Τί εἶναι οἱ λογισμοί; Προλεγόμενα μιᾶς σύγχρονης ἀνθρωπολογικῆς προσέγγισης τῆς νηπτικῆς ἔννοιας τῶν λογισμῶν

1
1466

Ἡ ἔννοια τῶν λογισμῶν εἶναι ἡ κεντρικότερη στή νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ νήψη (sobriety) στά κείμενα αὐτά (μέ προεξάρχουσα τήν Φιλοκαλία) νοεῖται κυρίως ὡς ἡ ἀσκητική τοῦ πιστοῦ ἔναντι τῶν λογισμῶν. Ὁ ἅγ. Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος ἀναφέρει[1]: «Νήψη εἶναι μιά μόνιμη σταθεροποίηση τοῦ λογισμοῦ (σσ. δηλαδή τοῦ νοῦ) καί στάση του στήν πύλη τῆς καρδιᾶς· βλέπει καί ἀκούει τούς κλέφτες λογισμούς νά ἔρχονται..». Ὅπως εἶναι φυσικό, ὑπάρχει πληθώρα ἀναφορῶν στό ζήτημα καί ἡ προσέγγιση τῶν λογισμῶν στά πατερικά κείμενα εἶναι πολυδιάστατη καί πολυποίκιλη. Ὁ μελετητής τους εὔκολα ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ἔννοια τῶν λογισμῶν εἶναι σύνθετη καί τό περιεχόμενό της ἀνθρωπολογικό. Προξενεῖ ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι ἀκόμη καί σήμερα, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, δέν ὑπάρχουν σύγχρονες μονογραφίες ὅπου νά ἀναλύεται τό ἀνθρωπολογικό περιεχόμενο τῶν λογισμῶν χρησιμοποιώντας τά θεωρητικά καί κλινικά κριτήρια τῶν ψυχολογικῶν ἐπιστημῶν. Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι καί ὁ λόγος πού μᾶς ὤθησε νά ἀσχοληθοῦμε εἰσαγωγικά μέ τό σπουδαῖο αὐτό θέμα, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ πρόσφορο πεδίο ἐρευνητικῆς ἐργασίας μέ σημαντικές ἐφαρμογές στήν ποιμαντική καί ἀσκητική πράξη τῆς ἐκκλησίας μας.

Πῶς ἑρμηνεύεται ὁ ὅρος «λογισμός» στή σύγχρονη λεξικογραφία; Τό Λεξικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης τοῦ Ἰωαν. Σταματάκου (σελ. 582) ἀναλύει τόν ὅρο ὡς ἑξῆς: «α. λογαριασμός, ὑπολογισμός, β. μελέτη, νοερά ἐξέτασις, σκέψις, συλλογισμός, συμπέρασμα». Τό (μονοτονικό) Λεξικό τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Γλώσσας τοῦ Γεωρ. Μπαμπινιώτη (σελ. 1019) ἑρμηνεύει: «1. (λαϊκ.) σκέψη, στοχασμός, 2. ἡ σκέψη πού ἀπασχολεῖ κάποιον ἔντονα, ἡ ἔγνοια…». Οἱ ὁρισμοί αὐτοί βεβαίως εἶναι συνοπτικοί, ἀλλά ἐντούτοις περιέχουν κάποια στοιχεῖα πού εἶναι κοινά μέ τήν νηπτική ἔννοια τοῦ ὅρου.

Τό (μοναδικό στό εἶδος του) πατρολογικό λεξικό τῆς Ὀξφόρδης (A Patristic Greek Lexicon) τοῦ G. W. Lampe παραθέτει (σελ. 806) τίς ἀκόλουθες ἔννοιες τοῦ ὅρου στήν πατερική γραμματεία: 1. συλλογισμός (argument), 2. σκέψη, ἐνέργεια τῆς φαντασίας (thought, imagining), 3. ἔννοια, ἑρμηνευτική ἀρχή (notion, principle of interpretation), 4. στάση, διάθεση (attitude, disposition), 5. λόγος, νοῦς-ψυχισμός (reason, mind), 6…, 7. ἐξομολόγηση (confession). Παρατηροῦμε ἀμέσως ὅτι στή χριστιανική γραμματεία ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου διευρύνθηκε σημαντικά σέ σύγκριση μέ τήν ἀρχαία ἑλληνική ἔννοιά του. Ἡ τελευταία αὐτή ἐπικεντρωνόταν ἀποκλειστικά στή διανοητική διάσταση τοῦ ὅρου. Κατά τή χριστιανική ἐποχή προστέθηκαν σημαντικά ἀνθρωπολογικά στοιχεῖα ὅπως ἡ φαντασία ἤ σύνθετα ψυχικά φαινόμενα ὅπως ἡ στάση καί ἡ διάθεση. Στίς μέρες μας ἐπικρατεῖ σύγχυση γύρω ἀπό τόν ὅρο, πού ἡ πλειοψηφία τόν ταυτίζει λαθεμένα μέ τήν ἁπλή σκέψη.

Ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός[2] διακρίνει τίς ἑξῆς κατηγορίες λογισμῶν: «..ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν λογισμοί: ὁ ἀνθρώπινος, ὁ δαιμονιώδης καί ὁ ἀγγελικός. Ὁ ἀνθρώπινος εἶναι ἡ ἁπλή ἔννοια πού ἔρχεται στό νοῦ, π.χ. ἄνθρωπος, χρυσάφι ἤ κάποιο ἄλλο αἰσθητό κτίσμα. Ὁ δαιμονιώδης εἶναι σύνθετος ἀπό νόημα καί πάθος[3]. Γιά παράδειγμα, ἡ ἔννοια “ἄνθρωπος”, ὅταν συνδέεται μέ παράλογη φιλία… ἤ πάλι μέ ἄκριτο μίσος, δηλαδή μνησικακία ἤ κατάκριση. Ὅμοια, ἡ ἔννοια τοῦ χρυσοῦ, ὅταν συνδέεται μέ τή φιλαργυρία… Ὁ ἀγγελικός τέλος λογισμός εἶναι ἡ ἀπαθής θεωρία τῶν πραγμάτων, δηλαδή ἡ ἀληθινή γνώση..». Ἡ προέλευση τῶν λογισμῶν εἶναι ποικίλη καί πηγάζει εἴτε ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση εἴτε ἀπό τούς δαίμονες εἴτε ἀπό τή Θεία Χάρη. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ὑπό τήν ἐπήρεια τῶν παθῶν ἀκόμη καί οἱ ἀνθρώπινοι λογισμοί τείνουν νά ἀλλοιώνονται ἀπό τούς ἐμπαθεῖς-δαιμονιώδεις.

Ὡς ἀνθρώπινοι θεωροῦνται οἱ λογισμοί ἐκεῖνοι πού δέν περιέχουν ψυχική φόρτιση, θετική ἤ ἀρνητική, πρός τό ἀντικείμενό τους. Ἀντικείμενο τῶν λογισμῶν μπορεῖ νά εἶναι ὁ,τιδήποτε: πρόσωπο, πράγμα, ἔννοια ἤ κατάσταση. Ὡς φόρτιση ἐννοοῦμε τήν θετική ἤ ἀρνητική στάση, διάθεση, θέληση, προαίρεση καί, κυρίως, ἐπιθυμία. «Κάθε πράξη ξεκινᾶ ἀπό τήν ἐπιθυμία καί κάθε ἐπιθυμία ἀπό τόν λογισμό. Γι’ αὐτό πρέπει νά προσπαθήσουμε νά ἀποσπάσουμε τόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς ἀπό τά μάταια καί νά ἔχουμε τήν καρδιά μας γεμάτη καλούς λογισμούς, γιά νά μή μείνη σέ αὐτήν χῶρος γιά τούς κακούς»[4]. Ἡ σύνδεση λογισμῶν καί ἐπιθυμίας εἶναι στενότατη καί ἀμφίδρομη. Οἱ λογισμοί ἄλλοτε ἐξάπτουν προϋπάρχουσες ἐπιθυμίες, οἱ ὁποῖες ἐνδέχεται νά εἶναι λανθάνουσες (latent)-ἀνεπίγνωστες σέ μᾶς. Ἄλλοτε πάλι πιέζουν τόν νοῦ καί τήν καρδιά-θέληση-ἀγαπητική δύναμη νά στραφοῦν σέ ὁρισμένο ἀντικείμενο, μέ σκοπό νά δημιουργήσουν ἐμπαθῆ προσκόλληση στόν ἐσωτερικό μας κόσμο καί ἐμπλοκή στόν πνευματικό ἀγώνα. Ἀγωγός τῆς δημιουργίας λογισμῶν εἶναι πάντοτε οἱ αἰσθήσεις. «Οἱ λογισμοί πού διά τῶν αἰσθήσεων  εἰσέρχονται στήν καρδιά ἀπό τά εὐχάριστα καί τερπνά ἐρεθίσματα καί ἐξάπτουν τήν ἐπιθυμία, εἶναι βαθιά ριζωμένοι μέσα μας καί ἔχουν τήν ἴδια μ’ ἐμᾶς ἡλικία, διότι ξεκινοῦν ἀπό τίς αἰσθήσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐνεργοποιημένες ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς μας»[5]. Ἐξ οὗ καί ἡ μεγάλη ἀσκητική δυσκολία πού παρουσιάζει ἡ νηπτική πάλη μέ τούς λογισμούς. Χαρακτηριστικό εἶναι τό παράδειγμα ἀπό τή ζωή τοῦ ἁγ. Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη: «Μιά φορά μοῦ ἦρθε ὁ λογισμός ν’ ἀγοράσω λίγα φρέσκα ψάρια… Ὁ λογισμός μέ παρέσυρε σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε καί στήν ἐκκλησία, τήν ὥρα τῆς λειτουργίας, εἶχα τά ψάρια στό νοῦ μου. Τότε κατάλαβα μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ πώς αὐτό ἦταν ἐνέργεια τοῦ ἐχθροῦ (σ.σ. διαβόλου)… Τρεῖς μέρες βασανιζόμουν ἀπ’ αὐτό τό λογισμό καί μόλις πού κατόρθωσα νά ἀπελευθερωθῶ μέ τήν προσευχή καί τά δάκρυα. Τόσο δύσκολο εἶναι νά παλαίψης ἀκόμα καί μέ τέτοιους μηδαμινούς λογισμούς»[6].

Ἐκτός ἀπό τήν θεμελιώδη σχέση λογισμῶν καί ἐπιθυμίας, μία ἄλλη σημαντικότατη διάσταση τοῦ θέματος εἶναι ἡ σχέση λογισμῶν καί φαντασίας. Εἶναι τόσο στενή ἡ σχέση αὐτή πού, ὅπως διαπιστώσαμε ἤδη, τό πατρολογικό λεξικό ταυτίζει μιά ἀπό τίς ἔννοιες τῶν λογισμῶν μέ τήν ἐνέργεια τῆς φαντασίας. «Ὅταν μή δυνηθῇ τήν μνήμην κινῆσαι ἐν τῇ προσευχῇ ὁ φθονερός δαίμων, τότε τήν κρᾶσιν τοῦ σώματος ἐκβιάζεται εἰς τό ποιῆσαι ξένην τινά φαντασίαν τῷ νῷ καί μορφῶσαι αὐτόν»[7] (Ὅταν ὁ φθονερός δαίμονας δέν μπορέσει νά διαταράξει τήν προσευχή μας φέρνοντας στόν νοῦ διάφορες ἀναμνήσεις, τότε πιέζει τόν ὀργανισμό μας ὥστε νά προκαλέσει κάποια ἀλλόκοτη φαντασίωση στόν νοῦ μας καί νά τόν διαμορφώσει ἀνάλογα). Ἐξαιρετική γιά τό θέμα τῆς φαντασίας παραμένει ἡ ἀνάλυση τοῦ ἀρχιμανδρίτη Σωφρονίου στό βιβλίο του γιά τόν ἅγιο Σιλουανό. Ἀφιερώνει ὁλόκληρο κεφάλαιο μέ τίτλο «Τά εἴδη τῆς φαντασίας καί ὁ ἀγώνας ἐναντίον της». «Ἡ πνευματική προσευχή δέν εἶναι οὔτε καλλιτεχνική δημιουργία, οὔτε ἐπιστημονική ἐργασία, οὔτε φιλοσοφική ἔρευνα καί στοχασμός, οὔτε ἀφηρημένη διανοητική θεολογία.. Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν διάφορες μορφές ἐκδηλώσεως τῆς φανταστικῆς ἐνέργειας (σσ. imagining) τοῦ ἀνθρώπου…πού πρέπει νά τίς ξεπεράσουμε, γιατί ἀλλιῶς εἶναι ἀδύνατο νά φτάσουμε στήν τέλεια προσευχή, τήν αὐθεντική θεολογία καί τήν ἀληθινά θεάρεστη ζωή»[8]. Ποιά εἶναι ὅμως τά εἴδη τῆς φαντασίας πού, μέσω τῶν λογισμῶν, ἀλλοιώνουν τήν πνευματική πορεία τοῦ χριστιανοῦ; Τό πλέον συνηθισμένο εἶδος ἀφορᾶ στά σωματικά πάθη καί στίς φαντασιώδεις εἰκόνες τους στόν νοῦ. «Ὁ ἀσκητής παλαίβει πρῶτα-πρῶτα μ’ ἐκεῖνο τό εἶδος τῆς φαντασίας πού συνδέεται μέ τήν ἐνέργεια τῶν χονδρῶν σαρκικῶν παθῶν. Γνωρίζει πώς κάθε πάθος ἔχει τή μορφή του ἐπειδή ἀνήκει στή σφαίρα τοῦ κτιστοῦ κόσμου, πού ἀναπόφευκτα ὑπάρχει στήν α ἤ β μορφή καί παρέχει τήν α ἤ β εἰκόνα… Τό ἄλλο εἶδος φαντασίας μέ τό ὁποῖο παλαίβει ὁ ἀσκητής ὀνομάζεται συνήθως ὀνειροπόληση-ρεμβασμός.. (σσ. Τό τρίτο εἶδος ἀφορᾶ) τήν ἱκανότητα τῆς μνήμης καί τῆς παραστάσεως.. τότε ὁ νοῦς ἀναζητεῖ μέ τή νόηση τή δυνατότητα ἔμπρακτης πραγματοποιήσεως τῆς α ἤ β ἰδέας.. Τέλος, ἕνα ἀκόμη εἶδος φαντασίας.. εἶναι οἱ ἀπόπειρες τοῦ λογικοῦ νά διεισδύση στά μυστήρια τοῦ εἶναι καί νά συλλάβη τόν Θεῖο κόσμο»[9]. Διαπιστώνουμε ὅτι ἡ τεράστια σημασία πού ἀποδίδει ἡ ὀρθόδοξη ἀσκητική παράδοση στό θέμα τῶν λογισμῶν ἔχει ἐξαιρετικό ἀνθρωπολογικό βάθος καί περιλαμβάνει τίς σπουδαιότερες ὀντολογικές σταθερές ὅπως ἡ ἐπιθυμία ἤ ἡ θέληση. Ὁ χριστιανός «..ζητεῖ τόν Ποιητή του Θεό στό ὑπερβατικό Εἶναι Του. Γι’ αὐτό στήν πράξη τῆς νοερῆς προσευχῆς ἀγωνίζεται ἐναντίον μυριάδων εἰκόνων κάθε εἴδους: ἐναντίον τῶν ἐποπτικῶν, ὅσων ἔχουν δηλαδή τήν α ἤ β ἐξωτερική μορφή, περίγραμμα, ἔκταση στό χῶρο ἤ τό χρόνο, χρῶμα κλπ., καί ἐναντίον τῶν διανοητικῶν εἰκόνων, δηλαδή τῶν ἐννοιῶν· ἀγωνίζεται ἐναντίον τους, γιά νά προσεύχεται στό Θεό γυμνός ἀπό κάθε τι, “ἐνώπιος ἐνωπίῳ”, πρόσωπο πρός Πρόσωπο[10].

Ψυχολογική θεώρηση

Μποροῦμε νά ἐξετάσουμε τήν μακραίωνη αὐτή ἀσκητική ἐμπειρία καί δογματική συνείδηση[11] ἀπό τήν ἄποψη τῆς σύγχρονης κλινικῆς θεωρίας καί πράξης; Πιστεύουμε πώς αὐτό μπορεῖ νά γίνει, στόν βαθμό πού δέν ἐπιχειρεῖ νά ἑρμηνεύσει ψυχολογικά εἴτε τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (κατ’ οὐσίαν τήν Θεία Χάρη) εἴτε τίς κτιστές τῶν δαιμόνων (ἐκπεσμένων πνευμάτων), πράγμα πού ἄλλωστε βρίσκεται πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἐπιστήμης. Θά ἐπικεντρωθοῦμε στήν ἀνθρωπολογική πλευρά τῶν λογισμῶν.

Ἡ γνωστική (cognitive) διάσταση τῶν λογισμῶν. Ξεκινοῦμε ἀπό τό ζήτημα αὐτό ἐπειδή εἶναι καί τό πλέον προφανές ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα μας. Αὐτό φαίνεται κατ’ ἀρχήν ἀπό τούς ποικίλους ὁρισμούς τῶν λογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπικεντρώνονται γύρω ἀπό τίς ἔννοιες «ἐπίμονη σκέψη, μελέτη, νοερή ἐξέταση» κ.ἄ. Γιά τή γνωστική ψυχολογία ἡ ἀνθρώπινη «συμπεριφορά δέν προσδιορίζεται ἁπλῶς καί μόνο ἀπό τίς προφανεῖς ἰδιότητές της, ἀλλά ἀπαιτεῖ ἑρμηνεία στό ἐπίπεδο τῶν ψυχικῶν γεγονότων, τῶν ψυχικῶν παραστάσεων, πεποιθήσεων, προθέσεων κλπ»[12]. Στήν πατερική ἀνάλυση τοῦ θέματος τονίζεται ὅτι οἱ λογισμοί συνοδεύονται ἀπό ψυχικές (ἀνα)παραστάσεις (ἐποπτικές εἰκόνες), οἱ ὁποῖες ἔχουν σχῆμα, χρῶμα, ἔκταση, ἐφόσον προέρχονται ἀπό τόν κτιστό κόσμο. Ἐπίσης οἱ λογισμοί ἔχουν ὡς τελικό σκοπό νά διαμορφώσουν τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά μέσω τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία διεγείρεται ἀπό τίς παραστάσεις αὐτές μέσω τῆς φαντασίας. Συνεπῶς ἔχουμε τήν ἀκόλουθη ἀλληλουχία: εἴσοδος ἀπέραντης ποικιλίας ψυχοσωματικῶν ἐρεθισμάτων μέσω τῶν αἰσθήσεων, νοερή μελέτη καί προσέλκυση τῆς προσοχῆς τοῦ νοῦ-πνεύματος στίς ἀναπαραστάσεις τῶν (ἐμπαθῶν-ἐνήδονων[13]) ἐρεθισμάτων ἤ/καί ἀναμνήσεων, σχηματισμός τῶν λογισμῶν, διέγερση τῆς ἐπιθυμίας, διαμόρφωση τῆς θελήσεως ἀπό τήν ἐπιθυμία, ἐνεργός συμπεριφορά-διάπραξη τοῦ πάθους. Βεβαίως ἡ ἀλληλουχία αὐτή εἶναι περιγραφική καί δέν ἀποτελεῖ «ἀμετάθετο φυσικό νόμο».

Σχετικά μέ τό γνωστικό στοιχεῖο εἶναι σαφές ὅτι ἡ νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖ πώς κατά τήν πάλη μέ τούς λογισμούς παλεύει ὁ νοῦς[14] τοῦ χριστιανοῦ μέ τόν νοῦ τῶν πεπτωκότων πνευμάτων. «Παλαίβει νοῦς μέ νοῦ.. ὁ νοῦς μας μέ τό νοῦ τοῦ ἐχθροῦ.. Ὁ ἐχθρός ἔπεσε ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τή φαντασία κι ἐκεῖ μᾶς τραβᾶ κι ἐμᾶς… Νά πολεμᾶς τούς ἐχθρούς μέ τήν ταπείνωση. Ὅταν δῆς πώς κάποιος ἄλλος νοῦς παλαίβει μέ τό νοῦ σου, νά ταπεινώσης τόν ἑαυτό σου καί θά πάψη ὁ πόλεμος»[15]. Ὁ στόχος τῶν δαιμόνων εἶναι νά κυριαρχοῦν τά πάθη στόν ἄνθρωπο. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιά παραμορφωμένη, συγκεχυμένη καί φθοροποιό εἰκόνα-βίωμα-λειτουργία σχετικά μέ τόν ἑαυτό του, τόν συνάνθρωπο, τή δημιουργία καί τόν Θεό. Ἡ συγκλονιστική αὐτή πάλη τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ μέ τόν δαιμονικό συνιστᾶ μεταξύ ἄλλων καί γνωστική πάλη, δηλαδή ἀγώνα γιά τό εἶδος τῆς γνώσεως πού θά ἐπικρατήσει ἐντός μας: εἴτε ἡ «γνώση» τῶν παθῶν εἴτε ἐκείνη τῆς Χάριτος. «Οἱ λογισμοί, ἄλλοι διακόπτουν καί ἄλλοι διακόπτονται. Διακόπτουν οἱ πονηροί λογισμοί τούς ἀγαθούς. Καί διακόπτονται ἀπό τούς ἀγαθούς, οἱ πονηροί λογισμοί.. Γιά παράδειγμα· ἔχω ἕνα λογισμό φιλοξενίας γιά χάρη τοῦ Κυρίου, ἀλλά ὁ λογισμός αὐτός μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ διαβόλου διακόπτεται, γιατί ὁ πονηρός μοῦ ὑποβάλλει νά φιλοξενήσω γιά χάρη τῆς φιλοδοξίας. Ἀντίθετα, ἔχω λογισμό φιλοξενίας γιά νά ἐπιδειχθῶ στούς ἀνθρώπους. Ἀλλά ἔρχεται καλύτερος λογισμός καί τόν διακόπτει κατευθύνοντας τήν ἀρετή τῆς φιλοξενίας στόν Κύριο..»[16].

Τό ζήτημα τῆς ἐπιθυμίας καί τῆς φαντασίας[17]. Ἡ Καινή Διαθήκη χρησιμοποιεῖ τό ρῆμα ἐπιθυμεῖν 16 φορές καί τό οὐσιαστικό ἐπιθυμία 38 φορές, ἄλλοτε μέ τή σωτηριολογική καί ἄλλοτε μέ τήν ἐμπαθή ἔννοια τοῦ ὅρου[18]. «Ἡ ὑπέρτατη τελειότητα γιά τόν βουδισμό εἶναι ἡ “κατάπνιξη τῆς ἐπιθυμίας”. Πόσο μακριά ἀπ’ αὐτό τό ὄνειρο βρίσκονται οἱ ἄνθρωποι τῆς Βίβλου.. ἡ Βίβλος εἶναι γεμάτη ἀπό τήν ταραχή καί τή διαμάχη πού προκαλεῖ κάθε μορφή ἐπιθυμίας… Στή ρίζα κάθε ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει ἡ οὐσιαστική του ἔνδεια καί ἡ βασική του ἀνάγκη νά κατέχει τή ζωή μέσα στήν πληρότητα καί στήν ἀνάπτυξη τῆς ὑπάρξεώς του»[19]. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο ἐκφράζει τήν ἔντονη ἐπιθυμία Του νά συμφάγει μέ τούς μαθητές Του: «ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τό πάσχα φαγεῖν μεθ’ ὑμῶν πρό τοῦ με παθεῖν» (Λουκ. 22:15). Ἡ ἐπιθυμία ἀποτελεῖ ὀντολογική σταθερά, δηλαδή θεμελιώδη ὅρο καί προϋπόθεση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. «Οἱ ρίζες τῆς ἐπιθυμίας χάνονται στίς πρῶτες ἐμπειρίες τοῦ παιδιοῦ, ὅταν αὐτό ἱκανοποιεῖ τίς βιολογικές του ἀνάγκες…καί δέχεται τήν ἀγάπη τῆς μητέρας, χωρίς νά τά ἔχει ζητήσει, ἀφοῦ στερεῖται ἀκόμη τοῦ λόγου… Τό μνημονικό ἴχνος αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας ἐγωκεντρικότητας καί παντοδυναμίας συντηρεῖ μιά διαρκή νοσταλγία τῆς καταστάσεως ἐκείνης, στήν ὁποία τό παιδί ἀποτελεῖ “τό μοναδικό ἀντικείμενο ἐπιθυμίας τοῦ Ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἱκανοποιεῖ τίς ἀνάγκες του… Τό ὑποκείμενο ζητάει ἀκατάπαυστα , χωρίς περιορισμούς, τήν (συνεχή) παρουσία καί ἀγάπη τοῦ Ἄλλου, πράγμα ἀδύνατον νά ἐκπληρωθεῖ”»[20].

Κάθε προσπάθεια ἀποφυγῆς καί παράκαμψης τῶν οὐσιαστικῶν ἐρωτημάτων καί περιπετειῶν τῆς ἐπιθυμίας διαστρέφει καί ἐγκλωβίζει τόν ἄνθρωπο. Σέ περιόδους θεολογικῆς παρακμῆς τῆς ἐκκλησίας ἐμφανίστηκαν ὁρισμένες ἀσκητικές τάσεις, οἱ ὁποῖες συνέχεαν τήν ἐπιθυμία καί τό φυσικό θέλημα μέ τά πάθη. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν τά μέλη τῶν ὁμάδων αὐτῶν νά ἀγωνίζονται γιά τή συντριβή τῆς ἐπιθυμίας καί τοῦ φυσικοῦ θελήματος, μέ ἀποτέλεσμα εἴτε τήν βαρειά ψυχοπαθολογία εἴτε τήν ἀποκοπή ἀπό τό Σῶμα τῆς ἐκκλησίας καί τήν ἐκκοσμίκευση. Ἄλλωστε ἡ ἐκκοσμίκευση ἔλαβε στή Δύση μαζικό καί κοσμοϊστορικό χαρακτήρα ἔχοντας, μεταξύ ἄλλων, ὡς αἰτία καί τήν θεμελιώδη αὐτή ἀνθρωπολογική σύγχυση. Ἀκόμη καί πολιτισμικές ἤ κοινωνικές ἐξελίξεις ἐντελῶς πρόσφατες, ὅπως ἡ «σεξουαλική ἐπανάσταση» ἤ ἡ ἐξέγερση τοῦ Μάη 1968 στή Γαλλία, δηλώθηκαν ρητά ἀπό τούς διανοητικούς πρωτεργάτες τους ὡς ἐξεγέρσεις τῆς ἐπιθυμίας. Αὐτό εἶναι καί τό θεμελιῶδες ἀνθρωπολογικό καί κοινωνικό χαρακτηριστικό τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς μας[21]. «Τό ἄτομο ἐνδέχεται νά προσπαθήσει νά ζήσει σέ κατάσταση παραίτησης ἤ νά χάσει τόν ἑαυτό του στίς ποικίλες ἀπολαύσεις πού τοῦ προσφέρονται· ἀλλά ὅσο κι ἄν προσπαθήσει, γνωρίζει πώς ἡ ἀνυπαρξία ἐπιθυμίας, ἡ ἐξάλειψη κάθε ἐπιθυμίας εἶναι ἔνα ἀκατόρθωτο ὄνειρο…Τό σύνολο τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας ὠθεῖται ἀπό τήν ἐπιθυμία»[22].

Πῶς ὅμως παρεμβάλλεται ἡ φαντασία στήν ἐπιθυμία; «…ἀπό τή στιγμή πού ἡ ἀγάπη στό ξεκίνημα τῆς ζωῆς φανερώθηκε μέ ὅρους σωματικῆς φροντίδας, ἄρχισαν πλέον ἀνεπιστρεπτί νά διαπλέκονται αἴτημα (σσ. ἀπεριόριστης ἀγάπης), ἐπιθυμία καί ὁρμή[23]. Ἡ ἐπιθυμία ἐμφανίζεται μέ ὅρους τῆς ὁρμῆς… δέν ὑπάρχει ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας ἀλλά τό δανείζεται ἀπό τήν ὁρμή.. Ὁ τρόπος δια τοῦ ὁποίου τό ἀντικείμενο τῆς ὁρμῆς μεταμφιέζεται σέ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας εἶναι ἡ φαντασίωση. Περιεχόμενό της ἀποτελεῖ τό ἀντικείμενο τῆς σωματικῆς ὁρμῆς ἤ τῆς ναρκισσιστικῆς λίμπιντο (σεξουαλικό, γευστικό, δόξα, δύναμη, χρήματα κ.ἄ.)..»[24]. Σ’ αὐτή τή διαπλοκή ἐπιθυμίας καί ὁρμῆς ἔγκειται τό μεταπτωτικό πρόβλημα, δηλαδή ἡ διαστροφή τῆς ἐπιθυμίας. «Ἐπειδή ἡ ἐπιθυμία εἶναι κάτι οὐσιαστικό καί ἀνεκρίζωτο, μπορεῖ νά ἀποτελέσει γιά τόν ἄνθρωπο ἕνα μόνιμο καί ἐπικίνδυνο πειρασμό»[25] ὅταν δέν χαλιναγωγεῖται ἀπό τήν ἄσκηση. «Ἡ φαντασίωση συχνά εἶναι συνειδητή, συχνότερα ἀσυνείδητη. Λειτουργία της εἶναι νά χαρίζει τήν αἴγλη στίς ἀπολαύσεις (σωματικές ἤ ναρκισσιστικές), πού τίς καθιστᾶ τόσο ἑλκυστικές… (σσ. Οἱ πρωτόπλαστοι) εἶχαν δεῖ πολλές φορές τό δένδρο, ἀλλά τώρα τό ἔβλεπαν μέ ἄλλη ἐπένδυση, σάν νά τό ἀντίκρυζαν γιά πρώτη φορά. Εἶχε προηγηθεῖ τό ὅραμα τῆς ναρκισσιστικῆς ἀπολαύσεως..»[26]. Ἡ ὅραση εἶναι ὁ κορυφαῖος δίαυλος τῆς φαντασίωσης. Ἐξ οὗ καί ἡ τεράστια σημασία τῆς εἰκόνας στόν σύγχρονο πολιτισμό, πού ἐπενδύει ἀμύθητα ποσά σ’ αὐτήν.

Ἡ σχέση λογισμῶν καί ψυχοπαθολογίας

Ἀπό τή συνοπτική παρουσίαση τοῦ θέματος δέν θά μποροῦσε νά ἀπουσιάζει τό ζήτημα τῆς σχέσης λογισμῶν καί ψυχικῆς διαταραχῆς. Εἶναι γνωστό ὅτι μέχρι τόν 19ο αἰώνα (ὁπότε ξεκίνησε ἡ δημιουργία τῆς σύγχρονης ψυχολογίας-ψυχιατρικῆς) οἱ ψυχικές διαταραχές θεωροῦντο θρησκευτικά φαινόμενα σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς προνεωτερικούς πολιτισμούς. Στή Δυτική Εὐρώπη ἡ θεώρηση τῆς ψυχικῆς διαταραχῆς[27] ὡς ἀσθένειας τῆς φύσεως προχώρησε μέ βραδεῖς ρυθμούς κατά τόν 19ο αἰ. καί μέ ταχύτατους κατά τόν 20ό . Δυστυχῶς ἀκόμη καί σήμερα ἕνα σημαντικο ποσοστό ἐκκλησιαστικῶν στελεχῶν καί πιστῶν[28] ἐξακολουθεῖ νά συγχέει τά ἐφάμαρτα πάθη μέ τίς ψυχικές διαταραχές (θεωρώντας τά πρῶτα ὡς ἀποκλειστικά αἴτια τῶν δεύτερων), συνεχίζει νά θεωρεῖ ἐσφαλμένα ὅτι τά παθολογικά συμπτώματα ἔχουν τήν προέλευσή τους στούς ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ποῦ ὀφείλεται αὐτή ἡ στάση; «Κατά κανόνα, ἡ χρησιμοποιούμενη ἀνθρωπολογική ὁρολογία τῆς Ἐκκλησίας μας προέρχεται ἀπό τούς Μέσους Χρόνους ἤ καί παλαιότερα, εἶναι δηλαδή προνεωτερική (premodern). Χρησιμοποιεῖ ὅρους μέ ἔντονο νεοπλατωνικό παρελθόν (π.χ. παθητικό ἤ θυμοειδές μέρος τῆς ψυχῆς) ἤ ἄλλους πού εἶναι δυσνόητοι στόν σύγχρονο ἄνθρωπο (π.χ. λογισμοί), καθώς δέν παρουσιάζουν παρά ἐλάχιστη ἀντιστοιχία μέ τίς προσλαμβάνουσες..παραστάσεις του…Αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο. Οἱ ἱστορικές περιπέτειες τῶν ὀρθοδόξων λαῶν δέν τούς ἐπέτρεψαν νά διαλεχθοῦν μεθοδικά..μέ τήν νεωτερικότητα, ἔτσι ὥστε νά διαμορφώσουν δική τους συγκροτημένη πολιτισμική καί ἀνθρωπολογική ἀντιπρόταση»[29]. Ὧστε οἱ λόγοι εἶναι ἱστορικοί καί πολιτισμικοί. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ σύγχυση φυσικῆς ἐνέργειας καί γνωμικοῦ θελήματος (προαιρέσεως) στόν ἄνθρωπο. Τό νόημα τῆς ἁμαρτίας ἔγκειται στήν κακή χρήση-ἀστοχία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας-γνωμικοῦ θελήματος-προαιρέσεως[30]. Ἀντίθετα, τά φυσικά ψυχοσωματικά ἐνεργήματα ἀποτελοῦν ὀντολογικά πρωτογενεῖς ἐκδηλώσεις τῆς φύσεως καί ἡ ποιότητά τους διαμορφώνεται ἀπό τήν βιολογική κληρονομικότητα καί ἀπό τήν ποιότητα τῆς παρεχόμενης φροντίδας καί τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων τοῦ οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντος. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἐπιλέξει κανέναν ἀπό τούς δύο αὐτούς κρίσιμους παράγοντες, οὔτε τήν κληρονομικότητα οὔτε τούς γονεῖς καί οἰκείους του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ φυσικές ψυχοσωματικές ἐνέργειες δέν σχετίζονται μέ τήν προαίρεση (ἦθος) τοῦ ἀτόμου καί συνεπῶς δέν ὑπόκεινται στήν ποιμαντική τῆς ἐκκλησίας[31], ἀλλά στόν βαθμό πού πάσχουν-δυσλειτουργοῦν, ἀντιμετωπίζονται ἀπό τούς εἰδικούς. Οἱ ψυχικές διαταραχές ἀποτελοῦν νόσους τῶν φυσικῶν ἐνεργημάτων καί συνήθως δέν προέρχονται ἀπό ἐφάμαρτους λογισμούς. Ἡ σύγχυση φυσικῶν ἐνεργειῶν καί γνωμικοῦ θελήματος εἶναι σύγχυση ὀντολογίας (ἤ ψυχολογίας, πού ἀποτελεῖ τήν ὀντολογική προβολή στήν καθημερινότητα) καί ἠθικῆς. Αὐτό βέβαια ὀφείλεται καί στό γεγονός ὅτι ἡ διάκριση αὐτῶν τῶν ἀνθρωπολογικῶν παραγόντων εἶναι σέ πολλές περιπτώσεις ἰδιαίτερη λεπτή καί δυσχερής.

Πολύ διαφωτιστικά εἶναι διάφορα συγκεκριμένα παραδείγματα γιά τή σχέση λογισμῶν καί ψυχοπαθολογίας, πού παρουσιάζει ὁ π. Β. Θερμός σέ παλαιότερη μελέτη του[32]. «Τό μίσος πού ὁ παρανοϊκός ἄρρωστος αἰσθάνεται πρός τούς φανταστικούς διῶκτες του διαφέρει ριζικά ἀπό τό μίσος ὡς πνευματικό μέγεθος πού αἰσθάνεται κάποιος πρός ἐκεῖνον πού γίνεται ἐμπόδιο στίς ἄνομες ἐπιθυμίες του ἤ στούς ναρκισσιστικούς του στόχους.. Οἱ διωκτικές ἰδέες δέν ἀποτελοῦν “κακούς λογισμούς”. Ἡ θλίψη τοῦ καταθλιπτικοῦ, ἐπίσης, ἀποτελεῖ μιά πρωτογενή διαταραχή τοῦ συναισθήματος καί διαφέρει σαφῶς ἀπό τή θλίψη τῆς ἀκηδίας ἤ τήν φυσιολογική θλίψη ἐκείνου πού ματαιώνεται ἤ πληγώνεται. Οἱ τελευταῖες εἶναι πνευματικῆς τάξεως καί ἐκπορεύονται ἀπό τήν πνευματική ἀμέλεια καί τό πάθος τῆς φιλαυτίας. Ὁμοίως καί τό ἄγχος τοῦ μεθοριακοῦ ἀσθενοῦς ὡς πρός τήν ἐγκατάλειψη δέν ὀφείλεται σέ ὀλιγοπιστία, ἀλλά σέ πρωτογενή ἀποτυχία τῆς συναισθηματικῆς καί ἀναπαραστατικῆς λειτουργίας τῆς ἐσωτερικεύσεως τοῦ μητρικοῦ ἀντικειμένου. Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ προκλητικότητα τῆς γυναίκας μέ ὑστερική δομή προσωπικότητας δέν ὀφείλεται στό πάθος τῆς φιληδονίας (μόνο), ἀλλά στό γεγονός ὅτι γνωρίζει μόνο αὐτόν τόν τρόπο νά ρυθμίζη τήν ναρκισσιστική της ἰσορροπία..».

Ἐνῶ μορφολογικά τά συμπτώματα τῆς ψυχικῆς παθολογίας μοιάζουν μέ λογισμούς, ἡ βαθύτερη αἰτιολογία καί ποιότητά τους παραπέμπει σέ ριζικά διαφορετική ἀξιολόγηση. Ὁ ὑπερτονισμός τοῦ θείου δώρου τῆς ἐλευθερίας στόν ἄνθρωπο (δηλαδή τοῦ αὐτεξουσίου), ἡ ἀπουσία συστηματικοῦ διαλόγου μέ τά ἐπιτεύγματα τῆς νεωτερικότητας καί ἡ ἔντονη ἐξιδανίκευση τῶν ἁγίων (σέ σημεῖο πού ὁρισμένες φορές ἔχει κανείς τήν αἴσθηση ὅτι πρόκειται γιά ὑπερανθρώπους), δημιούργησαν σέ ἀρκετά μέλη τῆς ἐκκλησίας τήν ἐντύπωση πώς μπορεῖ κανείς μέσω τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καί τῆς Χάριτος νά τροποποιεῖ καί νά διαμορφώνει τά βιώματά του καί τόν χαρακτήρα του κατά τό δοκοῦν. Πρόκειται γιά θεμελιώδη πλάνη, ἡ ὁποία συγχέει τήν φύση μέ τό πρόσωπο. Κανείς δέν μπορεῖ νά…διατάξει (!) ἤ νά ἀπαιτήσει ἀπό τόν ἑαυτό του νά ἀλλάξουν τά συναισθήματα, οἱ ἐπιθυμίες ἤ ἡ δομή τοῦ χαρακτήρα του. Ἡ ψυχοπαθολογία ἀποτελεῖ περιορισμό τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου καί στό πλαίσιο αὐτό θά πρέπει νά κινεῖται φιλάνθρωπα ἡ ποιμαντική τῆς ἐκκλησίας μας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὅμως ἀκόμη καί ἡ βαρύτερη ψυχοπαθολογία δέν ἐξαλείφει ποτέ τή μοναδικότητα τοῦ προσώπου, οὔτε ἐκμηδενίζει τό αὐτεξούσιό του καί σ’ αὐτό ἔγκειται τό μεγαλεῖο τοῦ «κατ’ εἰκόνα» καί ἡ ἐσχατολογική ἐλπίδα μας, διαρκῶς παροῦσα στή ζωή τῆς Εὐχαριστίας.

[1] Πρός τόν Θεόδουλο, Λόγος περί νήψεως καί ἀρετῆς, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμος Α΄, σελ. 181, μετάφραση Ἀ. Γαλίτη, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσ/νίκη 1984.

[2] Βιβλίο Πρῶτο, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμος Γ΄, ὅ.π., σελ. 119.

[3] Οἱ πλάγιοι χαρακτῆρες σέ ὅλα τά πατερικά χωρία εἶναι πρόσθετοι.

[4] Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς (κείμενο, μετάφραση, σχόλια, εὑρετήρια),  Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή Θεσ/κης 2005, σελ. 307. Πρόκειται γιά ἰδιαίτερα ἐπιμελημένη ἔκδοση.

[5] Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, ὅ.π., σελ. 327.

[6] Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὁ Γέροντας Σιλουανός, Ἱ. Μονή Τιμίου Προδρόμου-Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1978 (β΄ ἔκδ.), σελ. 509 (πρώτη καί γιά πολλά χρόνια μοναδική ἔκδοση στή δημοτική, γι’ αὐτό καί τήν χρησιμοποιοῦμε). Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, γιατί (μεταξύ πολλῶν ἄλλων) ἔζησε στόν Ἄθω καί πέθανε στόν εἰκοστό αἰώνα (1938). Συγκριτικά μέ τούς συγγραφεῖς τῆς Φιλοκαλίας ὁ Σιλουανός ὑπῆρξε σύγχρονός μας.

[7] Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Περί προσευχῆς λόγος εἰς 153 κεφάλαια διειλημμένος, κεφ. ξη΄, Β.Ε.Π.Ε.Σ., τόμος 79, Ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 2000, σελ. 112.

[8] Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὁ Γέροντας Σιλουανός, ὅ.π., σελ. 171.

[9] Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, ὅ.π., σσ. 167, 168 & 169.

[10] ὅ.π., σσ. 171 & 172. Ἡ ἔμφαση στίς λέξεις «πρόσωπο πρός Πρόσωπο» ἀνήκει στό πρωτότυπο κείμενο.

[11] Γιά τό σπουδαῖο ζήτημα τῆς δογματικῆς συνειδήσεως βλ. τό κεφάλαιο, Ἡ Χάρη καί ἡ δογματική συνείδηση πού γεννᾶ, Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, ὅ.π., σσ. 211-220. Τό πνεῦμα τοῦ Διαφωτισμοῦ μέ τήν ἀφελῆ ἀντίληψη τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος καθώς καί ὁ συγκρητισμός τῆς ἐποχῆς μας, ἔχουν διαμορφώσει μιά βαθειά παρανόηση γύρω ἀπό τίς ὀντολογικές καί γνωσιολογικές προϋποθέσεις τῆς δογματικῆς συνείδησης.

[12] Penguin Dictionary of Psychology, 2nd edition, London 1995, σελ. 134.

[13] Ὡς ἐνήδονα ἐρεθίσματα ἐννοοῦμε ὅλα ἐκεῖνα πού ἀντιστοιχοῦν στά θεμελιώδη πάθη τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καί ὄχι μόνον στά σωματικά ὅπως ἡ λαγνεία ἤ ἡ γαστριμαργία. Μέ τήν ἔννοια αὐτή ἐνήδονος εἶναι καί ὁ λογισμός τῆς ὀργῆς ἤ τῆς ματαιοδοξίας, ἀφοῦ ἱκανοποιεῖ ἀντίστοιχα πάθη, ὅπως π.χ. τῆς κυριαρχικότητας ἤ τῆς δόξας. Βλ. Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, ὅ.π., σελ.148. Κλασσικό γιά τά θεμελιώδη πάθη παραμένει τό κείμενο τοῦ ἁγ. Κασσιανοῦ τοῦ Ρωμαίου, Πρός τόν ἐπίσκοπο Κάστορα περί τῶν ὀκτώ λογισμῶν τῆς κακίας, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμος Α΄, ὅ.π., σσ. 91-112.

[14] Σ’ ὁλόκληρο τό κείμενο ἡ ἔννοια τοῦ νοῦ ἔχει νηπτικό περιεχόμενο, δηλαδή δέν ἀναφέρεται μόνο στή διανοητική λειτουργία, ἀλλά στό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό συμπεριλαμβάνει τήν ἐλεύθερη θέληση, τήν ἀγαπητική δύναμη καί τήν ἐσωτερική προσοχή τῆς ψυχῆς.

[15] Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, ὅ.π., σσ. 184 & 483.

[16] Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Κεφάλαια περί διακρίσεως παθῶν καί λογισμῶν, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμος Α΄, ὅ.π., σελ. 77.

[17] Βασικές θέσεις τῆς παραγράφου αὐτῆς ἀντλοῦμε ἀπό τό κείμενό μας μέ τίτλο Οἱ περιπέτειες τῆς ἐπιθυμίας, ἀπό τόν συλλογικό τόμο «Τά λόγια σου σάν μέλι. Σύγχρονες ἀναγνώσεις στούς Ψαλμούς», Ἐκδόσεις ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2012, σσ. 209-217.

[18] Ἀθανασίου Παραβάντσου, Οἱ περιπέτειες τῆς ἐπιθυμίας, ὅ.π., σελ. 213 (ὑποσημείωση). Πρβλ. C. H. Bruder, Ταμεῖον τῆς Ἁγίας Γραφῆς-Καινή Διαθήκη, Ἐκδόσεις Ὠφέλιμου Βιβλίου, Ἀθῆναι 1983 (2η ἔκδ.), σσ. 348 & 349.

[19] Λεξικό Βιβλικῆς Θεολογίας, Ἐκδόσεις Ἄρτος Ζωῆς, ἐπιμέλεια Σ. Ἀγουρίδη-Σ. Βαρτανιάν, Ἀθήνα 1980, στήλη 386. Οἱ πλάγιοι χαρακτῆρες εἶναι πρόσθετοι.

[20] π. Βασιλείου Θερμοῦ, Πρός μία ὀντολογία τῆς ἀσκήσεως, στό βιβλίο του, Ποιμαίνοντες μετ’ ἐπιστήμης, Ἁρμός, Ἀθήνα 1996, σελ. 165 & 166. Οἱ φράσεις μέσα σέ ἄνω εἰσαγωγικά ἀποτελοῦν αὐτούσια παραθέματα ἀπό κείμενα τοῦ Ζάκ Λακάν, ἡ συμβολή τοῦ ὁποίου στήν ψυχαναλυτική μελέτη τῆς ἐπιθυμίας ὑπῆρξε ἰδιαίτερα σημαντική.

[21] Βλ. Ἀθανασίου Παραβάντσου, Ἡ κρίση τοῦ μετανεωτερικοῦ Ἑαυτοῦ: ὁρισμένα ψυχοδυναμικά καί θεολογικά κριτήρια, στό βιβλίο του, Οἱ ψυχές τῶν ἄλλων. Ἀναζητώντας τόν μεταμοντέρνο ἑαυτό, Ἁρμός, Ἀθήνα 2010, σσ. 133-152.

[22] Antoine Vergote, Guilt and desire, transl. M. Wood, Yale University Press, New Haven and London 1988, σσ. vii καί viii τοῦ Προλόγου. Στό πλαίσιο αὐτό ἐξηγεῖται καί ἡ τραγική ματαιοπονία τοῦ σύγχρονου ἀτομισμοῦ νά διαμορφώσει ἕναν τρόπο ζωῆς ὅπου δέν θά ὑπάρχει καμμιά ἀνάγκη κοινωνίας μέ τόν Ἄλλο. Ὁ Ἄλλος μετατρέπεται σέ ἀντικείμενο ἐγωκεντρικῆς ἱκανοποίησης, γίνεται ἀναλώσιμος. Δέν ἀποτελεῖ μοναδικό ὑποκείμενο, ἡ κοινωνία μέ τό ὁποῖο εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητη γιά τήν δική μου ψυχική ἀπαρτίωση.

[23] Πρόκειται γιά τή θεμελιώδη διάκριση τοῦ Λακάν ἀνάμεσα στό αἴτημα, τήν ἐπιθυμία καί τήν ὁρμή. Γιά μιά εὐσύνοπτη καί ἀρκετά εὔληπτη εἰσαγωγή στή λακανική σκέψη, βλ. Bruce Fink, Κλινική εἰσαγωγή στή λακανική ψυχανάλυση. Θεωρία καί τεχνική, Πλέθρον, Ἀθήνα 2006.

[24] π. Β. Θερμοῦ, Πρός μία ὀντολογία τῆς ἀσκήσεως, ὅ.π., σσ. 166, 168 & 171. Στίς σωματικές ὁρμές καί στή ναρκισσιστική λίμπιντο ἀντιστοιχοῦν, ἀπό τήν ἄποψη τῶν λογισμῶν, οἱ ἐποπτικές καί διανοητικές εἰκόνες πού ἀναφέραμε παραπάνω. Στήν πράξη ὅμως τίς περισσότερες φορές οἱ εἰκόνες εἶναι μικτές.

[25] Λεξικό Βιβλικῆς Θεολογίας, ὅ.π., στήλη 387.

[26] π. Β. Θερμοῦ, Πρός μία ὀντολογία τῆς ἀσκήσεως, ὅ.π., σελ. 172.

[27] Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον γιά τήν ἱστορία τῆς ψυχιατρικῆς εἶναι τό κείμενο τοῦ Δ. Καραγιάννη, Ἡ ψυχική νόσος στό Βυζάντιο, στό βιβλίο του, Ρωγμές καί ἀγγίγματα, Ἁρμός, Ἀθήνα 2005 (5η ἔκδ.), σσ. 147-161, ὅπου ὑπάρχουν ἱστορικές συγκρίσεις ἀνάμεσα στή δυτική καί τή βυζαντινή ἀντιμετώπιση τῆς ψυχικῆς νόσου.

[28] Μέ προεξάρχον, κατά τή γνώμη μας, σημαντικό μέρος τοῦ μοναστικοῦ κόσμου.

[29] Ἀθανασίου Παραβάντσου, Προλεγόμενα μιᾶς ἀνθρωπολογίας τῶν συναισθημάτων καί οἱ ποιμαντικές προεκτάσεις της, στό βιβλίο του, Οἱ ψυχές τῶν ἄλλων, ὅ.π., σσ. 39, 40 & 48 (ὑποσημείωση).

[30] Γιά συστηματική θεολογική ἀνάλυση τῶν θεμάτων αὐτῶν βλ. τήν μελέτη τοῦ π. Β. Θερμοῦ, Πρός μία θεολογική κατανόηση τῆς ψυχοπαθολογίας καί τῆς θεραπείας, στόν συλλογικό τόμο: Θεολογία καί ψυχιατρική σέ διάλογο, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1999, σσ. 96-131.

[31] Ἀναλυτικό παράδειγμα φυσικῶν ἐνεργημάτων πού δέν ὑπόκεινται πρωτογενῶς στήν ποιμαντική τῆς ἐκκλησίας ὑπάρχει στήν ἀνωτέρω μελέτη μας, Ἀθανασίου Παραβάντσου, Προλεγόμενα μιᾶς ἀνθρωπολογίας τῶν συναισθημάτων.., ὅ.π.

[32] Πρός μία θεολογική κατανόηση.., ὅ.π., σσ. 112 & 113.

 

Από το περιοδικό: Ψυχῆς Δρόμοι, τεῦχος 5ο, Μάιος 2013.

1 σχόλιο

  1. Υπέροχο κείμενο που δείχνει ότι βασικές νηπτικές έννοιες έχουν μελετηθεί. Κείμενο που φανερώνει κάτι από τη δόξα της φιλοκαλικής φιλολογίας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here