Της Αγια Σοφιάς οι πόρτες

0
352

            Της Αγια-Σοφιάς οι πόρτες δεν ανοίγουν με κλειδιά

Μον’ ανοίγουν με λεβέντες, με ρωμαίικα σπαθιά [Παραδοσιακό]

Η κατανόηση του ζητήματος της Αγίας Σοφίας θα μπορούσε να προσληφθεί μέσω του ιστορικά επαναλαμβανόμενου σε βάρος της καιροσκοπισμού. Όπου βάσει του εκάστοτε πολιτικού προσανατολισμού της γείτονας χώρας, ανάλογα δηλαδή τον ιδεολογικό χαρακτήρα που φιλοδοξεί να εισαγάγει έκαστη πολιτική ηγεσία της, κοσμικό ή ισλαμικό, εργαλειοποιείται χρησιμοθηρικά μετατρεπόμενη σε μουσείο ή τζαμί, αντίστοιχα.

Θα μπορούσε να κουκουλωθεί, αφελώς μετατιθέμενο στη διάσταση της ψυχολογικής ή εξωτερικής ανάγκης, με μια διαρκή υπόμνηση της αποδείξιμης, ανεπανάληπτης, αλλά πρακτικά μη ρευστοποιήσιμης αδυναμίας των Οθωμανών και μετέπειτα Τούρκων όχι απλά να παράξουν πρωτότυπο πολιτισμό, αλλά και να διαφυλάξουν, να μην κανιβαλίσουν, να σεβαστούν, να αξιοποιήσουν ευρηματικά ή απλά να υποταχθούν, λόγω του μεγαλειώδους του χαρακτήρα, στον ήδη υφιστάμενο πολιτισμό που η ιστορική συγκυρία τους κληροδότησε.

Θα μπορούσε να διαφωτιστεί -αν όχι πλήρως, σίγουρα ικανοποιητικώς- από επιστημονικές αναλύσεις των όσων διακυβεύονται σε πολιτικό, διπλωματικό και γεωπολιτικό επίπεδο.

Θα μπορούσε να υποβαθμιστεί ή/και διασκεδαστεί στο αντάμωμα του κωμικού με το τραγικό, όσον αφορά στην ονοματοθεσία του «νέου» λατρευτικού χώρου ο οποίος, αν και ισλαμικός, διατηρεί το χριστιανικό του όνομα: Ayasofya Camii.

Θα μπορούσε να εγείρει -όπως ήδη συμβαίνει- απεχθείς εθνικιστικές κορώνες και αντεγκλήσεις, ένθεν κακείθεν του Αιγαίου Πελάγους, τόσο μα τόσο ξένες και πληγωτικές για το θρησκευτικό γεγονός. Όμως, τόσο η Ορθόδοξη Παράδοση όσο και η ίδια η νοοτροπία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εντός της οποίας γεννήθηκε και ευδοκίμησε η Μεγάλη Εκκλησία, στέκουν απαρεγκλίτως αντίκρυ από τούτους τους παραλογισμούς, καθόσον ανέκαθεν χάραζαν προσανατολισμό του βίου έχοντας ως μπούσουλα τον παύλειο λόγο: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ούκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ∙ πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού»[1].

Από την άλλη πλευρά, το ζήτημα δεν πρόκειται να συλληφθεί στις όντως διαστάσεις του, όσο το αρχιτεκτονικό θαύμα των Ανθεμίου και Ισιδώρου προβάλλεται μονομερώς στο ασφυκτικά περιοριστικό υλικο-τεχνικό του επίπεδο. Δεν πρόκειται, λοιπόν, να αποκαλύψει την ευρυχωρία του αν στους τοίχους της Αγίας Σοφίας, ως εξωτερική έκφραση της Ορθοδόξου Πνευματικότητας, δεν τοιχογραφηθούν νοητά τα δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων και της Πατερικής Παραδόσεως και ιδιαιτέρως εκείνο της Χαλκηδόνας[2].

Αδύνατον να θεαθεί το φρικτό του βάθος όσο δεν γίνεται ξεκάθαρο πως «η Μεγάλη Ιδέα δεν είναι η κατάληψι ενός χώρου αλλά η άνοδος σε ένα πνευματικό επίπεδο, το να αναχθούμε στο ύψος του ήθους της Αγια-Σοφιάς, στο ύψος της Ορθοδόξου θείας Λειτουργίας»[3].

Είναι αδύνατον να διερμηνευθεί δίχως στοχαστικό κάματο απάνω στο αγιογραφικό «χωρίς πάσης αντιλογίας το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται»[4]. Δίχως γόνιμο και θαρρετό προβληματισμό στο άραγε ποιας ανθρώπινης ελευθερίας συγκατανεύει ο Θεός. Ποιας αβουλίας καρτερά στωικά τη μεταστροφή της σε βούληση. Με ποιον τρόπο, ακόμη και μέσα από το κακό που υφίσταται μόνο ως ανθρώπινη επιλογή, δύναται να λάμψει η δικαιοσύνη Του.

«Ο μη συνάγων μετ’ Εμού, σκορπίζει»[5]. Πως προσδοκούμε να προσλάβουμε το μήνυμα του Μεγάλου Μοναστηριού, πως να το κατανοήσουμε, να το εγκολπωθούμε όταν το ζήτημα το προσεγγίζουμε αυτόνομα. Δίχως να υπηρετούμε την ένωση μας με τον Θεό και με το θέλημά Του.

Και πως να ορθωθεί επιχειρηματολογία πειστική, δυναμική, καίρια και ακέραια όταν το πρόταγμα διαιωνίζεται αδιευκρίνιστο. Τι επιθυμούμε, τι επιδιώκουμε, τι ζητάμε; Την διατήρηση της Εκκλησίας στην υφιστάμενη κατάσταση ως μουσείου; (Παρένθετη διερώτηση: Μήπως ως χώρος λατρείας απολάβει μεγαλύτερο σεβασμό από ότι ως τέτοιο;) Ή την άρση της αιχμαλωσίας της; Και στο τι εν τέλει συνίσταται η αιχμαλωσία της Αγια-Σοφιάς; Στο γεγονός ότι βρίσκεται σε ξένα εδάφη; Στο ότι περιβάλλεται από αλλόθρησκους πληθυσμούς; Στο ότι υπόκειται στις ορέξεις αφιλόξενων και ασταθών πολιτικών τακτικισμών; Ή στην αιώνια αδικία μη αποδόσεως χρήσης της, σύμφωνα με τους λόγους που τη δημιούργησαν. Δηλαδή στην απαγόρευση να λειτουργήσει ως χώρος φιλοξενίας «του νέου υπαρκτικού πεδίου, που εισάχθηκε στον κόσμο μετά τον Γολγοθά, την Ανάσταση και την Πεντηκοστή, που ονομάσθηκε Εκκλησία»[6]; Στο ότι στα μεγαλοπρεπή κτήριά της δεν πραγματώνεται -τουλάχιστον με φυσική παρουσία- το αντάμωμα της προσωπικής και της εκκλησιαστικής εμπειρίας, στην κοινή τους λαχτάρα να ενωθούν με τον Θεό δια Ιησού Χριστού εν Αγίω Πνεύματι;

Οι αναλύσεις μας πάντα θα υπολανθάνουν αν από τους επιβλητικούς της θόλους δε δούμε να μας νεύει η Πλατυτέρα των Ουρανών, η ουρανώσασα το γεώδες ημών φύραμα.

Οι ερμηνείες θα εκκρεμούν ατελέσφορες όσο αγνοούν και εξοβελίζουν τα εκκλησιαστικά κριτήρια, ως τα καθ’ ύλην αρμόδια να αποφανθούν. Όσο δεν θέτουμε ως κέντρο της ζωής μας τον Χριστό. Κέντρο κάθε κοινότητος το ναό. Κέντρο του Γένους μας ολόκληρου την Αγια-Σοφιά[7].

Όσο η καθολική της αποδοχή, ο οικουμενικός-πανανθρώπινος της προορισμός περιορίζεται στην αναγνώρισή της απλά ως μνημείο της UNESCO, όσο δεν διαυγάζεται από τη συνακτική καθολικότητα της Θείας Λειτουργίας και το μήνυμα ειρήνης και μεταμόρφωσης που κομίζει το Ευαγγέλιο, τόσο το ζήτημα της Αγια-Σοφιάς θα διαιωνίζεται ανερμήνευτο, η δυναμική της θα παραμένει ανεκμετάλλευτη.

Οι πόρτες που οδηγούν στην κατανόηση του ζητήματος της Αγίας Σοφίας δεν ανοίγουν με τα κλειδιά του πολιτικού ορθολογισμού και του γεωστρατηγικού παζαρέματος. Μήτε με διχοτομημένες συνειδήσεις που οδηγούν τον σύγχρονο άνθρωπο «σε κατάσταση σχιζοφρένειας, στην οποία πότε δέχεται το υπερφυσικό, για να μην προδώσει την πίστη του, και πότε αδιαφορεί γι’ αυτό, γιατί η καθημερινή ζωή του το επιβάλλει» [8].

Οι πόρτες της Αγια-Σοφιάς ανοίγουν με λεβέντες, κατά τον προσφιλή λόγο του αγίου γέρων Παϊσίου του Αγιορείτου και δη του πνεύματος. Ανοίγουν με ρωμαίικα σπαθιά, ήτοι τη ρομφαία της Αγίας Γραφής και της Πατερικής Παράδοσης. Με συνταρακτικές υπαρξιακές διερωτήσεις, όπως: αν η Αγια-Σοφιά είναι ο Οίκος μας, τότε γιατί εμείς βρισκόμαστε περιπλανώμενοι στη διασπορά, χωροταξικά μα κυρίως πνευματικά; Ή… πως επιζητούμε τη σύνδεσή μας με τον Οίκου του Θεού, όταν οι επιλογές της ζωής μας μας οδηγούν στην απόλυτη αποσύνδεση μαζί Του; κ.ο.κ.

Τέλος, οι πόρτες της ανοίγουν καθιστώντας οντολογικά μεθεκτό κάτι το αυτονόητο μα συνάμα λησμονημένο. Ανοίγουν αφού συγχρωτισθούμε ευχαριστιακά με αυτό καθαυτό το όνομα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ανοίγουν ερχόμενοι σε ελεύθερη συνέργια με την του Θεού σοφία. Την υπερφιλάνθρωπη, αγαπητική, δίκαιη και ξαφνιαστική.

Σημειώσεις

[1] Προς Γαλάτας 3:28.

[2] Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης, Το Άγιον Όρος και η Παιδεία του Γένους, Ι.Μ. Ιβήρων, 2003, σελ. 33.

[3] Αυτόθι, σελ. 35.

[4] Προς Εβραίους 7:17.

[5] Ματθ. 12:30.

[6] Vladimir Lossky, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 292.

[7] Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης, ο.π., σελ 32.

[8] Ιωάννης Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου, Η Κτίση ως Ευχαριστία, Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας, Εκδόσεις Πορφύρα, Αθήνα 2019, σελ. 25.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here