχουμε φωτογραφίσει σχεδόν στις πρώτες της στιγμές και την φωτογραφίζουμε σε όλα τα υπόλοιπά της στάδια, μέχρι τώρα. Πως λοιπόν είναι δυνατόν αυτό το εξαιρετικά βίαιο και εξελισσόμενο και ρευστό σύμπαν να μπορεί να ταιριάξει με τήν σταθερότητα, την αρμονία και ηρεμία του προπτωτικού σύμπαντος;


Από την άλλη πλευρά επίσης η παρουσία του θανάτου στον πλανήτη Γη είναι περισσότερο από εμφανής σε τεράστιο αριθμό ευρημάτων, από τα απολιθώματα μέχρι το περίφημο DNA που μας βεβαιώνει ότι η βάση της ζωής είναι η ίδια από τα πρώτα βακτηρίδια μέχρι τον άνθρωπο. Αν δεν υπήρχε θάνατος στην Γη πριν από την πτώση, τότε όλα αυτά τα απολιθώματα των οργανισμών και των ζώων που ζήσαν πολύ πριν εμφανισθεί ο άνθρωπος επί της Γης, τί είναι; Η δε περίφημη ανθρωπική αρχή που είναι τόσο αγαπητή σε όλους τους επιστημονικά υποψιασμένους θρησκευόμενους μας εξασφαλίζει ότι η κατάσταση του σύμπαντος, όπως την βλέπουμε τώρα, με φθορά και θάνατο, έχει τις ρίζες της στην πρώτη στιγμή της δημιουργίας. Είναι περισσότερο από σαφές λοιπόν ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε “πεσμένο”, μεταπτωτικό ήδη προ της πτώσεως! Αυτό σημαίνει ότι η πτώση ακόμα κι’ αν υπήρξε δεν είχε συνέπειες και επομένως η κύρια ερμηνευτική και θεολογική της λειτουργία είναι άνευ νοήματος. Ο άνθρωπος εφόσον ήταν πλασμένος από το χώμα αυτού του πλανήτη ήταν ήδη θνητός, γιατί ο θάνατος υπήρχε φυτεμένος στο χώμα αυτό πολύ πριν σχηματισθεί ο ήλιος, το ηλιακό μας σύστημα και τελικά η Γή. Αυτό ακριβώς μας λέει η ανθρωπική αρχή, που δεν είναι ένα θεώρημα, αλλά ένα σύνολο παρατηρήσεων που έχει να κάνει με μεγέθη του σύμπαντος. Η μόνη λοιπόν δυνατότητα να ήταν ο πρώτος άνθρωπος αθάνατος είναι να είχε δημιουργηθεί σέ άλλο πλανήτη κάποιου άλλου και απροσπέλαστου σε μας σύμπαντος.


Είναι πράγματι εκπληκτικό ότι έχει γίνει τόση προσπάθεια να αποδειχθεί η επιστημονική αξιοπιστία της Γραφής, χωρίς να προσεχθεί ότι αυτή η προσπάθεια πλήττει θανάσιμα την θεολογική της αξιοπιστία. Η παραδοσιακή λοιπόν ερμηνευτική του κακού, από τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες είναι μετέωρη, η πιό απλά λανθασμένη. Από το σημείο αυτό αρχίζει μια προσπάθεια κατασκευής εναλλακτικών σεναρίων, ώστε να σωθεί κάτι από την θεολογική αξιοπιστία της Γραφής. Όλα όμως αυτά τα σενάρια οδηγούν σε μεγαλύτερα αδιέξοδα η παραλογισμούς. Τουλάχιστον αυτά που μπορούμε να σκεφτούμε εμείς ή αντιληφθήκαμε να διατυπώνουν άλλοι. Αυτό που κάνει τα πράγματα πολύ πιό δύσκολα είναι το γεγονός ότι όταν αφήσουμε την απλοϊκότητα της παραδοσιακής κατανόησης πέφτουμε και στα προβλήματα της αρχής του ανθρώπου. Δηλαδή ποιός μπορεί να θεωρηθεί ως πρώτος άνθρωπος, το υποκείμενο δηλαδή του προπατορικού αμαρτήματος. Το πρώτο ανθρωποειδές, ο άνθρωπος του Neanderthal η ο Homo Sapiens; Η μήπως κάποιος σύγχρονος άνθρωπος; Ότι και να προτιμήσουμε οδηγούμαστε αργά η γρήγορα σε αδιέξοδο, χωρίς βέβαια να προσθέτουμε νόημα στην διήγηση.


Ακόμα κι’ αν ανακατασκευάσουμε πλήρως την παραδοσιακή κατανόηση και θεωρήσουμε ότι ο κόσμος πράγματι δημιουργήθηκε με φθορά και θάνατο και κάποια στιγμή δόθηκε η δυνατότητα μέσω μιάς δοκιμασίας ενός ανθρώπου ή καλύτερα ανθρώπινου ζευγαριού να μεταμορφωθεί σε ένα κόσμο χωρίς φθορά και θάνατο, πέρα των άλλων προβλημάτων που εμφανίζει το σενάριο αυτό, έχει να ξεπεράσει ένα καταλυτικό ερώτημα. Ξέρουμε ότι εκατομύρια ανθρώπων έχουν υποστεί, υποφέρει και υπομείνει τα πάνδεινα για σκοπούς υψηλούς ή και χαμηλούς. Πως λοιπόν το ζευγάρι αυτό δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που κάναν τόσα εκατομύρια άλλοι άνθρωποι, ασκητές άγιοι όσιοι και μάρτυρες, αλλά και στρατιωτικοί καί… κατάσκοποι ή εραστές! Ή λοιπόν ήταν ιδιαίτερα κακοί άνθρωποι, ο Αδάμ και η Εύα, ή δεν ενημερώθηκαν για το τι διακυβεύετο εκείνη την στιγμή… Πραγματικά μειώνουμε τόσο τον Θεό χωρίς να μπορέσουμε να δώσουμε νόημα στην πτώση, αφού το κακό ήταν ήδη δημιουργημένο, παρά μόνο για να περισώσουμε κάποια στοιχεία της ίδιας της πτώσης!


Η άλλη θρησκευτική ερμηνεία του κακού, αυτή της συνύπαρξης εξ αρχής του καλού και του κακού και μάλιστα στις μορφές που εκφράστηκε στις ανατολικές θρησκείες φαίνεται πιό ανθεκτική, η καλύτερα φαινόταν πιό ανθεκτική μέχρι πριν 1 με 2 χρόνια. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα το οποίο με τα σημερινά δεδομένα αποβαίνει μοιραίο και για την άποψη αυτή. Στον κόσμο μας δεν παρατηρούμε μια επικράτηση είτε του καλού είτε του κακού, αλλά θα λέγαμε μια μακροσκοπική ισορροπία. Αυτό σημαίνει ότι οι αντίθετες μεταξύ τους δυνάμεις έχουν βρεί ένα σημείο συνολικής ισορροπίας αν και τοπικά μπορεί να υπερισχύει η μία ή η άλλη.
Μιά τέτοια κατάσταση ισορροπίας μεταξύ αντιθέτων ή διαφορετικών παραγόντων είναι αυθόρμητη, δηλαδή επιτυγχάνεται χωρίς την επέμβαση τρίτων παραγόντων μόνο σε συστήματα που βρίσκονται σε σταθερή κατάσταση. Αν το σύστημα περιέλθει σε αστάθεια ή υποστεί ανατάραξη τότε η ισορροπία καταστρέφεται και χρειάζεται η δράση άλλων παραγόντων για να επανέλθει. Το καταλυτικά νέο στοιχείο που μας παρέχει η επιστημονική γνώση είναι ότι το σύμπαν δεν είναι σταθερό, αλλά εκρήγνυται και μάλιστα με μια βιαιότητα που με την πάροδο του χρόνου γίνεται διαρκώς μεγαλύτερη. Αυτό συνεπάγεται το ότι το σύμπαν είχε αρχή και θα έχει τέλος, δηλαδή αποκλείεται οριστικά το σενάριο, που ομολογουμένως έπαιζε αρκετά τα τελευταία χρόνια, αυτό δηλαδή των αενάων επαναλήψεων, των διαδοχικών δηλαδή εκρήξεων και συρικνώσεων του σύμπαντος.


Ήδη αυτό το γεγονός δημιουργεί σοβαρότατα προβλήματα στην θεμελιώδη θέση των θρησκειών αυτών, την αϊδιότητα δηλαδή του κόσμου, το ότι ο κόσμος δεν έχει αρχή ούτε τέλος. Όμως δημιουργείται και αδιέξοδο στο θέμα του καλού και του κακού, γιατί στο ρευστό και μεταβαλόμενο σύμπαν που ζούμε η μεταξύ τους σχέση παραμένει σταθερή, ακόμα και μετά την έντονα αποσταθεροποιητική δράση του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι είτε υπάρχει μια κρυφή συμφωνία μεταξύ του καλού και του κακού έτσι ώστε να μην επικρατεί με την πάροδο του χρόνο είτε το ένα είτε το άλλο, η ότι υπάρχει κάποιος ανώτερος παράγων που ρυθμίζει τα πράγματα. Η πρώτη εκδοχή ουσιαστικά ανάγεται στην δεύτερη που μας οδηγεί τελικά στην μονοθεΐα και έτσι πάλι το πρόβλημα του κακού παραμένει αναπάντητο.


Βλέπουμε λοιπόν ότι το γεγονός ότι ζούμε σε ένα κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που φανταζόντουσαν οι παλαιότεροι, σε ένα κόσμο μεταβαλόμενο που είχε μια σαφή αρχή και βαδίζει προς ένα τέλος, ακολουθώντας ένα δρόμο που αν και δεν βλέπουμε το τέλος του, όμως γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι είναι χωρίς επιστροφή, αλλάζει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο μας επιτρέπεται να προσεγγίσουμε το πρόβλημα του κακού. Στους προβληματισμούς και τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και μιά σειρά άλλων προβληματισμών και σκέψεων βασισμένους στα δεδομένα που μας παρέχει η βιολογία και η νευροβιολογία, τα οποία δημιουργούν νέα ερωτήματα αναφορικά με την φύση του ηθικού κακού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όταν στεκώμαστε στο έδαφος της θρησκείας μπορούμε να ξεπερνάμε τα όρια που μας βάζει η λογική. Όμως όταν θέλουμε να δώσουμε λογικές εξηγήσεις και να περιγράψουμε την φύση του κακού ή να εξηγήσουμε την αφετηρία του, τότε είμαστε και εμείς υποκείμενοι των κανόνων της λογικής, και τότε δεν μπορούμε να αγνοούμε τον πλούτον των γνώσεων που έχει συσωρευθεί τα τελευταία 100 χρόνια.


Αν τελικά δεν μπορούμε να βρούμε μια εξήγηση που να στέκεται δεν θα πρέπει να καταστρέψουμε την λογική μας δεχόμενοι παράλογες και αντιφατικές απόψεις ως λογικά συνεπείς, αλλά μάλλον να ταπεινωθούμε και να παραδεχθούμε το πεπερασμένο των δυνατοτήτων μας. Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να συλλάβουμε όλην την πραγματικότητα και να την εντάξουμε σε ένα ενιαίο σύστημα αρχών και ταξινομήσεων. Οι θρησκείες βέβαια γι’ αυτό υπάρχουν, για να δημιουργούν αυτό το πλαίσιο. Ίσως λοιπόν να μην έχουν άδικο όσοι ανήκουν στον σκληρό πυρήνα των θρησκειών και είναι τόσο επιθετικοί και αρνητικοί απέναντι στον σύγχρονο κόσμο. Ίσως διαισθάνονται τα αδιέξοδα στα οποία τους οδηγεί η αύξηση της γνώσης, αδιέξοδα που καθιστούν αναγκαίες τις αναθεωρήσεις, αλλά η πείρα της ζωής μας δείχνει ότι τις αναθεωρήσεις μπορούν να τις κάνουν μόνο οι περιφεριακοί, οι σκληροί πυρήνες αντιστέκονται όσο μπορούν για να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους.
Η ανάγκη της αισθητικής μας, μας οδηγεί στην απαίτηση να υπάρχει το καλό και το κακό ως δύο διαφορετικά και αντιθετικά στοιχεία. Αν χάσουμε την αίσθηση του καλού και του κακού αποπροσανατολιζόμαστε. Αυτό είναι όντως έτσι, το βιώνουμε στην ζωή μας. Όμως τίποτα δεν μας αναγκάζει να οντολογικοποιήσουμε αυτήν μας την ανάγκη. Πάντα μου έκανε εντύπωση ότι ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέει ότι πρέπει να παραδοθεί και να σταυρωθεί, αλλά ποτέ δεν λέει το γιατί, απλά αναφέρει το περίφημο «κατά τας γραφάς». Ίσως απλά μας φανερώνει την βαθύτερη υφή του κόσμου μας, που είναι σταυροαναστάσιμη. Ίσως το βαθύτερο ευαγγελικό μήνυμα να είναι αυτή η φανέρωση που είναι όντως λυτρωτική.


Σε όλα τα επίπεδα όμως το τοπίο γίνεται πολύπλοκο και ασαφές, ο κόσμος όσο τον γνωρίζουμε τόση μεγαλύτερη πολυπλοκότητα μας φανερώνει και η αρχαία ανθρώπινη απαίτηση για την απλότητα και την ενότητα αποδεικνύεται ένα μακρινό όνειρο. Μπορούμε βέβαια να προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε την ζωή μας στο όνειρο. Αν όμως μας αρέσει η πραγματικότητα και όχι το όνειρο τότε δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να αναπροσαρμόσουμε την κατανόηση που έχουμε για το κακό. Κανενός τύπου ερμηνεία του κακού, σαν αυτές που προσφέρουν οι χολυγουντιανές ταινίες δεν μπορεί να σταθεί. Στον κόσμο μας δεν υπάρχουν αυτόνομοι δαίμονες και άλλες αυτοδύναμες σκοτεινές δυνάμεις, που τρέφονται στην μεγάλη οθόνη από τις παιδικές ανασφάλειες των ανθρώπων.


Από την άλλη το κακό είναι ένα μυστήριο που δεν μπορεί να το χωρέσει ο νούς μας και γι’ αυτό θα πρέπει να παραιτηθούμε από την προσπάθεια να το περιγράψουμε κατά ένα γενικό τρόπο. Είναι ανάγκη να βρούμε τα σημεία ισοροπίας ανάμεσα στην πραγματικότητα του κακού που αναμφίβολα βιώνουμε στην ζωή μας και στην γενίκευσή της, στην οντολογικοποίησή της. Πρόκειται για κάτι φοβερό, ας πω ένα χαρακτηριστικά έντονο παράδειγμα. Πρέπει να έχω σαφή αίσθηση ότι εγώ δεν επιτρέπεται να σκοτώσω, είναι για μένα κακό. Όμως είναι δυνατόν για κάποιον άλλο να είναι το καλό να με σκοτώσει! Προτού κάποιος θυμώσει πολύ με την άποψη αυτή, ας σκεφτεί λίγο προσεκτικά και ίσως προσέξει ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Αν δεν είχαν έτσι, τότε δεν θα είμασταν εμείς εδώ για να προβληματιζόμαστε γι’ αυτά. Το ανθρώπινο είδος θα είχε εξαφανισθεί από προσώπου Γης.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here