Τι ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον; (Ματθ. 19,16-26. Λουκ. 10,25-37)

0
225

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος      

 

«Και ιδού εις προσελθών είπεν αυτώ∙ διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον; Ο δε είπεν αυτώ∙ τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός. Ει δε θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς». Με αυτό τον τρόπο απαντά ο Ιησούς στον νεανία που τον πλησίασε ρωτώντας για την αιώνιο ζωή: «Γιατί με αποκαλείς αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός παρά μόνον ο Θεός». Ο Ιησούς δεν δέχεται την προσαγόρευση «αγαθός», και τούτο δεν το κάνει για να δείξει ταπεινοφροσύνη. Ο Ιησούς αναφέρεται σε μια πραγματικότητα που υπερβαίνει την διάνοια του ανθρώπου και την κατάσταση του κόσμου που κυβερνάται απ’ το κακό. Ο Θεός είναι η πηγή του αγαθού και κάθε αγαθότητας, και οι άνθρωποι γίνονται αγαθοί στο μέτρο της πραγματικής και αληθινής σχέσης τους με τον Θεό.

 Ο νεανίας απαντά με ευκολία και κομπορρημοσύνη  όσον αφορά στην τήρηση των εντολών, ακόμη και για την πιο δύσκολα εφαρμόσιμη απ’ αυτές, η οποία περιλαμβάνει όλες τις άλλες, το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν»: «Πάντα ταύτα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». ΄Εχει τηρήσει τις εντολές από μικρός. Είναι πιστός και φρόνιμος.  ΄Όμως, όπως φαίνεται, η τήρηση των εντολών δεν αρκεί. Ο Ιησούς ζητά μια στάση ρηξικέλευθη. «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι». «Δώσε τα πλούτη σου στους φτωχούς και ακολούθησέ με». Για να ακολουθήσει κανείς τον Χριστό θα πρέπει να τα αφήσει όλα πίσω του. Και το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι ο πλούτος και όσα συνδέονται μαζί του. Με τον πλούτο και τις δυνατότητες που προσφέρει, ολόκληρη η ψυχολογία του ανθρώπου μεταλλάσσεται. Η πλάνη του πλούτου με τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργεί, η δήθεν αυτάρκεια που χαρίζει και η περιχαράκωση σ’ αυτήν, ευρύνουν το κενό της ψυχής. «Η απάτη του πλούτου και αι περί τα λοιπά επιθυμίαι συμπνίγουν τον λόγον και άκαρπος γίνεται» (Μάρκος 4:19). «Οι δε βουλόμενοι πλουτείν εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας πολλάς ανοήτους και βλαβεράς» (Τιμοθ. Α΄ 6, 9). Οι ανεξέλεγκτες επιθυμίες πλάθουν έναν λαβύρινθο απ’ τον οποίον είναι αδύνατον κανείς να εξέλθει από μόνος του.  

Η παραίτηση από τον πλούτο και η άρνησή του, αποτελούν ουσιαστικά την άρνηση του μόνου θεού στον οποίο πιστεύουν οι άνθρωποι, κι αυτός είναι ο μαμωνάς. Η άρνηση του μαμωνά, και συνάμα των μεταμορφώσεών του, αποτελεί προϋπόθεση της στροφής προς τον Θεό και της ελπίδας μας σ’ εκείνον. «Ευκοπώτερόν εστι κάμηλον δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν». Είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από τρύπα βελόνας παρά άνθρωπος που πιστεύει στον πλούτο να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού. Και εύλογα οι μαθητές τότε ρωτούν: «Τις δύναται σωθήναι»;

Η παραίνεση του Ιησού στον νεανία να πουλήσει τα υπάρχοντά του και να τα δώσει στους φτωχούς αντανακλά το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Τούτο δεν πρέπει να το εκλάβουμε σαν μια «εντολή» που άπαξ και την εκτελέσει κανείς  κερδίζει ταυτόχρονα και την ουσία του περιεχομένου της. Το «αγάπα τον πλησίον σου», δεν μπορεί να τηρηθεί και να εφαρμοστεί ως εντολή που δίνεται έξωθεν ή άνωθεν, διότι η αγάπη ως επιβολή δεν δύναται να υπάρξει. 

Δεν δύναται να πραγματοποιηθεί με ανθρώπινες προσπάθειες. Είναι αδύνατο να αγαπήσει κανείς τον πλησίον του αν δεν ελαύνεται από το Πνεύμα του Θεού, αν μέσα του δεν ενυπάρχει το θεϊκό στοιχείο της αγαθότητας. Αυτή η κατάσταση περιγράφεται στην παραβολή του Σαμαρείτη που περιέθαλψε τον πληγωμένο (Λουκ. 10, 25-37):

«Και ιδού νομικός τις ανέστη εκπειράζων αυτόν και λέγων∙ διδάσκαλε τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω»; Και ο Ιησούς του απαντά: «Εν τω νόμω τι γέγραπται; Πώς αναγινώσκεις»; Κι εκείνος αποκρίνεται: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». «Τούτο ποίει και ζήση», ανταπαντά ο Ιησούς, αναφερόμενος έμμεσα  στο χωρίο του Λευϊτικού (18,5), «και φυλάξεσθε πάντα τα προστάγματά μου και πάντα τα κρίματά μου και ποιήσετε αυτά, ά ποιήσας άνθρωπος ζήσεται εν αυτοίς».

 Και ο νεανίας και ο νομοδιδάσκαλος διατυπώνουν την ίδια ερώτηση, και ο μεν νεανίας όντας πολύ πλούσιος δεν μπορεί να αφήσει τον πλούτο του, ο δε νομικός προκειμένου να δικαιολογήσει την παραπλανητική ερώτησή του προς τον Ιησού, τον ρωτά: «Τις εστί μου πλησίον;». 

Πώς μπορούμε να ορίσουμε τι είναι ο πλησίον; Είναι έννοια δεδομένη ή κάτι που πρέπει να ορίζεται κάθε στιγμή; Είναι ένα θεωρητικό σχήμα που περιλαμβάνει ανθρώπους με ανάλογες ιδιότητες και χαρακτηριστικά, ή είναι ο κάθε ένας που συναντάμε στο δρόμο μας; 

Στον δρόμο από την Ιερουσαλήμ προς την Ιεριχώ, ένας άνθρωπος δέχεται επίθεση από συμμορία ληστών. Τον χτυπούν, τον γυμνώνουν, και τον παρατούν μισοπεθαμένο. Πρώτα περνά απ’ εκεί ένας ιερέας και κατόπιν ένας λευίτης, άνθρωποι του Θεού και οι δύο για τους Ιουδαίους, πρόσωπα ιερά και περίβλεπτα, που πάντοτε πρόσεχαν μη μιανθούν. Τον βλέπουν και προσπερνούν. Μετά από λίγο περνά και ένας Σαμαρείτης με το ζώο του. Είναι, κατά τους Ιουδαίους, ένας αιρετικός, ένας μολυσμένος, που καλό θα ήταν να τον αποφεύγει κανείς. ΄Ομως ο άνθρωπος αυτός στέκεται βλέποντας τον χτυπημένο. Τον ευσπλαχνίζεται. ΄Ισως σ’ αυτόν να αναγνωρίζει τον εαυτό του, ότι κάλλιστα θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση του. Τον περιποιείται, καθαρίζοντας τις πληγές του με κρασί και αλείφοντάς τες με λάδι. Τον ανεβάζει στο ζώο του και τον πηγαίνει στο πρώτο πανδοχείο που συναντούν. Την επομένη μέρα αφήνει δύο δηνάρια στον πανδοχέα λέγοντάς του ότι πρέπει να φύγει, και ότι θα ξαναπεράσει και θα τον πληρώσει αν χρειαστούν και άλλα χρήματα. 

Ο Σαμαρείτης αναλαμβάνει τον χτυπημένο άνθρωπο σωματικά, τον παίρνει στην αγκαλιά του και δίνει χρήματα ώσπου να θεραπευτεί. Οι άλλοι δύο προσπερνούν χωρίς καν να τον αγγίξουν. Πιστοί στο γράμμα του Νόμου αδυνατούν ή δεν θέλουν να δουν τον άλλον άνθρωπο έτσι όπως είναι. Ο Ιησούς, ωστόσο, δεν τους κατακρίνει, δεν τους μέμφεται. Απλώς αφηγείται το συμβάν. Τέλος ρωτά τον διδάσκαλο του Νόμου: «Τις ουν τούτων των τριών πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι του εμπεσόντος εις τους ληστάς»; Ποιος φέρθηκε ως πλησίον σε έναν άνθρωπο που μισοπεθαμένος κείτονταν στον δρόμο έχοντας χάσει τα πάντα; Κι εκείνος του απαντά: «Ο ποιήσας το έλεος μετ’ αυτού». 

Ο πλησίον για τον πληγωμένο είναι ο Σαμαρείτης και για τον Σαμαρείτη ο πληγωμένος. Και οι δύο διδάσκονται την αγάπη, και πιο πολύ αυτός που έχει υποστεί τη βία, που τον έχουν ξυλοκοπήσει, κλέψει και γδύσει, αφήνοντάς τον καταπληγωμένο στη μέση του δρόμου. Την ώρα της εγκατάλειψης ένα άγνωστο χέρι έρχεται και τον σηκώνει, τον φροντίζει, και τον ελεεί. Ο πλησίον δεν είναι κάτι αφηρημένο, δεν είναι μόνο ο ομόθρησκος, ο συγγενής, ο ομοϊδεάτης, αλλά ο πάσχων, ο κατατρεγμένος, το αθώο θύμα. Τώρα πλέον είναι ξεκάθαρο ποιος είναι ο πλησίον, και ποια η στάση του ανθρώπου που θέλει να έχει ζωή αιώνια. Η συμπάθεια και η συμπόνια, ως έκφραση και ως περιεχόμενο της αγάπης δεν έχουν όρια, όπως δεν έχει και ο ανθρώπινος πόνος. 

 Ο Σαμαρείτης δεν απαιτεί την ευγνωμοσύνη του πληγωμένου, ούτε ζητά κάποιο αντάλλαγμα για την βοήθεια που του έδωσε. Ομιλεί με έργα στις στιγμές της απόγνωσης του κακοπαθημένου ανθρώπου, είναι ο συγκεκριμένος, συμπονετικός άνθρωπος που σώζει σιωπηλά από την καταστροφή. Η ευσπλαχνία δεν είναι απρόσωπη, και το πεδίο της εκδήλωσής της είναι κατά κύριο λόγο η ανθρώπινη σχέση και επαφή. Και ποια είναι η ελεήμων καρδία; «Είναι να καίγεται η καρδιά υπέρ όλης της κτίσεως, ήγουν υπέρ των ανθρώπων, και των πτηνών, και των ζώων, και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος». 

Η ρήση  του Ιησού, «ός εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος∙ ώσπερ ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20, 26-28), είναι η βάση της φιλαλληλίας, του ανώνυμου συνανθρώπου, πέραν καταγωγής, φυλής, θρησκείας, και κοινωνικής τάξης. Μια τέτοια στάση σημαίνει το χάσιμο του εαυτού. Δεν έχουμε εαυτό, και αυτή η απώλεια οδηγεί σε μια πληρότητα που δεν είχαμε διανοηθεί. Δεν βρισκόμαστε ούτε στο «εγώ» ούτε στο «εμείς». Ζούμε μέσα από τις ζωές των άλλων, και οι ζωές των άλλων είναι που προσφέρουν αυτή την πληρότητα. «Ος γαρ εάν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι απολέσει αυτήν∙ ος δ’ αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου σώσει αυτήν» (Μαρκ. 8, 35). Δεν υπάρχει σωτηρία ατομικής ψυχής, καθότι η ψυχή μας προσδιορίζεται από τον πλησίον, τον άλλον. Αν όντας ταπεινωμένοι, απογυμνωμένοι, ηττημένοι, δίχως πρόσωπο, παραδομένοι στην απόγνωση που μας διαλύει, ένας άλλος αναγνωρίσει σε μας την εικόνα του, αν μας δώσει πρόσωπο, αυτός ο άλλος είναι ο πλησίον μας και αυτός αναδιαμορφώνει την ψυχή μας. 

Σε κάθε πράξη προβάλλουμε πάντα τον εαυτό μας και ο άλλος γίνεται ο καθρέφτης όπου συνήθως καθρεφτίζεται ο ναρκισσευόμενος εαυτός μας. Ο εαυτός είναι το έσχατο είδωλο, είναι η αρχή και το τέλος της ειδωλολατρίας.

Με την ευσπλαχνία ωστόσο μπαίνουμε στη θέση του άλλου, και τούτο μας συνδέει μαζί του. Γι’ αυτό και η προτροπή είναι, «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», γνωρίζοντας ότι αφετηρία του καθενός είναι πάντα ο εαυτός του. Να ζει όμως κανείς μέσα από  τις ζωές των άλλων και να ανθίζει, μοιάζει με την αγάπη προς τους νεκρούς, που είναι η πιο ανιδιοτελής αγάπη. Ο νεκρός δεν προσφέρει κανέναν καθρέφτη για τον εαυτό. 

 

Νεανίας και νομοδιδάσκαλος ρωτούν τι να κάνουν για να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή. Η αιώνια ζωή δεν μπορεί να λογαριαστεί ως καρπός μόνο προσωπικού μόχθου και αγώνα, ή κάποιων κανόνων που αν τους ακολουθήσει κανείς θα την κερδίσει.  Χωρίς τη χάρη του Θεού που να διέπει τον προσωπικό μας πνευματικό αγώνα, η μετοχή στην αιώνια ζωή δεν είναι εφικτή, και η αιώνια ζωή γίνεται μια ονειροφαντασία. Η αιώνια ζωή είναι μέθεξη, και συνδέεται άρρηκτα με την αγάπη. 

Η αγάπη έχει χαρακτήρα απόλυτο. Τα όρια του πλησίον είναι απεριόριστα και κάθε άνθρωπος είναι ο πλησίον. Δεν υπάρχουν φραγμοί και διαχωριστικά τείχη. Αν ο χτυπημένος ήταν κάποιος που ανήκε στην τάξη των ιερέων και των λευιτών, ο ιερέας και ο λευίτης θα έσπευδαν σε βοήθειά του βλέποντας έναν όμοιό τους να υποφέρει. Ο Σαμαρείτης, τη στιγμή που χωρίς δεύτερη σκέψη σπεύδει να βοηθήσει τον πληγωμένο, δεν έχει καν εαυτό. Αντιθέτως ο ιερέας και ο λευίτης έχουν κάτι να προστατέψουν, την ιδιότητα ή την καθαρότητά τους απέναντι σε κάθε τι που θεωρείται μίασμα. 

  Ο Σαμαρείτης είναι ένας αιρετικός, ένας ξένος σε εκείνα τα μέρη, ένα απεχθές υποκείμενο για τους Ιουδαίους. Αυθόρμητα προβαίνει σε μια πράξη που είναι αξιοθαύμαστη, βοηθώντας έναν άγνωστο Ιουδαίο που το πιθανότερο ποτέ δεν θα γνώριζε, μήτε και το θύμα της ληστείας θα τον έβλεπε ποτέ. Παραδίδει τον κακοπαθημένο στα χέρια του πανδοχέα και αναχωρεί. 

«Πορεύου και συ ποίει ομοίως», λέγει ο Ιησούς κλείνοντας την παραβολή. Με άλλα λόγια, «Μιμήσου αυτόν που πορεύεται ως άνθρωπος της αγάπης». 

 

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here