Τι απέγινε η τέχνη με θετικό λυρικό πνεύμα;

2
752

Ο φίλος Κώστας Ζαρόκωστας με τον οποίο έχω εξαίρετες μνήμες συνεργασίας – χάρη σ’ αυτόν και τα κείμενά του κάναμε με τον Σπαθάρη και την “Ερση” τη παράσταση «Ο Καραγκιόζης στο Χρηματιστήριο» πριν 20 χρονια – είναι και εξαίρετος αφηγητής καθως διαπιστώνω τώρα με τις αναρτήσεις του για την Ευρυτανία.

Στα κείμενά του προσθέτει και ορισμένα έργα του Σπύρου Βασιλείου (1902-1995) με θέμα τη περιοχή, είναι αυτά της Συλλογής ΑΓΕΤ, ακουαρέλλες/τέμπερες (*) τα περισσότερα. Τον ευχαριστώ που μας τα θύμισε.

Είναι βέβαια σήμερα και μια εποχή κατάρρευσης των εικαστικών – έστω, επαναπροσδιορισμού και νέας εποχής/προοπτικής κλπ – που με έκαναν να συγκινηθώ με αυτά τα έργα του δημοφιλούς ζωγράφου.

Τόση ποιότητα σε λίγες μικρές ζωγραφιές! Η σύνθεση των σκηνών, οι έντεχνα λεπτεπίλεπτες αλλα και αυθόρμητες/”αθώες” ταυτόχρονα πινελλιές, το χρώμα που χοροπηδά πάνω στο φόντο σαν μπαλέτο, η συνολική ισορροπία, η δροσιά, η χαρά της ζωής «ευχαριστώ Θεέ μου για όσα είδαν τα μάτια μου» όπως έλεγε ο ίδιος μνημονεύοντας στίχους του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Ξεχασμένα όλα αυτά, κι εγώ που τα γράφω δεν ξέρω πώς να τα πω ώστε να μην εκληφθώ ως υπόλοιπο μεσοπολεμικής εποχής.

Ευγενής πρόθεσή μου είναι να ζητήσω να ξαναβρεί το σύγχρονο βλέμμα στη τέχνη τον λυρισμό και το θετικό πνεύμα και να μην μένει στα δεσμά της υποχρεωτικής γκρίνιας, του σκληρού ρεαλισμού και του αδιέξοδου ή: της ατέρμονης αναζήτησης νέων εκφραστικών τρόπων. Να, πχ η Ειρ. Κανά, η Βικ. Σταματοπούλου, ο Μαν. Χάρος, ο Γ. Χαδούλης είναι ζωγράφοι που το έχουν αυτό το πνεύμα που υποστηρίζω, χωρίς να είναι οι μόνοι, εννοείται.

Γιατί, αλήθεια, είναι απαραίτητα τόσο κακός ο λυρισμός και η ευχαριστηριακή διάθεση; Όσο κόπο κάνουν σήμερα οι καλλιτέχνες για να βρουν μια ακόμη ματαιότητα και δυστοπία στη ζωή και στη τέχνη, θα μπορούσαν να τον αφιερώσουν στο να δουν τη χαρά της ζωής και του λυρικού βλέμματος. Γιατί να μένουμε ακόμη στην μετατροπή της τέχνης σε ζητιανιά για συγκατάνευση ή παραλήρημα;

Ώς πότε; Δεν φτάνουν τόσες δεκαετίες, τόσοι χιλιάδες πίνακες και τόσος πνευματικός κόπος για να ειπωθεί όσα ένας περίπατος στα νεκροταφεία μπορεί να πει αμεσότερα και βαθύτερα;

Εγώ το χόρτασα το φαινόμενο και τον στασιμοπληθωρισμό του.

Αλλά και τρομάζω με το πόσο έχει εισχωρήσει και κάνει κατάληψη στη τέχνη η έμμεση πολιτική προπάγανδα, αυτή που θέλει να βλέπει τον κόσμο κακό κι ανἀποδο και αρνητικό ώστε να αναδειχθούν οι πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονται προγραμματισμένη βελτίωση και προστασία αδυνάτων.

Αυτή η πολλών δεκαετιών προπαγάνδα, μαζί με υψηλού φιλοσοφικού επιπέδου αλλά αρνητικές στη τελική πράξη θεωρίες σαν του Τ. Αντόρνο, έχουν ίσως διαβρώσει την διάθεση και τη νοοτροπία του μεγαλύτερου μέρους όλων των τεχνών. Καλλιτέχνης – ως υπόδειγμα γενικό – είναι πλέον κάποιος πονεμένος, αδιέξοδος, που δεν αρκείται στα δεδομένα εκφραστικά μέσα και ψάχνει πώς θα καταγγείλει αυτό το υποτιθέμενο δυτικοευρωπαικό πολιτιστικό τέλμα.

Σε παλιότερους αιώνες, υπήρχε, παρ’ όλα αυτά και μια αντιπρόταση μέσα στο έργο τέχνης, ένα φωτάκι στην άκρη του τούνελ που ενίσχυε τη θέληση και το όραμα. Τώρα – ακόμη – κάτι τέτοιο θεωρείται ξεπεσμός καλλιτεχνικός.

Ο Βασιλείου υπήρξε ο δημοφιλέστερος ζωγράφος στην ελληνική ζωγραφική – 5.500 έργα συνολικά, που του ζητήθηκαν – ακριβώς γι αυτό, διότι έδινε αξία στα ξεπερασμένα, στα ερείπια, ακόμη και στα σκουπίδια. Πολύ πριν το κάνει η ποπ αρτ και το γαλλικό νουβό ρεαλίσμ. Μόνο στον κάποτε βοηθό του Pavlos (Διονυσόπουλο) μετέδωσε αυτό το λυρικό πνεύμα, ο οποίος και διακρίθηκε στο Παρίσι κάνοντας κατασκευές με σκουπίδια χάρτινα απ’ το τυπογραφείο.

Αλλά αυτή η «ανάσταση» θεωρείται ενοχλητική, από την νοοτροπία που ήλθε και αντικατέστησε τον οπτιμισμό των «νοικοκυραίων» και των ταπεινών, με την αυταπάτη της θραύσης του κατεστημένου από τα νέα κοινωνικά κινήματα, τις νέες εικαστικές γλώσσες, κλπ κλπ.

Έχοντας μελετήσει και εκδόσει σε βιβλία το έργο και του Σπύρου Βασιλείου αλλά και του «σκληρού ρεαλιστή» Χρόνη Μπότσογλου, είχα μείνει έκπληκτος από την ομοιότητα των αυτοαναφορικών θεμάτων τους. Τον εαυτό του ζωγράφιζε συνεχώς ο Βασιλείου, το σπίτι του, τη ραπτομηχανή της μάννας του, τα παιδιά του κ.ο.κ., το ίδιο ακριβώς και ο Μπότσογλου. Αλλά δοξαστικά και τρυφερά ο πρώτος, και αποστασιοποιητικά/μπρεχτικά ο δεύτερος. Και ο Μπότσογλου όπως και ὀλοι οι άλλοι που διαδέχτηκαν τον Βασιλείου, τον μίσησαν, τον λοιδώρησαν, τον κατηγόρησαν κλπ για να κάνουν οι περισσότεροι ό,τι κι εκείνος αλλά με αντίστροφο πνεύμα.

Θυμήθηκα άλα αυτά που έζησα ως τεχνοκριτικός, ξαναβλέποντας αυτές τις ταπεινές σκηνές του χειμώνα στο Καρπενήσι από το χέρι του Βασιλείου. Έφτιαξε η διάθεσή μου.

Ίσως γιατί τριγυρνώντας τώρα με τον εγκλεισμό στους άδειους δρόμους, απά τη μια βλέπω ερημιά και προιούσα εγκατάλειψη αλλά την άλλη φαντασιώνομαι αισιόδοξα κάποια μελλοντική κίνηση και κόσμο να τρέχει για τις δουλειές του όπως παλιά, έστω και με νοοτροπίες που τυχόν δεν μου αρέσουν.

(*) Ο Βασιλείου είχε άριστη γνώση όλων των εικαστικών τεχνικών, εν προκειμένω δούλεψε το ακρυλικό χρωματικό μέσον εν μέρει με πυκνότητα τέμπερας και εν μέρει με αραίωση ακουαρέλλας.

(**) Στο κείμενό μου της ομαδικής έκθεσης ‘Νεα Εικονολατρεία’ αναλύω σε έκταση αυτό το φαινόμενο, συσχετίζοντας το αστικό γούστο με τη νοοτροπία των αρνητών του κλπ. Θα επανέλθω με προσεχή ανάρτηση εδώ στο FB.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Σπύρου Βασιλείου.

2 Σχόλια

  1. μεγαλα θεματα θιγετε. κυριε καμπουριδη. μεγαλα και απλα. κι αυτα ειναι η σχεση του απλου , καθημερινου ανθρωπου με την τεχνη. με την τεχνη που την προσεγγιζει οχι σε εκθεσεις και γκαλερι -ειναι πανακριβα τα εργα εκει – αλλα σε αφισσες , ρεπροντουξιον , καδρα απο τα μαγαζια της γειτονιας , κεντηματα . ναι κεντηματα. κεντηματα , που οι καλλιτεχνες, οι κριτικοι της τεχνης, οι αρχιτεκτονες, οι διακοσμητες εσωτερικου χωρου και τα … καταστηματα επιπλων περιφρονουν ως παρωχημενα σεμεδακια της γιαγιας. κι ,ομως , σημερα που μιλαμε , υπαρχουν πανω απο 50.000 γυναικες που κενταμε. κενταμε σεμεδακια για το σαλονι και την τραπεζαρια μας , καδρα για τους τοιχους. κενταμε , αντιγραφοντας παλια σχεδια, ΄κλεβοντας ΄΄ σχεδια απο το πιντερεστ, ξεσηκωνοντας σχεδια απο ξενα περοιδικα και τα λιγα ελληνικα που υπαρχουν στη χωρα μας. ποιος τεχνοκριτικος δεν εχει χλευασει το γερο με το τσιμπουκι, την κυρια με το βιβλιο στο χερι, την κυρια που κρυβεται πισω απο το δεντρο, που με ψιλοβελονιες στους τυππωμενους καμβαδες απο τα σχετικα καταστηματα , εχουν αναρτηθει σε τοιχους μικροαστικων σαλονιων? κανεις , ομως δεν σκεφτηκε να τυπωσει σε καμβα για κεντημα ενα βασιλειου, εναν φασιανο με τα ποδηλατα και τα μαντηλι να ανεμιζει, ακομα κι ενα μοραλη για τις πιο απαιτητικες. κι ομως τα ξενα μουσεια πουλανε κιτ με σχεδια μεγαλων ζωγραφων τους , με το υφασμα , τις κλωστες και τις βελονες. η αφενρτια μου προμηθευτηκα το μεγαλο κυμα του χουκοσαϊ ,γιατι με γοητευει . θα το αναδημιουργησω και θα το θεωρησω συνδημουργημα μου. εγω σας δινω μια διασταση λειτουργιας της τεχνης , που ισως ποτε δεν ειχατε σκεφτει. γιατι , στη χωρα μας , θαυμαζουμε τη λαϊκη τεχνη, οταν ειναι πια παρελθον και τη βαζουμε στο μουσειο . κι οχι οταν δημιουργει ακομα και σημερα , παρα την εξ υψους χλευη,

    • “Σταυρέ μου που σέ προσκυνεί η Γή κι’ η Οικουμένη, χάριζε εις τόν φίλο μου ζωή ευτυχισμένη”

      Θυμάμαι ακόμα ολοζώντανα – παράξενο πράγμα γιά μένα, μέ τήν “απολειπόμενη” μνήμη μου (διάβαζε:αμνησία) – τήν εικόνα / κέντημα / πίνακα τού Σταυρού, μέ τήν σάν λεζάντα περικοκλάδικη κεντημένη τήν αγάπη, εκτίμηση, φιλία, ευχή καί προσευχή συνάμα (ήταν όλ’ αυτά μαζί, σέ μιά συζευκτική πληρότητα, αδιαχώριστη καί απαράμιλλη στήν απλότητα καί γνησιότητά της), που κρέμονταν πάνω απ’ τό διπλό, σιδερένιο τών +γονηών μου κρεββάτι, τό ίδιο πάντα, από νυφικό μέχρι καί νεκροκρέββατο.

      Ήταν τό γαμήλιο δώρο πρός τόν πατέρα μου απ’ τόν καλύτερό του φίλο, τόν “θείο +Σίμο”.

      Καί δέν μπορώ ακόμα νά ξεχάσω τήν συγκίνησή μου κάθε φορά που τό βλέμμα μου ατένιζε τό τιμημένο αυτό, τό λαϊκότροπο καί φορτωμένο ψυχή καλλιτέχνημα, μέσα στήν απλή του κορνίζα, που δέν τού’ λειπε τίποτα, ούτε καί που χρειαζότανε τό οποιοδήποτε “πλουμίδι” παραπάνω.

      Καί ήταν η συγκίνηση απ’ τήν ανάμνηση τών γονηών μου που πέρασαν όλα τά ξημεροβραδιάσματά τους, μιάς ζωής ολάκερης, στήν σκιά καί προστασία, αλλά καί στό φώς καί τήν ομορφιά αυτού τού, αρχετυπικού γιά μένα, πίνακα, που ευλάβεια εικόνας ανέδυε καί ενέπνεε.

      Αλλά καί απ’ τήν αγαπητικότητα τού φίλου τού πατέρα μου, φίλου παιδικού απ’ τά χρόνια καί τά Μεγαλο-Σχολειά τής Πόλης, μιά είναι η Πόλη, που δέν θά μπορούσε νά είχε προσφέρει καλύτερο δώρο ζωής στήν χαρά τού νέου ζευγαριού.

      Αγαπητή Κυρία Αγγελική, που σάς “γνώρισα” εδώ, πάνω στά σχόλια τού “Αντίφωνου”, κι’ εσείς αγαπητέ μου Αρθρογράφε, τόσο ευαίσθητοι κι’ αισθαντικοί κι’ οι δυό σας, δεχθείτε, σάς παρακαλώ, τά θερμά μου συγχαρητήρια γιά τήν καρδιακή σας “κατάθεση” τών τόσο σημαντικών, απλών, απέριττων, γνήσιων πραγμάτων καί ποιοτήτων ζωής που μάς θυμίσατε, καί που αποπνέουν “οσμήν ευωδίας πνευματικής”.

      Καί είθε ο Σταυρός τού κάδρου νά χαρίζει καί σ’ εσάς “ζωή ευτυχισμένη”, μέσα στήν πληρότητα που εσείς οι ίδιοι τής δίνετε.

      Μέ τήν εκτίμησή μου / Μιχάλης

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here