Τέσσερις λέξεις

0
224

Γιάννη Κ. Νεονάκης

Η ελληνική γλώσσα με την εμπειρία χιλιετιών και τη λεπτότητα των αποχρώσεών της μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή μας και να μας προτείνει λύσεις στα ποικίλα καθημερινά αδιέξοδά μας. Αρκεί να σταθούμε δίπλα της και να ακούσομε εν ησυχία και με ένα άλλο, πιο ελεύθερο ους, διασταλτικά και εκτός του αυστηρού πρωτοκόλλου των λεξικών, τι έχει να μας πει. Στη μικρή έκταση αυτού του άρθρου ας “επισκεφτούμε” τέσσερεις μόνο λέξεις, πολύ καίριες όμως για τη ζωή μας: τις λέξεις “αλήθεια”, “περιουσία”, το ρήμα “υπάρχω” και τέλος τη λέξη “μετάνοια”.

Τι είναι “αλήθεια” και ποιος είναι “αληθινός” άνθρωπος; Αλήθεια είναι αυτό το οποίο δεν “μπαίνει” στη λήθη (α-λήθη), δεν “μπαίνει” στη λησμονιά. Μήπως είναι αλήθεια ο πλούτος και η δόξα; Όλοι μας γνωρίζομε πως όχι. «Ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα. Επελθών γαρ ο θάνατος ταύτα πάντα εξηφάνισται», όπως μας λέει και η σοφία αιώνων.

Τότε λοιπόν; Αλήθεια και παραπέρα αληθινοί άνθρωποι είναι οι πράξεις και οι άνθρωποι εκείνοι που μπόρεσαν, υπερβαίνοντας τον εαυτό τους, χωρίς ανταλλάγματα και εντελώς ανιδιοτελώς, να μας ειρηνεύσουν και να αναπαύσουν την ψυχή μας. Αυτούς θυμόμαστε και ενόσω ζουν, αλλά και μετά το θάνατό τους. Τους θυμόμαστε με αγάπη και συγκίνηση και επιζητούμε να τους ξαναδούμε και να κοινωνήσουμε και πάλι μαζί τους. Τους έχουμε στην καρδιά μας και το άγγιγμά τους θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλο. Αυτοί είναι λοιπόν οι αληθινοί άνθρωποι και αυτοί είναι που θα μείνουν ζωντανοί εις τον αιώνα. Οι αναπαύοντες ημάς.

Η λέξη “περιουσία” κρύβει έναν άλλο μεγάλο νοηματικό θησαυρό. Περιουσία λέμε τον κινητό και ακίνητο πλούτο που έχουμε. Μάς υπενθυμίζει όμως πάντα η λέξη ότι όλα αυτά που έχουμε είναι πράγματα “περί την ουσία” και όχι η πραγματική ουσία. Σχετίζονται με αυτήν, είναι συνεχώς γύρω από αυτήν, αλλά όμως δεν είναι η ουσία. Ο πλούτος βοηθάει, διευκολύνει, λύνει προβλήματα, αλλά ποτέ δεν μπορεί να γίνει η ουσία. Γιατί η ουσία είναι η ίδια μας η ύπαρξη, η οποία οντολογικώς πάντοτε είναι υπεράνω και ανεξάρτητη από την όποια “περιουσία”.

Το ρήμα “υπάρχω” είναι παράξενο και δύσκολο. Πότε “υπάρχεις” ως άνθρωπος μάς ρωτάει η γλώσσα; Υπάρχεις μόνο αν είσαι ενταγμένος και υπό τη φροντίδα μιας αρχής. Η εμπειρία αιώνων μάς αποκαλύπτει μέσω της γλώσσας ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει οντολογικά μόνος. Πρέπει να βρίσκεται σε μια σχέση με τον έτερο, σε μια συνάφεια και κοινωνία, και μάλιστα ενταγμένος σε έναν οργανισμό που συγκροτείται εν τάξει και ενέχει μιαν αρχή. Μόνον τότε υφίσταται και έχει υπόσταση. Ο άνθρωπος μόνος και άναρχος δεν μπορεί οντολογικά να υπάρξει. Άναρχος ουσιαστικά είναι μόνο ο Θεός στην τριαδική του ολότητα («Ο Ων», όπως λέει το πρωτότυπο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης και όχι «Ο Υπάρχων», όπως γράφουν διάφορες “μεταφράσεις”).

Η λέξη “μετάνοια” είναι συγκλονιστική, γιατί ενέχει μια καίρια σωτηριολογική πρόταση. Τι είναι “μετάνοια”; Μετάνοια είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο “νους” ξεφεύγοντας πηγαίνει στο “μετά”, στο επέκεινα. Πόσες φορές ο νους μας δεν “μπλοκάρει” σε ένα πρόβλημα, δεν “κολλάει” σε ένα ζήτημα, δε θλίβεται για μια αμαρτία; Και μένει εκεί ο νους, καθηλωμένος για μέρες, μήνες ή και ολόκληρη ζωή καμιά φορά. Νους αδύναμος, σκοτεινός, εσωστρεφής, εντός φαύλου κύκλου, χωρίς φως και ελπίδα. Και χρειάζεται εκείνη την ώρα να λύσει τα δεσμά, να “μετα-νοήσει”. Να φύγει μπροστά. Σαν ένα άλογο που ξεπερνάει το εμπόδιο και ξεχύνεται ελεύθερο.

Σ’ αυτό μάς καλεί η γλώσσα. Σ’ αυτήν τη μετάνοια, σ’ αυτήν τη συνεχή και αέναη κίνηση προς τα μπροστά. Σε μια συνεχή δυναμική υπέρβαση των προβλημάτων που μάς καθηλώνουν στην καθημερινότητά μας, σε μια ελεύθερη πορεία στο μετά και ίσως, ίσως στο έσχατο μετά, στον ίδιο το Θεό.

πηγή: Aντίφωνο, εφ. “Νέα Κρήτη”, 19/01/2012

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here