Ταξίδι, Μέσα στον Άνθρωπο

(η ετεροθαλώς αυτοθαλής αυτογνωσία - Β')

0
1087

Σπούδασον εἰσελθεῖν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ἔνδοθέν σου, καὶ ὄψει τὸ ταμεῖον τὸ οὐράνιον· ἓν γάρ ἐστιν τοῦτο κἀκεῖνο, καὶ ἐν μιᾷ εἰσόδῳ θεωρεῖς τὰ ἀμφότερα. 

Αββάς Ισαάκ, Λόγοι Ασκητικοί/Β’ 40-42

  Όπου και να πας, το ίδιο «μέρος» είσαι. Όπου και να μένεις, το «ταξίδι» συνεχίζεται.

*

  Διαβάζω τον Ιερεμία, τον Ηράκλειτο, τον Λορεντζάτο, και τόσους άλλους. Βρίσκομαι συνέχεια στη διαπίστωση πως το πιο μακρινό ταξίδι, που μπορεί να κάνει στ’ αλήθεια κανείς, είναι αυτό με προορισμό την ανθρώπινη φύση. Κι εφόσον από τους άλλους βλέπουμε κυρίως «εξώφυλλα», και λαμβάνουμε πενιχρά μηνύματα ολόκληρων κόσμων κατά τα άλλα – ή, πιο γραφικά μεταφέροντές το, λαμβάνουμε αυθαίρετες φωτογραφίες εξ έργων δισεκατομμυρίων φωτογραφιών και με συγκεκριμένη σειρά – ο μόνος δρόμος να επισκεφθεί κανείς την ανθρώπινη φύση είναι αυτός της αυτο-γνωσίας, δια της αυτογνωσίας των άλλων (οι λέξεις τους, οι σκέψεις τους, η ζωή τους).

  Όμως, δεν χρειαζόμαστε έναν άξονα, ένα σημείο αναφοράς, στην ζωή και στην «προς την αληθινή ζωή» – όπου το αυτό, αυτογνωρίζεται, κι έτσι η πρόοδος συνταυτίζεται και συν-οικο-δομείται (-τε) – διαδρομή της; Σε ένα παιχνίδι ταχύτητας, η τεχνική σου και η επίδοσή σου αναδεικνύουν την υπόστασή σου ως προς το εν λόγω αγώνισμα ειδικότερα, και γενικότερα ως προς την εν λόγω δεξιότητα. Και κάθε χώρος, γνωστικός και μη, έχει τους κανόνες του και τα σημεία αναφοράς του (ρεκόρ θα λέγαμε σε ένα χώρο αθλητισμού, breakthrough σε ένα χώρο επιστημονικό, δασκάλους σε ένα χώρο γνωσιακό, αγίους σε ένα χώρο πνευματικό), που προσδιορίζουν τί το καλόν, τί το μέτριον, τί το βέλτιστον, τί το χείριστον ή και άσχετον. 

  Όσον αφορά στη φύση την ανθρώπινη ολιστικά, το «γήπεδο» και το «παίγνιο» είναι τόσο ευρέα κι ανοιχτά, που, θα έλεγες, δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις, εκτός κι αν τα βιολογικοποιήσεις και θεωρήσεις ότι ο άνθρωπος είναι μόνο ό,τι μπορούμε να ψηλαφήσουμε από την κατάσταση του εμβρύου έως και τα γηρατειά του, σε ακαδημαϊκό πάντα επίπεδο και σε «θετική κατεύθυνση» φοιτούντες (άρα ξέρουν οι επιστήμονες). Αυτό το «δεν ξέρεις» είναι το κλειδί, όμως είναι ελπίδα, είναι προοπτική. Η ελπίδα, η ιστορία να μην τελειώνει μαζί με την ιστορία σου, να είμαστε μαζί – όλοι και όλα – σημαντικοί, πάντα, κι όχι ο καθένας μόνος του, για λίγο. Η ελπίδα να μην είναι μια «διαδοχὴν ἀνθρωπαρίων τάχιστα τεθνηξομένων καὶ οὐκ εἰδότων οὐδ᾽ ἑαυτούς, οὔτιγε τὸν πρόπαλαι τεθνηκότα» (Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν/3,10).

  Το «πόσα δεν ξέρω» είναι η απαιτούμενη σπουδή όχι να το μάθω, αλλά να το αφήσω να έχει την επίδρασή του στη ζωή μου (ταπεινότης). Η μόνη πιθανή δύναμη και δυναμικότητα που μπορεί να αναπτύξει ο άνθρωπος είναι η ειρήνη του ανάμεσα στα τόσα πολλά που ξέρει και στα τόσα πολλά που δεν. Η ειρήνη είναι στο τέλος γιατί δεν είναι εξαρχής. Το να ξέραμε τα πάντα εξαρχής, θα σήμαινε τρεις πιθανές καταστάσεις: είτε είμαστε στον παράδεισο, είτε είμαστε στην κόλαση, είτε είμαστε ασυνείδητα φυτά. Εντέλει, ευλογηθήκαμε να ζήσουμε την τραγωδία του έκαστος και να αναχθούμε στον λυτρωμό του «όλοι μαζί ή κανείς». Ευλογηθήκαμε να τα μάθουμε όλα ή τίποτα. Πώς; 

  Το ταξίδι ξεκινά ορθόδοξα (η δόξα είναι αναπόφευκτη – όλοι, κάτι δοξάζουν με τα έργα του βίου τους) και έντιμα, γνωρίζοντας πως, π.χ., «ο άνθρωπος είναι ο μεγάλος άγνωστος» (Ζ. Λορεντζάτος, Collectanea/1176), ή πως «βαθεῖα ἡ καρδία παρά πάντα, καὶ ἄνθρωπός ἐστι· καὶ τίς γνώσεται αὐτόν;» (Ιερ. 17,9), ή πως «ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείσσων» (Ηράκλειτος, Fr. 54: η αφανής αρμονία των πραγμάτων, υψηλοτέρα της φανερής υπάρχει) και της ψυχής τα πέρατα είναι ακατάληπτα και βαθειά όσο το διάστημα (τίς εξερευνήσει!). Μόνο το ακατάληπτο είναι προς εξερεύνηση, όμως. Οπότε, προχώρα μπροστά, προχώρα μέσα και προχώρα ταπεινά – ως έχεις, ως άγνωστος που δι’ αγνώστων (εξ-)ερευνά το άγνωστο.

  Η αυτογνωσία είναι μία δια καταρτίσεως κατάκτηση; Εν μέρει, σαφέστατα και είναι πώς να χαρακτηριστείς ορθογράφος ή ανορθόγραφος άνευ του γνωστικού (γνωσιολογικού, της συνείδησης της γλώσσας εκ της γλώσσας, της αυτογνωσία της) χώρου της γλώσσας;  Όμως, αναζητώντας την ολιστικότητα, η γλώσσα είναι ίσως ο καλύτερος βοηθός – όχι κάτι παραπάνω από βοηθός. Κι αν κλείναμε την αυτογνωσία σε ένα πλαίσιο κατάρτισης (έστω και πολλαπλό), θα επιτελούσαμε μία κακοποίηση στις προοπτικές της, καθώς και μία περιφρόνηση απέναντι στην ανθρωπότητα συνολικά, ιστορικά. Η αυτογνωσία είναι η «μόνη καλή» γιατί δεν έχει πέρατα, κι επί του παραδείγματος, δεν τελειώνει καν, ακόμα και «μετά τις λέξεις», «μετά τα φυσικά» ή τεχνητά. Αντιλαμβανόμαστε με τί έχουμε να κάνουμε, όταν λέμε τη λέξη «ζωή», άραγε; Γίνεται να αντιλαμβανόμαστε μόνο λίγο απ’ αυτό; Αυτό που γίνεται είναι είτε μια κατάσταση αθλητικής φιλοσοφίας είτε μία κατάντια πτυχιακής κι επαγγελματικής φιλοδοξίας, που ποτέ δεν πρέπει να πάψει να ελπίζει όμως. Καταλαβαίνουμε για τί και γιατί να ελπίζει, νομίζω: αν δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, δεν υπάρχει ούτε πριν.

  Αυτή η διαφοροποίηση – του επί μέρους κόσμου που «τελειώνει στον κόσμο του» και του όντως κόσμου, που δεν τελειώνει – είναι ανάλογη με εκείνη την αντίθεση της αρχαίας Αλεξανδρινής χριστιανικής σχολής (η μυστηριακή ζωή είναι το παν) και της ιδιάζουσας κάπως σχολής της Αντιοχείας (το Γράμμα του Λόγου είναι το παν), της οποίας η προσέγγιση διέτρεχε «τον κίνδυνο να περιπέσει στην παγίδα του επιστημονικού ορθολογισμού και να εξετάσει το κείμενο που περιέχει τη Φωνή του Θεού, με το ίδιο πνεύμα με το οποίο θα εξέταζε ένα οποιοδήποτε ανθρώπινο κείμενο» (Β. Τατάκης, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία/Εισαγωγή). 

  Επιστημονικό ορθολογισμό επιδέχονται τα δημιουργήματά μας, όχι όμως και η δημιουργία μας (αντιεπιστημονικό). Ο Άινσταϊν συμπεραίνει την «διαίσθηση» στην επιστημονική παραγωγή-δημιουργία. Θα μπορούσε, από διαίσθηση σε διαίσθηση, να φθάσει στην «τελευταία», σε μία «υπέρτατη» ανακάλυψη όπου να μην επιδέχεται ο κόσμος περαιτέρω ανακάλυψη, σε μια αίσθηση μες στην οποία δεν υπάρχει ανάγκη για διαίσθηση, θα μπορούσε να φθάσει εκεί όπου τελειώνει η επιστήμη; Όχι. Ό,τι τελειώνει «εδώ» δε προσδιορίζει παρά μόνον επί μέρους αυτόν που το γεννά, κι όχι ποιος είναι αυτός και τί συνέβη «εδώ»: το επιστημονικό έργο τον άνθρωπο ως ιατρό, π.χ., ή μαθηματικό. Ό,τι πεθαίνει εδώ, πεθαίνει μόνο κατ’ ύλην (πέθανε ο επιστήμονας, σταμάτησε το έργο του). Οι άνθρωποι και το πνεύμα υπό το οποίο ολοκλήρωσαν τα έργα τους (τα πάντα «ανολοκλήρωτα» δε μένουν φαινομενικά;) συνεχίζουν να υπάρχουν, οντολογικά, αληθινά. Η Οδύσσεια είναι φάρσα; Δεν είσαι σίγουρος πως έχεις ένα καλό φίλο στο πρόσωπο του Ομήρου;

  Η ανάποδη προσέγγιση θα απαιτούσε από εμάς την στοχοποίηση των συγκεκριμένων ειδικοτήτων-καταρτίσεων που θ’ αρκούσαν για την επίτευξη της «ολιστικής αυτογνωσίας». Αναγκαστικά όμως, δεν μπορεί να είναι ένα σύνολο όλων των πεδίων, ολόκληρης της ακαδημαϊκώς επίκτητης γνώσης. Αυτό δεν γίνεται τεχνικά (να διαβάσει και να κατέχει κανείς τα πάντα), αλλά ακόμα κι αν γινόταν θα ήταν μόνο και μόνο χάσιμο χρόνου. Απώλεια, ακόμα κι αν επρόκειτο για έναν αθάνατο άνθρωπο, να τα μαθαίνει όλα (κατά νου). Θα ήταν σπατάλη, ο άνθρωπος να μάθει τα πάντα γύρω από την ανθρώπινη γνώση και ιστορία, χωρίς να τα ξεπεράσει (τί να σημαίνει αυτό; γιατί το νιώθει;). 

  Είμαστε αναγκασμένοι να συνομιλήσουμε με το μυστήριο, είμαστε εγκλωβισμένοι μέσα του. Όταν δεν ξέρεις τί είσαι, η αυτογνωσία σου προσδιορίζεται από τη συνομιλία σου με το μυστήριο, όχι με την ανθρωπότητά σου δια των καταρτίσεών σου (δεν έχει κάτι να σου πει: μπράβο!). Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο μυστήριο, αλλιώς πρόκειται για εν δυνάμει αδιέξοδα. Μόνο η μεταφυσική μπορεί να δώσει νόημα στη φυσική. Και γι’ αυτό είναι καλή η φυσική (η γνώση γενικότερα). Γι’ αυτό, αποκρύφως, σε ωθώ στην ιδέα να υπερστενέψεις τους δια προτύπων προσδιορισμούς σου, αλλά, ούτε μόνος σου να μείνεις – μονάδα ατομική – ούτε με πολλούς παραπάνω από «μια χούφτα», η οποία είτε θα καταλήξει σε (στον) Έναν, είτε, έστω, θα τον «γυροφέρνει» ασυνειδήτως. Αύτο είναι ανάλογο μ’ αυτό με το οποίο ο Λορεντζάτος εξηγηγεί την μη-εσωστρέφεια του ελληνισμού και του έμμεσα αντι-σοβινιστικού του φρονήματος: «ούτε να μην έχεις καβούκι μπορείς ούτε να κλείνεσαι στο καβούκι σου» (Στου Τιμονιού το Αυλάκι). Νομίζω θα συμφωνούσαν μαζί του όλοι οι Έλληνες, κατά παιδείαν.

*

  Υπάρχουν σταθερές αυτογνωσίας, οι οποίες βρίσκονται, ως μαρτυρίες, σε κάθε πιθανό γνωσιακό υπόβαθρο ανθρώπου, κι αυτό είναι η ανθρωπολογική απόδειξη της έμφυτης άσκησης της καλοσύνης. Η καθημερινότητα κι ο καθημερινός άνθρωπος, με τα πάθη του και τις αρετές του, μιλούν εύγλωττα για «τα μεγάλα» που πραγματεύεται το μικρό κείμενό μου περί αυτογνωσίας. Αν ο καθημερινός άνθρωπος δεν μπορούσε να προχωρήσει στην αυτογνωσία – και με το τρόπο που επεξεργάζομαι την οδό και τον τρόπο της – το κείμενό μου είναι για πέταμα, όσο καλογραμμένο κι αν είναι. Αν μπορούσε, καλώς, αν και αμφιβάλλω πως ο καθημερινός άνθρωπος διαβάζει τέτοια κείμενα, ή έχει συνείδηση για το τί παραπάνω από «παραπάνω κατανάλωση εντυπώσεων» μπορεί να ζήσει, αμφιβάλλω πως βλέπει ορίζοντα μεγάλο πίσω από τον τοίχο του ή μπροστά απ’ το παμπρίζ ή το cockpit του. 

  Η παρακολούθηση της συνείδησής μας κατά το πάρσιμο αποφάσεων, κατά την εκλογή επιλογών, κατά την εκδήλωση συμπεριφορών, μπορεί να επιφέρει γνώση των αιωνίων σταθερών, κι αυτή, κατ’ επέκταση, πρόοδο υπαρκτική και συνυπαρκτική αναγκαστικά. Όχι μόνη της η παρακολούθηση, αλλά με αυτήν (είναι επικουρικός στόχος, είναι εργαλείο, δεν είναι αυτάρκης αυτοσκοπός), όπως ακριβώς οι χριστιανοί ερμήνευσαν τα του Θεού με την ελληνική γλώσσα και γραμματεία κάποτε. Δηλαδή, ισοπεδωτικώς φαινομενολογικά, αντιλαμβάνομαι ότι η εντιμότητα κάποιου είναι το μόνο μέσον προς αυτό που αναζητάμε: να λέμε την αλήθεια. Το καταλάβαμε και πρωτύτερα νομίζω: αν η ανθρωπότητα έλεγε την αλήθεια, θα ήταν είτε στον παράδεισο, είτε στην κόλαση, είτε ασυνείδητη σε ένα φυτώριο.

  Ο Αββάς Ισαάκ μας λέει πως «το αγαθό, είναι πεφυτευμένο στη φύση μας, όμως το κακό καθόλου κάθε τί ξένο και έξωθεν επεισερχόμενο […]χρεία μεσίτου έχει», δηλαδή, συγκατάθεσης προσωπικής (Λόγοι Ασκητικοί, ΚΒ’ 59-62). Και ο καθένας από εμάς, που δεν είναι αββάς – και πόσο μάλλον αββάς Ισαάκ – «μας λέει» πως η παρεκτροπή από το «αγαθόν» του δημιουργεί εσωτερικές ενοχλήσεις, δυσκολίες, ελέγχους, κι εξωτερικά προβλήματα, καρκινοειδείς όγκους, διαφόρων φύσεων ως άρρωστες συμπεριφορές. Είναι, άρα, ορθό να θεωρούμε πως ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός ή, αποφατικά, πως δεν είναι φύσει πονηρός. Θεμέλια σταθερά εξετάζοντας, π.χ., τους «κακούς» της ιστορίας, οι οποίοι, αν κι εφόσον αληθεύουμε έως τώρα, πιο πολύ βασανίζονται παρά βασανίζουν, πιο πολύ κάτι τους τσακίζει εσωτερικώς, παρά αυτοί τους άλλους εξωτερικώς, όσους και να θάβουν και να κακοποιούν. Τα πάθη τους είναι η ανορθόδοξη διαχείριση (και χειραγώγηση) της «φυσικώς απαθούς ψυχής» που φέρουν (Αβ. Ισαάκ, ό.π./Γ’ 25-26). «Οὐδὲν γὰρ κακὸν κατὰ φύσιν», συμφωνούνε οι σοφοί μεταξύ τους (Ιω. Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστως/P.G. 94, 1196B).

  Αυτογνωσία είναι η συνειδητή περισυλλογή των ανταποκρίσεών μας στην αλήθεια, είναι η κατάστασή μας, ως αποτέλεσμα αυτού. Η αυτογνωσία είναι η αλήθεια και η αλήθεια είναι πρόσωπο. Ο προορισμός του εν δυνάμει προσώπου-ατόμου είναι η εν αληθεία ζωή πέρα από την αλήθεια που εκφράζεται δια του λόγου η απόλαυση της δεξίωσης του κοινού και Θείου Λόγου, μυστήριου ακαταλήπτου πάντοτε, στην καρδιά του προσωπικού κι ανθρωπίνου λόγου, η δεξίωση της Ενσάρκωσης, που είναι η θεμέλια ιδέα του ελληνικού χριστιανισμού, ως επέκταση της μεταφυσικής του ελληνισμού (συμπαρασύρουσας τα πάντα του δι’ αυτού), που γεννά η προοπτική της «φυσικής» του Ιησού Χριστού.

*

  Ο άνθρωπος λοιπόν, οντολογικώς και τελεολογικώς, μου θυμίζει πολύ ένα τετράπτυχο του Χάιντεγγερ, όταν μιλά για τη φιλοσοφία των κτισμάτων, στη διάλεξή του κυκλοφορούσα υπό του τίτλου «Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι»: «Η φειδωλή αντιμετώπιση του τετραμερούς (εσύ βλ. αγώνα αληθείας), η διάσωση της γης (εσύ βλ. σώμα), η δεξίωση του ουρανού (εσύ βλ. άγνωστο), η προσδοκία των θεοτήτων (εσύ βλ. αυτογνωσία, εφόσον «ἐντός ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. 17,21), κατά την παράδοσή μας, και «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» (Ιω. 4,23) το προσεγγίζουμε), η καθοδήγηση των θνητών (εσύ βλ. η έμπρακτος σοφία, η ενεργητική μετοχή, η ανάληψη ευθύνης προς μία καλήν αλλοίωση που κάνει καλό στον κόσμο), τούτο το τετράπτυχο φείδεσθαι είναι η απλή ουσία του κατοικείν (εσύ βλ. ζειν)». Συνεχίζει: «έτσι, τα γνήσια κτίσματα (εσύ βλ. άνθρωποι στον τρόπο και την άθληση της αυτογνωσίας) αφήνουν το αποτύπωμά τους στο κατοικείν (εσύ βλ. έργο ανθρωπότητας ως, γενικότερα, τις μαρτυρίες των ζώντων) άγοντάς το στην ουσία του (εσύ βλ. θέωση στον απόλυτο ενδεχόμενο προορισμό-χώρο) και στεγάζουν αυτήν την ουσία».

  Αν μη τί άλλο, μέσα στο αχανές του «αγνώστου», όπου ο άνθρωπος πολιτεύεται προσπαθώντας να γνωρίσει τον εαυτό του, ο τελευταίος μοιάζει πολύ περισσότερο με αφηρημένο καλλιτέχνη, ή ένα παιδί που παίζει, παρά με επιστήμονα που χειρίζεται έγκυρες, δοκιμασμένες και σίγουρα επιτυχημένες φόρμουλες (κι αυτός παίζει – μέσω της «διαίσθησης» πορεύεται, κατά τον Άινσταϊν). Δεν θυμάμαι ποιος επιστήμων, αλλά είναι τραγικά ελπιδοφόρο, ένα ον που «παίζει ζάρια» (ο άνθρωπος πειραματίζεται για να επιβεβαιώσει το τί γίνεται) να αναρωτιέται αν «ο καλός Θεός παίζει ζάρια».

  Το ταξίδι μέσα στην φύση του ανθρώπου αφορά ακριβώς στην τέχνη του ζειν, για την οποία λέξη ο Χάιντεγγερ πάλι θα σημειώσει κάτι, που ίσως πολλοί αγνοούμε ως τέτοιο: «Οι Έλληνες νοούν την τέχνην – το παράγειν – έχοντας ως αφετηρία το ενέργημα δια του οποίου αφήνεται κάτι να εμφανισθεί». Κατά αυτή την έννοια, η τέχνη του ζειν είναι μία εμφάνιση ζωής στον κόσμο και όχι μία εμφάνιση πληροφοριών στο μυαλό μας και στα μυαλά του κόσμου.

*

  Λογικό συμπέρασμα όλων αυτών και κατακλείδα: το έργο του ταξιδιού της ζωής είναι η εμφάνεια του αγαθού της φύσης μας δια της ορθόδοξης και έντιμης δεξίωσης του αγνώστου (Θεού, κόσμου, εαυτού και συν-εαυτού, ανθρώπου και συνανθρώπου) εν εκάστω, εν ελευθερία. Πώς να γινόταν υποχρέωση, ή ποινή, ή επάγγελμα, η αυτογνωσία; Ας συνεχίσουμε το «ταξίδι», ας μείνουμε στο ίδιο «μέρος» της αυτογνωσίας, ας πλατύνουμε, ας αφήσουμε να εμφανισθεί το του κόσμου «καλόν λίαν», μες στο οποίο φιλοξενούμαστε και φιλοξενούμε και τους άλλους -«μυστήριους» – συνταξιδιώτες της ζωής.

Το πρώτο μέρος εδώ

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας: Χρήστου Μποκόρου, “Η σκοτεινή σκιά του ανθρώπου φωτισμένη ΙΙΙ”

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here