Τα άστρα σύμφωνα με τον Ράμφο

1
89

Διαβάζοντας το μακροσκελές δοκίμιο των 560 σελίδων που έγραψε ο Γιάννης Καλιόρης (Η κοινωνία της ορθοπεταλιάς, εκδ. «Αρμός») επ’ αφορμή των απόψεων του Ράμφου , προχώρησα από σελίδα σε σελίδα με το βάρος ενός αισθήματος ματαίωσης που κορυφώθηκε στο τελευταίο κεφάλαιο: το βιβλίο ήταν εκτός θέματος, με την έννοια ότι η κριτική που ασκούσε παρέμενε πεισματικά οικονομίστικη και «ονομαστική». Δεν πρόκειται βέβαια περί αυτού, όπως ίσως θα νόμιζε κανείς το 1950. Κρίμα! Ομως αυτή η αστοχία γίνεται εκ των υστέρων διδακτική για τον παράδοξο λόγο ότι μοιάζει να αντιστοιχεί σ’ εκείνη του Ράμφου, κι έτσι, τρόπον τινά, το αντικείμενο δέχεται μιαν αθέλητα ειρωνική επίθεση από την πίσω πόρτα. Θα δούμε πώς.

Στο μεταξύ, μια από κείνες τις μέρες, ο Στέλιος Ράμφος βρέθηκε προσκεκλημένος στην εκπομπή της Εύης Κυριακοπούλου Η ζωή είναι αλλού, στην ΕΤ-1, όπου ξεπέρασε τον προηγούμενο εαυτό του σε δηλώσεις εκστατικού θαυμασμού προς το πολιτισμικό και ανθρωπολογικό πρότυπο πάνω στο οποίο συγκροτείται η φυσιογνωμία του δυτικού κόσμου ως υποτιθέμενη πανάκεια. Δεν δίστασε μάλιστα να κάνει την προσέγγιση αυτού του μοντέλου χωρίς χειρόφρενο, διαλέγοντας ηρωικά την πιο ωμή και κυνική εκδοχή του, δηλαδή τον αχαλίνωτο ανταγωνισμό της ατομοκεντρικής μετανεωτερικότητας made in USA. Εδειξε ανυποχώρητη πίστη στην πρόβλεψη ότι αυτό που η σκεπτόμενη ανθρωπότητα αποκαλεί άγριο καταναλωτισμό αντανακλά, ούτε λίγο ούτε πολύ, την ειλικρίνεια της ανθρώπινης επιθυμίας (!) και συνέκρινε, ουσιαστικά, την κοινωνία που προκύπτει σαν αρωγός αυτών των ακροτήτων με επίγειο παράδεισο αλληλεγγύης και συλλογικότητας (εθελοντές Ολυμπιάδας!). Φυσικά, αποφαινόμενος ότι εκείνο που χαρακτηρίζει τους Αμερικανούς είναι η ειλικρίνεια, ξέχασε ότι, για να πεις την αλήθεια, η ειλικρίνεια δεν αρκεί: πρέπει και να την ξέρεις.

Η ουρανομήκης αστοχία αυτής της σκέψης (ειλικρίνεια του αμερικανικού τρόπου ζωής!) καταυγάζει μόλις αναλογιστεί κανείς ότι δεν πρόκειται για αστείο και ότι ο Ράμφος αναφέρεται όντως σ’ ένα ζήτημα φιλαλήθειας εννοώντας την καταναλωτική συμπεριφορά του δυτικού ατόμου, ως απερίφραστη διατύπωση της ανάγκης του! Οτι το εκάστοτε προϊόν-σε καινούργια-συσκευασία, απ’ τα απειράριθμα που μπαίνουν στο στόχαστρο, ενδέχεται να αποτελεί μετωνυμία μιας παραπλανημένης ανάγκης για ζωή και νόημα, με τρανή απόδειξη το γεγονός ότι η επιθυμία για το αντικείμενο μένει εσαεί δίχως ικανοποίηση, δεν του περνάει καν απ’ τον νου! Η δε περιλάλητη κατάθλιψη που συνοδεύει το ανακλαστικό της αρπακτικής χειρονομίας του καταναλωτή, ο οποίος παρηγορεί νυχθημερόν την αχρηστία με περισσότερη αχρηστία, μέχρι να μείνει στον τόπο από υπερβολική δόση, ουδόλως απασχολεί τον Ράμφο· αμφιβάλλω μάλιστα αν την έχει παρατηρήσει. Ιδού τι εννοώ λέγοντας πως η πραγματικότητα τον αφήνει παντελώς άθικτο.

Ομολογουμένως, ένας ακαταμάχητος συνδυασμός φιλοσοφικής αταραξίας και ετοιμότητας πνεύματος δίνει στον άνθρωπο αυτόν τη χάρη που λείπει από όλους όσοι εμφανίζονται στην τηλεόραση για να θεωρητικολογήσουν -κάτι σαν εσωτερική φλόγα που παίρνει το χρώμα της θέρμης την οποία στερείται εξ υποθέσεως το τηλεοπτικό στούντιο. Δυστυχώς, από το περιεχόμενο των λεγομένων του, αδιαπραγμάτευτο στον εξτρεμισμό του, καταλαβαίνει κανείς πολύ γρήγορα πως η αταραξία είναι απλώς η ίδια εκείνη ψυχρότητα που απέπνεαν και τα πριν τη «στροφή» βιβλία του, όταν έδινε τη μάχη υπέρ της λεγόμενης αλήθειας του Προσώπου σε μια παράξενη γλώσσα, ευλύγιστη και συνάμα άκρως ακαδημαϊκή, αναπαραστατικότατη και συνάμα κλειστή και αμετάδοτη, μια γλώσσα υπέρκομψη αλλά ανέραστη, που θα τολμούσα να τη χαρακτηρίσω «μαθηματική».

Τώρα, η μαθηματική φύση της σκέψης που υποκινούσε εκείνη τη στρυφνή γλώσσα κερδίζει την υπόληψή της, τη δυτική της υπόληψη, για την οποία προορίζονται ανέκαθεν τα διαβήματα αυτού του είδους: η επιστήμη παύει να είναι τέτοια, δηλαδή να παράγει νόημα με εγγυητή τον συμβολικό Αλλο, και γίνεται οριστικά τεχνολογία ορισμών και καταφάσεων, στεγνή αναπαραγωγή μιας μετρήσιμης ωφελιμότητας δίχως καμία ψυχική και ηθική αναφορά, πέραν του επανερχόμενου σοφίσματος σύμφωνα με το οποίο το δίσως όρους «άνοιγμα» του εαυτού στον ωκεανό των ανθρώπινων μονάδων, με παράλληλη πλήρη εκχέρσωση των μυθικών υπολειμμάτων, ενθαρρύνει από μόνο του την καλλιέργεια μιας αγαθής και υπεύθυνης προσωπικότητας! Λες και μπορεί να υπάρξει ευθύνη δίχως συγκίνηση, δίχως ριζική συμπάθεια του συγκεκριμένου, με ονοματεπώνυμο, διπλανού ανθρώπου! Αν μπορούσε, θα την είχαν και οι ναζί. ‘Η θα ‘ταν σαν να ψάχνουμε την αγάπη στο Διαδίκτυο, όπως κάνει ένα τμήμα του πλήθους των αφασικών που καλωδιώθηκαν. Εξέλιξη, δηλαδή, αναπόφευκτη για τον Ράμφο, εδώ που τα λέμε, αφού αυτό είναι η Δύση: ο τόπος όπου επιστήμη και τεχνολογία, ήδη συγκλίνουσες προ πολλού, επιτέλους ταυτίζονται, ενώ η αγγαρεία τού σκέπτεσθαι ανατίθεται πανηγυρικά στις μηχανές.

Αξίζει τώρα να τονίσω ότι ο προσανατολισμός που υιοθέτησε ο Ράμφος με τρόπο τόσο ανεπιφύλακτο, σχεδόν βάναυσο, μόνον καινοφανής δεν είναι. Σημειώνω εδώ ότι, συχνά, παρασυρμένοι από την κατάπληξη μπροστά στο επεισόδιό της χωρίς ενδοιασμούς «στροφής» που σημειώθηκε, μείναμε περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε προσκολλημένοι στην εντύπωση ότι η «στροφή» αφορούσε την ανάληψη ενός φιλοσοφικού καθήκοντος ναι μεν βαθιά εχθρικού προς τη ζωή αλλά τουλάχιστον πρωτάκουστου, άρα ενδιαφέροντος. Στην πραγματικότητα, όλο αυτό έχει τελειώσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Για να μην πολυλογώ, η εξατομίκευση, στη σφαίρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όσο και η καρικατούρα ατομικής ελευθερίας που τη συνόδευε κρατώντας υποκριτικά το φανάρι του Διογένη, έχουν γίνει αντικείμενο φιλοσοφικής, ανθρωπολογικής και, ιδίως, καλλιτεχνικής κριτικής κατά κόρον, αν μη τι άλλο στη διάρκεια του περασμένου αιώνα.

Ηταν όμως καινούργιο για τον ίδιο τον Ράμφο, που έβγαινε ξαφνικά, με μοιραία και βαρύγδουπη καθυστέρηση, από την ερμητική αγοραφοβία της Παράδοσης της Ανατολής, στην οποία ήταν κλεισμένος αεροστεγώς (υπερβολικά ισχυρογνώμων και απόλυτος· όπως τώρα έτσι και τότε) και με διαπιστωμένη ανικανότητα διάκρισης του φεγγοβολήματος που συνόδευε τις ανταλλαγές με ό,τι ομορφότερο διέθετε η Ευρώπη, ώστε να απορρίπτει τον Σολωμό, τον μουσικότερο ποιητή της γλώσσας μας, για τις «δυτικές» του τάσεις! Θέλω να πω ότι, αν ήταν λιγότερο φανατικός και υπερόπτης κάθε φορά που δεχόταν να επενδύσει τη φιλοσοφική του λίμπιντο σε μια ιδέα, αν είχε κατορθώσει να υποδεχτεί στην ώρα του τον ανθηρό υπαινιγμό της δυτικής παιδείας και τέχνης, ίσως να μην είχε πέσει αμαχητί, δηλαδή με απειρία νεοφώτιστου, στην απάνθρωπη σαγήνη του βαρυτικού πεδίου των μεταμοντέρων αποκαλύψεων. Είναι κάπως αργά να εκθειάζει κανείς, σήμερα, κατόπιν εορτής, εκτός και αν παραμένει, από χαρακτήρα, αδιάφορος για τον παραλογισμό ενός διαβήματος που προσποιείται ότι η Ιστορία, έχοντας σταματήσει, περιμένει το δικό του πράσινο φως για επανεκκίνηση. Τώρα συνειδητοποίησε ο Ράμφος τα πλεονεκτήματα της ανοικτής κοινωνίας; Ο Καρποκράτης λάτρευε, ήδη από τότε, ομοιώματα του Ομήρου, του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Χριστού και του αποστόλου Παύλου ταυτόχρονα. Μέσα στη χαρά του από την ανακάλυψη του προφανούς, ο Ράμφος παρέλειψε να δει ότι, όπως ήταν αναμενόμενο, η παράλληλη ανάδυση, στην ίδια στάθμη, όλων των δοξασιών της ανθρωπότητας έχει σαν επακόλουθο να καταλήξουν αυτές απλά κέρματα, όπως αργότερα οι έννοιες των θετικιστών. Μέχρι που ο Χομπς, πριν από 354 χρόνια, έκανε τη διευκρίνιση: «Λέγοντας λογισμός, εννοώ υπολογισμός». Αυτή κι αν ήταν προφητική σκέψη! Η βαρύτητα, λοιπόν, στην οποία αναφέρθηκα, είναι εν προκειμένω ένας ευφημισμός αφού, εδώ, στη δυτική μας αγγελική οικουμένη, τα πάντα αιωρούνται σαν σκιώδεις ειδωλοφάνειες. Ελα όμως που αυτές δεν είναι διόλου πλατωνικές!

Οπως έγραψα παλιότερα, ο πιο απτός απ’ τους συνειρμούς που έρχονται στο νου μου όταν θέλω να επισημάνω σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια την τραγωδία της ολικής αντιστροφής της ματιάς του Ράμφου, είναι ο χρόνιος εγκλεισμός του συγγραφέα στον θόλο ενός ιδιωτικού αστεροσκοπείου. Διαβεβαιώνω τον αναγνώστη ότι η χρήση της λέξης αστεροσκοπείο δεν είναι διόλου ειρωνική, μολονότι θυμίζει την όμορφη κατοικία του Ράμφου σ’ έναν λόφο, στην Πεντέλη, αλλά αναφέρεται, πολύ πειστικά νομίζω, στο χωρίς παράθυρα εργαστήριο μιας εσωτερικής απομόνωσης, πληρωτέας με την έλλειψη συνολικής πείρας του κόσμου. Διαφορετικά δεν εξηγείται η άρνησή του να αντιληφθεί ότι, σήμερα, ακριβώς επειδή όλες οι συνεννοήσεις είναι άμεσες, στιγμιαίες και εφικτές, δεν υπάρχει τίποτα σημαντικό επί του οποίου να συνεννοηθούμε. Ακόμη πιο δύσκολα θα έβλεπε ο Ράμφος πως, όταν όλα τα διακυβεύματα είναι εξίσου πιθανά, η ίδια η ζωή παύει να αποτελεί διακύβευμα και καταντάει ένας τεχνικός χειρισμός του κύματος των πιθανοτήτων. Ετσι ο εαυτός, περί του οποίου έγινε τόσος λόγος, καταλήγει μια ναρκισσιστική απουσία που κατοπτρίζεται πάνω στα αντικείμενα. Είναι εξάλλου και η μόνη τους χρησιμότητα. Δεν το βλέπει ο Ράμφος οπουδήποτε κι αν κοιτάξει;

Απορία για να μελαγχολεί κανείς, εντέλει, μπροστά σ’ έναν στοχαστή που η πραγματικότητα (στο μέτρο που εξακολουθεί να γίνεται αισθητή για να μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι) κυριολεκτικά δεν τον διαπερνά. Ανεξαρτήτως αντικειμένου, ο συγγραφικός μόχθος του Ράμφου, οι γλωσσικές του περιπλανήσεις γύρω απ’ το αίτημα ζωής, είναι καθαρά εργαστηριακές. Οδηγείται κανείς σ’ ένα πόρισμα συνδυάζοντας δύο αξιώματα, δίχως καθόλου να απαιτείται γι’ αυτό το επίτευγμα η αυθεντική εμπειρία της κρίσης των θεσμών ή της αλλοτρίωσης που υποδουλώνει τον άνθρωπο στην αχρηστία των αντικειμένων ή της φρίκης από το πάγωμα των σχέσεων: παρομοίως ο Ράμφος καταλήγει στα συμπεράσματα περί του ηθικού πρωτείου της ανοικτής, ατομοκεντρικής κοινωνίας, μη δείχνοντας την παραμικρή διάθεση να συλλάβει τον εκκωφαντικό θόρυβο της κενότητας αυτού του σύμπαντος, του οποίου το διάχυτο σκοταδιστικό περιβάλλον μάς βομβαρδίζει από παντού με καταιγισμό ενδείξεων ότι πρόκειται για ένα σύμπαν άψυχο και νεκρικό, σαν τις τεχνολογίες του θανάτου που αποτέλεσαν το κατατεθέν σήμα του, τη μοριακή βιολογία, την κρυονική και τον κλωνισμό.

Βλέπετε, η συγκέντρωση του Ράμφου στο θέμα του, όπως και την εποχή που έγραφε τα περί ακτίστου φωτός της ορθόδοξης θεολογίας, είναι αποκλειστικά μια δουλειά γραφείου, σαν αυτή ενός ειδήμονα της άλγεβρας ή της μηχανικής. Για παράδειγμα, όταν είσαι αφοσιωμένος μηχανικός πυραύλων, το ερώτημα του κατά πόσον οι σχεδιασμοί σου προκαλούν δυσαρμονία στο ψυχικό πεπρωμένο της ανθρωπότητας ισοδυναμεί με την πολυτέλεια του να ξέρεις τι εστί ανθρωπότητα. Αγωνία ιδιαίτερα οδυνηρή διότι, για να ξέρεις, οφείλεις να αποδεχτείς αυτό που παίζεται, αλληγορικά, στη σκηνή των ανθρώπινων συμπεριφορών. Αλλά τότε, δηλαδή αν το αποδεχόσουν, δεν θα τολμούσες να διακηρύττεις εξίσου αγέρωχα πως η πυραυλική τεχνολογία αποτελεί μονόδρομο. Αν οι εγκαταστάσεις της NASA είναι προσομοιώσεις ενός μέλλοντος που ήρθε ήδη, και πολύ εύκολα, διότι ήταν εξαρχής πλασματικό, πάντως αυτό εσένα δεν σε αφορά.

Ανεξαρτήτως λοιπόν του πώς και γιατί πυροδοτείται (δεν θα επεκταθώ εδώ), η συμπεριφορά που ονομάζω Σύνδρομο του Αστεροσκοπείου έχει σαν υπ’ αρ. 1 σύμπτωμα μια κλειστή αντίληψη του κόσμου επί χάρτου, οπότε μπορεί κανείς να μακρηγορεί κωφεύοντας απεριόριστα στις ζωτικές ενδείξεις περί του αντιθέτου, π.χ. στη βαθμιαία, και μέχρι απελπισίας πλέον, απόσυρση του νοήματος από τα πράγματα σε όφελος της μορφής τους -κάτι που συντελείται γύρω μας με όρους υλικούς, οργανικούς, όπως χάνεται ας πούμε η γεύση από τα φρούτα ή το συναίσθημα από το σεξ ή το κοίτασμα της σημασίας από το εσωτερικό των λέξεων. Οντως, το Αστεροσκοπείο, ως εικόνα του παραδείγματος που αναπτύσσω εδώ, αντιπροσωπεύει μιαν ορισμένη ψυχική κατάσταση στραμμένη στα άστρα με τον τρόπο της τεχνογνωσίας. Αυτή καταγράφει φασματικές μεταβολές και ταχύτητες ή θέσεις τροχιάς, όχι τον Λόγο των άστρων. Τα άστρα μένουν βουβά. Είναι και η θανατερή γοητεία τους, άλλωστε, όπως απέδειξε το Χόλιγουντ.

Ετσι η εκρηκτική διαθεσιμότητα του μεταλλαγμένου ατόμου σε όλων των ειδών τους τεχνικούς ελιγμούς της αλληλεπίδρασης μοιάζει, καθώς κοιτάς μέσα απ’ το τηλεσκόπιο, με πυροτέχνημα supernova, ενώ το μήνυμα είναι ακριβώς η εκμηδένιση του άστρου στον ορίζοντα του Λόγου, την οποία ο αστρονόμος ξεχνάει τυφλωμένος από την ευτυχία που του προσφέρει η καταγραφή των ακτινοβολιών. Σαν υπνωτισμένος, ο παρατηρητής καλωσορίζει τη λεπταίσθητη μοναξιά του κενού, αυτή την παγωμένη αιθρία των σημάτων που μιλούν, σε μια προαιώνια ταυτολογική γλώσσα μεγαλοπρεπώς περίπλοκη αλλά αδιάφορη, για το μοντέρνο Είναι τους, π.χ. το κβαντικό τους Είναι. Πρόκειται για γοητευτικό επάγγελμα, πιστέψτε με. Είσαι όμως υποχρεωμένος να αγνοήσεις το γεγονός ότι, ανάμεσα σ’ αυτές τις εκπομπές, δεν υπάρχει ούτε αγάπη ούτε νόημα· η φύση τους είναι καθαρά ηλεκτρομαγνητική, όπως και του νέου ατόμου. Αυτό το τελευταίο είναι πλέον πανταχού παρόν, λειτουργικό και κενό. Με το να καταλήξει απλό συνώνυμο του δομικού λίθου του μικρόκοσμου, δηλαδή του ατόμου της φυσικής, το ιλιγγιωδώς περιστρεφόμενο ανθρώπινο άτομο, στον παράδεισο του Ράμφου και του Νίκολας Νεγκροπόντε, δεν έχει παρά να απολαύσει παθητικά τη μετατροπή του σε τεχνικό κύκλωμα πληροφοριών τύπου 1/0.

Επομένως, με κίνδυνο να φανώ απλοϊκός, θα πω ότι είναι ολότελα διαφορετική κατάσταση το να κοιτάξεις το στερέωμα στη διάρκεια μιας ανθρώπινης στιγμής, φέρ’ ειπείν σ’ έναν περίπατο, μια νύχτα του καλοκαιριού, γιατί τότε, παρά τον ίλιγγο της βύθισης στην ανιμιστική ψυχή του κόσμου, εκείνο που σου λένε τα άστρα, και που πολύ απέχει απ’ το να είναι το μέλλον, μιλάει για το μόνο που σου λείπει από τούτη την ψυχρή ευτυχία της ενατένισης, και που ονομάζεται Ανθρωπος. Η Σφίγγα το γνώριζε. Σήμερα, το να πεις ότι το ανθρώπινο υποκείμενο λείπει δεν είναι παρά ένας σκληρός τρόπος να καταγγείλεις την προοδευτική ιστορική του στράτευση στις τάξεις των σκεπτόμενων μηχανών.1

1. Αναγκαστικά, θα συνεχίσω την επόμενη Παρασκευή για να εξετάσω το τι εννοεί ο Ράμφος όταν μεταχειρίζεται όρους όπως «διαφάνεια», «ελευθερία» και «ευθύνη», αναφερόμενος κατ’ ουσίαν στα αντίθετά τους.

 

πηγή: Ελευθεροτυπία Βιβλιοοθήκη 03/12/2004

1 σχόλιο

  1. Το ποδήλατο του Ευγένιου Αρανίτση έχει γερή κόντρα. Υπέροχος και υπέροχο. Σας ευχαριστώ πολύ για την ανάρτησή του. (Ποία η πηγή του;)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here