Τεχνητή νοημοσύνη και Γλώσσα

1
988

Η αίσθηση που επικρατεί και η φήμη που διαχέεται είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη σκοπεί στην κατασκευή ανθρωπόμορφων ρομπότ, δηλ. μηχανών με ανθρώπινες ιδιότητες και δυνατότητες. 

Η αλήθεια όμως είναι ότι πρωτίστως σκοπεί στην κατασκευή ρομποτόμορφων ανθρώπων, δηλ. προσώπων με έναν καθαρά μηχανιστικό, ολοκληρωτικά προβλέψιμο, ισοπεδωτικά ομοιογενή και εν πολλοίς ετερόνομα καθορισμένο “τρόπο”: τρόπο του οράν, του σκέπτεσθαι, του πράττειν • συνεπώς, λοιπόν, στην κατασκευή ενός ανθρωπολογικού μοντέλου πόρρω απέχοντος από το ομηρικό “πολύτροπον”.

Διόλου τυχαία, το παγκόσμιο project της τεχνητής νοημοσύνης αντιπαλεύει σε σημαντικό βαθμό, μεταξύ άλλων, και την γλωσσική ανάπτυξη. Η γλώσσα χτυπιέται μεθοδικά και ανελέητα:

Τόσο μεν ως κοινωνικό γεγονός σχέσης, που υπηρετεί πρωτίστως την συν-εννόηση επί τη βάσει της συμβολικής λειτουργίας των σημαινόντων κατά την πάλη να αποδοθεί το σημαινόμενο («… φύσει τῶν ὀνομάτων οὐδέν ἐστιν, ἀλλ᾿ ὅταν γένηται σύμβολον…», Αριστοτέλης), δοθέντος ότι οι λέξεις λειτουργούν πρωτίστως ως σύμβολα, προκειμένου να παραπέμψουν σε κοινωνούμενες εμπειρίες της πραγματικότητας, και, συνεπώς, ως αφορμές κοινωνίας, δηλαδή επικοινωνίας και εν τέλει μοιράσματος της ζωής,

όσον δε και ως αυστηρά προσωπικός συντελεστής λογικής συγκρότησης του ανθρώπινου υποκειμένου, καθώς, όπως αποφθεγματικά υπενθυμίζει ο Βιτγκενστάιν, «τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου».

Η δε έκπτωση της γλωσσικής εκφραστικής, ως αποτέλεσμα της μεθοδικής υπονόμευσης του εν γένει γλωσσικού γεγονότος, επάγεται αναπόφευκτα και την έκπτωση και της δυνατότητας διάκρισης ποιοτήτων • και η παιδεία συνάπτεται ακριβώς προς «την ικανότητα του προσώπου να προβαίνει σε ολοένα και πιο λεπτές διακρίσεις», όπως με ιδιαίτερη οξυδέρκεια επισημαίνει ο Καθηγητής Ψηφιακής Τεχνολογίας, Τζέιμς Μάσεϊ.

Είναι δε απολύτως εμφανές: Χωρίς επαρκή συγκρότηση λόγου, βαθμηδόν αποστερούμαστε και αυτής της λογικής μας ικανότητας, ήτοι της δυνατότητάς μας να αναγνωρίζουμε – διακρίνουμε την ουσία κάθε φαινομένου υπαρκτού, την υπαρκτική του ταυτότητα, το στοιχειώδες αντικειμενικό του μέγεθος, δηλ. τον λόγο του • συνακόλουθα δε όσο και επίσης απολύτως εμφανώς, ολίγον κατ’ ολίγον φθίνει και η δυνατότητα διατύπωσης ουσιώδους αντιλόγου, κατ’ αποτέλεσμα δε και αυτής της διεξαγωγής διαλόγου.

Συναφώς, η γλωσσική έκπτωση υπονομεύει και την δυνατότητα επαρκούς και, συνεπώς, γόνιμης ακρόασης, μέσω της κατά τα ανωτέρω συρρίκνωσης της δυνατότητας σύλληψης των λεπτότερων αποχρώσεων της γλωσσικής σήμανσης, ώστε, κατ’ αποτέλεσμα, να ομαδοποιούνται και να τσουβαλιάζονται ευκολότερα -βούτυρο στο ψωμί της προπαγάνδας- διακριτές έννοιες και σημασίες, ενίοτε δε και αναλόγως της αρεσκειας ή της απαρέσκειας προς τον πρόσωπο του σχετικώς δηλούντος.

Στο καταθλιπτικό σύγχρονο ψηφιακό μας σύμπαν προωθείται μετ’ επαίνων μια ακοινώνητη και απελπιστικά αδιαφοροποίητη ατομικότητα, μονότροπα προσανατολισμένη στην διαβίβαση απλοποιημένων εντολών και παραγγελιών προς μαζική παραγωγή και κυρίως κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών, με βασικά εργαλεία τα προειλημμένα πεδία, τις προδιατυπωμένες φόρμες και το σύστημα των πολλαπλών επιλογών.

Τα εν λόγω εργαλεία:

αφ’ ενός μεν καταπνίγουν τόσο μεν την δυνατότητα διαμόρφωσης και ανάπτυξης μιας προσωπικής γλωσσικής εκφραστικής όσον δε και -πριν ακόμη και από αυτήν- την δυνατότητα ελεύθερης και προσωπικής σύλληψης και πρόσληψης περισσοτέρων -εκ των έξωθεν προτεινομένων- δυνατών εκδοχών του πραγματικού,

αφ’ ετέρου δε εισάγουν και εκπαιδεύουν τον νου στον μονόδρομο μιας αντίληψης περί της ύπαρξης μίας, μόνης και αποκλειστικής «ορθότητας», στεγανά και οριστικά οριοθετημένης από μια κυρίαρχη εξουσία, δημοσίας ή ιδιωτικής αναφοράς, και δη όχι μόνον κατά το περιεχόμενο της καθ’ εαυτό αλλά και τόσο μεν ως προς τον τρόπο της διατύπωσής της όσον δε και αναφορικώς με την συλλογιστική πορεία, που φαίνεται να άγει προς αυτήν (την ορθότητα).

Αντιθέτως δε, η γλώσσα -πόσω δε μάλλον η ελληνική με τον ασύλληπτο πλούτο εννοιών, νοημάτων και εκφραστικών δυνατοτήτων- δύναται να οικοδομεί κάτι πραγματικά θεμελιώδες για την κατά φύσιν και κατά λόγον ανάπτυξη του ανθρώπου, ως κοινωνικού και πολιτικού όντος:

Μια προσωπική ετερότητα όχι απλώς επικεντρωμένη στη απλή διαβίβαση τυποποιημένων εντολών και παραγγελιών στο πεδίο των χρειωδών ενός πλήρως αποχρωματισμένου βίου, εγκλωβισμένου σε έναν τετράγωνο ρεαλισμό, αλλά προσανατολισμένη, όσον αφορά την γλωσσική διάσταση, στο πανηγύρι του αθλήματος των άμεσων σχέσεων κοινωνίας • εκεί, όπου η επίθεση της σφραγίδας της προσωπικής ετερότητας σε κάθε πεδίο της ατομικής έκφρασης συνάπτεται αιτιωδώς προς την χαρά και την αληθινή πρόοδο που δύναται να κομίσει το στοιχείο της έκπληξης και του απρόοπτου, του αναπάντεχου και του αστάθμητου, στην πορεία για την ανακάλυψη του ήδη γεγεννημένου, την γονιμοποίηση του νέου ή και αυτήν ακόμη την χαρισματική αποκάλυψη του αιωνίου όντος, μέσα στο δυναμικό συνεχές της «σχέσης» με τα πρόσωπα και τα πράγματα και έξω από το θανατηφόρα στατικό και ασφυκτικά προκαθορισμένο πεδίο της «σύμβασης».

«Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα. Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.», λέει ο Ελύτης.
Και πώς να αγαπήσεις ό,τι δεν μπορεί καν να γεννηθεί, γιατί ανήκει σ’ έναν κόσμο ήδη νεκρών σχημάτων, προειλημμένων συμβάσεων και απελπιστικά επαναλαμβανόμενων μοτίβων ενός και του αυτού ετερόνομα υποβαλλομένου και επιβαλλόμενου “τρόπου”; Ποιά έκπληξη δύναται να προκύψει και ποιά γόνιμη ποιότητα να αναφανεί σ’ ένα πνιγηρό περιβάλλον ανατριχιαστικής ομοιογένειας, η οποία και θεμελιώνεται ιδεολογικά στην προβαλλόμενη ανάγκη αντικειμενικοποίησης πλείστων όρων του κοινωνικού γεγονότος σύμφωνα με τους όρους και ιδίως τα μέτρα που επιβάλλει ο σύγχρονος Προκρούστης: ο “ορθολογισμός” της απόλυτης προτεραιότητας της χρησιμότητας, της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας όσο και, βεβαίως, της ταχύτητας;

Σε αυτό το πλαίσιο, μόνη εφικτή κατάκτηση μοιάζει η όποια χαρά ζωής δύναται να κομίσει μόνη η (υπερ)κατανάλωση και δη η αποκομμένη από την προοπτική της ουσιώδους (εν)αλλαγής παραστάσεων, η οποία και μοιάζει να καταργείται ως συντελεστής της πραγματικότητας, ώστε, κατ’ αποτέλεσμα, να φτάνει να καταργείται και αυτή η αίσθηση του Χρόνου, συνεπώς δε και το όνειρο και το όραμα, η πείνα και η δίψα • για να εγκαθιδρυθεί, αντιθέτως, η μονοτροπία μιας απολύτως πεζής και ισοπεδωτικής του ανθρωπίνου προσώπου καθημερινότητας, από την οποία και εξοβελίζεται το στοιχείο της ποίησης, δηλαδή της δημιουργίας.

Αυτό το πολιτισμικό παράδειγμα δεν αποπνέει παρά οσμή ολοκληρωτισμού. Ανείπωτα βάρβαρου αλλά -φεύ- και εντυπωσιακά ανεπαίσθητου. Η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης και η οικοδόμηση ενός νέου ψηφιακού κόσμου κατατείνει όχι απλώς στην υποδούλωση αλλά και σε αυτήν την ουσιαστική κατάργηση του φυσικού εαυτού μας. Δεδηλωμένος, άλλωστε, στόχος: ο Μετα-Άνθρωπος.

Ωστόσο, τα πάντα παραμένουν ακόμη ανοιχτά και βρίσκονται μπροστά μας. Και η αλήθεια είναι πως μάς χαρίζονται μεγάλες ευκαιρίες συνειδητοποίησης: πρωτίστως δε, το μεγάλο σχολειό του πόνου. Εκεί όπου καλείσαι να σπουδάσεις τον πυρήνα του είναι σου • για να γίνεις αυτό, που πράγματι είσαι. Και όχι η μεταλλαγμένη εκδοχή του.

*Συμβολαιογράφος Πειραιώς, Μ.Δ. Εμπορικού Δικαίου.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του, βέλγου, Rene Magritte.

1 σχόλιο

  1. Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος. 2 Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. 3 πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν.
    Ιω. 1,1-3

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ