Σχόλιο για την επίδραση του τεχνικού πολιτισμού στην επιστήμη της Δασολογίας και στο φυσικό περιβάλλον

0
411

Πολλά ακούγονται σήμερα για την δραματική συρρίκνωση των πολύτιμων για τον πλανήτη τροπικών δασών. Οι ενδεχόμενες συνέπειες, που σύμφωνα με τα διεθνή ΜΜΕ φτάνουν μέχρι την απορρύθμιση της ατμόσφαιρας και του παγκόσμιου κλίματος, φαντάζουν τρομακτικές. Όταν τέτοιες ειδήσεις φτάνουν στο κοινό, εύκολα γεννιούνται ερωτήματα όπως: Τελικά, πόσο καιρό ακόμα μπορούμε να αφήνουμε τα δάση του πλανήτη να καταστρέφονται; Πόσο σημαντικά είναι τα δέντρα για τους ανθρώπους; Αν τα δέντρα και τα δάση είναι σημαντικά, τί μπορεί να γίνει για να σωθούν; Αλλά ακόμα και ερωτήματα του τύπου: Μήπως πράγματι ισχύει το ρηθέν ότι «στους έσχατους καιρούς οι άνθρωποι θα γίνουν πιο φτωχοί γιατί δεν θα αγαπούν τα δέντρα»;  Έφτασε η αποκαλυπτική εποχή που «το ένα τρίτο της γης, των δέντρων και κάθε χλωρό χορτάρι θα καεί»;[1]

Τεχνολογική ανάπτυξη και επιστήμη της Δασολογίας

Καθώς φαίνεται από την παραπάνω εξέλιξη, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμα θλιβερό παράδοξο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Διαπιστώνουμε ότι η ανθρώπινη πρακτική απαξιώνει και καταστρέφει προκλητικά τη φύση, ενώ την ίδια στιγμή, ξοδεύει χρήμα και ενέργεια άνευ προηγουμένου, για να την περιγράψει και να την ερμηνεύσει. Η συσσώρευση της γνώσης και της εμπειρίας αιώνων δεν αποτρέπει τον σύγχρονο άνθρωπο από την αλαζονική συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή του φυσικού κεφαλαίου το οποίο του προσφέρει απλόχερα την υλική ζωή και την ευημερία. Μέσα σε αυτό το εξωφρενικό πλαίσιο η καθ’ ύλην αρμόδια επιστήμη των δέντρων, του δάσους αλλά και συνολικά της διαχείρισης και προστασίας των χερσαίων οικοσυστημάτων, βρίσκεται στο τεχνολογικό απόγειό της, ως εφαρμοσμένος κλάδος των θετικών επιστημών. Η Δασολογία αποτελεί τη σύνθετη (δια-)επιστήμη, η οποία, αξιοποιώντας την συνεισφορά της βιολογίας, της μηχανικής και της οικονομικής, εγκολπώνεται μια τριπλή αλληλεπίδραση: αυτήν της ανθρώπινης κοινωνίας με τους φυσικούς πόρους στους οποίους η κοινωνία στηρίζεται, και της τεχνολογίας, που με τη χρήση της τους εκμεταλλεύεται.

Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι από το νηπιακό της στάδιο, λίγο μετά το Μεσαίωνα, όπου ο πρωταρχικός σκοπός της ήταν η εξασφάλιση της ύπαρξης  θηραμάτων στα βασιλικά κτήματα για το κυνήγι των αριστοκρατών, μέχρι την σημερινή ψηφιακή εποχή, η δασολογική πράξη αποτελεί τον κύριο πυλώνα κάθε σοβαρής προσπάθειας διατήρησης του περιβάλλοντος. Κι αυτό γιατί τα δάση όχι μόνο συνιστούν σημαντικό ανανεώσιμο φυσικό πόρο, αλλά και γιατί επιδρούν αποφασιστικά στους άλλους βασικούς πόρους, από τους οποίους μια κοινωνία εξαρτάται: τον αέρα, το νερό και τη γη.

Έχοντας  ως δεδομένο τους εκατοντάδες διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η φύση, τα οικοσυστήματα και ειδικά τα δέντρα, προσφέρουν υλικά και άυλα αγαθά στους ανθρώπους, είναι ξεκάθαρο ότι μέσα στην ιστορία υπήρξαν απεριόριστοι οι τρόποι και οι μέθοδοι χειρισμού των δασών, έτσι ώστε να εξυπηρετούν τις ανθρώπινες ανάγκες. Πράγματι, ο άνθρωπος από την προϊστορική ακόμα εποχή διαχειρίστηκε, με έναν ιδιαίτερα απλό τρόπο, τη φυσική βλάστηση. Γνωρίζοντας τις ανάγκες του ευνόησε την εξάπλωση των ειδών που του πρόσφεραν καύσιμη ύλη, τροφή ή καταφύγιο. Ακόμα και οι πιο πρωτόγονες κοινότητες, ανέπτυξαν εμπειρικά υποτυπώδεις γνώσεις, που τους επέτρεπαν να χειρίζονται τα δάση και τα δέντρα, έτσι ώστε να εξυπηρετούν τις βασικές τους ανάγκες. Ωστόσο, η συστηματοποίηση αυτής της γνώσης, η πραγματική κατανόηση φαινομένων όπως η δυναμική μιας δασικής συστάδας ή η οικοφυσιολογία των δενδρωδών ειδών, δεν επετεύχθη παρά μόνο πολύ αργότερα, στη σύγχρονη εποχή.

Μετά τον 17ο αιώνα εμφανίζεται για πρώτη φορά στις δυτικές κοινωνίες η εφαρμογή στοιχειωδών επιστημονικών μεθόδων και πρακτικών στη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτή η πρώιμη και ιδιαίτερα απλουστευμένη επιστημονική διαχείριση, εφαρμόστηκε κατ’ αρχάς στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη όπου και προέκυψε ως τέκνο της ανάγκης για ορθολογική εκμετάλλευση ανανεώσιμων φυσικών πόρων που διαφορετικά θα βρίσκονταν σε ένδεια. Πρόκειται – κατά πρώτο λόγο – για την ξυλεία, τα θηράματα, τα αλιεύματα, τα βότανα και – κατά δεύτερο – για μερικές δεκάδες άλλα φυσικά προϊόντα ζωτικής σημασίας για τις ανθρώπινες κοινότητες. Το γεγονός αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η διαχείριση που επιλέχθηκε αποδείχθηκε πάντοτε βιώσιμη ή αειφόρος – κάθε άλλο. Η ελλιπής γνώση σε συνδυασμό με την ανθρώπινη ιδιοτέλεια, συχνά είχαν αποτελέσματα αρνητικά, τόσο για τα οικοσυστήματα όσο και για το φυσικό τοπίο, σε βαθμό που δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να τα διακρίνει στη φύση, δεκαετίες ή και αιώνες αργότερα (όπως για παράδειγμα τις ανθρωπογενείς εισβολές εξωτικών ειδών ή τις μονότονες και ευάλωτες μονοκαλλιέργειες κωνοφόρων).

Στις μέρες μας, ωστόσο, που όπως παραπάνω αναφέρθηκε είναι μέρες θριάμβου των θετικών επιστημών, η τεχνολογία έχει σημειώσει τόσο εντυπωσιακή εξέλιξη, ώστε άλλαξε άρδην ακόμα και τις ίδιες τις μεθόδους πρόσληψης της γνώσης. Για παράδειγμα, είναι γεγονός ότι η εξ ουρανού εικόνα ενός ορεινού όγκου (π.χ. του Ολύμπου), δίνει στον ειδικό πολύ πιο γρήγορα, ξεκούραστα και με μεγαλύτερη ακρίβεια πληροφορίες για το είδος και την πυκνότητα της βλάστησης, σε σχέση με κάθε δυνατή επίγεια παρατήρηση και καταγραφή. Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα πρόοδο, αν αναλογιστούμε ότι μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα κάθε προσπάθεια ανάλογης καταγραφής συνεπάγονταν την πολυήμερη και κατά το πλείστον πεζοπορική διάσχιση του ενίοτε δύσβατου και κατά θέσεις απόκρημνου όρους, η οποία, μέσα από συνηρεφείς θαμνώνες και πυκνά δάση, έπρεπε να καταλήξει στα απομακρυσμένα λιβάδια των αλπικών υψομέτρων.

Σήμερα πλέον υπάρχει η δυνατότητα που περιγράφτηκε και η πλεονεκτική μας θέση οφείλεται στην σημαντική εξέλιξη της τηλεπισκόπισης και της δορυφορικής απεικόνισης που κατέστη εφικτή κατά τις τελευταίες τέσσερεις δεκαετίες. Πρόκειται για μια τεχνολογία σύγχρονη, σαφώς ωθούμενη από τις στρατιωτικές της εφαρμογές και επικουρούμενη από την εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας των υπολογιστών και της ψηφιακής εικόνας. Αντίστοιχα εξελιγμένα τεχνολογικά εργαλεία για μια εύκολη απογραφή, ανάλυση, αειφορική διαχείριση και διατήρηση, υπάρχουν σήμερα διαθέσιμα σε κάθε τομέα των γεωεπιστημών και του φυσικού περιβάλλοντος.

Ωστόσο, εδώ θα πρέπει να κατατεθεί και ο αντίλογος. Όλες αυτές οι νέες μέθοδοι γνώσης με την σειρά τους, είναι ικανές να αλλάξουν δραματικά την θέση μας απέναντι στον φυσικό κόσμο και κατά συνέπεια την σχέση μας μαζί του, με απώτερο αποτέλεσμα την συντελούμενη αλλαγή της ίδιας της αυτοσυνειδησίας μας, της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας. Έτσι, όσοι ασχολούμαστε με τις επιστήμες της γης και του περιβάλλοντος (όπως οι δασολόγοι ή οι γεωπόνοι), δικαιούμαστε μεν να νιώθουμε, τις τελευταίες δεκαετίες, είτε ότι η φύση ήρθε πιο κοντά, είτε ότι εμείς αποκτήσαμε μια πιο εύκολη πρόσβαση∙ την ίδια όμως στιγμή σταθερά και ακούσια χάνουμε την ζωντανή και αμφίδρομη επαφή με το αντικείμενο της ερευνάς μας. Αυτή η εξέλιξη έχει ως αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να διακρίνουμε πότε πρόκειται για την ίδια τη φύση και πότε για μια «χτισμένη» από την τεχνολογία εικόνα της – τεχνολογία που τείνει να υποκαταστήσει τον άνθρωπο-ερευνητή και την πρωτογενή, βιωματική εμπειρία του. Δεν είναι τυχαίο που οι τελευταίες γενιές φοιτητών σχεδόν απαιτούν «έξυπνες» εφαρμογές στα κινητά τους τηλέφωνα, οι οποίες θα αντικαθιστούν την κλασική γνωσιακή προσέγγιση. Κατ’ αυτούς η ταυτοποίηση ενός είδους δεν χρειάζεται να ακολουθήσει την παραδοσιακή και σχετικά επίπονη, εμπειρική διαδικασία της συλλογής δείγματος – επεξεργασίας – εργαστηριακής ταξινόμησης, άλλα αρκεί μια στιγμιαία φωτογράφιση και αυτόματη ψηφιακή αναγνώριση μέσω εφαρμογής. Έτσι όμως, ο επιστήμονας παύει να έχει κριτική σχέση με το επιστητό και μετατρέπεται σταδιακά σε χειριστή μηχανήματος αναπαραγωγής δεδομένων.

Τεχνολογική ανάπτυξη και φυσικό περιβάλλον

Ο άνθρωπος πάντοτε επιδρούσε στο περιβάλλον του, το διαμόρφωνε προς όφελός του και άφηνε το –λιγότερο ή περισσότερο έντονο– αποτύπωμα του. Για αρκετούς αιώνες στην ανθρώπινη ιστορία οι δραστηριότητες του ήταν –με λίγες εξαιρέσεις– σχετικά ήπιες, ενώ οι αντίστοιχες επιπτώσεις τους εύκολα αναστρέψιμες. Ένα τυπικό παράδειγμα αποτελεί το περιβάλλον στη Μεσόγειο, οριζόμενο ακριβέστερα ως «ανθρωπογενές Μεσογειακό τοπίο», το οποίο έχει ηλικία μερικών χιλιετηρίδων και διατηρεί μια υψηλότατη βιολογική αξία και ποικιλότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ιστορικά, η εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πόρων και η χρήση της γης με παραδοσιακές μεθόδους, εφαρμόστηκε επί αιώνες και εξασφάλισε, στις περισσότερες περιπτώσεις των κοινωνιών που τις εφάρμοζαν, την αειφορία των (μικρών ποσοτικά) καρπώσεων αλλά και παράλληλα την διατήρηση του φυσικού τοπίου και της βιοποικιλότητας. Αυτή βέβαια η αξιολογική κριτική των παραδοσιακών μεθόδων αποτελεί νεωτερισμό της εποχής μας, και έρχεται ως αποτέλεσμα της κατανόησης των σύνθετων και πολύπλοκων βιολογικών μηχανισμών του περιβάλλοντος, που θα ήταν αδύνατον να μας γίνουν κατανοητοί χωρίς την ανάπτυξη των περιβαλλοντικών επιστημών και της συνακόλουθης τεχνολογίας.

Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου, τις πολιτισμικές αλλαγές και την ανάπτυξη των τεχνικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, οι επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον οξύνθηκαν και έγιναν –τοπικά τουλάχιστον– περισσότερο δραματικά εμφανείς. Ως κρίσιμη εποχή έναρξης της σταδιακής μετάβασης από την ήπια στην ολοένα και πιο έντονη επέμβαση και εκμετάλλευση της φύσης, μπορεί να θεωρηθεί η περίοδος από τον 16ο αιώνα και εντεύθεν. Είναι η εποχή της ανόδου και επικράτησης της αποικιοκρατίας, της εκρηκτικής ανάπτυξης των θετικών επιστημών και σε κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της μετάβασης από την εποχή της προνεωτερικής κοινωνίας και οικονομίας στη νεωτερικότητα και την εποχή της βιομηχανίας.

Έκτοτε οι βιομηχανικές επαναστάσεις, οι κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές αλλαγές που ανέτρεψαν το οικουμενικό μοντέλο χιλιάδων ετών της ανθρώπινης ιστορίας, η διεθνοποίηση του συστήματος παράγωγης – μεταποίησης – κατανάλωσης και η έκρηξη του καταναλωτισμού του αυτονομημένου, ατομοκεντρικού συγχρόνου ανθρώπου έχουν ασκήσει τεράστιες πιέσεις στο φυσικό περιβάλλον και έχουν διαταράξει σημαντικά την μορφή του, με τρόπο που να έχει σοβαρή επίπτωση στον ίδιο τον άνθρωπο. Βέβαια, η τεχνολογική κυριαρχία του ανθρώπου στην φύση, που συνέβαλε στην ψευδαίσθηση της χωρίς όρια εκμετάλλευσης των πόρων, η ίδια του δίνει την αίσθηση ότι μπορεί να παρέμβει θεραπευτικά και επανορθωτικά. Μένει να αποδειχθεί αν αυτή η προσδοκία είναι σωστή. Ωστόσο, η μέχρι σήμερα πρακτική σχετικά με τη χρήση των ανανεώσιμων φυσικών πόρων και της γης αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα μεγάλη ασυμμετρία. Στις χώρες του βορρά και της ανεπτυγμένης Δύσης –που ήταν οι πρωτοπόρες στην ανάπτυξη της τεχνολογίας αλλά και, μέσω αυτής, στην υπερεκμετάλλευση των πόρων– ο κανόνας που επίσημα υιοθετείται στη σύγχρονη εποχή είναι η διαχείριση της φύσης να γίνεται με πνεύμα αειφορίας και διατήρησης, μετά από ορθολογικό σχεδιασμό. Αντίθετα, στις αναπτυσσόμενες χώρες του νότου και σε κάποιες της Ανατολικής Ευρώπης τον κανόνα αποτελούν τα φαινόμενα ληστρικής υπερεκμετάλλευσης των φυσικών αλλά και των ανθρώπινων πόρων. Η ασυμμετρία αυτή δεν έχει να κάνει βέβαια με έλλειμμα γνώσης από πλευράς των αναπτυσσόμενων χωρών, ούτε με περίσσευμα γνώσης και «οικολογικής ηθικής» από μέρους των αναπτυγμένων. Όλα αυτά παραμερίζονται και αμφότεροι εκκινούν από τον κοινό στόχο της κυριαρχίας πάνω στην φύση και τελικά της απληστίας, ενώ επιπρόσθετα μακροχρόνιες σχέσεις εξάρτησης μεταξύ των δυο πλευρών επιτείνουν την ανισότητα.

Αυτά δεν διαδραματίζονταν μόνο στο παρελθόν –τότε που υπήρχε σημαντικό έλλειμμα γνώσης– αλλά συνεχίζουν να συμβαίνουν και σήμερα, μολονότι η επιστήμη γνωρίζει για τις σοβαρές δυσμενείς συνέπειες για τις οποίες πολλοί ειδικοί έχουν προειδοποιήσει. Οι κύριοι υπαίτιοι, βέβαια, της συστηματικής λεηλασίας των φυσικών πόρων δεν είναι άλλοι από τις εταιρείες των αναπτυγμένων χωρών οι οποίες, με την συνδρομή της τεχνολογίας, χρησιμοποιούν σε υπερπόντιες περιοχές πρακτικές εκμετάλλευσης που δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να είναι νόμιμες στις μητροπολιτικές γαίες. Ωστόσο, συμμέτοχοι σε αυτήν την δήωση του κοινού μας οίκου –καταλήγουμε με περισσή ανευθυνότητα και αφροσύνη– να είμαστε όλοι, μέσω του οργιαστικού καταναλωτικού ατομισμού μας. Αναμφισβήτητα, ειδική ευθύνη βαρύνει την επιστημονική κοινότητα που συστηματικά καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της ανθρώπινης παντοδυναμίας και δυνατότητας μιας αναγέννησης του χαμένου παραδείσου μέσω της τεχνολογικής κυριαρχίας. Όπως στην αρχή επισημάνθηκε, η τεχνολογική πρόοδος σταδιακά χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μας έκτισε τείχη[2] που πλούτισαν μεν τις πληροφορίες, αλλά συσκότισαν δε την αλήθεια της Κτίσεως. Αυτή η ερμηνευτική αναπηρία, συχνά γίνεται πιο επικίνδυνη και από την απληστία των μεγάλων της γης.

Επίλογος

Όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, σχετικά συνοπτικά και επιγραμματικά, καταδεικνύουν ότι τελικά «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος»[3]. Η τεχνολογία και η γνώση δεν είναι ούτε οι σωτήρες της οικούμενης, ούτε η καταστροφή της. Ο άνθρωπος με τις επιθυμίες του μπορεί να αμαυρώσει την εικόνα της κτίσεως ή να καλλιεργήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει. Η χρήση κάθε εργαλείου και κάθε γνώσης προϋποθέτει ένα ικανοποιητικό επίπεδο αυτοσυνειδησίας και μια ελάχιστη σοφία, μια γνώση των ορίων του. Σήμερα η γνώση μας έχει πλουτίσει σε πρωτόγνωρο βαθμό και, όπως όλα δείχνουν, ο πλουτισμός αυτός έχει ικανό μέλλον ακόμη. Αντίθετα η σοφία που απαιτεί η διακονία αυτής της γνώσης δεν δείχνει να περισσεύει. Ο άνθρωπος δίνει μια εντύπωση παιδιού γεμάτου ενθουσιασμό, απληστία και αψηφισιά. Η αλλαγή του πεπρωμένου του είναι στο χέρι του.

[1] Αποκ. 8,7: “… καὶ τὸ τρίτον τῆς γῆς κατεκάη καὶ τὸ τρίτον τῶν δένδρων κατεκάη καὶ πᾶς χόρτος χλωρὸς κατεκάη.

[2] Παράφραση των στίχων του Κωνσταντίνου Καβάφη, από το έργο Τείχη (1897): «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αἰδώ / μεγάλα κ’ ὑψηλά τριγύρω μου ἔκτισαν τείχη».

[3] Ρήση που αποδίδεται στον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο Πρωταγόρα.

* Ο Γεώργιος Κοράκης είναι Δασολόγος, Επίκουρος Καθηγητής της Σχολής Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Από το περιοδικό  “ΘΕΟΛΟΓΙΑ” τεύχος (90)3.

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, ψηφιδωτό από την Καπέλα Παλατίνα, στο Παλέρμο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here