Σωτήρη Γουνελά Κριτική σπουδή στο έργο του Χρήστου Μαλεβίτση*

3
83

Ο  Χρήστος Μαλεβίτσης  υπήρξε ένας εκλεκτός και σημαντικός στοχαστής με μεγάλη σε εύρος όσο και ποιότητα πνευματική  δραστηριότητα. Μετάφρασε με εγκυρότητα καίρια έργα του φιλοσοφικού στοχασμού. Χάρις αυτόν διαβάσαμε  σε μια  ώριμη και άρτια νεοελληνική γλώσσα σπουδαία έργα του Μ. Χάιντεγκερ, του Κ.Γιάσπερς, του Ν. Μπερδιάγεφ , του Πάουλ Τίλλιχ, του Ζάν Βαλ, του Μποχένσκι., του  Ορτέγα Υ Γκάσσετ. Η μετάφραση τους προϋπέθεσε όχι μόνο  την ολοκληρωμένη γνώση του φιλοσοφικού λόγου αλλά και ένα αφυπνισμένο και σε εγρήγορση γλωσσικό αισθητήριο.Συγχρόνως  διακρίθηκε στον δοκιμιακό λόγο  μέσα από τις σελίδες του περιοδικού “Ευθύνη”, που μαζί με τον Κ.Τσιρόπουλο υπήρξε ένας από τους βασικούς του συντελεστές . Κείμενα του όπως αυτά για την τραγωδία της ιστορίας, την  αλλοτρίωση, το δημοτικό τραγούδι, την υπαρξιακή  φιλοσοφία αποκαλύπτουν  τον συνδυασμό της βαθιάς γνώσης του φιλοσοφικού στοχασμού με την έντονη ευαισθησία για τις κατευθύνσεις και τα προβλήματα  της εποχής μας.

Ο Σωτήρης Γουνελάς με το δοκίμιο του για τον Χ.Μαλεβίτση συνεχίζει  την αποτίμηση του έργου σημαντικών νεοελλήνων  στοχαστών  που ανέπτυξε στο προηγούμενο έργο του με τον τίτλο “Πρόταση λόγου και πολιτισμού”.  Με αυτή την έννοια  η προσέγγιση του Σ.Γουνελά έχει δύο χαρακτηριστικά :  πρώτα αποτιμά και αξιολογεί  και δεύτερον αποτελεί εισαγωγή και έναυσμα για μια προσωπική σχέση με το έργο του Χ.Μαλεβίτση.

Όπως σημειώνει στον πρόλογο  ο Γουνελάς , εξετάζει την προσφορά του σε πέντε διαφορετικά πεδία,- ο Διαφωτισμός, η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ, η Τεχνολογία και η Επιστήμη, η Φιλοσοφία και η Θρησκεία, οι  έλληνες ποιητές-τα οποία χωρίς να εξαντλούν την  σκέψη του Μαλεβίτση, αποτελούν ένα αναγκαίο οδοδείκτη  για μια κατ’ αρχήν  ουσιαστική προσέγγιση.

Στο πρώτο κεφάλαιο για τον Διαφωτισμό, ο Γουνελάς  διακρίνει στην σκέψη του Μαλεβίτση, το συμπέρασμα πως η ” αυτάρκεια”, η “απόλυτη κατάφαση στον κόσμο” και το “βιολογικό γεγονός” έχουν ως συνέπεια  τη φοβερή μαζοποίηση, τυποποίηση και εξομοίωση ώστε “ο κόσμος ολόκληρος και μάλιστα μέσω της λεγόμενης “παγκοσμιοποίησης” τείνει σε μια ισοπέδωση διαθέσεων, επιθυμιών, σκέψεων, συναισθημάτων, ρυθμών και λόγων προωθώντας ένα είδος ενιαίου ανθρώπου που σιγά-σιγά δεν θα διαθέτει τίποτα ή σχεδόν τίποτα από αυτά που ως τώρα, έστω κολοβωμένα και αλλοιωμένα, θεωρούσαμε βασικά και κύρια στοιχεία και ιδιότητες της ανθρώπινης υπόστασης”(σελ.17). Πλέον  ο κόσμος διακρίνεται με ευδιάκριτες αποχρώσεις στον πολιτισμό του Είναι και στον πολιτισμό του Έχειν.

Στο δεύτερο κεφάλαιο για την επιστήμη και την τεχνολογία, ο Μαλεβίτσης αξιοποιώντας το έργο του Χάιντεγκερ και του Μπερδιάγεφ, συμπεραίνει ότι  η Τεχνολογία  “ζητά να πετάξει έξω από το σπίτι του, δηλαδή έξω από τον άνθρωπο, το Όν, την Παρουσία μιας Πραγματικότητας απολύτως πνευματικής, χωρίς την οποία ο άνθρωπος αδειάζει, γίνεται κενός και περιφέρεται κάπως σαν νομάς, ανέστιος , τυλιγμένος στο πλέγμα των σύγχρονων δυνάμεων και δαιμόνων του Χρήματος, της αποθέωσης της εργασίας, του σεξισμού  και μιας διασκέδασης που ο γάλλος κοινωνιολόγος Μπρυκνέρ ονομάζει  “η τέχνη  να κοπανάς αέρα μέχρι πλήρους καταπόνησης “. Αυτά τα περί Όντος, “ενδιαιτήματος” και  “έξωσης του νοικάρη” θυμίζουν Χάιντεγκερ, του οποίου τη φιλοσοφία υιοθετεί εν πολλοίς ο Μαλεβίτσης” (σελ.21).  Η εξωτερικότητα που απαιτεί η τεχνολογία αντιπαρατίθεται στην εσωτερικότητα του ανθρώπου. Βεβαίως  “στην ουσία λοιπόν δεν πρόκειται για κριτική της επιστήμης καθεαυτής. Η επιστήμη ως όργανο γνώσης και πράξης είναι κάτι το αξιοθαύμαστο. Πρόκειται για κριτική του “επιστημονικού ανθρώπου” που περιορίζει την υπόστασή του και το Όν μέσα στα όρια που διαγράφει η επιστημονική σκέψη, η οποία αποτελεί απλώς μία από τις δραστηριότητες της υπόστασης του ανθρώπου ∙ είναι ένας από τους σκοπούς της και μία μόνον από τις ιστορικές της εμπραγματώσεις”(σελ.28). Μία έμμεση κριτική που ασκείται στον Μαλεβίτση  είναι πως τον Φωτισμό δεν τον ταυτίζει  με τον φωτισμό των Ησυχαστών πατέρων και ασκητών, “αλλά διασταυρώνει την έλευση του μεταξύ Σωκράτη και Χαίλντερλιν, αναθυμούμενος την φράση  που μας μεταφέρει στον Φαίδωνα ο Πλάτων,  από το όνειρο που έβλεπε συχνά ο Σωκράτης: “μουσικήν ποίει και εργάζου”(σελ.30).

Στο τρίτο κεφάλαιο εξετάζεται η σχέση φιλοσοφίας και θρησκείας στον στοχασμό του Χ.Μαλεβίτση. Περιγράφεται η πορεία του αρχαιοελληνικού στοχασμού από τον μύθο στον Λόγο, την καίρια σημασία που έχει ο Σωκράτης ως απόπειρα διάνοιξης από τον κόσμο, αλλά και ο χαρακτήρας του Λόγου στον Ηράκλειτο και στον Σωκράτη όχι μόνο ως λογική διάνοια αλλά ως μέριμνα για το Υπέρλογο και την θεία πραγματικότητα(σελ.47). Ο Γουνελάς επισημαίνει την σκέψη του Μαλεβίτση ότι Εκκλησία “μέσα στον ιστορικό χρόνο νοείται μόνο ως διωκόμενη”(σελ.61)  όπως και την απόφανση “το θείον δεν συναναστρέφεται τους χαζοχαρούμενους. Αλλά τους απελπισμένου”(σελ.65).

Το τέταρτο κεφάλαιο για την φιλοσοφία του Χάϊντεγκερ έχει  εξαιρετική σημασία, διότι ο  Μαλεβίτσης αφενός υπήρξε έγκυρος και πρωτοπόρος μεταφραστής του γερμανού φιλοσόφου στην νεοελληνική, αφετέρου επηρεάστηκε από αυτόν με τρόπο όμως γόνιμο και ουσιαστικό. Το έργο του Μαλεβίτση η “”φιλοσοφία του Χάιντεγκερ” και άλλα συναφή δοκίμια που περιέχονται ως εισαγωγές  σε μεταφράσεις  του Χάιντεγκερ ή δοκίμια όπως η “λησμονιά του Θεού” και “Χάιντεγκερ και  Χάιρλντερλιν” που περιλαμβάνονταν σε ένα από τα πρώτα  έργα του με τον τίτλο “Η τραγωδία της ιστορίας” (Δωδώνη 1974), αποδεικνύουν ότι όταν υπάρχει ένα ισχυρό πνευματικό βάθρο μπορούμε να συνδιαλεγόμαστε και να λαμβάνουμε από την Ευρώπη, χωρίς να ξεπέσουμε στον μεταπρατισμό. Ο Γουνελάς τονίζει ότι εμείς οι Έλληνες “ζώντας σήμερα την ελληνική γλώσσα και μιλώντας ελληνικά, μπορούμε να συνομιλήσουμε πιο άμεσα με τη γλώσσα του Ηράκλειτου παρά με τη γλώσσα του Χάιντεγκερ”(σελ.84). Ο τελευταίος όμως με μια παιδεία που είναι εξίσου φιλοσοφική και θεολογική φαίνεται σε κάποιες περιπτώσεις να μεταφράζει φιλοσοφικά θεολογικούς όρους. Ο Μαλεβίτσης στο δοκίμιο του “Η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ”(εκδόσεις Αρμός, 2010) επιπλέον επισημαίνει τις αναστροφές που έκανε η σκέψη του: “αν η υπέρβαση είναι ο τελευταίος σταθμός της σκέψης του Χάιντεγκερ, βλέπομε πως ύστερα από τόσες ενδιαφέρουσες επισταθμίες στους αρχαίους και στους νεότερους φιλοσόφους καταλήγομε στα κλειδιά της σκέψης του Κάντ. Έτσι ο Χάιντεγκερ επιστρέφει και πάλι στο νησί των Σειρήνων του γερμανικού ιδεαλισμού. Πράγμα που δεν απέφυγε ακολουθώντας δικούς του δρόμους και ο δάσκαλος του ο Χούσσερλ”(σελ.96,97).

Στο πέμπτο κεφάλαιο ο Γουνελάς αναφέρεται στην κριτική αποτίμηση του ποιητικού έργου του Καβάφη, του Σολωμού  και του Σεφέρη. Στον πρώτο η ποίηση είναι μικρές τραγωδίες χωρίς έξοδο και λύση, στον δεύτερο η ρομαντική και ιδεαλιστική αίσθηση  δίδουν χώρο τόσο στον λογισμό όσο και στο όνειρο και στον τρίτο αποτυπώνεται μια “τραγική αίσθηση της ζωής που γέρνει προς το μαύρο, το σκοτεινό, το βαθιά τραυματισμένο, το βυθισμένο, το θανατωμένο”(σελ.127).

Το δοκίμιο του Γουνελά ολοκληρώνεται με την επισήμανση ότι το έργο του Μαλεβίτση ενώ “υπερτονίζει τη σημασία της εσχατολογίας, ενώ τονίζει επανειλημμένα τη σημασία που έχει το έσχατο για την ύπαρξη, δεν βλέπει συνάντηση εσχατολογίας και ιστορίας”(σελ.129). Συγχρόνως  αναδεικνύει την επίκαιρη σημασία της σκέψης του Μαλεβίτση πως “στις ημέρες μας, αυτός ο θεμελιακός τρόπος ζωής απειλείται από έναν μη ελληνικού τύπου αστικό πολιτισμό”(σελ.132). Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι ο Γουνελάς μας γνωρίζει, στο τελευταίο βιβλίο του, με γλαφυρό τρόπο τις σημαντικότερες πτυχές του έργου του Χ.Μαλεβίτση, ώστε να είμαστε σε θέση στην συνέχεια να έρθουμε σε προσωπική επαφή με αυτό.

*εκδόσεις Αρμός,  Αθήνα 2016, σελ. 140.

Δημοσιεύθηκε στην ΡΗΞΗ φ.124.

3 Σχόλια

  1. “Μία έμμεση κριτική που ασκείται στον Μαλεβίτση είναι πως τον Φωτισμό δεν τον ταυτίζει με τον φωτισμό των Ησυχαστών πατέρων και ασκητών, “αλλά διασταυρώνει την έλευση του μεταξύ Σωκράτη και Χαίλντερλιν, αναθυμούμενος την φράση που μας μεταφέρει στον Φαίδωνα ο Πλάτων, από το όνειρο που έβλεπε συχνά ο Σωκράτης: “μουσικήν ποίει και εργάζου”(σελ.30). ” Διαβάζοντας λίγο τον Μαλεβίτση που υπήρξε ιδιοφυέστατος καταλαβάινεις πως η προσεγγισή του όσον αφορά την Ορθόδοξη Παράδοση υπήρξε κυρίως φιλοσοφική, δηλαδή ως ενα ακόμα αντικείμενο σκέψης γεγονός που φαίνεται απο την κυριως συγκριτιστική τάση που βρισκουμε σε διαφορα κειμενα του όταν αναφέτεται στον Χριστό με άλλες παραδόσεις. Θα ψάξω να βρωτα κείμενα και θα τα αναφέρω για του λόγου το αληθές. Κατα τ αλλα βγαζω με τιμή και δέος το καπέλο στον εξαίρετο και τοσο σπανιο στις μερες μας να βρει κανεις άνθρωπο, Χρήστο Μαλεβίτση.

  2. ..”Ο Αρριανός λέγει πως όταν ο Αλέξανδρος μάχονταν στον Γρανικό, τον κατέφθασε ένας Πέρσης, ύψωσε το ξίφος του πανω απο τον τραχηλο οτυ Αλεξανδρου, και μολις προλαβε να αποτρεψει το μοιραιο ο παρευρισκομενος Κλειτος, ο οποιος μπροστα στο μεγα γεγονος εσυρε το ξιφος του με τοση μανια ωστε εκοψε οχι μονο το χερι του Περση που κρατουσε το φονικο ξιφος αλλα και ολη την πλευρα του, ως κατω. Φανταζεσαι πως στριμωχθηκε η ιστορια στην εκβαση εκεινης της μοιραιας στιγμης ? Κατα τυχην βρεθηκε διπλα του βοηθεια ο Κλειτος, και επιπλεον μπορουσε να μην προλαβει ή να αστοχησει. Αν δεν συνεβαιναν αυτα τα τυχαια περιστατικα, που αλλωστε αφθονουν στην Ιστορια, αλλα που στην περιπτωση αυτη η ιστορια κρεμοταν μονον απο την εκβαση αυτης της μικρης ξιφομαχιας, δεν θα ειχαμε ελληνιστικη περιοδο, ισως ουτε χριστιανισμο. Ο Χριστος θα ηταν καποιος εβραιος προφητης, ισως ξεχασμενος και απο τους ιδιους τους εβραιους, γιατι ηταν αιρετικος. ” ΑΠΑΝΤΑ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗ, ΟΙ ΠΑΡΑΚΤΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ σελ.271

  3. Φίλε Βασίλη ο Μαλεβίτσης ήταν δοκιμιογράφος, το μόνο που προσπάθησε στη ζωή του ήταν να αφυπνίσει με τη γραφή του, ειδικά τους ανυποψίαστους. Γι᾽αυτό και σε ορισμένους ξενίζει η σύνθεση που έκανε σε κάποια από τα δοκίμιά του. Επειδή δεν ήταν κάπου στρατευμένος. Παρ᾽ όλα αυτά, έχει γράψει και κείμενα κατεξοχήν ορθόδοξα. Από την άλλη, η σύνθεση του κάθε άλλο παρά αυθαίρετη ήταν. Όταν στο απόσπασμα που έχεις μεταφέρει μιλάει για τύχη, πρέπει να καταλάβουμε με ποιο τρόπο χρησιμοποιεί ο Μαλεβίτσης αυτόν τον όρο, και αυτό το καταλαβαίνουμε όταν διαβάσουμε σε προηγούμενα βιβλία του πώς αντιλαμβάνεται τους όρους ελευθερία και αναγκαιότητα. Παραδείγματος χάριν, κατά τον Μαλεβίτση, όταν κάποιος εμπειρικά βρίσκεται στο υπερβασιακό επίπεδο (Χάρις, Δέον) αυτό δεν σημαίνει ότι εκείνη τη στιγμή αναιρούνται όλα τα άλλα επίπεδα εμπειρίας, όπως το φυσικό (τυχαιότητα, αναγκαιότητα) ή το ιστορικό (ανεξαρτησία, εξάρτηση). Γράφει ας πούμε για την ελευθερία και την υπόσταση: «Αν είναι ελεύθερη ή όχι, μόνον η υπόσταση το γνωρίζει εκ των έσω. Και αυτή το βεβαιώνει ως ύψιστη μαρτυρία της. Εκ των έξω ιδωμένα τα ενεργήματα της ελευθερίας είναι ήδη γεγονότα ενταγμένα μέσα στον κύκλο της ανάγκης». Και όταν γράφει ότι η υπόσταση το γνωρίζει εκ των έσω, δεν μιλάει για σολιψισμό, καμία σχέση, άλλο πράγμα εννοεί, που πρέπει επίσης να ανατρέξουμε στα γραφτά του για να το καταλάβουμε. Επειδή τον είχα γνωρίσει προσωπικά την εποχή που ερχόταν στις συναντήσεις μας (Εκδόσεις των Φίλων) μπορώ να σου πω ότι ήταν ένας αληθινός Χριστιανός, το πρόδιδε ο τρόπος ζωής του, σπάνιο στις μέρες μας. Γι᾽ αυτό και το έργο του είναι καρπός πνευματική εργασίας και όχι αποτέλεσμα της ευφυΐας του. Ο ίδιος, θυμάμαι απεχθανόταν τη λεγόμενη ευφυΐα, ο ευφυής, έγραφε στους Αγραυλούντες, το πολύ-πολύ να δείξει την εξυπνάδα του.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here