Σχολαστικός και Ορθόδοξος Αποφατισμός

4
526

Ο αποφατισμός είναι από τα πιο δημοφιλή αλλά και από τα πιο παρεξηγημένα κεφάλαια της χριστιανικής θεολογικής γνωσιολογίας. Σε μεγάλο βαθμό η δυσκολία προέρχεται από τη σύγχυση που προκαλεί η ταύτιση δύο εντελώς διαφορετικών “αποφατισμών”: του αποφατισμού της χριστιανικής Δύσεως και του αποφατισμού της χριστιανικής Ανατολής.

 

Στη Δύση ο αποφατισμός αποτελεί μια από τις ειδικές γνωσιολογικές μεθόδους προσεγγίσεως και γνώσεως του Θεού· τη λεγόμενη via negationis (την “αρνητική οδό” ή “οδό των αφαιρέσεων”), που μαζί με τις άλλες δύο μεθόδους, τη via causalitatis ή affirmationis (οδό “της αιτίας” ή “των καταφάσεων”) και τη via eminentiae (οδό “της υπεροχής”) συγκροτούν μια τριπλή οδό γνώσεως του Θεού, τη via triplex της σχολαστικής θεολογίας.[1] Η αποφατική αυτή μέθοδος συνίσταται στην άρνηση ή σωστότερα στην απόρριψη των θετικών καταφατικών ιδιωμάτων του Θεού (πανάγαθος, πάνσοφος, παντοδύναμος, κλπ) προκειμένου ο νους να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς που του επιβάλλουν αυτά τα νοητικά κατηγορήματα και να οδηγηθεί σε μια “υπέρ λόγον” απ’ ευθείας γνώση του Θεού. Είτε ως συμπληρωματική είτε ως αντιθετική προς τις άλλες δύο μεθόδους η via negationis οδηγεί σε μια γνώση που επιτυγχάνεται με τις πέραν της λογικής αντιληπτικές ικανότητες του ανθρώπου. Το αποτέλεσμα είναι ένας γνωσιολογικός ανορθολογισμός που οδηγεί είτε στον αγνωστικισμό και σχετικισμό της γνώσεως, είτε σ’ έναν μυστικισμό των συναισθηματικών ή άλλων υπερβατικών αντιληπτικών δυνατοτήτων του ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα της γνώσεως τίθεται εδώ από τη σκοπιά του ατομικού ανθρώπου και των ατομικών αντιληπτικών του ικανοτήτων, λογικών ή μη. Στο πλαίσιο της ατομοκεντρικής αυτής θεώρησης της γνώσης η via negationis είναι μια απόπειρα αναζήτησης μιας αποτελεσματικής και έγκυρης μεθόδου ατομικής πρόσβασης στην αλήθεια.

Στην περίπτωση της Ανατολής ο αποφατισμός ως γνωσιοθεωρητική οδός ή στάση δεν είναι μια ειδική μέθοδος, αλλά το βασικό χαρακτηριστικό σύνολης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Όπως λέει ο Χρ. Γιανναράς είναι η «άρνηση να εξαντλήσουμε την αλήθεια στη διατύπωσή της».[2] Για κάθε γνώση προϋποτίθεται μια υπαρκτική σχέση. Η διατύπωση συνιστά μια εικόνα του σχετιζομένου και όχι αυτή την ίδια την αλήθεια του. Η γνώση-σχέση που παρέχει η θετική διατύπωση ως εικόνα είναι αποδεκτή σε κάθε περίπτωση, ταυτόχρονα όμως είναι και σχετική καθώς δεν ταυτίζεται με την αλήθεια· δεν την εξαντλεί. Ο Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός λέει πως όποιος θέλει να ομιλεί ή να ακούει για τον Θεό πρέπει να γνωρίζει με σαφήνεια «ότι ούτε όλα από τα αναφερόμενα στη θεολογία και τη θεία οικονομία είναι άρρητα ούτε όλα ρητά, ούτε βέβαια όλα άγνωστα, ούτε όλα γνωστά». Και διευκρινίζει πως «άλλο είναι αυτό που μπορεί να γνωριστεί και άλλο αυτό που μπορεί να εκφραστεί, όπως ακριβώς άλλο είναι η ομιλία και άλλο η γνώση».[3] Το ζητούμενο, στην περίπτωση αυτή, είτε μιλάμε για τον Θεό είτε για τα πράγματα του κόσμου, είναι η διατύπωση να αποτελέσει έναν ανοικτό δρόμο προς το σχετιζόμενο και όχι το υποκατάστατό του. Αυτής της αποφατικής χρήσεως του λόγου μια κορυφαία στιγμή είναι ο συνδυασμός θετικών και αρνητικών διατυπώσεων (όπως “υπερούσιος ουσία”, “λόγος άρρητος”, “φως αόρατον”). Κατ’ αυτή την “τεχνική” οι θετικές και οι αρνητικές διατυπώσεις αλληλοαναιρούνται ως κλειστές έννοιες και αλληλοσυμπληρώνονται ως εικόνα που παραπέμπει στο νοούμενο χωρίς να το υποκαθιστά. Αυτό που απορρίπτεται μ’ αυτή την εννοιολογική αλληλοαναίρεση δεν είναι οι λογικές διατυπώσεις, αλλά η πρόσδεση σ’ αυτές. Έτσι ο ανατολικός αποφατισμός οδηγεί σε μια σχετικοποίηση της λογικής, η οποία όμως δεν αρνείται τη λογική αλλά την προϋποθέτει, υπογραμμίζοντας απλώς τον σχετικό της χαρακτήρα. Αυτού του είδους η σχετικοποίηση της λογικής δεν καταλήγει ούτε στον ανορθολογισμό ούτε στον ατομοκεντρικό μυστικισμό, αλλά σε μια εικονολογική χρήση του λόγου προς φανέρωση της κοινής (εκκλησιαστικής) εμπειρίας και σχέσεως προς τον Θεό και τον κόσμο. Οι αρνητικές διατυπώσεις δεν οδηγούν στην απόρριψη της λογικής αλλά στην προτεραιότητα της σχέσεως (στο αριστοτελικό “κοινωνείν”) που αποτελεί ύστατο κριτήριο της αλήθειας και πηγή της λογικής. Δεν έχουμε εδώ μια μυστικιστική μετάβαση από τη λογική προς τις μη λογικές (συναισθηματικές ή άλλες) αντιληπτικές ικανότητες του ανθρώπου, γιατί αυτές ενυπάρχουν έτσι κι αλλιώς σ’ αυτή την εικονολογική χρήση της λογικής. Μυστικό δεν είναι το “μη λογικό”, αλλά το βαθύτερο και αυθεντικότερο περιεχόμενο του λόγου όταν ο λόγος δεν εγκλωβίζει, αλλά παραπέμπει πέραν αυτού.

Αυτή η αποφατική στάση αφορά, όπως είδαμε, όχι μόνο τη γνώση του Θεού, αλλά και τη γνώση των κτιστών πραγμάτων και του ανθρώπου. Η γνώση αυτή, στην ολοκλήρωσή της, δεν επιτυγχάνεται μέσω των αντιληπτικών απλώς ικανοτήτων αλλά ως μετοχή, αλληλοπεριχώρηση και κοινωνία. Υπό την έννοια αυτή ο αποφατισμός δεν είναι μόνον ο πυρήνας της ορθόδοξης γνωσιολογίας ειδικά, αλλά και του ορθόδοξου τρόπου του βίου γενικά. Ένας τρόπος τήρησης της δεύτερης εντολής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. Μ.SCHMAUS, Katholische Dogmatik, Ι, München 1960, σ. 306 κ.ε. Karl ΒΑRΤΗ, Die Kirchliche Dogmatik, II 1, σ. 390. Χρ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ, Δογματική, Αθήναι 1907, σελ. 47 κ.ε. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Δογματική, Αθήναι 1959, σελ. 186 κ.ε. Χρ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ, Xάϊντεγγερ και Αρεοπαγίτης, Β’ εκδ., Δόμος1988, σ. 72.

[2] Χρ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ, Xάϊντεγγερ και Αρεοπαγίτης, Β’ εκδ., Δόμος1988, σ. 71.

[3] Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Εκδ. Πουρνάρα, Θεσ/νίκη 1985, σ. 29.

πηγή: Αντίφωνο

4 Σχόλια

  1. Από το κείμενο αυτό, περί αποφατισμού, συγκρατώ την κατάφαση.
    Το τμήμα, δηλαδή, το οποίο αναφέρεται στην ορθόδοξη αποφατική μέθοδο.

    Είναι ένα γραπτό που καταδεικνύει, θεωρώ, ότι δεν υπάρχει πιο ενδιαφέρον θεωρητικό πεδίο – σήμερα, όπως ακριβώς και οποτεδήποτε άλλοτε – από όσο ο θεολογικός στοχασμός.

  2. Όταν βλέπεις μπροστά σου χίλιους δρόμους από τους οποίους μόνο ο ένας είναι ο ορθός, τότε η ικανότητά σου να ξεχωρήσεις τους 999 που οδηγούνε στο αδιέξοδο και να τους αποφύγεις, έχει οπωσδήποτε σχέση με διανοητική εργασία, γιατί το ψέμμα δια-κρίνεται από τις εκβολές του λάθους, ενώ η αλήθεια μόνο στο τέλος του ορθού και ο ορθός δρόμος είναι μόνο αυτός που σε αλλάζει.

  3. Αγαπητοι, δεν υπαρχει ουτε θα υπαρξει ποτε μια “ασφαλης μεθοδος” αναγνωρισης και διαχωρισμου του καλου απ’το κακο ,της αληθειας απ’του ψευδους κ.ο.κ…Μου θυμιζει ολιγον το προβλημα της επαγωγης…Να αναφερθω και σε μια προταση του κειμενου, “Και διευκρινίζει πως «άλλο είναι αυτό που μπορεί να γνωριστεί και άλλο αυτό που μπορεί να εκφραστεί, όπως ακριβώς άλλο είναι η ομιλία και άλλο η γνώση”…Προτεινω να διαβασετε λιγη Αναλυτικη Φιλοσοφια και δη Φιλοσοφια της Γλωσσας…Δειτε την επιλυση του Ρασσελ σε αυτα τα φαινομενα…Για παραδειγμα οταν μιλαμε για εναν πηγασσο δεν υπαρχει καποια σχεση αναφορικοτητας με ενα ιπταμενο αλογο που υπαρχει στην πραγματικοτητα αλλα μπορουμε να πουμε οτι ο πηγασσος “πηγασσιζει” Δηλαδη τον συλλαμβανουμε μεσω των ιδιοτητων που εμεις του δινουμε

  4. Θα διαφωνήσω κι εγώ με τη μία και μοναδική οδό προς την αλήθεια. Δρόμοι μάλλον υπάρχουν πολλοί, ίσως τόσοι όσοι κι εμείς στον πλανήτη. Όπως, για παράγειγμα, ο αποφατισμός διατυπώνει, η πρόσβαση στην αλήθεια δεν μπορεί να είναι δια της λογικής μόνο. Χρειάζεται η λογική, δεν καταργείται, αλλά σχετικοποιείται, καθώς δια του αποφατισμού, καταδεικνύεται ελλιπής. Προτείνεται άλλωστε γνώση μετοχική. Η γνώση δεν κατακτάται, αλλά γίνεται μετοχή, κοινωνία. Αυτό ίσως αποτελεί και μία από τις βασικότερες προσφορές του αποφατισμού. Τη λύτρωση από το μονοδιάστατο. Ο προορισμός, ίσως είναι ένας, καθότι μία η αλήθεια, ένα και το αυτό επιστητό. Δηλαδή η πραγματικότητα. Αυτό που παραπάνω τονίζεται δια του Ι. του Δαμασκηνού ως ούτε όλα απολύτως άγνωστα, ούτε γνωστά, συμπληρώνει ο Ι. Χρυσόστομος με το ότι ορίζει ως αγνωσία την αγνωσία της ουσίας του Θεού , όχι των υποστάσεων, ούτε των ενεργειών Του, όπως συμβαίνει και με κτιστά πράγματα. Ο ίδιος το διατυπώνει ως εξής: “Ότι άναρχος εστί και αίδιος οίδα, το δε πώς ουκ οίδα”.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here