Τα Λήμματα του Νίκου Καζαντζάκη στο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη

0
50

Όταν ήμουν έφηβος, αλλά και αργότερα, προσπαθώντας να «μυηθώ» στον χώρο του πνεύματος, αναζητούσα οδηγούς που θα με εισήγαγαν στην πολιτεία των ιδεών. Ο ουρανός της τέχνης και της σκέψης, όχι λιγότερο συναρπαστικός από τον άλλον, με τους ποικιλώνυμους αστερισμούς του χρειάζεται κι εκείνος τον χαρτογράφο του. Οι γραμματολογίες, συνταγμένες συνήθως από ακαδημαϊκούς, δεν με βοηθούσαν όσο θα ήθελα. Οι πανεπιστημιακές ιεραρχίες με έκαναν καχύποπτο. Οι νέοι γραμματείς φρόντιζαν να σβήσουν κάθε ίχνος μαγείας κι ομορφιάς, όπως οι παλιότεροι κάθε φλόγα πίστης. Ποιος θα μπορούσε, λοιπόν,  να είναι καλύτερος χαρτογράφος από κάποιον που θεραπεύει κι ο ίδιος τον λόγο, με τις δύο σημασίες της λέξης;

   Έτσι ο Σεφέρης, με τις Μέρες  και τις Δοκιμές του, με εισήγαγε στο σύμπαν αξιών  της ηρωικής εποχής του Μοντερνισμού. Διάβασα για πρώτη φορά τα  ονόματα του Έλιοτ, του Βαλερύ, του Γέητς  μέσα στα πεζά του Σεφέρη.

   Παράλληλα, ο Παλαμάς, με το πλήθος των κριτικών κειμένων και των άρθρων του, μου αποκάλυπτε  άλλους, προγενέστερους αλλά εξίσου συναρπαστικούς αστερισμούς: αυτούς που κυοφόρησε ο θαλερός δέκατος ένατος αιώνας, τους ρομαντικούς, τους παρνασσικούς, τους συμβολικούς ακόμα και τους νατουραλιστικούς αστερισμούς, μ’ όλα τα λαμπερά άστρα τους – τους Μωπασσάν και τους Ουγκώ, τους Γκαίτε και τους Βύρωνες, τους Ιππολύτους Ταιν, τους Μαίτερλιγκ, τους Μπράουνινγκ.

   Πριν εγκύψω στα ίδια τα έργα, ήθελα να κορέσω την εγκυκλοπαιδική μου δίψα. Αναζητούσα με μανία πράγματα και ονόματα στον  Λεξικό του Ελευθερουδάκη, που υπήρχε στο σπίτι μας. Είχα ήδη προσβληθεί ανεπανόρθωτα από την αρρώστια των Λεξικών. Εκεί, ανάμεσα στα άλλα λήμματα, έβρισκα καταχωρήσεις, που με εντυπωσίαζαν με τις οξύαιχμες ρήσεις τους. Διέκρινα σ’ αυτά τη φλόγα μιας πολύ κοφτερής γραφίδας. Τα περισσότερά τους  σημείωναν στο τέλος το συντομογραφημένο όνομα του συντάκτη Ν. Καζ., που δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Καζαντζάκη. Τα λήμματα αυτά έγιναν για μένα, μαζί με τα άρθρα του Παλαμά, το vade mecum  μου κατά την εξερεύνησή μου της λογοτεχνικής ενδοχώρας.

    Ο Καζαντζάκης γράφει κυρίως για λογοτέχνες και στοχαστές, αλλά και για ανθρώπους της θρησκείας, για πολιτικούς ηγέτες και κοινωνικούς αναμορφωτές, καθώς και ποικίλα λήμματα που σχετίζονται με τον πολιτισμό ή τις θρησκείες.  Μέσα στα περιορισμένα πλαίσια, που του επιβάλλει η σύνταξη μιας εγκυκλοπαίδειας, φτιάχνει σαν επιδέξιος ζωγράφος  αριστουργηματικές μικρογραφίες  των προσωπικοτήτων που σκιαγραφεί, που όλες μαζί συνθέτουν μια εντυπωσιακή πινακοθήκη, μια δεύτερη μυριόβιβλο. 

   Ο Καζαντζάκης  ξεπερνά τα όρια της απλής πληροφόρησης. Προβαίνει σε ευθύβολες αξιολογήσεις και εύστοχους χαρακτηρισμούς.  Έτσι: «Ο Βύρων ως άνθρωπος και ποιητής, υπήρξεν είς των αρτιοτέρων εκπροσώπων του ρομαντισμού: ακόρεστος, υπερήφανος, ευέξαπτος, βίαιος, περιφρονητής της χρυσής μετριότητος και της ηρέμου ζωής, θεατρικός άμα και γενναιόψυχος», «Ο Δοστογιέφσκη  υπήρξε μέγας ψυχολόγος, απεκάλυψεν ολόκληρον σκοτεινόν κόσμον ταπεινών, ηλιθίων, εγκαταλελειμμένων εις τα πάθη των, θρησκευτικών μυστικοπαθών και κακούργων, με απαράμιλλον ακρίβειαν και βαθύτητα και με άπειρον ανθρώπινον πόνον και συμπάθειαν. Συνεδύασεν αρμονικώς την λεπτολόγον ανάλυσιν της πραγματικότητος με την βαθυτάτην πίστην. Υπήρξεν η βαθυτέρα και οδυνηροτέρα συνείδησις των τελευταίων χρόνων», «το χαρακτηριστικόν του [Ανατόλ] Φ[ρανς] έγκειται εις το σκεπτικιστικόν, φιλήδονον πνεύμα, το παιχνιδίζον υπεράνω πάσης ωρισμένης, και επομένως μεμερισμένης και στεγνής, πεποιθήσεως.»

   Κι όταν μάλιστα ο Καζαντζάκης μιλά για τις μεγάλες πνευματικές του αγάπες, τότε είναι που τον συνεπαίρνει ο οίστρος. Όπως στο λήμμα για τον Γκρέκο: «όσον ο Γ. γηράσκει, αντί να γαληνιά, ολοέν τουναντίον αισθάνεται αυξανόμενον τον πυρετόν της τέχνης του..[στα τελευταία έργα του]  τα σώματα έχουσιν επιμηκυνθή, απολυτρωθέντα του βάρους της σαρκός και ανερχόμενα ως φλόγες από της γης.  Παντού καταφαίνεται η αληθώς μαγική προσπάθεια του Γ. να καταστήση ορατόν το αόρατον.. Αι προσωπογραφίαι του Γ. έχουσι τοσαύτην ρεαλιστικήν  ακρίβειαν και συνάμα μυστικήν έντασιν, ώστε φρικιά τις ως ν’ ατενίζη φασματικήν συμπύκνωσιν του αιθέρος».

   Νομίζω πως έχει καταστεί ήδη εμφανές πως εδώ έχουμε κάτι πολύ περισσότερο από εγκυκλοπαιδικά λήμματα. Ο Καζαντζάκης μεταστοιχειώνει τη γνώση (και μάλιστα την πληροφοριακή τοιαύτην, που είναι μια κατώτερη μορφή της) σε ζωή. Η νεκρή πληροφορία ζωογονείται. 

   Τα Λήμματα είναι ένα βιβλίο των βιβλίων, ένα ιδιότυπο ευρετήριο που ταυτόχρονα είναι το ίδιο και γοητευτικότατο ανάγνωσμα. Και μάλιστα ανάγνωσμα που προτείνει μια νέα μορφή ανάγνωσης στους αντίποδες της ευθύγραμμης: ο αναγνώστης μπορεί να το ανοίξει σε οποιαδήποτε σελίδα. Πάντα θα συναντήσει κάτι ενδιαφέρον. Τόση ευρυμάθεια, σπάνια για κάθε εποχή, κι όμως δοσμένη έτσι που να μην κουράζει ποτέ!

    Τα Λήμματα δίνουν, όπως ήδη είπαμε, ένα γοητευτικό πανόραμα του ευρωπαϊκού –κι όχι μόνον- πνεύματος στις μέχρι τότε κορυφώσεις του, αλλά κι ένα πανόραμα της σύγχρονης του Καζαντζάκη δημιουργίας: ο αναγνώστης θα συναντήσει πλήθος ονόματα λησμονημένων σήμερα δημιουργών αλλά διάσημων στις μέρες τους. Πιστεύω πως θα ήταν κρίμα να τους προσπεράσει: κάποιοι από εκείνους θα είχαν να του δώσουν πολλά. 

     Είναι στην μοίρα των σπουδαίων συγγραφέων να διασώζονται απ’ τη λήθη και τα δευτερεύοντα έργα τους, ακόμα και τα πρωτόλειά τους  (αυτή είναι η περίπτωση ενός Καβάφη). Η περίπτωση του Καζαντζάκη όμως δεν είναι ακριβώς αυτή. Στον Καζαντζάκη κάποτε τα «περιφερειακά» του πονήματα είναι και καλύτερα και αρτιότερα   από άλλα που επέχουν κεντρική θέση  στο έργο του.  Φτάνει να συγκρίνουμε τα ταξιδιωτικά του με τις Τερτσίνες του, κάμποσες απ’ τις Τραγωδίες του, ακόμα και με την Οδύσσεια. Τα μείζονα έργα του Καζαντζάκη συχνά είναι λαμπρές αποτυχίες. Αντίθετα τα ελάσσονά του είναι εξαιρετικά. Σε τούτες τις εξαίρετες  ελάσσονες  πραγματώσεις ανήκουν, νομίζω, και τα Λήμματα.

  Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που τα διαφοροποιεί από τα άλλα ελάσσονά του: η γλώσσα τους. Ο ακραιφνής και μαχητικός δημοτικιστής Καζαντζάκης εμφανίζεται δεξιοτέχνης της καθαρεύουσας. Μιας καθαρεύουσας  άκρας λιτότητας και διαύγειας. 

   Οι μεγάλοι υπέρμαχοι του δημοτικισμού έγραψαν συχνά σε καθαρεύουσα αρτιότερη από τη δημοτική τους. Τα καθαρολογικά πεζά του Παλαμά είναι ανώτερα  από τα αντίστοιχα δημοτικά του.

  Ο Καζαντζάκης στο γλωσσικό κομμάτι δεν κέρδισε το στοίχημα του χρόνου. Η ιδιωματική δημοτική του, παρά τη δύναμή της, δεν κερδίζει πάντα τον σύγχρονο αναγνώστη. Θέλησε να φτιάξει μια δική του γλώσσα, αλλά αυτό το εγχείρημα, όταν δεν πραγματώνεται στην ποίηση αλλά στην πρόζα, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Αντίθετα, ένα παραδεδομένο και παγιωμένο σχήμα (η καθαρεύουσα) αναδεικνύει καλύτερα τις αρετές του. Όπως εδώ.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον

Η προσωπογραφία που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του χαράκτη Τάσσου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here