Σχέση της φιλοσοφίας προς την θρησκεία της Αποκάλυψης

2
97

Παύλος Κλιματσάκης

Ωστόσο, θα μπορούσε να  προκύψει πρόβλημα αρμοδιοτήτων ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη θεολογία ή τη θρησκεία γενικά και στην προκειμένη περίπτωση με τον Χριστιανισμό σχετικά με το ποια πηγή γνώσης μπορεί να μας γνωρίσει πράγματι τον Θεό. Εμείς πιστεύουμε ότι ο Χριστιανισμός και ειδικά η Ορθοδοξία διαθέτει την ορθή έννοια για τη δημιουργία του κόσμου, αλλά και την ορθή έννοια για τη φύση του Θεού, αφού όπως αποδεικνύεται, ο Θεός πρέπει να είναι τριαδικός, και δη τριαδικός ως Κοινωνία Προσώπων. Το ζήτημα που προκύπτει ειδικά σε σχέση με τον Χριστιανισμό ως αποκαλυπτική θρησκεία, είναι μήπως δεν είναι αναγκαία η λογική διερμηνεία των αληθειών του από τη φιλοσοφία, αφού οι αλήθειες αυτές με το πέρασμα των αιώνων αποτυπώθηκαν στα γνωστά δόγματα, και μήπως θα έπρεπε κανείς απλώς να πιστεύει σε αυτά. Συχνά υπάρχει μάλιστα δυσπιστία απέναντι στη φιλοσοφία από την μεριά των θεολόγων, ενώ στο παρελθόν η προσπάθεια λογικής ερμηνείας των αποκαλυπτικών αληθειών οδήγησε στη δημιουργία αιρέσεων. Ειδικά στον ελληνορθόδοξο χώρο η προσπάθεια ορθολογικής ή νοησιαρχικής, όπως εντελώς εσφαλμένα λέγεται, ερμηνείας των δογμάτων συχνά θεωρείται εφάμιλλη της πανούκλας.

 

Βέβαια, πέρα από την πίστη στα δόγματα υπάρχει και ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής που συνδέεται με τον Χριστιανισμό όπως και κάποιες λεγόμενες εμπειρίες σχέσης με τον Θεό, οι οποίες από πολλούς κρίνονται σημαντικότερες από την κατανόηση οποιωνδήποτε δογμάτων, αφού μάλιστα σχετίζονται με το πρόβλημα της σωτηρίας. Από αυτήν την άποψη ορθώς λέγεται ότι ο πιστός πρέπει καταρχήν να επιδιώκει την απολυτρωτική εμπειρία. Η Ορθοδοξία προβάλλεται τελευταία μάλιστα με έμφαση όχι ως θρησκεία, αλλά, όπως αρέσκονται πολλοί να λένε, ως τρόπος ζωής και ως βίωμα. Ακόμα πιστεύεται ότι ο τρόπος ζωής είναι αυτό που έχει σημασία για τη γνώση του Θεού και ότι επομένως κάθε προσπάθεια φιλοσοφικής προσέγγισης της Ορθοδοξίας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

 

Το πρώτο από τα μόλις αναφερθέντα ζητήματα ουσιαστικά αντανακλά το γνωστό πρόβλημα της σχέσης της πίστης με την γνώση, το οποίο αποτέλεσε συχνά πηγή διαφωνιών ανάμεσα σε φιλοσόφους και θεολόγους και στη Δύση. Σε οποιαδήποτε περίπτωση πάντως, και όπως και να εννοείται η πίστη, η φιλοσοφία ξεκινά πάντα από ένα είδος απιστίας, τουλάχιστον υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί άμεσα τα περιεχόμενα της πίστης, διότι αυτά βρίσκονται σε μία μορφή που δεν είναι σύμφωνη με τις αξιώσεις του νου για αυτοσυνείδητη γνώση. Στη θρησκεία η Αλήθεια παρουσιάζεται με τη μορφή παραστάσεων από τον αισθητό κόσμο και την καθημερινή ζωή. Οι θεότητες π.χ. παίρνουν στη θρησκεία μία τέτοια μορφή, γιατί πρέπει να γίνονται κατανοητές από όλους τους ανθρώπους ανεξάρτητα από το μορφωτικό τους επίπεδο. Ακόμα και στον Χριστιανισμό ο Θεός ως Κοινωνία Προσώπων παρουσιάζεται ως Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, αλλά βέβαια κανείς δεν ισχυρίζεται ότι αυτές οι εικόνες πρέπει να ληφθούν κατά κυριολεξία. Ωστόσο, είναι επίσης σαφές ότι οι σχέσεις που δηλώνονται μέσα από αυτές τις εικόνες παραπέμπουν σε έννοιες. Για παράδειγμα, το ότι ο Πατήρ «γεννά» τον Υιό δεν έχει σωματική σημασία, αλλά μάλλον έχει την σημασία ότι ο Πατήρ έχει μία διαφορά προς τον Υιό, παρά την μεταξύ τους ενότητα, και αυτή η διαφορά συνίσταται στο ότι ο Πατήρ είναι η «πηγή» του τριαδικού Θεού, αλλά και των ενεργειών του.

 

Το νόημα των εικόνων αυτών καλείται να φέρει στο φως η φιλοσοφία, η οποία όμως δεν μπορεί παρά να είναι λογική ερμηνεία, δια της οποίας εκφέρεται το νόημα της Αλήθειας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι η έκφραση του Αληθινού δια της φιλοσοφίας αποκτάει άλλη μορφή από αυτή της θρησκείας, τη μορφή της έννοιας και αυτό συχνά τρομάζει τη συνείδηση του πιστού, ο οποίος έχει συνηθίσει η νόηση του να κινείται μέσα σε αισθητές εικόνες. Ωστόσο, η έννοια ως μορφή της Αλήθειας εξισώνει αυτήν με το περιεχόμενό της, το οποίο είναι επίσης έννοια, και οδηγεί την πίστη σε αυτοσυνείδητη γνώση και αντικειμενική βεβαιότητα σχετικά με αυτό το περιεχόμενο. Η πίστη δέχεται το περιεχόμενο της Αλήθειας άμεσα, χωρίς να αναρωτιέται εάν η μορφή και το περιεχόμενο συμφωνούν μεταξύ τους, επειδή ενδιαφέρεται κυρίως να κατέχει την Αλήθεια, ακόμα και εάν αυτή δεν γίνεται πλήρως κατανοητή από τη συνείδηση. Ο άνθρωπος χρειάζεται τη θρησκεία για διαφορετικούς λόγους από αυτούς που χρειάζεται τη φιλοσοφία, και οι θρησκευτικές αλήθειες πολλές φορές γίνονται αποδεκτές, απλώς επειδή αποτελούν απάντηση σε πρακτικά προβλήματα των ανθρώπων που σχετίζονται με τη νοηματοδότηση του βίου, ή προκειμένου ο βίος να γίνει ανεκτός.

 

Ωστόσο, στην πορεία της εξέλιξης του Χριστιανισμού η κατανόηση επιζήτησε και ακόμα επιζητεί τα δικαιώματά της, με αποτέλεσμα να προκύπτουν τόσο ερμηνείες (που εν τέλει όταν είναι ορθόδοξες καθίστανατι δόγματα) όσο και αμφισβητήσεις της αποκεκαλυμένης αλήθειας. Στο Χριστιανισμό, ο οποίος αναπτύχθηκε σε ελληνικό περιβάλλον, οι ερμηνείες ήταν φυσικό να αρχίσουν από την πρώτη στιγμή, καθώς η νόηση αμέσως δραστηριοποιήθηκε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία αιρέσεων, και μάλιστα πολύ σύντομα και εύκολα, διότι ο Χριστιανισμός εκφράζει την Αλήθεια πλήρως ως διαλεκτική ενότητα τόσο από την άποψη του τριαδολογικού όσο και από την άποψη του χριστολογικού δόγματος. Το πνεύμα της γνώσης ήταν, όμως, ακόμα πολύ μακριά από το σκεφτεί την έννοια της “ενότητας στη διαφορά” κατά το απόλυτο νόημά της, διότι ο ορθός τρόπος του νοείν συνιστά και αποτέλεσμα της εξέλιξης της ανθρώπινης Ιστορίας εν γένει. Οι ερμηνείες ήταν λοιπόν αναγκαίο να γίνουν παρερμηνείες, δηλαδή αιρέσεις. Οι αιρέσεις δεν μπορούσαν μεν να αντιληφθούν το αληθές περιεχόμενο του Χριστιανισμού ως διαλεκτική ενότητα, είχαν δε την αναπάντεχη θετική συνέπεια ότι “ανάγκασαν” τους Πατέρες, οι οποίοι δια της αγιότητάς τους δέχτηκαν τη θεία χάρη, να διατυπώσουν το ορθό δόγμα. Αυτό αποτελεί το ύψιστο κατόρθωμα του βυζαντινού κόσμου, καθώς τα δόγματα αναπτύχθηκαν στο χωροχρονικό πλαίσιό του.

 

Οι αιρέσεις αποτελούσαν μία τρόπον τινά «ορθολογική» προσέγγιση της θεϊκής φύσης, αλλά η λογική δια της οποίας προσπαθούσαν να συλλάβουν το νόημα της Αλήθειας, ήταν η τυπική λογική. Η τυπική λογική, όμως, δεν αποδίδει την Αλήθεια ως έννοια και επομένως ούτε και ως ενότητα στη διαφορά. Η μόνη λογική που εκφράζει το Θεό ως Θεό, δηλαδή ως τριαδικό, είναι η διαλεκτική λογική, η οποία από την άποψη του απλού ορθολογισμού κρίνεται ως παράλογη. Το νόημα του Θεού ως τριαδικού όντος παρουσιάζεται στον λεγόμενο «ορθό λόγο» ως αναλήθεια, και επομένως αυτός δεν μπορεί με κανένα τρόπο να προσεγγίσει την αλήθεια της θρησκείας. Από αυτήν την ανικανότητα του ορθού λόγου να κατανοήσει τη τριαδικότητα προκύπτει και η προαναφερθείσα σύγκρουση πίστης-γνώσης. Η διαλεκτική λογική όμως δεν έρχεται σε σύγκρουση με την πίστη, αλλά αντίθετα έρχεται να τη συμπληρώσει, βοηθώντας την να εκφραστεί με έννοιες και αποδεικτική βεβαιότητα.

 

Σε αυτό το σημείο της απόλυτης βεβαιότητας έφτασε η φιλοσοφία μέσα από την ιστορική της εξέλιξη. Στο Βυζάντιο υπήρξε ταύτιση της επίσημης θρησκείας με την επίσημη φιλοσοφία και αυτό οδήγησε μεν στην σωστή διαμόρφωση του δόγματος και στην πραγματική Ορθοδοξία, αλλά ο κατοπινός χωρισμός της φιλοσοφίας από τη επίσημη θρησκεία στο πλαίσιο του σχολαστικισμού και αργότερα του προτεσταντισμού συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής συνείδησης, η οποία καταρχήν αποξενώθηκε από τη θρησκεία. Τα παραπάνω επέτρεψαν όμως στην φιλοσοφία να αυτοπραγματωθεί και να αυτοκατανοηθεί. Η πλήρης αυτοκατανόηση της φιλοσοφίας πραγματοποιήθηκε με το έργο του Hegel, ο οποίος όμως ζούσε σε ένα περιβάλλον, όπου η Ορθοδοξία ήταν κατ’ ουσίαν άγνωστη (στο έργο του που αποτελεί φιλοσοφία του Χριστιανισμού δεν συναντάται η έννοια των “ακτίστων ενεργειών”) και η φιλοσοφία του δεν μπόρεσε να υπερβεί τα πλαίσια που έθετε ο Προτεσταντισμός. Σήμερα, όμως, είναι πλέον δυνατό να συμφιλιωθεί η πραγματική μορφή της Αλήθειας με το πραγματικό της περιεχόμενο, όπως αυτό διασώθηκε στην ορθόδοξη Ιερά Παράδοση. Σε αυτήν τη συμφιλίωση επιθυμούμε να συμβάλουμε και εμείς με το παρόν έργο.

 

Πολλοί θα είχαν εντούτοις την ένσταση ότι ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η φιλοσοφία ως λογική (υπό την έννοια της διαλεκτικής) γνώση δεν έρχεται σε σύγκρουση με τα διδάγματα της Ορθοδοξίας, αποτελεί ωστόσο μία κατώτερη ενασχόληση με την αλήθεια, καθώς αυτό που τελικά ενδιαφέρει περισσότερο είναι η λεγόμενη “βίωση” της αλήθειας και η ενότητα με τον Θεό, παρά η κατανόησή του. Ποιος θα μπορούσε άραγε να προβάλει αντίρρηση σε αυτό και να μην κριθεί παντελώς ανόητος; Σίγουρα σε αυτό το έργο η φιλοσοφία δεν παρουσιάζεται ως αυτοσκοπός, ακόμα και αν αποτελεί την ύψιστη μορφή γνώσης. Η γνώση πράγματι ακόμα και στην αυτοσυνείδητη μορφή της, κατά την οποία το αντικείμενο υπάρχει σε αυτήν σύμφωνα με την έννοιά του, δεν κατορθώνει να πραγματοποιήσει μία απόλυτη ενότητα στη διαφορά, όπως αυτή που αντιπροσωπεύει ο ίδιος ο Θεός εντός του εαυτού του. Επομένως, η γνώση του Θεού από φιλοσοφική άποψη δε σημαίνει την ενοποίηση με τον Θεό, τον αγιασμό, την θέωση, όπως αφελώς πιστεύουν μερικοί, όταν λένε ότι, εάν μπορούσαμε να καταλάβουμε το Θεό, θα γινόμασταν θεοί. (Αυτό που ουσιαστικά κατανοούμε στον Θεό είναι η ακαταληψία του, αλλά αυή είναι έννοια. Πρόκειται για την έννοια του υπερουσίου όντος, δια της οποίας εν τέλει κατανοούμε και τα κτιστά όντα.) Επειδή δε η ενοποίηση και η θέωση αποτελεί τον ύψιστο σκοπό του ανθρώπου, καλόν είναι να ασχολείται κανείς με αυτά τα ζητήματα κυρίως σύμφωνα με τις μεθόδους που έχει θεσπίσει η Εκκλησία στη λατρευτική της πρακτική. Οι μέθοδοι αυτές προέρχονται από αγίους ανθρώπους και βασίζονται στην πραγματική εμπειρία Θεού που αυτοί είχαν. Αν λοιπόν υπάρχει λόγος ποτέ να εμπιστεύεται κανείς σε αυτόν τον κόσμο την κρίση κάποιου άλλου ανθρώπου, τότε καλύτερα να εμπιστευτεί την κρίση ενός αγίου.

 

Εντούτοις, κανένας άνθρωπος, παρά μόνο οι άγιοι πάλι, δεν είναι παντελώς απαλλαγμένος από αμφιβολίες σχετικά με το περιεχόμενο της πίστης του. Εάν αυτό ισχύει μάλιστα και για τους πιστούς, είναι φανερό ότι ισχύει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό για τους απίστους. Σε όλους αυτούς η φιλοσοφία έχει κάτι να πει, εφόσον μπορεί να τους βοηθήσει να άρουν κάποιες αμφιβολίες τους, ώστε να οδηγηθούν με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αναζήτηση της ενότητας τους με τον Θεό. Αυτό, όσον αφορά τον ατομικό άνθρωπο κατά την αναζήτηση της αλήθειας. Το ζήτημα όμως έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία όταν εξεταστεί από ιστορική άποψη. Υπό αυτήν την προοπτική διαφαίνεται εύκολα, όπως αναφέραμε και προηγουμένως σε συνάρτηση με το μηδενισμό, ότι ο σημερινός άνθρωπος χρειάζεται τη διαφώτιση που μπορεί να τού προσφέρει η φιλοσοφία στα θέματα της ορθής πίστης, διότι οι ιστορικές συνθήκες διαμορφώνουν ένα πνευματικό περιβάλλον εχθρικό προς την Αλήθεια. Η πίστη του σύγχρονου ανθρώπου ταλανίζεται από την φυσική επιστήμη και την πρακτική εφαρμογή της, την τεχνική, οι οποίες του παρουσιάζουν μία ψευδή εικόνα του κόσμου ως όντος καταδικασμένου στον πεπερασμένο του χαρακτήρα, και παρά την απουσία του Θεού τού υπόσχονται λύσεις στα οντολογικά του προβλήματα. Αλλά μόνο ο Θεός μπορεί να σώσει τον άνθρωπο από την κατάρα της αναγκαιότητας και αυτό ακριβώς έκανε δια του ενσαρκωμένου Υιού. Πλησιάζει όμως η ώρα που η αλήθεια αυτή θα διαφανεί σε όλο της το μεγαλείο.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Θεός και Κόσμος. Φιλοσοφική ερμηνεία της δημιουργίας του κόσμου και της σχέσης του Θεού προς τα δημιουργημένα όντα», Εκδ. Σμίλη 2007

 

πηγή: Αντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Ἀγαπητὲ Κύριε Κλιματσάκη:

    Ἐπὶ τοῦ ὑμετέρου δημοσιεύματος “Σχεση της φιλοσοφιας προς την θρησκεια της Αποκαλυψης” τῆς 06 Νοέμβριος 2014, παρακαλῶ ἐπιτρέψατέ μοι τἀκόλουθα σχόλια:

    Λέγετε ὅτι “Εμείς πιστεύουμε ότι ο Χριστιανισμός και ειδικά η Ορθοδοξία διαθέτει την ορθή έννοια για τη δημιουργία του κόσμου, αλλά και την ορθή έννοια για τη φύση του Θεού, αφού όπως αποδεικνύεται, ο Θεός πρέπει να είναι τριαδικός, και δη τριαδικός ως Κοινωνία Προσώπων.”

    Παρακαλῶ, κατανοήσατε ταῦτα:
    (α) Τὸ ὑμέτερον “Εμείς πιστεύουμε …” ἐδράζετ᾽ ἐπὶ μόνης τῆς ἐπ᾽αἰῶνας διατηρηθείσης, πλὴν οὐδέποτ᾽ ἐν ὃλῳ τῷ αὐτῆς βάθει ἐξετασθείσης ἡμῶν πίστεως, κοὐδέποτε κατ᾽ Ἀπόλυτον Λόγον παρασχούσης ἀπόδειξίν τινα περὶ τῆς ἀδιαμφισβητήτου ὀρθότητος τῶν παρ᾽ ἡμῶν πιστευομένων. Ὡς ὅτι ἄλλως, μία καὶ ἡ αὐτὴ ἦν ἂν πάντων ἡ ἀκεραία εἰς τὸν Θεὸν πίστις!!! Ὀφείλομεν πλέον κατανοῆσαι διὰ παντὸς ὅτι τοῦ Κυρίου ἔτι ἡμᾶς ἀναμένοντος βελτιοῦσθαι καὶ περὶ τὴν εἰς Αὐτὸν πίστιν, ὑποχρεούμεθα ἐπὶ γνώσει ἀεὶ στερεωτέρᾳ ἑδραιοτέραν τὴν ἡμετέραν ἐπὶ τῷ Θεῷ πίστιν ποιεῖν!!!
    β) Τὸ “ἀλλά” ἐστὶν ἀντιθετικός, οὐχὶ προσθετικὸς σύνδεσμος!!! Ἡ γενικὴ σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἀκαταληψία τῶν ὄντως σημαντικῶν εἰς μόνην ὀφείλεται τὴν σκαιότατα σκόπιμον τῆς γλώσσης διαφθοράν!!!
    (γ) Παρακαλῶ ὑποδείξατέ μοι καὶ πᾶσι τὸ ΠΩΣ τοῦ “όπως αποδεικνύεται, ο Θεός πρέπει να είναι τριαδικός, και δη τριαδικός ως Κοινωνία Προσώπων”!!! Ἡ καθ᾽αὑτὴν πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ὑπὸ τοῦ Πατρὸς συντελεσθεῖσα τοῦ Υἱοῦ Γέννησις, Λογικῶς ἐμπεριέχει τὴν πρὸ τῆς Γεννήσεως Παρουσίαν τοῦ Πρώτου Προσώπου, μὴ ἔτι τότε Πατρὸς ὄντος!!! Μὴ συγχέωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ σημασίαν τῶν “αἰώνων”, ὄντων καὐτῶν δημιουργημάτων ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ὀρθὴν λειτουργίαν τοῦ φυσικοῦ σύμπαντος, καίτοι ὡς τοιούτων παραμενόντων ἀκαταλήπτων ὑπὸ τῶν ἐξ ἡμῶν πλείστων!!! Παρακαλῶ δέ, σημειώσατε ὅτι οὐ λἐγω “ὑπὸ τοῦ Πατρὸς μόνου συντελεσθεῖσα τοῦ Υἱοῦ Γέννησις”, καθότι ἠ Ἐκκλησία ἀπολύτως οὐδέν ποτε εἶπε περὶ τῆς ἐμφανίσεως ἐν τῷ εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!!! Καὶ περὶ μὲν τοῦ Υἱοῦ, συνάγομεν τὴν Αὐτοῦ Παρουσίαν διὰ τῆς Γεννήσεως. Ἀλλὰ περὶ τῆς παρουσίας ἐν τῷ Εἶναι τῶν ἄλλων δύο Προσώπων, ἀπολύτως οὐδὲν λέγεται: Ἔσχον Ταῦτα τινὰ στενὴν σχέσιν πρὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ, εἰ δὲ οὐ, πῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ΑΓΑΘΟΝ ἦλθον???
    (δ) Πῶς οὐκ ἀπορεῖτε ὅτι διὰ τὴν ἀπουσίαν πειστικῶν καὶ περὶ αὐτὰ ἀπαντήσεων τοὐλάχιστόν τινες ἄθεοι παραμένουσιν ἄθεοι???
    (ε) Πῶς οὐκ ἀπορεῖτε ὅτι διὰ τὴν ἀπουσίαν τοὐλάχιστον τῶν κατὰ τὸ (δ), σιωπηρῶς καὶ ἡμεῖς αὐτὸς καὶ ἡ ὅλη Ἐκκλησία ἀδιακρίτως (δι)αἱρέσεων, οὐσίᾳ ὑποβάλλετε τὴν ἰδέαν ὅτι Αὐτὸς ὁ Θεὸς Κύριος ἀδιαφορεῖ περὶ τὴν κατάληξιν τῶν τῶν ἀπίστων πνευμάτων, ὅπερ ἐστὶ ἡ μάλιστα μείζων κατὰ τοῦ Ἀγαθοῦ Θεοῦ βλασφημία???
    (ϛ) Ἥτις αἴρεται αὐτομάτως μόνον ἅμα τῇ κατανοήσει ὡς γεγονότος τῆς Ἀληθείας ὅτι ὁ Θεὸς Κύριος πλήρη κἀκαταμάχητ᾽ ἀπ᾽ ἀρχῆς παρέσχε στοιχεῖα, ἀπολύτως παρ᾽ ἡμῶν προσβατά, πείθοντα παντελῶς περὶ τῆς παντάπασιν Ἀγαθῆς Αὐτοῦ Δημιουργικῆς καὶ Ὑπομονητικῆς Παρουσίας!!!??? Οὗ πέρι παρακαλῶ ἴδετε κατωτέρω ἐν τῷ (η).
    (ζ) Καὶ πῶς ἀφ᾽ὑμῶν διαφεύγει ὅτι ὄντως ἐστὶν ἀναγκαία ἡ πλήρως Λογική, καὶ μόνον εἰ τοιαύτη, διερμηνεία τῶν Ἀληθειῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς ὅτι, ἄλλως, παντελῶς ἀνυπεράσπιστα ταὐτοῦ δόγματα παραμένει· δι᾽ ἣν αἰτίαν, εἰ τοιαῦτα, ἀκριβῶς ταῦτ᾽ ἄγουσιν εἰς αἱρέσεις???
    (η) Εἰσί τινες ἔννοιαι εἰλημμέναι ἐκ τοῦ φυσικοῦ κόσμου αἵτινες χρήονται ἐν ἀναφοραῖς καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ!!! Οὕτώ πως τινὲς ἀναφέροντ᾽ εἰς τὴν Θεοῦ “φύσιν”, παρορῶντες τὴν Ἀλήθειαν ὅτι ἡ λέξις “φύσις” σχετίζετ᾽ αὐστηρότατα μετὰ τῶν “φύω” καὶ “φύομαι”, καὶ συνεπῶς ἐστι παντάπασιν ἀκατάλληλος εἰς ἀναφορὰς περὶ τοῦ Θεοῦ, Οὗτινος τὸ Εἶναι παρότι ἀναμφισβήτητον παντάπασι πέραν πάσης περιγραφῆς κεῖται!!! !!! !!! Ὁμοίως καὶ περὶ τὴν χρῆσιν τῆς λέξεως “Πνεῦμα” αὐστηρῶς σχετιζομένης πρὸς ἀέρια πνεόντα, καὶ μηδὲν ἐχούσης κοινὸν μετὰ καθαρῶς νοητικῶν ἀνθρωπίνων ἢ Θείων διεργασιῶν!!! Κατανοήσωμεν διὰ παντός τοῦτο: Καταχρώμεθα ἐννοιῶν μὴ κατανοουμένων!!! Κἀγὼ αὐτὸς λίαν δυσκόλως καταγράφω πάνθ᾽ ἃ ἐδῶ κεῖται, μετὰ πολλοῦ κόπου προσπαθῶν ἀποφύγαι πᾶν ὅτι ψέγω!!!
    (θ) Ἀπὸ τῶν ὡς ἄνω δυσκολιῶν μόνος εἷς παντάπασιν ἀσφαλὴς φυγῆς τρόπος ὑπάρχει: Ἀλλὰ δεῖ ἡμᾶς λησμονεῖν οὐσίᾳ ἔτι ἀνεξετάστους παρελθουσῶν ἐποχῶν “φιλοσοφίας” καὶ “δόγματα”, καὶ ἐπιστρέψαι τῷ ἔτι “Ἀγνώστῳ Θεῷ”!!! Κατὰ τόνδ᾽ ἀλάνθαστον ἐπιστημονικὸν τρόπον, καθότι ἀναμφισβητήτως:
    (1) Πᾶν αἰτιατὸν ἀπὸ μόνου τοῦ αἰτίου αὐτοῦ εἰς τὸ εἶναι ἐπέρχεται.
    Μηδὲν ἐκ τοῦ μηδενός ἐστι!!! !!! !!!!
    (2) ῾Η σύγχρονος ἐπιστήμη, καίτοι ἐν πολλοῖς σφάλλουσα, παρέχει τὸν ἀδιαμφισβήτητον τρόπον τοῦ ἀσφαλέστατα συνάγειν τὸ Ἀπόλυτον Αἴτιον:
    (3) Καθότι παρέχει ἡμῖν τὴν ἡλικίαν (περὶ τὰ δέκα καὶ τρία δισεκατομμύρια ἔτη) τοῦ περὶ ἡμᾶς πάντας συνολικοῦ φυσικοῦ σύμπαντος.
    (4) Πρὸ κείνου τοῦ χρόνου, ἀπολύτως οὐδὲν φυσικόν τι ὑπῆρχε, οὐδ᾽ αὐτὸς ἔτι ὁ χρόνος, ὅς ἐστιν ἡ τετάρτη διάστασις τοῦ ΟΛΟΥ φυσικοῦ σύμπαντος, ἀπαρτίζοντος τὸ πρὸ ἡμῶν ΟΛΟΝ ΑΙΤΙΑΤΟΝ, ὅπερ ἀφεύκτως καταδηλοῖ τὴν πρὸ αὐτοῦ ΠΑΡΟΥΣΙΑΝ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΑΙΤΙΟΥ, Ὃ(ν) ἀφεύκτως Θεὸν ὀνομάζομεν.
    (5) Ἀποφασίσατε οἱ Λαοί: Ἔστιν Αὐτὸς παραγωγὸς Εὐμορφίας ἢ Ἀσχημίας??? ??? ???
    (6) Ἀφαιρέσατε πρῶτον ΠΑΝΤΑ τὰ ἡμέτερα ἔργα ἠθελημένης κἀνεπιγνώστου Κακίας!!! !!! !!!
    (7) Ὧντινων οἱ δημιουργοὶ τε καὶ ὑπηρέται ἀρνοῦνται ὁμολογεῖν τἠν πλήρη ὑποταγὴν τοῦ συνόλου φυσικοῦ σύμπαντος εἰς ἀκριβεστάτους μαθηματικοὺς νόμους ὡς καταδείκνυται διὰ τῆς αὐστηροτάτης δυνατῆς διαστασιακῆς ἀναλύσεως τοῦ νόμου τῆς Νευτονίου βαρύτητος τῆς ἀφεύκτως διεπούσης ἅπαν τὸ φυσικὸν σύμπαν, ὑποβληθείσης ἁρμοδίως τοῖς πιστευομένοις ὡς ἐπαΐοσι ἤδη ἀπὸ τοῦ 1985-6, πλὴν οὐδέποτε τυχούσης τινὸς σεβαστῆς ἀπαντήσεως, οὐδὲ γέ τινος καταρρίψεως!!! !!! !!!
    (8) Ἀναλύσεως περαιτέρω καταδεικνύσης τὸν Αἴτιον, Ὅντα πλήρη γνώστην πάσης λεπτομερείας τοῦ συνόλου φυσικοῦ σύμπαντος!!! !!! !!!
    (9) Ὧν πάντων πρό, προσωπικῶς ἡμῶν ἕκαστος καλεῖται δηλοῦν πῶς Λογικῶς κρίνει τὸν Αἴτιον ἥσσονα οἱασδήποτε παντάπασιν Ἀγαθῆς Τελειότητος!!! !!! !!!
    (10) Παρακαλῶ, συγκρίνατε τἀνωτέρω τοῖς οὐσίᾳ κενοῖς λόγοις καὶ τῇ ἠθελημένῃ σιωπῇ τῶν ζώντων φερόντων ἑαυτοὺς ὡς “ἁγίους πατέρας καὶ δεσπότας ἡμῶν”, πρὸ τῶν τοῖς πᾶσιν ὁρατῶν συντελουμένων ἐγκλημάτων, παρὰ τὴν ῥητὴν περὶ ταῦτα πάντα τοῦ Χριστοῦ ἀπαγόρευσιν!!!
    (11) Οὐκ οὖν δι᾽ ὅλως ἀμφιβόλων “ἐπιχειρημάτων” δῆθεν “πίστεως” ἀποδείκνυται ἡ ἀτέρμων τοῦ Θεοῦ κατά τε τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον Συνεχὴς κἈδιάπτωτος ἐκ τοῦ πάρειμι, (ἄνευ τινὸς ἐκ τοῦ “ἀρχίζω” ἀρχῆς, ἀλλ᾽ ἐκ μόνης τῆς ἐκ τοῦ “ἄρχω” Ἀρχῆς) παντάπασι Διαρκὴς Σεμνὴ Παρουσία, ἀλλὰ δι᾽ ὧν ἀδιαψεύστων παρατηροῦμεν, ἀλλ᾽ ἀρνούμεθ᾽ ἐλΛόγως ὁμολογεῖν!!! !!! !!!

    (12) Λυποῦμαι διότι τοῦτο τὸ ἁπλοῦν σύστημα μεταφορᾶς κειμένου καταργεῖ τὸν πλειστάκις ἀναγκαῖον διακριτικὸν κατηγορικὸν τονισμὸν τῆς ἀκριβοῦς σημασίας λέξεών τε καὶ φράσεων!!!

  2. Αγαπητέ, G. Crosson, σας ευχαριστώ για τις εξαιρετικές παρατηρήσεις σας. Μπορείτε να μου στέλνετε οποιεσδήποτε ιδέες σας και στο mail.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here