“Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης” (Μηλιαράκης, Ράπτης*, Μπλάθρας)

0
61

Την Παρασκευή 15 Ιουλίου του 2011 στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ της Αθήνας έγινε η παρουσίαση του νέου βιβλίου του  Κωνσταντίνου ΜπλάθραΤα πρωτοσέλιδα της κρίσης“.
Για το βιβλίο, εκτός από τον συγγραφέα, μίλησαν ο πρόεδρος της “Χριστιανικής Δημοκρατίας”  Μανώλης Μηλιαράκης και ο εκπαιδευτικός κ.  Νίκος Ράπτης*. Δείτε ΟΛΕΣ τις εισηγήσεις παρακάτω:

Μανώλης Μηλιαράκης : “Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης” from Αντίφωνο (antifono.gr) on Vimeo.

Νίκος Ράπτης: “Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης” from Αντίφωνο (antifono.gr) on Vimeo.

Κωνσταντίνος Μπλάθρας: “Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης” from Αντίφωνο (antifono.gr) on Vimeo.

*Διαβάστε την εισήγηση του Νίκου Ράπτη:

Ένας φίλος μου μου λέει πως θέλει να γράψει ένα άρθρο με τίτλο «γιατί θα ξαναψηφίσω το κόμμα μου». Παρακαλώ μην του κλέψετε την ιδέα! Πράγματι, σε όσους πολιτικολογούμε η κρίση συνήθως λειτουργεί ως επιβεβαίωση των θέσεων που έχουμε υποστηρίξει κατά καιρούς ή της ιδεολογικής μας ταυτότητας. Καθώς τα φαινόμενα είναι περίπλοκα και αμφιλεγόμενα, υπάρχουν πάντα πλευρές τους που μοιάζει να «δικαιώνουν» σχεδόν το οτιδήποτε: οι φιλελεύθεροι θεωρούν την κρίση απότοκο του «κρατισμού», οι ευρωπαϊστές υποδεικνύουν ως ένοχο την «λίγη Ευρώπη» και την ανθεκτικότητα των εθνικών κρατών. Οι μεταρρυθμιστές κεντροαριστεροί σπεύδουν να υπογραμμίσουν την «απορρύθμιση» που επέβαλε στις χρηματαγορές και το χρηματοπιστωτικό σύστημα ο νεοφιλελευθερισμός από τη δεκαετία του 80. Οι αριστεροί βλέπουν «ολοφάνερη» εμπρός τους την ιστορική-οριστική αποτυχία του καπιταλισμού• οι θρησκευόμενοι κουνούν την κεφαλή αναλογιζόμενοι την αποστασία από τις ηθικές αξίες• οι οικολόγοι πάλι είναι βέβαιοι πως βιώνουμε τα επίχειρα της λεηλασίας της φύσης κ.ο.κ.
Αν ακολουθήσουμε αυτό το δρόμο, η κρίση αξιών, η συστημική κρίση, η κρίση ανταγωνιστικότητας, χρέους κ.λπ θα συνδυασθεί από μια κρίση πνευματικής αυτοϊκανοποίησης. Η περιχαράκωση θα ενταθεί. Η απλούστευση θα κυριαρχήσει. Οι αναγκαίες συνθέσεις θα εξοβελισθούν, ενώ η κρίση θα συνεχίζει βέβαια να κατακαίει τον τόπο ή τον κόσμο.
Παρουσιάζοντας ένα βιβλίο σαν αυτό που έγραψε ο Κωνσταντίνος Μπλάθρας, στο οποίο περιλαμβάνεται η εύστοχη, τεκμηριωμένη και έγκαιρη αρθρογραφία του για τα πολιτικά τεκταινόμενα της τελευταίας «πυκνής» επταετίας, δε θα ήθελα να συμβάλλω σε μια τέτοια διανοητική κατάσταση. Σκέφτηκα λοιπόν να δομήσω την παρουσίαση σε δύο άξονες. Να αναφερθώ πρώτα στα στοιχεία της πολιτικής σκέψης του Μπλάθρα με τα οποία έφτασα να συμφωνήσω κι εγώ το ίδιο χρονικό διάστημα πάνω κάτω που καλύπτει η αρθρογραφία του, ενώ πριν όχι μόνο δεν τα πίστευα, αλλά ίσως‚ να τα πολεμούσα κιόλας, να τα περιφρονούσα ή να τα απαξίωνα.
Ο δεύτερος άξονας να αφορά εκείνες τις προσεγγίσεις του Μπλάθρα από τις οποίες θα ήθελα να τον δω να μετακινείται, θεωρώντας τες αντιπαραγωγικές για τις κοινές αξίες και τα κοινά μας προτάγματα.
Στον άξονα των δικών μου αναθεωρήσεων, η πρώτη παρατήρηση αφορά το ρόλο του κράτους, των δημοσίων αγαθών, την επικαιρότητα θα έλεγα του «κοινωνικού ζητήματος» εντός των αναπτυγμένων κρατών. Τη δεκαετία του ‘90 πολλοί σαν κι εμένα σπεύσαμε να υποτιμήσουμε τη διάσταση αυτή, γουργουρίζοντας ευχαριστημένοι σαν «παχιές γάτες» του συστήματος, καλοταϊσμένες με θέσεις, λεφτά, ευκαιρίες και αισιοδοξία. Σήμερα ανακαλύπτουμε πως βρισκόμαστε σε μια πρωτοφανή κοινωνική επίθεση κατά της μισθωτής εργασίας, κατά των νέων και των γυναικών, κατά του περιβάλλοντος και των δημοσίων αγαθών, εκ μέρους μάλιστα συμφερόντων που διακρίνονται από την απληστία, την αρπακτικότητα, τον κυνισμό, την ιδιοτέλεια και την απουσία ενδοιασμών τους. Το τι συμβαίνει στον κόσμο των μίντια με την υπόθεση Μέρντοχ, το πώς αντέδρασαν οι τράπεζες στην πρόσφατη γαλλική πρόταση για να «επωμιστούν» μέρος του κόστους της σωτηρίας της Ελλάδας, το τι συμβαίνει στο εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, οργάνων, κ.λπ στις show biz είναι θεωρώ δηλωτικό για το για τι ακριβώς πράγμα μιλάμε. Στην Ελλάδα, η επίθεση αυτή εκδηλώνεται εδώ και τριάντα χρόνια με τη συζήτηση περί «μεγάλου κράτους». Όταν δεν υπάρχει κανένα μα κανένα στοιχείο (όπως π.χ. ο αριθμός δημοσίων υπαλλήλων ανά πληθυσμό ή ανά ενεργό πληθυσμό ή η μισθολογική επιβάρυνση των δημοσίων υπαλλήλων επί του ΑΕΠ ή ακόμα και η παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα) που να επιβεβαιώνει την παλλαϊκή πεποίθηση που ολημερίς κι ολονυκτίς μας εμφανίζουν ως δεδομένη τηλεοπτικοί σταθμοί και κόμματα, οικονομολόγοι, δεξαμενές σκέψης, επιμελητήρια κι επιστημονικές ενώσεις πως στην Ελλάδα δήθεν έχουμε ένα «τεράστιο», «σπάταλο», «αντιπαραγωγικό» κ.λπ κράτος. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, μπορούμε να συμφωνήσουμε πωςτο ελληνικό κράτος είναι π.χ. κακοδιοικημένο, ανοργάνωτο, άνισο, παρεμβατικό, αναξιοκρατικό, πελατειακό, κομματικοποιημένο κ.ο.κ. αλλά όχι –επιμένω όχι!- μεγάλο ή πολυδάπανο, τουλάχιστο για χώρα της δυτικής Ευρώπης. Κι αυτή η παραδοχή συνδέεται ασφαλώς με την αναγκαία σήμερα υπεράσπιση της μισθωτής εργασίας, αλλά και την ακόμα πιο αναγκαία και για σήμερα και για αύριο αντικατάσταση της ιδιωτικής κατανάλωσης από την παροχή δημοσίων αγαθών με βιώσιμο-περιβαλλοντικό τρόπο( παιδεία, υγεία, μετακινήσεις, στέγαση και  ασφάλεια). Το μοντέλο της εξατομίκευσης και της ιδωτικής κατανάλωσης υπερβάινει, παγκοσμίως μιλώντας, τη φέρουσα ικανότητα του πλανήτη και είναι απλά αυτοκτονικό.

Δεύτερο σημείο που τα κείμενα του Κωνσταντίνου μου θύμισαν πόσο λάθος έκανα, είναι ο τυφλός ευρωπαϊσμός (θα έλεγα καλύτερα ο αυτοεγκλωβισμός σε ένα δίπολο «αδιάλλακτος ευρωπαϊστής/έξαλλος εθνικιστής»). Τα κείμενά του  μας θυμίζουν πως η Ευρωπαϊκή οικοδόμηση δεν μπορεί παρά να αποτυπώνει και να αντανακλά κοινωνικούς, ιδεολογικούς, πολιτικούς και οικονομικούς συσχετισμούς δύναμης που χωρίς να είναι συντριπτικοί, είναι συχνά αρνητικοί. Η σημαντικότερη αποκάλυψη εδώ είναι πώς στην Ελλάδα ένας πολύ συγκεκριμένος «ευρωπαϊσμός» λειτούργησε όχι απλά ως συντηρητισμός, αλλά ως αποφασιστικό ιδεολογικό όπλο για την επικυριαρχία της ελληνικής φαυλοκρατίας και την παγίωση των συσχετισμών δύναμης που παρήγαγαν τη χρεοκοπία. Πώς δηλαδή ο ευρωπαϊσμός όχι μόνο δεν ήταν ταυτόσημος του εκσυγχρονισμού αλλά μπορεί να υπήρξε αντιεκσυγχρονισμός, χωρίς, κι αυτό το σημείο είναι αποκαλυπτικό για τη φύση της ΕΕ, να συμβαίνει το αντίστροφο!

Το τρίτο σημείο όπου ο Κωνσταντίνος είχε δίκιο κι εγώ, που συγκαταλέγομαι ανάμεσα σε εκείνους που το 2000 συνυπέγραψα πως η μεταπολιτευτική δημοκρατία είναι «η καλύτερη δημοκρατία που γνώρισε ποτέ ο τόπος», είχα προφανώς άδικο, είναι η αντιδραστική φύση του καθεστώτος μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος και η ανάγκη ανατροπής του. Χάρη σε κείμενα σαν αυτά του Κωνσταντίνου και διανοητές σαν κι εκείνον κατορθώσαμε πολλοί να μετακινηθούμε πολύ –από την αυταρέσκεια της δεκαετίας του 1990 στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για μια «νέα Μεταπολίτευση»: συνειδητοποιήσαμε πως έχουμε ένα καθεστώς, που διαθέτει:
1. πολύ συγκεκριμένη κοσμοθεωρία (ουσιαστικά την πληβειακή-λαϊκιστική-αριστερή αντίληψη που στηρίζεται στην υποτίμηση των θεσμών, την ακραία εξατομίκευση, τη αντικατάσταση όλων των αξιών από την οικονομική ευημερία),
2. πολύ συγκεκριμένη κοινωνική βάση (όσους ζουν κυρίως από τη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά, τη μαύρη οικονομία και την αργομισθία, που είναι επίσης στρώματα με ηλικιακό και έμφυλο πρόσημο, και που κατέπνιξαν διαμέσου της γραφειοκρατίας, των στρεβλώσεων στη λειτουργία της αγοράς, του φαβοριτισμού και της φορολογίας κάθε παραγωγική δραστηριότητα και που η ηγεμονία τους αποτυπώνεται στη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας και τη χρεοκοπία.
3. Πολύ συγκεκριμένη θεσμική λειτουργία (τη νομική διάταξη της χώρας, με ακρογωνιαίο λίθο το Σύνταγμα) που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του.
4. Πολύ συγκεκριμένο τρόπο αναπαραγωγής της ιδεολογικής του κυριαρχίας, διαμέσου των κομμάτων εξουσίας, της τηλεόρασης και της βιομηχανίας της ψυχαγωγίας.

Ένα τέτοιο προσοδοθηρικό καθεστώς δε βελτιώνεται, όπως δε βελτιωνόταν η δικτατορία του 1967-1974, τα κομμουνιστικά καθεστώτα ή οι αραβικοί αυταρχισμοί… Ανατρέπεται!
Αυτά όσον αφορά τις δικές μου αναθεωρήσεις. Τώρα, όσον αφορά εκείνες που θα ήθελα από τη μεριά μου να προσκαλέσω το συγγραφέα να κάνει. Θα ήθελα να επιμείνω σε δύο σημεία:
Το πρώτο είναι αυτό που θα αποκαλούσα «πατριωτική νοσταλγία»: δεν νομίζω πως το κράτος-έθνος εξακολουθεί να μπορεί να είναι μια αυτάρκης βιώσιμη οντότητα οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος, θα τολμούσα να πω ούτε κοινωνικής-πολιτικής οργάνωσης. Ιδίως όταν μιλάμε για ένα κράτος έθνος της Ευρώπης όπως ανέφερε σε ένα πρόσφατο άρθρο του ο Γκόρντον Μπράουν: «κάποτε αντιπροσώπευε το μισό παραγόμενο προϊόν του κόσμου. Ως το 1980, το μερίδιό της είχε πέσει στο 1/4. Σήμερα βρίσκεται κάτω από το 1/5, στο 19%. Σύντομα (το 2030) θα βρίσκεται λιγάκι πάνω από το 1/10 (στο 11%) για να πέσει αργότερα στο 7%. Ως το 2050, σε λιγότερο από 40 χρόνια από σήμερα, η ευρωπαϊκή οικονομία θα είναι μικρότερη από εκείνη της λατινικής Αμερικής. Αν οι ευρωπαϊκοί ρυθμοί ανάπτυξης συνεχίσουν όπως σήμερα να υπολείπονται εκείνων των ανταγωνιστών της, ως τα μέσα του τρέχοντος αιώνα η οικονομία της μπορεί να έχει καταντήσει να είναι τόσο μικρή όσο της Αφρικής». Κι όσον αφορά τις δημογραφικές τάσεις, «το 1900, ένας άνθρωπος στους πέντε ήταν Ευρωπαίος, και ένας στους είκοσι Αφρικανός• το 2050 θα συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο.
Η Ευρώπη, που στις αρχές του 20ού αιώνα αντιπροσώπευε το 25% του παγκόσμιου πληθυσμού, στο τέλος  του 21ου δεν θα υπερβαίνει το 4%». Αυτά τα πράγματα έχουν επιπτώσεις. Σε συνδυασμό μάλιστα που προβλήματα όπως το περιβαλλοντικό (και άρα και η οργάνωση της παραγωγής και της οικονομίας) είναι εκ φύσεως υπερεθνικά ή πως η τεχνολογική εξέλιξη διαρκώς κουρελιάζει τα σύνορα, ειλικρινά, όση αποπαγκοσμιοποίηση κι όσο πατριωτικό βολονταρισμό κι αν βάλω στην εξίσωση, δε μου «βγαίνει», με τίποτα η απαξίωση των θεσμών της παγκόσμιας διακυβέρνησης ή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στο όνομα της διατήρησης μιας ιδεατής «εθνικής ανεξαρτησίας» τύπου 19ου αιώνα. Με άλλα λόγια, εντεύθεν θεωρώ αναγκαία συνθήκη για τη διάσωση του έθνους και του αυτεξούσιού του την ολόπλευρη συμμετοχή του στους θεσμούς παγκόσμιας διακυβέρνησης και τις διεθνικές οντότητες.
Εκεί όμως που τα χάνω τελείως με τα κείμενα του Κωνσταντίνου (κι η δεύτερη αυτή ένσταση σχετίζεται απολύτως με την πρώτη) είναι στον τρόπο αντιπαράθεσης στο «Μνημόνιο»: τρεις αφετηριακές παρατηρήσεις για το «Μνημόνιο». (α’) είμαι αντίθετος, διότι αποτυπώνει τις κυρίαρχες σχέσεις του ελληνικού καθεστώτος, ιδίως όσον αφορά τον επιμερισμό του κόστους ανάμεσα στους «χαμένους» του καθεστώτος (τα δηλωμένα εισοδήματα) και τους «κερδισμένους» (τα αδήλωτα εισοδήματα). (β’) η εναντίωση στο «μνημόνιο» είναι χωρίς συνέπειες, όταν μάλιστα δεν συνοδεύεται από αντιπροτάσεις φθηνότερων λύσεων για το πρόβλημα της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας και της ανταγωνιστικότητάς της. (γ’) το «μνημόνιο» βρίσκεται εκ κατασκευής υπό διαρκή «επαναδιαπραγμάτευση», με τη διαδικασία της αναπλήρωσης των μέτρων του από τις εθνικές κυβερνήσεις. Επειδή έχω ήδη μακρηγορήσει, φτάνω απ’ ευθείας στη Θέση μου: η εγγραφή σε ένα «αντιμνημονιακό» μέτωπο λειτουργεί ανταγωνιστικά με το αίτημα για Νέα Μεταπολίτευση: Ή η χρεοκοπία είναι αντανάκλαση των συσχετισμών δύναμης του καθεστώτος μεταπολιτευτικού συστήματος και άρα προσηλωνόμαστε εκεί ή η χώρα δέχτηκε αναίτια επίθεση από ξένες δυνάμεις οπότε χρειάζεται αντικατοχική συσπείρωση κι οι «καθεστωτικές» διαφορές μας περνούν σε δεύτερη μοίρα!
Θα ήθελα τελειώνοντας να ευχαριστήσω ιδιαίτερα όσους με προσκάλεσαν και τους συντελεστές της «Χριστιανικής». Στην παιδική μου ηλικία, παιδί του κατηχητικού κι εγώ αλλά από οικογένεια αντιδικτατορική, αλλά κι αργότερα στην νεότητά μου, όταν πια ακολουθούσα τον εσμό της αριστερόστροφης γενιάς μου, έστω σε ήπιους και «συγχρονιστικούς» τόνους, η παρουσία φύλλων σαν τη «Χριστιανική» κομμάτων σαν τη «Χριστιανική Δημοκρατία» και των παιδιών της χριστιανοσοσιαλιστικής κίνησης, με βοήθησαν κι εμένα, έστω εκ του μακρόθεν, να συμβιβάσω αντιφάσεις μεταξύ της Πίστης μου και της κοινωνικής συνείδησής μου που τότε, με δεδομένη την αφέλεια και την απολυτότητα της ηλικίας, έμοιαζαν αξεπέραστες. Δε νομίζω πως χρειάζεται σε αυτό το κοινό να επεκταθώ για το πόσο πολύτιμη είναι η διάσωση της Πίστης, και για το πόσο μεγάλη τιμή θεωρώ κάθε σχέση μου με τη «Χριστιανική» και τη σημερινή μου παρουσία εδώ…

* Για το βιβλίο επικοινωνήστε με το βιβλιοπωλείο “Πορθμός” τηλ: 22210-62626 ή στείλτε μήνυμα στο manifestomag[at]yahoo.gr

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here