Τεχνοφεουδαρχία ή μήπως μονοπώλια νέου τύπου;

2
2109

Ορισμένοι, στην προσπάθεια τους να διαυγάσουν τις κοινωνικές σχέσεις της ψηφιακής οικονομίας, ισχυρίζονται ότι η οικονομία της γνώσης ωθείται προς μια νεοφεουδαρχική λογική απόσπασης υπέρογκων προσόδων, επενδυτικής ένδειας και μειωμένης ροπής προς καινοτομία. Η λογική αυτή απομακρύνεται από την καπιταλιστική τάση της αναζήτησης κερδών μέσω συνεχών επενδύσεων, σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Επιπλέον οι χρήστες του διαδικτύου είναι εγκλωβισμένοι σαν δουλοπάροικοι στις ψηφιακές περιοχές (domains) που ελέγχουν οι βαρώνοι της νέας τεχνολογίας.

Οι υποστηρικτές της άποψης περί επαναφεουδαρχοποίησης της οικονομίας τονίζουν ότι με την ανάδυση των τεχνολογικών κολοσσών ενισχύθηκαν κατά πολύ οι τάσεις συγκεντροποίησης και  μονοπώλησης των οικονομικών δραστηριοτήτων. Η μονοπώληση της γνώσης επιτρέπει, εξάλλου, τον   ασφυκτικό έλεγχο των διεσπαρμένων ανά τον κόσμο κρίκων (υπεργολάβων, θυγατρικών κ.λ.π) των αλυσίδων προστιθέμενης αξίας. (Οι αλυσίδες αυτές διασφαλίζουν την διεθνοποιημένη παραγωγή και διάθεση ενός ή περισσοτέρων προϊόντων ή υπηρεσιών).

Οι παραπάνω εξελίξεις κατέστησαν δυνατές μέσω αποφασιστικών πολιτικών παρεμβάσεων. Κορυφαία παρέμβαση αυτού του είδους ήταν η νομοθετική κατοχύρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας στις ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του 1980.Η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας επεκτάθηκε στην συνέχεια σε όλον τον κόσμο με την απειλή επιβολής εμπορικών κυρώσεων στους «απείθαρχους». Οι ανοιχτές αυτές εξωοικονομικές επεμβάσεις μοιάζουν να ενισχύουν εκ πρώτης όψεως τα επιχειρήματα των υποστηρικτών της άποψης περί τεχνοφεουδαρχικής μετάλλαξης της οικονομίας. Θυμίζουν την απειλή χρήσης βίας από τον φεουδάρχη για να διασφαλίσει την απόσπαση της γαιοπροσόδου.

Θα πρέπει να τονισθεί ότι, πέραν της μονοπώλησης της γνώσης, η νέα οικονομία αποσυνδέεται μερικώς από την παραγωγή, παύει δηλαδή να στηρίζεται στην παραγωγή μαζικών καταναλωτικών αγαθών, και στρέφεται στο εμπόριο και σε χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα (φούσκες ακινήτων, μετοχών κ.λ.π).Η πραγματικότητα αυτή είναι εντελώς διαφορετική από παρόμοιες, φαινομενικά, περιπτώσεις του παρελθόντος. Στην αποικιοκρατική Ολλανδία και μετέπειτα στην Μ. Βρετανία, από ένα χρονικό διάστημα και μετά, οι τράπεζες είχαν αποσυρθεί πράγματι από την εγχώρια αγορά. Συνέχιζαν, όμως, να επενδύουν μαζικά σε άλλα πιο δυναμικά αναπτυσσόμενα καπιταλιστικά κέντρα. Υπάρχουν και σήμερα δυναμικά αναπτυσσόμενες οικονομίες, μόνον που ορισμένες από αυτές, τουλάχιστον, δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο των δυτικών τραπεζών. Κλασικό παράδειγμα η Κίνα.

Ακόμη και αν δεχθούμε, λοιπόν, ότι έχουμε να κάνουμε με επαναφεουδαρχοποίηση της οικονομίας, αυτή δεν φαίνεται να αφορά τον πλανήτη στο σύνολό του. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια τεχνοφεουδαρχική μεταμόρφωση του καπιταλισμού αλλά μάλλον ενώπιον μιας ανάδυσης μονοπωλίων νέου τύπου. Οι τεχνολογικοί γίγαντες δεν είναι τεχνοφέουδα. Είναι μονοπώλια. Και δεν είναι φέουδα γιατί επενδύουν  επαρκή, σε ένα βαθμό, ποσά σε καινοτόμες δραστηριότητες. Πολλές από τις «ναυαρχίδες» του τεχνολογικού τομέα ξεκίνησαν την δραστηριότητα τους ως νεοφυείς επιχειρήσεις. Η άνοδός τους στην κορυφή είναι αποτέλεσμα συνεχιζόμενων επί έτη επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη καθώς και σε υλικές υποδομές. Ορισμένες μάλιστα, όπως η Amazon και η Uber, έγιναν μόλις πρόσφατα κερδοφόρες, μετά από αρκετά έτη ζημιογόνων χρήσεων.

Όσον αφορά, τώρα, το επιχείρημα των υποστηρικτών της άποψης περί επαναφεουδαρχοποίησης, σχετικά με τις εξωοικονομικές παρεμβάσεις που επέτρεψαν την ανάδυση των τεχνολογικών μονοπωλίων,είναι γνωστό ότι ο καπιταλισμός από τις απαρχές του δεν στηρίχθηκε μόνον στην απόσπαση υπεραξίας από την μισθωτή εργασία, αλλά και στην καταλήστευση των πόρων των χωρών της περιφέρειας του συστήματος, με την μεσολάβηση των  «κανονιοφόρων».

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα και δεν μπορεί να γίνεται λόγος για επαναφεουδαρχοποίηση προκύπτει ένα ερώτημα: Σε τι διαφέρουν τα μονοπώλια νέου τύπου από τα παλαιά που εμφανίσθηκαν στην διάρκεια της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (εξηλεκτρισμός κ.λ.π);Οι διαφορές μεταξύ αυτών των δύο τύπων μονοπωλίων εντοπίζονται στην έκταση της γεωγραφικής εξάπλωσής των καθώς και στην ύπαρξη ή μη ρύθμισης και ελέγχου των από το κράτος.

Πιο συγκεκριμένα, ένα δίκτυο ηλεκτρικού ρεύματος εξαπλώνεται γεωγραφικά στις περιοχές που είναι εγκατεστημένο το υλικό του κεφάλαιο (εργοστάσια, δίκτυο διανομής κ.λ.π) και τις περιοχές από τις οποίες αντλεί το εργατικό του δυναμικό. Ένα τέτοιο δίκτυο μπορεί να ρυθμίζεται και να ελέγχεται από τις τοπικές ή τις εθνικές αρχές και μπορεί ακόμη και να ανήκει ιδιοκτησιακά στο κράτος. Σήμερα, αντίθετα, τα τεχνολογικά μονοπώλια δραστηριοποιούνται σε παγκόσμια, συχνά, κλίμακα. Για τις χώρες προέλευσής των αποτελούν πολύτιμες εξαγωγικές επιχειρήσεις. Δεν υπάρχει προθυμία λοιπόν για καμιά κρατική εποπτεία και ρύθμιση των δραστηριοτήτων τους.

Ποιές είναι, όμως, οι κοινωνικές επιπτώσεις της μονοπώλησης της γνώσης; Σημειώνεται καταρχήν διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και των ανισοτήτων μεταξύ περιοχών της ίδιας χώρας ή μεταξύ των χωρών του κέντρου του συστήματος και της περιφέρειάς του. Οι ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες τείνουν επίσης να συγκεντρώνονται κοντά στα επιτελεία των τεχνολογικών γιγάντων και των εταιρειών που ηγούνται των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας. Θα πρέπει να τονισθεί τέλος ότι η μονοπώληση της γνώσης διατηρεί συμβιωτική σχέση  με την χρηματιστικοποίηση της οικονομίας. Οι τράπεζες προτιμούν να χρηματοδοτούν υπερβαλλόντως τα τεχνολογικά μονοπώλια με τα σίγουρα υπερκέρδη και είτε υποχρηματοδοτούν ή ακόμη και αφαιμάσσουν τις κλασσικές βιομηχανίες που παρουσιάζουν περιορισμένα και αβέβαια κέρδη. Συνολικά τα μονοπώλια διασφαλίζουν σαφή προστασία για τις δραστηριότητές τους ενώ σχεδόν όλο το υπόλοιπο κομμάτι της οικονομίας ατροφεί και αφήνεται στην τύχη του. Δεν είναι παράξενο που οι deplorables των παλιών βιομηχανικών κέντρων των ΗΠΑ ψηφίζουν Τραμπ ενώ η Silicon Valley και οι βορειοανατολικές πολιτείες Μπάιντεν.

Η καταφυγή στην ρητορική περί επαναφεουδαρχοποίησης δεν φαίνεται να συμβάλλει στην διαύγαση του ζοφερού, έτσι και αλλοιώς, παρόντος και του δυστοπικού μέλλοντος των δυτικών οικονομιών. Η μετατόπιση της προσοχής από τις τρέχουσες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις σε μάλλον ευφάνταστες παρομοιώσεις των με τον φεουδαρχισμό συσκοτίζει το πρόβλημα και δείχνει πνευματική αδυναμία.

Πηγές

Regional income disparities, monopoly and finance. By Mariam Feldman,Frederic Guy and Simona Immarino.Cambridge journal of regions,economy and society.2022,14,25-49.

Critique of techno-feudal reason.By Evgeny Morozov.New Left Review. 133/134. Jan Apr 2022.

Scouting capital s frontiers. By Cedric Durand. New Left Review.136, July Aug 2022.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Απαγόρευση”_8, 1975) είναι έργο του Κωνσταντίνου Ξενάκη.

2 Σχόλια

  1. Αγαπητέ Κοροβίνη
    Χαίρομαι με την ανάδειξη της σχέσης σύγχρονης τεχνοεπιστήμης – οικονομία -κοινωνία, που τόσο λίγο έχει ανιχνευθεί στο τόπο μας (ας προσθέσω ότι το θέμα είναι καίριας σημασίας και για την θεολογία και την Εκκλησία μας).
    Το κείμενό σας, όσο το κατανοώ, δίνει έμφαση στην ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ, με βάση τις διαφορετικές μορφές οικονομικών σχέσεων φεουδαρχίας -καπιταλισμού, τονίζοντας τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του. Ωστόσο, ο καινούριος θαυμαστός κόσμος, ως γενικότερα κοινωνικό φαινόμενο, χαρακτηρίζεται (από αφανή σε πρώτη όψη), τάση υποταγής της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, που θυμίζει, υπ’ αυτή την έννοια, περισσότερο την φεουδαρχία.
    Υποθέτω ότι δεν θα διαφωνούσατε.
    Με εκτίμηση π. Γεώργιος Αναγνωστόπουλος

  2. Το φαινόμενο της μονοπώλησης της γνώσης εξετάζεται στο παρόν άρθρο από αμιγώς οικονομική σκοπιά. Από ανθρωπολογική σκοπιά, όμως, και στα πλαίσια της κατάτμησης του μεταμοντέρνου ατομικού υποκειμένου σε δέσμη αλληλοσυγκρουόμενων επιθυμιών, που χειραγωγούνται από την εμπορική διαφήμιση και το πολιτικό μάρκετινγκ, μπορεί να γίνει όντως λόγος για κολεκτιβιστική υποστροφή, για κάτι σαν τεχνοφεουδαρχία.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here