Του Πατρός και του ιού

2
481

Όπως η τρέχουσα πολιορκία των συνόρων έθεσε με πάνδημους κι αναβαθμισμένους όρους το θέμα του «ανθρωπισμού», δηλ. πέραν της εμπορίας ή μιας ανοικονόμητης «δοτικότητας», εκπτωτικής όπως το μνημόσυνο με ξένα κόλυβα, έτσι και η επιδημία του κορωνοϊού απετέλεσε, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερη και πάνδημη πνευματική πρόκληση. Διότι, όπως πάντοτε οι επί του πρακτέου προκλήσεις, επανέθεσε ζητήματα μεταφυσικής αλλά και πολιτείας της κοινωνίας, φύσει μεν διαρκώς εκκρεμή πλην υπό αναγκαία αναδίφηση τουλάχιστον στις πανδήμως προκλητικές συγκυρίες.

Οι παρακάτω σκέψεις, μακράν του κομίζειν γλαύκαν ή πλήρωσιν, αποτελούν απόπειρα ελάχιστης ανταπόκρισης στην πρόκληση αυτή με επίγνωση της πενιχρής θεολογικής μου παιδείας.

1. Περί θαυμάτων

Προσωπικά πιστεύω στα θαύματα, έχω άλλωστε κι αποδείξεις κατά τη θετικιστική έννοια κι απαίτηση. Μία απ’ αυτές είναι ότι το γεράνι μου άνθισε, γεγονός το οποίο μπορώ να «εξηγήσω» ως ένα σημείο, όντας τυχαίως και γεωπόνος, ενώ όσο μακρύτερα κι αν πάνε οι συνάδελφοι των επόμενων γενεών στο άνθος θα χαμογελά το βιολογικώς ανεξήγητο. Διότι η πρώτη αρχή του θαυμαστού αυτού γεγονότος (προ) εκφεύγει της άνω ειδικής επιστήμης εμπίπτοντας στο χώρο της μείζονος νοητικής προσέγγισης των πραγμάτων, της Μεταφυσικής.
Φυσικά υπάρχουν μεγαλύτερα θαύματα. Ο ίδιος ο κόσμος ο μικρός ο μέγας. Κι εντός του όντα κατ’ εικόνα (δηλ.νοούντα) και ομοίωση (δηλ. κατά δυνατότητα τροπής του νοός και δι αυτής της όλης υπάρξεως προς τον αποκαλυπτικό εναγκαλισμό του κόσμου). Κι άλλα θαύματα των οποίων τον σχετικό χαρακτήρα προσδίδει όχι το ως άνω ανεξήγητο αλλά άλλου τύπου ανεξήγητο (πράγμα συχνά ιστορικής-γνωστικής φύσεως) όπως η σπάνις καθαυτή. Η σπάνις ως άνω-θρώσκουσα και υπέρλογη ρωγμή στο ελλόγως αναμενόμενο κι οπωσδήποτε στο ιστορικώς έλλογο.
Το κρίσιμο στα τελευταία αυτά θαύματα είναι η ίδια η σπάνις ως συρροή παραγόντων του Παντός, εύλογων ίσως, τουλάχιστον εν μέρει, εάν θεωρηθούν χωριστά ο καθείς. Ούτως ή άλλως όμως θαυμαστών στη σύνοδο και το συναποτέλεσμά τους, γεγονός που εκφράζεται και στην κοινή επίγνωση ότι τέτοια θαύματα δεν γίνονται κάθε μέρα. Ώστε εκτός των κοινών θαυμάτων των γερανίων, τα θαύματα τα καινά είναι σπάνια και τα σπάνια θαύματα συμβαίνουν σπανίως, κατ’ ελπίδα ίσως αλλά πάντως εκτός λυσιτελούς τελετουργικού πρωτοκόλλου, παρά την όποια μυστική δύναμη των τελετών και τους δικούς της μετοχικούς δρόμους. Μεθοδευόμενα εξακολουθητικά θαύματα χαρακτηρίζουν τις παγανιστικές μεταφυσικές όχι όμως την Ελευθερωτική Μεταφυσική. Ο πηλός ως οφθαλμιατρικό μέσον χρησιμοποιήθηκε θαυμαστά και σπάνια (άπαξ, ακριβέστερα, αν καλώς θυμούμαι) και μάλιστα απ’ την φερώνυμη κεφαλή των ιάσεων, τον Ιασούν. Του οποίου η θεραπευτική αυτή χάρις, στην ειδική συσκευασία του πηλού, μεταβιβάζεται σπανίως (κατά το θέλημα και την δικαίαν κρίσιν…) και μόνον σε μερικούς άξιους προς τούτο θνητούς, ενώ αντίθετα δωρίζεται σε όλους σε άλλη συσκευασία, αυτή του ομοιωτικού νοός. Δηλ. ως χάριτι δυνατότητα των δικών τους θαυμάτων, τουτέστιν κι ως δυνατότητα ειδικότερης επιστήμης.

2. Επιστήμη και παγανισμοί

Η ειδική επιστήμη αποτελεί ούτως δόσιν αγαθήν και δώρημα τέλειον, μέσα στα εκάστοτε ιστορικά της όρια, μέσα στα απόλυτα όριά της ως ανθρώπινης, μέσα στη δίκοπη χρήση της (όπως και του νοός) είτε για καλό είτε για κακό. Η επιστήμη είναι απολύτως ομόρροπη της ομοιωτικής μεταφυσικής και στοιχείο της ισχύος της, πάντοτε εντός αθληματικού κι εκτός τυφλοσουρτικού πεδίου. Η επιστήμη είναι του Θεού, ειδικότερα δε στην φιλόκοσμη χρήση της είναι του φιλόθεου κι εν χάριτι ανθρώπου. Καμμιά απολύτως αντίθεση δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ ανάμεσα σε φιλοθεϊα και ειδική επιστήμη. Εστω κι όταν οι ειδικότερες συγκυριακές «παραστάσεις» τους συγκρούονται καλώντας σε αμφί εμβαθύνσεις και κατανοήσεις, δηλ. σε εν οδώ ζωής αθληματικές ασκήσεις.
Υπάρχουν βέβαια αντίθετες εντυπώσεις, πχ. η δήθεν σύγκρουση Δημιουργίας και Εξέλιξης. Χωρίς να επεκταθούμε εδώ σημειώνουμε ότι, πέραν αστοχιών, παρερμηνειών κτλ. της εξελικτικής θεωρίας (τόσον στην προγενέστερη όσον και στη δαρβινική εκδοχή της) τη σχετική ευθύνη φέρει η ελλιπώς ομοιωτική μεταφυσική της εποχής, έστω υπό το ελαφρυντικό της «άμυνας». Διότι απέτυχε ορισμένως (κι οπωσδήποτε προσκαίρως, ως ήδη αρχίζει να φαίνεται) να αναλάβει το βάρος της ανά-ληψης και νοηματοδότησης των σχετικών επιστημονικών βημάτων και της «δημιουργίας» ακριβώς λόγω ελλιπούς ευ-δοκίας της, δηλ. λόγω αλλότριων παγανιστικών στοιχείων εντός της. Δεν είναι η ζώσα ομοιωτική μεταφυσική ο αντίδικος του Γαλιλαίου αλλά η παγανιστική κατάψυξή της.

Ο πραγματικός αντίπαλος της ομοιωτικής μεταφυσικής είναι όχι η επιστήμη αλλά η παγανιστική μεταφυσική του επιστημονισμού, η ειδωλολατρία της θετικοϋλιστικής επιστήμης, η αξίωση να συρρικνώσει και εγκλείσει σε δοκιμαστικούς σωλήνες τις αρχές του παντός και του αξιοβίωτου. Η αξίωση να υποταχθεί η πνευματικότητα και τα αξιακά επίδικα σε παγανιστικές υπερεκτάσεις και καπηλείες του «ορθού λόγου», να ταυτισθεί η οδηγός και υπό πνευματική αναζήτηση και καλλιέργεια αλήθεια με τα εκάστοτε κατακτήματα ή και παραπατήματα των εν ανάγκη οδήγησης ειδικών επιστημών. Να εκλείψει ουσιαστικά η ανάγκη μείζονος αναφορικού προσανατολισμού της ανθρώπινης ικανότητας, να «εξ-αντικειμενικευθεί» η ανθρώπινη πορεία κάτω απ’ τη λάμπα του μικροσκοπίου, να υποβιβασθεί ο άνθρωπος-υποκείμενο σε άνθρωπο αυτο-αντικείμενο, να παλινδρομήσει ο ομοιωτικός Homo sapiens σε αυτο-λοβοτομούμενον Homo instroumentalis. Να υποβαθμισθεί ο άνθρωπος σ’ ένα «έξυπνο-εφευρετικό ζώο» ικανό δήθεν δια μόνου του ορθού (?) λόγου και της ειδικής επιστήμης να κατασκευάσει πυρηνικά και ταυτόχρονα μέσα απ’ την ίδια αυτή «επιστημονική-αντικειμενική» διαδικασία να αποφασίσει τη χρήση τους ή και την κατασκευή ενός «εξυπνότερου» κι αυτόνομου απ’ τον ίδιο μηχανήματος «σωστών» αποφάσεων. Μια παγανιστική αυταπάτη αυτοτροφοδοτούμενη απ’ τον ίδιο τον αυτιστικό χαρακτήρα της παρά τις διαρκείς διαψεύσεις της στο πλήρες προκλήσεων κι αδιεξόδων βιοτικό πεδίο, διαψεύσεις στις οποίες αντιπαρατίθεται συγκαλυπτικώς κι ασυμμέτρως η πρόοδος των ειδικών επιστημών. Αυταπάτη τροφοδοτούσα και μια αντίπερα παγανιστική αυταπάτη που αντιλαμβάνεται ως εχθρό τις ειδικές επιστήμες, έστω όταν νομίζει ότι απειλούν ό,τι νομίζει ιερό και θεμελιακό μέσα στον ίδιο τον παγανισμό της, αντί του πράγματι εχθρού, της ως άνω αυτιστικής παγανιστικής ασυμμετρίας.

3. Η ιερότης του κοινωνείν εγκοσμίως

Φυσικά, το πράγματι ιερό δεν ορίζεται μεν με φυσικοχημικούς όρους αλλ’ ούτε άλλως πως στενώς, πχ. ως σύμβολο αντιποιούμενο το όντως ον ή ως έθος εν καταψύξει ή υπό άκαμπτα τελετουργικά ή υπό την συρρίκνωση πυρσευτικών δογμάτων στο λεκτικό τους αγγείο κοινώνησης, μ’ όλη τα στοιχεία ιερότητας που αυτά ενέχουν. Διότι το κρίσιμο μέρος της ιερότητας διαρκώς τα υπερβαίνει προς τη διαρκή «πλήρωσιν του νόμου» όπου και η μείζων διαφορά της ομοιώσεως από άσαρκες-ασώματες, ή «αλάθητες» ή κορανικές συνταγές. Η «μετά φόβου και πίστεως προσέλευσις» ως όντως μετοχική μυστηρίου ενέχει, όχι τυπικό ευσεβισμό ασφαλούς-ακίνδυνης πορείας κι ανταπόδοσης ούτε βέβαια στοιχεία που μπορούν να τεθούν υπό «επιστημονική» αμφισβήτηση, αλλά ένα αθληματικό (δηλ. από τυπική άποψη αβέβαιο) στοιχείο. Στοιχείο ευρύτερης ανιούσας-διανοικτικής οικονομίας των βιοτικών πραγμάτων εν παντί κι εν βασάνω, μη επιδεχόμενης προκρούστεια απλουστευμένες βεβαιώσεις στο όνομα μυστηριακών ή επιστημονικών θαυμάτων. Οπότε, η σχετική εκάστοτε μυστηριακή ολοκλήρωση και μετοχή, μαζί και η υπέρβαση των κινητήριων αποριών σε αναβαθμισμένη στάση, δεν είναι ούτε τελετολατρική, ούτε επιστημονολατρική. Κι ακόμα, παρά την προσωπική της διάσταση, δεν είναι ούτε όλως μοναχική ούτε όλως «λογιστική» αλλά κοινωνούσα, συντελείται δηλαδή στο πεδίο της κοινότητας και της εν αυτή συνεισφοράς των ετεροτήτων. Οπου αδελφοί μεν όλοι, από απλοϊκές γιαγιάδες έως φωστήρες της τρισηλίου κι από αμνοερίφια έως ποιμένες, όμως με τα ιδιαίτερά του ο καθείς δωρηθέντα έναντι αλλήλων φωτιστικά κ.α. βάρη.

Βεβαίως το όλο θέμα των συγκρουόμενων μεταφυσικών δεν εξανλείται σε παγανιστικές αυταπάτες διότι αυτές, παραλλήλως κι ακριβώς ως τέτοιες, διαχρονικώς διαμορφώνουν το πνευματικό πλαίσιο των πρακτικών-βιοτικών στάσεων. Φυσιολογικά έτσι η μεταφυσική του επιστημονισμού (όχι η επιστήμη) πλαισιώνει και τις μεγάλες απάτες και δυσαρμονίες σε βάρος των κοινωνιών όπως η προωθούμενη και βιούμενη κοινωνικοπολιτική και ψυχική αποσάθρωση. Αυτό όμως δεν αποτελεί λόγο ενίσχυσης αντίρροπων παγανισμών αλλ’ αντίθετα λόγο περαιτέρω ελευθερωτικών εμβαθύνσεων και στάσεων.

Το έργο αυτό βαρύνεται να επιτελέσει κι οδηγήσει η ίδια η πνευματικότητα, όχι εντός του ειδικού επιστημονικού πεδίου – δουλειά των εκεί «ειδότων» – αλλά ακριβώς επί του δικού της πεδίου. Δεν αφορά την απόρριψη των εκάστοτε επιστημονικών βημάτων ή ακόμα και δοξασιών αλλά της μείζονος παγανιστικής δοξασίας ότι την οδό ζωής εν παντί αποτελεί η ειδική επιστήμη και μόνον. Ακριβώς ενώ η επιστήμη αυτή διατηρεί βαρύνοντα και καλοδεχούμενο λόγο σε μεγάλη έκταση του πρακτέου, πέραν των διάφορων γιαχωβάδικων ορίων. Κάτι που δεν περιορίζει καθόλου το χώρο της πνευματικότητας αλλ’ αντίθετα τον εξωθεί σε δύσκολη και περαιτέρω περιχωρητική ανύψωση.

Βασική προϋπόθεση ενός τέτοιου πνευματικού αθλήματος, ιδίως σε συγκυρίες πάνδημων πνευματικών προκλήσεων, αποτελεί η παραίτηση από ποικίλα άκοσμα και παγανιστικά υποκατάστατα πίστεως, η παραίτηση απ’ την ασφάλεια των τύπων και την αξίωση αποφυγής διαρκών εγκοσμίων προκλήσεων του υπερκόσμιου.

4. Οικονομία εν απορία

Στις προκλήσεις αυτές ασφαλώς ανήκει ο πέριξ του δισκοπότηρου και του εκκλησιάσματος κορωνοϊός, ο οποίος θεία χάριτι έθεσε προσφάτως μείζον υπαρξιακό θέμα πανδήμως, ή αλλοιώς θέμα μετανοία και μεταλήψει καθάρσεων. Τόσον από του πονηρού επιστημονισμού αλλά, πρωταρχικώς κι ως προϋπόθεση, και από του εν τω πληρώματι κι εν τοις ποιμέναις παγανισμού. Όπως εκφράσθηκε προσφάτως, ρητώς ή εμμέσως, και στα περί το δισκοπότηρο.
Αν στο περιεχόμενο του δισκοπότηρου ο απλός συμβολισμός του «αίματος Κυρίου» αναβαθμίζεται μυστηριακώς σε οδό όντως μετάληψής του, το μυστηριακό στοιχείο αφορά όχι το εν ποτηρίω υγρό αλλά τη μετάληψη του «σώματος-νοήματος-σχέσεως» και μάλιστα όχι απροϋπόθετη κατά το ίδιο αυτό νόημα. Στις προϋποθέσεις της, μεταξύ άλλων, στοιχεία αυτοθυσίας μπορεί να είναι και θετικά κατά περίπτωση, στοιχεία όμως εν αλλήλοις οικονομίας των πραγμάτων στην ταπεινότητά μου φαίνονται απολύτως αυτονόητα. Ανοικονόμητο, εγωσωστικό, τελετοτελές, αδεές και φετιχιστικό μυστήριο δεν αποτελεί ομοιωτικό μυστήριο. Μάλιστα ενώπιον βοουσών και πάνδημων αναγκών οικονομίας, ιδίως δε ενώπιον επιχειρημάτων όπως τα διακινηθέντα.
Τα «χημικά» επιχειρήματα ότι το ασήμι του δισκοπότηρου κι η αλκοόλη του οίνου δρουν απολυμαντικά, έχουν, από άλλο δρόμο, πολύ μικρότερη αξία απ’ την «πίστη» όσων θεωρούν τη μεταλαβιά κάτι σαν μαγικό ζωμό του Αστερίξ, αφού αυτή η πίστη σ’ άλλες πλευρές της συνήθως έχει βάθη όπου δεν φτάνει η χημεία. Μικρότερη αξία έχει και η «βεβαίωση» ότι το άγιο περιεχόμενο του δισκοπότηρου είναι αυτονοήτως απρόσβλητο κι αμόλυντο ως «άκτιστο». Περιορισμένη αξία επίσης, για προφανείς λόγους, έχει και η άποψη ότι η σχετική αποστείρωση ή άλλη προστασία εξασφαλίζεται μόνον για όσους έχουν «πραγματική πίστη». Επιχειρήματα δε του τύπου ότι πρωταρχικό δεν είναι η υγεία ή η επιβίωση αλλά η «αληθής ζωή και σωτηρία» αποτελούν εν ολίγοις σοφίσματα αβασάνιστης κι άτοπης εδώ ηθικοβιοτικής ιεράρχησης.
Όλα αυτά, πέραν του ανεύθυνου έναντι της πανδημίας, ενισχύουν τον παγανισμό του επιστημονισμού ακριβώς εκθέτοντας τον δικό τους παγανισμό. Βέβαια, σε αντίθετη περίπτωση, αυτή της φρόνιμης στάσης, θα ήταν κανείς υποχρεωμένος είτε να ενδώσει ευθέως στην παγανιστική μεταφυσική του επιστημονισμού είτε να λειτουργήσει βαθύτερα ως πνευματικός οδηγός του απορούντος πληρώματος του έχοντος πάντοτε και την ανάγκη του δώρου της επιστήμης. Οπερ και μονόδρομος, έστω κι αν η όποια σχετική αδυναμία αναγκαστεί να καταφύγει στο εν απορία φρόνιμο «Θε μου σχώρα με». Αν και η «πραγματική» αίτηση θείας φώτισης περί τα σχετικά, δίνει πάντα μια λύση.

5. Πολιτεία – Εκκλησία – Ειδικοί

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο Μητσοτάκης κινήθηκε υπεύθυνα ως άρχων της πολιτείας. Αλλ’ όχι μόνον ως τέτοιος αλλά κι ως περαιτέρω οδηγός, των κυρίως πνευματικών τελούντων εν εκκωφαντική σιωπή ή παραφωνία μέχρι να καταλήξουν σε μια μασημένη, καθυστερημένη και συγχιστική απόφαση. Φυσικά κι ο Μητσοτάκης κινήθηκε στα φιλελεύθερα πνευματικά όριά του αφού η επίκληση της «πραγματκότητας», όπως έγινε εκ μέρους του, αποτελεί ορισμένου χαρακτήρα οντολογική κατάθεση. Την οποία ωστόσο σώζει, όσο τη σώζει, η αποστροφή του ότι «εδώ δεν κρίνεται η Πίστη…». Σε κάθε περίπτωση, ίσως και προς ανακούφιση πολλών εν δυσχερεία, έπραξε το κατά δύναμιν ως όφειλε.

Πέραν αυτού ο κορωνοϊός επανέθεσε, με πιεστικότερους όρους απ’ ότι σε προηγούμενες περιστάσεις, το ζήτημα των ορίων κι αρμοδιοτήτων πολιτείας κι εκκλησίας για να επαναληφθούν πέριξ τα γνωστά. Ότι η εκκλησία αποτελεί νόμιμο εντός του πολιτεύματος σύλλογο, ως κι αυτός των «φίλων των τηλεπωλήσεων», αρκεί να καίει «χωριστά» τα λιβάνια της εντός του εκάστοτε νόμου κι απέχουσα των περαιτέρω βιοτικών. Ότι η εκκλησία, ως οδηγός ζωής, οφείλει να λειτουργεί ως σταυροφόρος αγιατολάχ της σαρίας. Ότι ο «πλήρης χωρισμός» θα απαλλάξει την πολιτεία από μια αχρείαστη πνευματικότητα ή την πνευματικότητα (και τους εν αυτή διαγκωνιζόμενους, ρασοφόρους ή μη) απ’ την περίσφιξη της πολιτείας και της εν αυτή κοινωνίας. Ότι στα «κρίσιμα ζητήματα της πραγματικότητας» προηγείται η πολιτεία. Θέση που στάθηκε και η πλέον τίμια μέσα στην κραυγαλέα ελλειματικότητά της, καθώς διαστέλλει την πραγματικότητα απ’ την πνευματικότητα. Και καθώς τοποθετεί σχιζοειδώς κι εκτός βιοτικού τόπου τον πολιτικό και ταυτόχρονα πνευματικό άνθρωπο.

Απόλυτος διαχωρισμός Πολιτείας και Εκκλησίας είναι φύσει αδύνατος. Διότι η κοινωνία τελεί πάντοτε εν Πολιτεία και πάντοτε εν Πνευματικότητι, όποιες κι αν είναι αυτές, αφού ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικόν και φύσει θεούμενον ον. Το ποιά είναι η πολιτεία του και ποιός ο θεός του αποτελεί επόμενο (και κρίσιμο) ζήτημα. Όπως και η ανάγκη αρμονίας των δύο αυτών χαρακτήρων της κοινωνίας, η οποία αρμονία και επαφίεται τόσο στην πολιτεία όσο και στους πνευματικούς φορείς σε μια σχέση διαρκώς δυναμική, δηλ. εν μέρει συνεργική κι εν μέρει ανταγωνιστική. Είναι το ποιόν εκάστης πλευράς στην ίδια τους τη δυναμική συνύφανση που αποκρίνεται ή όχι στην αρμονία αυτή, την φύσει ανιούσα. Ακραίες περιπτώσεις αποτελούν τόσο μια πολιτικά υποταγμένη (δηλ. μια δήθεν) πνευματικότητα όσο και μια θεοκρατική πολιτεία. Οπου ο Καίσαρ επιβάλλει τον Θεό ή οι πιστοί ενός δόγματος τον καίσαρα. Ενώ και οι φιλελεύθερες «οριστικού συμβολαιακού τύπου» λύσεις ούτε απαντούν στο ζήτημα ούτε αντέχουν την ίδια την κοινωνική δυναμική, παρ’ ότι τα σχετικά «συμβόλαια» αποτελούν μια κάποια έκφραση των πάντοτε απαραίτητων κι αναπόφευκτων θεσμίσεων και παρ’ ότι σ’ αυτά μπορεί να σώζονται κατά περίπτωση κάποια στοιχεία αρμονίας όπως πχ. η ανεξιθρησκεία ή η προνομιακή σχέση μιας θρησκείας με το Εθνος. Διότι οι λύσεις αυτές είτε κατατείνουν στην επιβολή ενός «καθεστωτικά» επιλεγμένου θεού (πχ. θετικοϋλισμός, οικονομισμός κτλ.) είτε κατατείνουν σε διαχωρισμούς «αρμοδιοτήτων» όπου την «πραγματική ζωή» ορίζει ο Καίσαρ ενώ στην πνευματικότητα εκχωρείται το πεδίο των χωρίς βιοτικό περιεχόμενο δοξασιών, όσο αυτές θεωρούνται ανεκτές κατά συγκυρία (χώρα, εποχή κτλ).

Αν το «τα του Καίσαρος…και τα του Θεού…» ορίζει διαφορετικές όψεις του βιοτικού, ορίζει ταυτόχρονα τη συνάφειά τους. Όχι βεβαίως στατικά-κανονιστικά-κορανικά αλλά δυναμικά, δηλ. εν Εκκλησία κι εν Πολιτεία στη δυναμική τους σχέση. Οπου η εκκλησία κατά περίσταση αναλαμβάνει ίσως «αμεσότερο» πολιτικό ρόλο (πχ. ευλογώντας τα όπλα μιας εθνεγερσίας) ή καταφεύγει σε «πολιτικούς ελιγμούς» (πχ. οικονομώντας τα παιδευτικά σε συνθήκες «κρυφού σχολειού») κατά τα ίδια τα πνευματικά της κατακτήματα. Κατά τα οποία όμως επίσης οφείλει να κατανοεί πάντοτε την ανάγκη της πολιτείας. Μιας πολιτείας μη υποτελούς σ’ αυτή αλλά δια των μελών της κοινωνίας συγκροτούμενη κι εξελισσόμενη, των οποίων μελών-πολιτών οι βαθύτεροι και ευρύτεροι πνευματικοί προσανατολισμοί αποτελούν έργο της. Όχι αποκλειστικό, αφού ταυτόχρονα αυτό αποτελεί κι έργο της πολιτείας ή κι άλλων θεσμών και συλλογικοτήτων, αλλά έργο αθληματικά οδηγητικό εν μέσω όλων. Το πεδίο έτσι της εκκλησίας δεν ορίζεται «καθ’ ύλην» (αρμοδιότητα στον ά ή β’ ειδικό τομέα) αλλά κυρίως ως το αθληματικό πεδίο μιας οδηγητικής και γενικότερα προσανατολιστικής πνευματικότητας.
Αυτό καθόλου δεν απαλλάσει την εκκλησία, απ’ την ανάγκη «άμεσων-πρακτικών» θέσεων σε ζωτικά βιοτικά ζητήματα, θέσεων κατά περίπτωση σθεναρών κι ενδεχομένως σε σύγκρουση με τον όποιο καίσαρα. Θέσων όμως αθληματικά περιεσκεμμένων, με βαθειά ανά-ληψη των ίδιων των δογμάτων της, με βαθειά επίγνωση των διακυβευομένων κι επιπτώσεων επί του συνόλου του βιοτικού. Αλλά και με πλήρη επίγνωση των ευθυνών της πολιτείας και του αδιαίρετου της πολιτικής και πνευματικής υποστάσεως του πληρώματός της και της κοινωνίας.
Βεβαίως εδώ, κατά περίπτωση, όχι μόνον δεν αρκούν οι εύκολες «δογματικές» λύσεις ή η συναίρεσή τους με απαραίτητα κατά τα άλλα τελετουργικά και έθη, αλλά απαιτείται κι ορισμένη πολιτικότητα. Όχι ασφαλώς πολιτικαντισμός ή ειδικότερη πολιτική εμπλοκή ή πολιτική τακτική κτλ. αλλά πολιτική κατανόηση του κοινωνικού, κατανόηση της συμφυούς πολιτικής όψης και κίνησης της κοινωνίας. Πνευματικότητα χωρίς πολιτική διάσταση, δηλ. ακοινώτητη πνευματικότητα, είναι εγγενώς ανάπηρη πολύ δε περισσότερο όταν δεν έχει σχετική αυτογνωσία ή όταν θεωρεί ότι το όποιο φιλανθρωπικό έργο μπορεί να την αναπληρώσει. Οι καταχρηστικές συγκρούσεις ή συμπλεύσεις της εκκλησίας με την πολιτεία, ελλείψει ή διαστροφή πολιτικότητας, υπήρξαν πάντα πνευματικά και κοινωνικά ζημιογόνες δίπλα στη λαμπρή παρουσία της στην εθνική και κοινωνική ιστορία. Φυσικά, η πολιτικότητα δεν είναι κάτι απλό, άλλωστε οι ελλείψεις ή διαστροφές της είναι έντονες και στον ευρύτερο πνευματικό χώρο. Ώστε, η σχετική αυτεπίγνωση και οι αντίστοιχες προσπάθειες αποτελούν ανάγκη, μ’ όλη την κατανόηση των δυσκολιών αλλά και των αγκυλώσεων εδώ.

Σε κάθε περίπτωση η Πολιτεία έχει κύριο λόγο επί παντός βιοτικού, ενώ ο τυχόν ολοκληρωτισμός της ή αντίθετα η εξασφάλιση προσωπικού κι ετερωτικού χώρου αφορά το ποιόν της ως πολιτείας. Ομοίως οι πνευματικοί φορείς (κι όχι μόνον), κι εν προκειμένω η Εκκλησία, έχει ομοίως λόγο επί παντός του βιοτικού με τον αντίστοιχο ολοκληρωτισμό ή περιχωρητισμό της και την εν γένει περιεσκεμμένη οικονομία της να αφορά επίσης το ποιόν της. Το ίδιο ισχύει και για την ειδική-τομεακή επιστήμη, όπου στοιχείο της δικής της οικονομίας είναι πχ. η ορισμένη αποχή της σεισμολογίας από ιολογικά θέματα.
Και πάλι σε κάθε περίπτωση, την εκάστοτε θεσμισμένη και δι επιβολής γενικότερη οικονομία των όλων πραγμάτων έχει η συντεταγμένη πολιτεία, πάντα με υπ’ όψιν ότι σε τελευταία ανάλυση η σχετική εμπιστοσύνη ή μη επαφίεται «στον πατριωτισμό» των πολιτών, όλων κι ενός εκάστου.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποφασίζει η ιατρική τα υγειονομικά μέτρα αλλά η πολιτεία κατά τη δική της οικονομία και ιεράρχηση στην οποία βεβαίως κι αξιοποιεί τις προτάσεις των ειδικών της υγείας. Μαζί κι άλλων ειδικών, πχ. αυτών που μελετούν τις επιπτώσεις των όποιων υγειονομικών μέτρων στην παραγωγή, την άμυνα κτλ. κι εν τέλει και στην υγεία και τη βιοτή των πολιτών. Μαζί και τις θέσεις των πνευματικών φορέων, κατά το ποιόν της και το ποιόν τους. Κι εδώ, η πολιτεία κινήθηκε οπωσδήποτε σε υψηλότερα όρια απ’ αυτά των πνευματικών φορέων, όπως μεταξύ άλλων πιστοποιεί και η πολύπλευρη συμβολή του Τσιόρδα. Κυρίως δε αυτή πέραν της ιατρικής του συμβολής.

2 Σχόλια

  1. Εξαιρετικό σε βάθος και εύρος αντιληπτικών και γνωσιολογικών αναφορών.
    Με κατά «τόπους» δυσκολίες που αιτιολογούνται από τα Βάθη στα οποία κινείται.
    Μια πειστική εκ-δήλωση της Πίστης, άξια του Χριστιανικού Λόγου.

  2. Απο τα πιο δυσκολα κειμενα του Δ.Τ που εχω διαβασει.Αλλα,οπως λεει και φιλος πιο πανω ,ειναι και τα Βαθη στα οποια κινεται,μιας και το θεμα και λεπτο και δυσκολο ειναι.Παντως με ξανα-διαβασμα (κι οχι απλη αναγνωση),ανακαλυπτει κανεις ,σημαντικες επισημανσεις και διερευνησεις του αρθρογραφου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here