Σχέση, Ενέργεια και Ετερότητα στις ‘Προτάσεις Κριτικής Οντολογίας’ του Χρ. Γιανναρά

0
50

Τὰ τελευταῖα χρόνια παρατηρεῖται μία ἐκδοτικὴ “ἄνοιξη”  στὶς μεταφράσεις τῶν φιλοσοφικῶν ἔργων τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ—ὅσον ἀφορᾷ στὶς ἀγγλόφωνες μεταφράσεις, τοῦτο ὀφείλεται κυρίως στὸν γόνιμο μόχθο τοῦ δρος Norman Russell. Ὅπως εἶναι φυσικὸ καὶ ἀναπόφευκτο, ἀρκετὰ βιβλία ποὺ καλύπτουν σημαντικὲς πτυχὲς τῆς γιανναρικῆς σκέψης καὶ τὴν περαιτέρω ἐπεξεργασία της δὲν ἔχουν ἀκόμα μεταφραστεῖ, ὅπως γιὰ παράδειγμα «Τὸ ῥητὸ καὶ τὸ ἄρρητο» (1999). Μία ἐκ τῶν φιλοσοφικῶν αὐτῶν δοκιμῶν τοῦ Γιανναρᾶ ξεχωρίζει, γραμμένη τὸ 1985, οἱ «Προτάσεις Κριτικῆς Ὀντολογίας», ὅπου ὁ Γιανναρᾶς παρουσιάζει καὶ ἀναλύει κεντρικὲς ἔννοιες τῆς σκέψης του: ἔννοιες ὅπως η “σχέση” καὶ οἱ “ἐνέργειες” παρουσιάζονται ὡς προαπαιτούμενα καὶ ὡς προτάσεις γιὰ τὴν ὀντολογία.

Ἔχει ἐνδιαφέρον ἡ διαπίστωση ὅτι οἱ «Προτάσεις Κριτικῆς Ὀντολογίας» εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ λίγα φιλοσοφικὰ βιβλία τοῦ Γιανναρᾶ ποὺ δὲν ἀναφέρονται καθόλου στὴν Ἐκκλησία, τὴν Τριάδα, τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἢ τὴν Εὐχαριστία. Μοιάζει νὰ τονίζεται τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ βιβλίο προορίζεται ὡς φιλοσοφικὴ πρόταση μὲ τὴν πιὸ αὐστηρὴ ἔννοια, χωρὶς ἴχνος αὐτοῦ ποὺ ἀποκαλοῦμε καὶ κατηγοριοποιοῦμε ὑπὸ τὸν ὅρο “θεολογία”, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Γιανναρᾶς σαφῶς καὶ δὲν συμμερίζεται τὸν ἀποκλεισμὸ τῆς ὀντολογικῆς μαρτυρίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς φιλοσοφίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ δομὴ τοῦ βιβλίου ἀκολουθεῖ τὸ πρότυπο τοῦ “Tractatus” τοῦ Wittgenstein συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἠθελημένης κατηγοριοποίησης στὴν φιλοσοφία. Θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ τὸ ἑρμηνεύσει λέγοντας ὅτι τὸ βιβλίο ἀπευθύνεται ἐπίσης σὲ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὄντως πιστεύουν σὲ μία τέτοια διάκριση μεταξὺ θεολογίας καὶ φιλοσοφίας, ἀλλὰ ας κατατεθεί διαφωνία: οἱ «Προτάσεις Κριτικῆς Ὀντολογίας» ἀποπειρῶνται νὰ περιγράψουν τοὺς ὅρους γιὰ μιὰ ὀντολογικὴ ἔρευνα ἐλεύθερη ἀπὸ φιλοσοφικὰ ἀδιέξοδα καὶ ἀντιφάσεις προερχόμενες ἀπὸ παραδόσεις σκέψεως οἱ ὁποῖες, κατὰ τὴν γνώμη τοῦ γράφοντος, χαρακτηρίζονται ἀπὸ αὐθαίρετους ἀπριορισμοὺς καὶ ἀξιωματικὲς βεβαιότητες (ὅπως θὰ ἦταν ἡ περίπτωση ὄχι μονάχα τοῦ ἰδεαλισμοῦ καὶ τοῦ μονισμοῦ π.χ., ἀλλὰ καί τοῦ ἐμπειρισμοῦ καὶ τοῦ ὑλισμοῦ)—νὰ “καθαρίσει τὸ ὀντολογικὸ μονοπάτι”, ἂς ποῦμε. Τὴν πρότασή του γιὰ τὸ περιεχόμενο, καὶ ὄχι μόνον γιὰ τὰ προαπαιτούμενα, μιᾶς ὀντολογίας ἐλεύθερης ἀπὸ προβληματικὲς ἀφετηρίες, μιᾶς πραγματικὰ κριτικῆς ὀντολογίας, τὴν βρίσκουμε στὸν ἀδελφὸ τόμο τοῦ βιβλίου, ἐκδοθέντα εἴκοσι χρόνια μετά, στὴν «Ὀντολογία τῆς Σχέσης» τοῦ Γιανναρᾶ—ἢ ἀκόμα καὶ στὸ μεῖζον ἔργο του «Τὸ Πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως».

Τὸ μεταγενέστερο αὐτὸ βιβλίο, ἡ «Ὀντολογία τῆς Σχέσης», ἀρχίζει μὲ μιὰ φράση ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ludwig Wittgenstein “Vermischte Bemerkungen” (1930): «Κάθε πρόταση ποὺ γράφω σημαίνει πάντοτε τὸ ὅλον, καὶ συνεπῶς εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα ξανὰ καὶ ξανά. Ὡσὰν νὰ εἶναι ἁπλὰ ὄψεις τοῦ ἴδιου ἀντικειμένου ἀπὸ διάφορες ὀπτικὲς γωνίες». Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ λεχθεῖ καὶ γιὰ τὶς «Προτάσεις Κριτικῆς Ὀντολογίας»: ὁ Γιανναρᾶς ἐφαρμόζει ἐδῶ κάποια πολὺ συγκεκριμένα κριτήρια σὲ ἕνα πλῆθος κατηγοριῶν (ὀντολογία, γνωσεολογία, άκόμη καὶ κοινωνία) καὶ καταλήγει σὲ μία ὀντολογικὴ πρόταση ποὺ ἀπαιτεῖ κοινωνικὴ ἐμπειρικὴ ἐπαλήθευση καὶ πιστοποίηση.

i. Προϋποθέσεις γιὰ μιὰ κριτικὴ ὀντολογία: λόγος, σχέση, συνειδητότητα.

Κατὰ τὸν Γιανναρᾶ, μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε “κριτικὴ ὀντολογία” τὴν ἀπάντηση στὸ ὀντολογικὸ ἐρώτημα, ἡ ὁποία ὑπόκειται σὲ κριτικὴ ἐξέταση καὶ ἐπαλήθευση, ἡ ὁποία ὑπόκειται στὴν ἀρχὴ τῆς διαψευσιμότητας (§2 τῶν «Προτάσεων Κριτικῆς Ὀντολογίας»[2]). Οἱ ἀπαντήσεις στὸ ὀντολογικὸ ἐρώτημα τότε μόνο μποροῦν νὰ ὑπόκεινται σὲ κριτικὴ καὶ ἐμπειρικὴ ἐπαλήθευση ἢ διάψευση, «ἂν δεχθοῦμε τὴ γνωστικὴ πρόσβαση στὸ ὑπαρκτικὸ γεγονὸς ὡς ἐμπειρία σχέσης». «Ἡ συγκρότηση μιᾶς κριτικῆς ὀντολογίας εἶναι δυνατή, ἂν δεχθοῦμε ὡς ἀφετηρία ἑρμηνείας τοῦ ὑπαρκτικοῦ γεγονότος τὴν ἐμπειρία τῆς αὐτοσυνείδητης ὑποκειμενικότητας» (§7.3).

Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι τὸ μόνο γνωστικὸ γεγονὸς ποὺ ἐπαληθεύεται ὄντως καὶ καθολικὰ ἀπὸ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πρόσωπα—καὶ «ἡ ἴδια αὐτὴ ἐμπειρία συγκροτεῖται μόνο μέσῳ τοῦ γεγονότος τῆς σχέσης, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς σχέσης καὶ ἡ ἀναφορική της διεύρυνση (ἡ κοινωνικὴ ἐπαλήθευση τῆς σχέσης) συνιστᾶ τὴν προϋπόθεση γνωστικῆς πρόσβασης στὸ ὑπαρκτικὸ γεγονός» (§7.3). Γνώση εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς σχέσεως καὶ ὁ συντονισμὸς τῶν κοινωνούμενων ἐμπειριῶν πιστοποιεῖ καὶ ἐπαληθεύει τὴν γνώση. Τὸ κριτήριο αὐτῆς εἶναι ἡ κοινωνικὴ ἐπαλήθευση τῆς γνώσης, ποὺ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι ὁριστικὴ ἢ νὰ λαμβάνεται ὡς δεδομένη. Ἡ ἐπαλήθευση αὐτὴ εἶναι ἕνα  “κατόρθωμα”, καὶ μὲ αὐτὸ ἐννοοῦμε ὅτι εἶναι πάντοτε ἀνοιχτὴ σὲ μία πληρέστερη, πιὸ ὁλοκληρωμένη κοινωνικὴ ἐπαλήθευση, ἀποκλείοντας τὴν πιθανότητα βεβαιοτήτων ἢ ἀπριορισμῶν (§2.1). Γλωσσικὰ καὶ σημασιολογικὰ μορφώματα «σημαίνουν-ἐπισημαίνουν τὴν ἐμπειρία τῆς σχέσης χωρὶς ποτὲ νὰ τὴν ἐξαντλοῦν, ἀφοῦ ἡ σχέση ἐνεργεῖται (εἶναι ἀποτέλεσμα ἐνεργειῶν) ὡς ἔκφραση καὶ φανέρωση τῆς ὑπαρκτικῆς ἑτερότητας κάθε ὑποκειμένου» (§2.11).   

Ἡ αυτοσυνειδησία εἶναι προαπαιτούμενο γι’ αὐτό. Ἡ συνείδηση τοῦ ὑποκειμένου, ἡ συνείδηση τοῦ γεγονότος  ὅτι τὸ ὑποκείμενο ὑπάρχει, εἶναι ἡ πρώτη καὶ μοναδικὴ βεβαιότητα. Ἡ πραγματικότητα τῆς συνείδησης προηγεῖται ἀπὸ κάθε διαπίστωση τῆς πραγματικότητας (§1.41). Ἡ ὕπαρξη τῆς συνείδησης, τοῦ Ἐγώ, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ μόνη σταθερὰ μιᾶς κριτικῆς γνωσεολογίας καὶ ὀντολογίας, καθὼς ἀποτελεῖ ἕνα γνωστικὸ γεγονὸς ποὺ προηγεῖται οἱασδήποτε γνωσιοθεωρητικῆς στάσεως, μεθόδου, ἢ διαπιστώσεως, ἀκόμα καὶ μιᾶς κριτικῆς στάσεως. Ἡ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ, ἡ συνείδηση τῆς ὑπάρξεως καὶ ἑτερότητας τοῦ ὑποκειμένου, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἡ μόνη βεβαιότητα μιᾶς κριτικῆς ὀντολογίας (§1.42). Τοῦτο, παρ’ ὅλα αὐτά, δὲν μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μορφὲς σολιψισμοῦ, καθόσον εἶναι ἡ σχέση μὲ ἄλλες πραγματικότητες ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν συνείδηση τοῦ Ἑαυτοῦ. 

Ἡ σημασιολογικὴ λειτουργία, ὄχι μόνον μὲ τὴν γλωσσολογική της σημασία, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε σχέση σημαίνοντος καὶ σημαινόμενου, εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς πραγματοποίησης τῶν σχέσεων. Ἡ λέξη ποὺ ὁ Γιανναρᾶς χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ δηλώσει ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς σημασιολογικῆς λειτουργίας εἶναι ἡ λέξη “λόγος”, μὲ ὅλες τὶς πολλαπλές της ἔννοιες. “Λόγος” εἶναι ἡ φανέρωση ἑνὸς σημαίνοντος, ποὺ μὲ τὴν σειρά του σημαίνει-ἐπισημαίνει μία παρουσία. Τὸ νὰ σημαίνεται κάτι εἶναι τὸ νὰ φανερώνεται ὡς παρουσία, καὶ ἡ ἀναφορικὴ αὐτὴ λειτουργία τοῦ “λόγου” τὸν καθιστᾷ ὡς τὸν πρῷτον ὅρο καὶ φανέρωση τῆς σχέσεως. Μία σχέσις εἶναι λογικὴ καθόσον συνδέεται μὲ τὸν λόγο (§1.3). Κάθε φανέρωση κάποιου πράγματος στὸν ὁρίζοντα τῆς συνείδησης εἶναι ἕνας “λόγος”, μία ἀποκάλυψη τοῦ ἄλλου στὸ ὑποκείμενο, στὴν συνείδηση τοῦ ὑποκειμένου. Μία ἀναφορικὴ ἀποκάλυψη· μία σχεσιακὴ ἀποκάλυψη (§1.31). Γιὰ τὸν Γιανναρᾶ, «Λόγος εἶναι ἡ ἀφετηριακὴ δυνατότητα τοῦ ὑποκειμένου νὰ σχετίζεται, νὰ πραγματοποιεῖ μιὰ ἀντιληπτικὴ σχέση μὲ τὰ ὑπαρκτά. Ἀντιλαμβάνεται τὴν ὕπαρξη ὡς φανέρωση, καὶ τὴ φανέρωση ὡς σημαντικὴ τῆς ἑτερότητας κάθε φαινομένου» (§1.33).

Δὲν ἀναφερόμαστε ἐδῶ σὲ ἀφηρημένες συλλήψεις τῆς σχέσεως. Ἡ φυσικὴ ἐντύπωση συνιστᾷ σχέση, καθὼς λειτουργεῖ ὡς ἕνα σημαῖνον ποὺ ἀντιπροσωπεύει κάτι γιὰ κάποιον. “Λόγος” εἶναι ὁ ὅρος ποὺ χρησιμοποιοῦμε γιὰ κάθε μία σημαντικὴ λειτουργία: πραγματοποιεῖ τὴν διάκριση μεταξὺ τῶν δύο συνιστωσῶν τῆς σχέσεως, καὶ διὰ τῆς διακρίσεως αὐτῆς συνιστᾷ τὴν σχέση (§1.332).

Ἀντιλαμβανόμενοι ἕναν “λόγο” (εἴτε ὀπτικὸν εἴτε ἀκουστικόν, αἰσθητὸν ἢ νοητὸν κλπ) καὶ βιώνοντας μία σχέση πρὸς καὶ μία σύνδεση μὲ κάτι ἢ κάποιον συνειδητοποιοῦμε τὴν ἀτομικότητά μας, ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ἄλλην πλευρὰ τῆς σχέσης ὡς ἕτερον. Ἡ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι ἡ συνείδηση μιᾶς διαφορᾶς, μιᾶς ἑτερότητας, ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν σχέση. Τὸ γεγονὸς ὅμως τῆς συνείδησης προηγεῖται αὐτοῦ: τὸ γεγονὸς τῆς συνείδησης εἶναι τὸ προαπαιτούμενο γιὰ κάθε σχέση, φανερώνεται διὰ τῆς σχέσεως ἀλλὰ προηγεῖται αὐτῆς, καθιστῶντας την ἔτσι ἐφικτή (§1.341).

Ὁ Γιανναρᾶς ἀποσαφηνίζει ὅτι ἡ λέξη “λόγος” σημαίνει-ἐπισημαίνει κάθε ἀναφορικὴ ἐνέργεια ποὺ φανερώνει τὴν ἑτερότητα τοῦ ὑποκειμένου. (Ἕνας παρόμοιος ὁρισμὸς τοῦ “λόγου”, ποὺ ὁ ἴδιος χρησιμοποιεῖ συχνά, εἶναι ὅτι ὁ “λόγος” εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὅ,τι εἶναι γίνεται φανερό, φαίνεται). Σὲ διαφορετικὰ νοηματικὰ πλαίσια, ὁ “λόγος” μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ λέξη, τὸ νόημα, «ἡ φανταστικὴ εἰκόνα, ἡ ἀκουστικὴ εἰκόνα, ἡ ὀπτικὴ παράσταση, ἡ μορφή, τὸ σχῆμα, ἡ μουσικὴ μελωδία, ἡ χρωματικὴ ἁρμονία κ.λπ. Ἡ πολυσημία τοῦ λόγου μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὁ τρόπος ποὺ μᾶς κάνει γνωστὴ τὴν ὑποκειμενικὴ ἑτερότητα εἶναι ὁ τρόπος τοῦ λόγου—ἡ ἴδια ὑποκειμενικότητα ἐνεργεῖται ὡς λόγος» (§6.13). Τοῦτο θὰ πρέπει νὰ σημαίνει ὅτι “λόγος” εἶναι ὁ τρόπος τῆς σχέσης. «Καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ λόγος εἶναι ὁ τρόπος τῆς σχέσης, τόσο ὡς δυνατότητα τοῦ ὑποκειμένου νὰ κάνει μεθεκτὴ τὴν ὑπαρκτική του ἑτερότητα, ὅσο καὶ ὡς δυνατότητα νὰ μετέχει τὸ ὑποκείμενο στὴν ἐνέργεια τὴν ἀποκαλυπτικὴ τῆς ἑτερότητας ἄλλων ὑποκειμένων» (§6.13).

ii. Ὀντολογικὲς κατηγορίες: οὐσία, καθέκαστα, ἐνέργειες

Ποιά θὰ ἦταν ἡ σημασία τῆς ἀλήθειας σὲ μία κριτικὴ ὀντολογία; Ἡ ἔννοια τῆς ἀλήθειας ὡς μιᾶς στατικῆς καὶ πεπερασμένης διατύπωσης, εἴτε γνωστῆς εἴτε ἄγνωστης, θὰ πρέπει σαφῶς νὰ ἀποκλεισθεῖ, μαζὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀλήθειας ὡς ἀπορρέουσας ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν νοητικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀτόμου. Γιὰ μία κριτικὴ ὀντολογία ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀντικείμενο, ἀλλὰ γεγονὸς στὸ ὁποῖο συμμετέχουμε: ἀλήθεια εἶναι ὁ τρόπος τῆς πραγματικότητας. Γιὰ τὸν Γιανναρᾶ, ἡ πληρότητα τῆς μετοχῆς τοῦ ὑποκειμένου στὴν ὕπαρξη εἶναι τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας (§2.3). Εἶναι μία ἐμπειρικὴ ἀλήθεια, ἡ γνώση τῆς ὁποίας δὲν εἶναι περατὴ καὶ συνίσταται στὴν καλλιέργεια τῆς σχέσεως τοῦ ὑποκειμένου μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐντούτοις, ἡ ὑποκειμενικὴ ἐμπειρία τοῦ ἀτόμου δὲν ἀρκεῖ: τὸ γνωστικὸ γεγονὸς τῆς ἀτομικῆς ἐμπειρίας ὀφείλει νὰ πιστοποιεῖται διϋποκειμενικά. Ἡ πληρότητα αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς ἐπαλήθευσης εἶναι ἐπίσης κριτήριο ἀλήθειας (§2.31). Γιὰ τὸν Γιανναρᾶ, ἐὰν ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ τρόπος τῆς πραγματικότητας, τότε κάθε ἀληθινὴ γνώση ἔχει μιὰ ὑγιῆ ἀφετηρία: ἀποκλείει τὴν πιθανότητα σχετικισμοῦ ἢ σκεπτικισμοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξη τῆς ἴδιας τῆς ἀλήθειας (§2.32).

Μὲ τὸ νὰ ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀλήθεια ὡς τὸν τρόπο τῆς πραγματικότητας καὶ τὴν πραγματικότητα ὅπως αὐτὴ φανερώνεται μέσῳ τῆς σχέσεως, ὁδηγούμαστε σὲ μία ἀντι-οὐσιοκρατικὴ ἔννοια τῆς οὐσίας. Ὁ Γιανναρᾶς ἐντοπίζει στὴν ἑλληνικὴ λέξη “οὐσία”, στὶς ἐτυμολογικές της προεκτάσεις, μία σχεσιακὴ ἐννοιολογικὴ διάσταση αὐτῆς. Προερχόμενη ἀπὸ τὴν θηλυκὴ μετοχὴ τοῦ ῥήματος “εἶμαι” (εἰμί—οὖσα), δηλώνει τὸ γεγονὸς τῆς μετοχῆς στὸ εἶναι. Ὁρίζει τὴν ὕπαρξη ὡς τὸν τρόπο τῆς μετοχῆς στὸ εἶναι, ποὺ ἰσχύει ἀκόμη περισσότερον ὅταν ἡ λέξη “οὐσία” χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ἐξειδικεύσει μιὰ συγκεκριμένη οὐσία, τὶς ποιότητες ποὺ φανερώνουν κάτι ὡς διαφορετικὸ ἀπὸ κάτι ἄλλο. Κάτι εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ κάτι ἄλλο (ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι μιὰ πέτρα εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ ἕνα ἄλογο, καὶ ὄχι ὅτι τὸ ἄλογο ἐτοῦτο διαφέρει ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἄλογο), διότι ἔχει ἕναν διαφορετικὸ τρόπο μετοχῆς στὸ εἶναι, καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ ὁρίζει τὴν οὐσία του. Ἐδῶ, ἡ “οὐσία” εἶναι ὁ τρόπος τῆς ὕπαρξης—ἡ οὐσία ὄχι ὡς “τί”, ἀλλὰ ὡς “πῶς” (§4.13).

(Ὁ Γιανναρᾶς περιγράφει ἀκόμα ἔννοιες ὅπως τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ ὡς τρόπους καὶ ὄχι ὡς ὀντότητες, ὡς τρόπους ποὺ ἀποκαλύπτονται καὶ φανερώνονται ὡς σχέσεις μέσῳ τῶν ἐνεργειῶν. Τὸ νὰ συλλάβουμε αὐτὰ τὰ σύνολα ἐνεργουμένων σχέσεων ἐντὸς ἑνὸς διαρκοῦς γίγνεσθαι σὲ πράγματα, ὡς κάποιο εἶδος ὑλικῶν ἢ ἄυλων ἀντικειμένων, θὰ ἦταν σοβαρὴ παρανόηση, ὑπογραμμίζει [§2.372-3.1]).

Ἡ κατανόηση αὐτὴ τῆς “οὐσίας” ὡς τοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξης, ἐπιβάλλει μίαν ἀντίστοιχη κατανόηση τῶν εἰδικώτερων ὑπάρξεων. Ἀποκλείοντας μιὰ κατανόηση τῆς οὐσίας ὡς ὀντότητας καθ’ αὑτήν, ἀποκτοῦμε γνωστικὴ πρόσβαση στὴν οὐσία μονάχα μέσῳ τῶν εἰδικώτερων ἐνεργουμένων καὶ φανερώσεών της—μέσῳ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διαφέρουν, μέσῳ τοῦ τρόπου καθ’ ὅν φανερώνουν ἑτερότητα. «Κάθε συγκεκριμένη ὑπαρκτικὴ πραγματοποίηση τῆς οὐσίας συγκεφαλαιώνει τὴν καθολικὴ οὐσία, χωρὶς ὅμως νὰ τὴν ἐξαντλεῖ. Ἕνα θραῦσμα πέτρας εἶναι ἡ καθολικὴ ἀ-λήθεια τῆς πέτρας (γνωρίζοντας τὸ συγκεκριμένο θραῦσμα ξέρουμε τί εἶναι πέτρα), ὅμως ἡ πραγματικότητα «πέτρα» δὲν ἐξαντλεῖται στὸ συγκεκριμένο αὐτὸ θραῦσμα. Τὸ θραῦσμα δηλώνει ὁλόκληρο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἕνα ὑπαρκτὸ εἶναι πέτρα, τὴν οὐσία τῆς πέτρας, ὅμως ὁ ἴδιος αὐτὸς τρόπος ἔχει καὶ ἄλλες—δυνητικὰ ἀνεξάντλητες—πραγματοποιήσεις» (§4.131). Μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε τὴν οὐσία μονάχα μέσῳ τῶν εἰδικώτερων φανερώσεών της.

 Ὁμοίως, ἡ ἑλληνικὴ λέξη “τρόπος” (ἀπὸ τὸ ῥῆμα “τρέπω”, δηλ. στρέφω,στρίβω πρὸς συγκεκριμένη κατεύθυνση, ἀλλάζω-μετατρέπομαι, μετατρέπω) ἔχει δυναμικὴ σημασία: προϋποθέτει δράση (ἐνέργεια) καὶ μία ἐνεργούμενη σχέση. Ἡ οὐσία, ὁ τρόπος τῆς ὕπαρξης, εἶναι ἕνα γεγονὸς διαρκοῦς γίγνεσθαι (ἐνδιαφέρον ἔχει καὶ ἡ παρατήρηση ὅτι στὰ ἔργα τῶν Πατέρων “οὐσία” καὶ “φύσις”—ἀπὸ τὸ “φύεσθαι”—ταυτίζονται). Καὶ γίνεται γνωστὴ σὲ μᾶς μέσῳ τῆς ἀντιληπτικῆς ἐνέργειας τοῦ ὑποκειμένου. Ἡ οὐσία ὡς ὁ τρόπος τῆς ὕπαρξης εἶναι καὶ φανερώνεται ὡς σύνολο ἐνεργειῶν καὶ πραγματούμενων σχέσεων (§4.133).

iii. Οἱ ἐνέργειες ὡς θεμελιώδης ὀντολογικὴ κατηγορία 

Οἱ ἐνέργειες (ἐνέργειαι), κατ’ ἀκολουθίαν, θὰ πρέπει νὰ ἀποδοθοῦν στὴν οὐσία, στὸν τρόπο τῆς ὕπαρξης—συνιστοῦν κάθε ὑπόσταση, κάθε εἰδικώτερην ὕπαρξη, καὶ φανερώνουν τὴν οὐσία της. Γιὰ τὸν Γιανναρᾶ, οἱ ἐνέργειες «συνιστοῦν λοιπὸν ὀντολογικὴ κατηγορία—τὴν τρίτη ὀντολογικὴ κατηγορία μαζὶ μὲ τὴν οὐσία καὶ τὸ καθέκαστον ὑπαρκτό», (§4.2) αὐτὸ ποὺ συνήθως ὀνομάζουμε “ὑπόσταση”.  

Ἡ ἔννοια τῶν ἐνεργειῶν ἀναδύεται ὡς ὅρος-κλειδὶ στὶς προτάσεις τοῦ Γιανναρᾶ γιὰ μία κριτικὴ ὀντολογία, ἕνα κριτήριο γιὰ τὸν ὑπαρκτικὸ ρεαλισμὸ τῶν ὡς ἄνω προτάσεων. Γιὰ τὸν Γιανναρᾶ, οἱ ἐνέργειες δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ “τρίτη ἔννοια”, μία διευκρίνιση τῆς προηγούμενης ὁρολογίας, ἀλλὰ ἕνας διαφορετικὸς τρόπος γιὰ τὴν ἀντίληψη καὶ ἀνάλυση τῆς πραγματικότητας. 

Προσεγγίζοντας τὸ ὑπαρκτικὸ γεγονὸς μέσῳ τῶν σχέσεων μεταξὺ (α) οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, (β) οὐσίας καὶ τοῦ καθέκαστον (δηλ. τῆς ὑποστάσεως) καὶ (γ) τοῦ καθέκαστον καὶ τῶν ἐνεργειῶν, ἡ ὁρολογία μας ἀποκτᾷ τὰ προαπαιτούμενα γιὰ ἔναν ρεαλισμὸ ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε στὴν συνήθη διάκριση οὐσίας καὶ ὑποστάσεως. Ὅπως γράφει ὁ Γιανναρᾶς, γνωρίζουμε τὴν οὐσία μέσῳ τῶν ἐνεργειῶν ὡς κοινὸ τρόπο ὑπάρξεως (δηλαδὴ ὡς «ὁμοείδεια») ἐπιμέρους (καθέκαστον) ἀτομικοτήτων·

γνωρίζουμε τὸ καθέκαστον ὑπαρκτὸ προσδιοριζόμενο ἀπὸ τὴν οὐσία του, ἐνῶ ἡ οὐσία γνωρίζεται (γίνεται ἐμπειρικὰ προσιτὴ) μόνο ἀπὸ τὶς ἐπιμέρους (καθέκαστον) ὑπαρκτικὲς πραγματοποιήσεις της· καὶ γνωρίζουμε τὶς ἐνέργειες ὡς τρόπους σημαντικοὺς τῆς οὐσίας, ἀλλὰ καὶ ὡς «ἰδιότροπο» ἑτερότητα σημαντικὴ τοῦ καθέκαστον. (§4.21)

Ἡ οὐσία διακρίνεται τόσο ἀπὸ τὶς ἐνέργειες ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ καθέκαστον, ἀφοῦ μέσῳ τῶν ἐνεργειῶν φανερώνεται καὶ τὸ ὁμοειδὲς τῆς οὐσίας καὶ ἡ ἑτερότητα τοῦ καθέκαστον, καὶ ἀφοῦ τὸ καθέκαστον συγκεφαλαιώνει τὴν οὐσία χωρὶς νὰ τὴν ἐξαντλεῖ». Γιὰ νὰ δώσουμε ἕνα παράδειγμα, χαμόγελο-χαμογελάω ἢ γέλιο-γελάω, εἶναι μιὰ ἐνέργεια τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας καὶ φύσεως, βρίσκεται σὲ κάθε ἀνθρώπινο ὄν, σὲ κάθε φανέρωση καθέκαστον τῆς “ἀνθρωπινότητας”. Ὅμως κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο φανερώνει τὸ χαμόγελο ἢ τὸ γέλιο, δηλ. χαμογελάει καὶ γελάει, μὲ ἕναν τελείως μοναδικὸ τρόπο, μὲ ἕναν τρόπο ποὺ ἐνεργεῖ (δὲν ἀποκαλύπτει ἁπλά, ἀλλὰ ἐνεργεῖ) τὴν οὐσία του ὡς ὑπόσταση, μὲ ἕναν τρόπο ποὺ ἐνεργεῖ πλήρη ἑτερότητα. Οἱ ἐνέργειες, ὄντας διακριτὲς τόσο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οὐσία ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ὑπόσταση, ἀνήκουν στὴν οὐσίαν, ἀλλὰ ἐνεργοῦν τὴν ὑπόσταση. Οἱ ἐνέργειες (ἐνέργειαι) εἶναι ὑποστατικὰ φανερούμενες ἐνέργειες τῆς οὐσίας (§4.211).

Τὰ σημαίνοντα αὐτά, μαζὶ μὲ τὶς σημαινόμενες πραγματικότητες, δὲν μποροῦν νὰ λειτουργήσουν ὡς ἀπριορισμοί, ὡς ἀξιωματικὲς τοποθετήσεις καὶ βεβαιότητες, ἐπειδὴ οἱ ὁρισμοί τους ἀναδύονται ἀπὸ τὶς ἀλληλένδετες σχέσεις τους, σχέσεις ποὺ «δηλώνουν τὴν ἐνεργούμενη φανέρωση τοῦ ὑπαρκτικοῦ γεγονότος». Γιὰ τοῦτο καὶ ἡ ἔννοια τῶν ἐνεργειῶν ὡς μιᾶς ὀντολογικῆς κατηγορίας εἶναι προϋπόθεση καὶ ἀναγκαιότητα γιὰ τὴν διατύπωση μιᾶς κριτικῆς ὀντολογίας, ἐὰν αὐτὴ πρόκειται νὰ εἶναι ὄντως κριτική (§4.212).

Εἶναι ἡ παρεμβολὴ τῆς ἔννοιας τῶν ἐνεργειῶν ποὺ ἐντάσσει τὴν ὀντολογίαν αὐτὴ στὴν κριτική (διϋποκειμενικὴ καὶ κοινωνική) πιστοποίηση ἢ ἀπόρριψη τῆς ἐμπειρικῆς μαρτυρίας της. Διότι εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἔννοια τῶν ἐνεργειῶν ποὺ καταδεικνύει τὸν ἀντιφατικὸ χαρακτήρα μιᾶς συλλήψεως εἴτε τῆς οὐσίας εἴτε τοῦ καθέκαστον ὡς ὑπάρξεων-ἐν-ἑαυταῖς, ὑπερβαίνοντας ὡς ἐκ τούτου ὀντολογικὲς κατηγορίες ὅπως τὰ φαινόμενα καὶ τὰ νοούμενα, τὸν ὑλισμὸ καὶ τὸν ἰδεαλισμό κλπ (§4.213).

iv. Ἑτερότητα καὶ καλλιτεχνικὴ ἔκφραση

Ἡ ἀπόλυτη ἑτερότητα τοῦ κάθε ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ ἡ ἀπροσδιοριστία του στὴν γλῶσσα δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη σύλληψη. Ἀκόμα καὶ τὰ μορφικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ κάθε συγκεκριμένου προσώπου εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγραφοῦν ἐξαντλητικὰ μὲ τὴν γλῶσσα—καὶ μὲ τὴν φράση “μορφικὰ χαρακτηριστικά” ἐννοοῦνται «ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐνεργεῖται ἡ σωματικὴ ἰδιαιτερότητα—ἀπὸ τὰ δακτυλικὰ ἀποτυπώματα καὶ τὴ διάπλαση τοῦ κορμιοῦ ὡς τὸ βλέμμα, τὸ χαμόγελο, τὶς χειρονομίες κλπ». Ἀκόμα καὶ μιὰ ἐξαντλητικὴ περιγραφὴ ἑνὸς προσώπου δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀντιστοιχεῖ σὲ περισσότερες ἀπὸ μία ἀνθρώπινες ὑποστάσεις, καθὼς ἡ λειτουργία τῆς κάθε μιᾶς ξεχωριστῆς ἐξειδίκευσης εἶναι νὰ ἀντικειμενοποιεῖ τὸ ἐξειδικευόμενο γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸ ἀπὸ περισσότερους ἀνθρώπους—ἐκεῖ ποὺ ἡ κοινωνούμενη, κοινὴ ἐμπειρία βεβαιώνει ὅτι κάθε ἀνθρώπινο πλάσμα συνιστᾷ ἕνα σύνολο ἀπολύτως μοναδικῶν καὶ ἀνεπανάληπτων νοητικῶν καὶ σωματικῶν ἐνεργειῶν, «μίαν ἀπόλυτη (=ἀπολελυμένη, ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε προκαθορισμό) ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα» (§6.11).

Φτάνουμε στὴν γνώση αὐτῆς τῆς ἑτερότητας, ἔχουμε γνωστικὴ πρόσβαση σὲ αὐτήν, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ὁρίσουμε, νὰ ἐξαντλήσουμε τὴν πραγματικότητά της μὲ γλωσσικὲς διατυπώσεις. Καὶ φτάνουμε νὰ γνωρίζουμε τὴν κάθε ἑτερότητα μέσα ἀπὸ τὴν φανέρωση τῶν ἐνεργειῶν της, τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦνται. Γιὰ νὰ ἔχεις ἄμεση ἐμπειρία ἑτερότητας ἑνὸς προσώπου πρέπει νὰ μετέχεις στὶς ἐνέργειες ποὺ τὴν φανερώνουν, στὸν τρόπο ποὺ ἡ ἑτερότητα ἀυτὴ γίνεται γνωστή, «γι’ αὐτὸ καὶ λέμε ὅτι ἡ πιστοποίηση τῆς ὑποκειμενικῆς ἑτερότητας εἶναι πάντοτε γεγονὸς σχέσης, μιὰ ἐμπειρία σχέσης» (§6.12). Οἱ περιγραφές, ὁσοδήποτε ἐξαντλητικές, ἀδυνατοῦν νὰ περικλείσουν, φανερώσουν ἢ ἀποκαλύψουν τὴν ἑτερότητα ἑνὸς προσώπου. Ὡστόσο, ἡ μετοχή-μέθεξη στὸν λόγο τῶν δημιουργημάτων ἑνὸς προσώπου μπορεῖ καὶ ὄντως τὴν ἀποκαλύπτει. Μία ζωγραφιά, μία μουσικὴ συμφωνία, ἕνα ποίημα ἢ ἕνα γλυπτὸ μπορεῖ καὶ ὄντως ἀποκαλύπτει τὴν ἑτερότητα τῶν δημιουργῶν τους—« ὁ μόνος λόγος ποὺ μπορεῖ νὰ «σημάνει» τὴν πραγματικότητα τοῦ ὑποκειμένου, δηλαδὴ τὴν ἑτερότητά του» (§6.321)

Εἶναι στὴν καλλιτεχνικὴ δημιουργία ποὺ μποροῦμε εὐκρινέστερα νὰ διακρίνουμε αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, ὅμως κάθε πράξη, δημιουργικὴ ἐνέργεια καὶ δημιουργία (πρᾶγμα, πεπραγμένο) ἔχει τὴν ἑτερότητα τοῦ ὑποκειμένου ἀποτυπωμένη μέσα της καὶ τὴν φανερώνει—ὁσοδήποτε ἐναργῶς ἢ ἀνεπαίσθητα. Ἡ ἀνθρώπινη πράξη δὲν διαστέλλεται ἁπλὰ πρὸς τὴν θεωρία, ἀλλὰ καὶ φανερώνει καὶ διατηρεῖ τὸν λόγο τῆς προσωπικῆς ἑτερότητας, τὴν πραγματικότητα τῆς προσωπικῆς ἑτερότητας. Καὶ ὡς τέτοιας ποιότητας, εἶναι «κάθε ἀνθρώπινη πράξη ἕνα γεγονὸς σχέσης, ἕνα κοινωνικὸ γεγονός» (§6.322). Ὁ Γιανναρᾶς ἀναφέρει ὡς παράδειγμα τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ διακρίνει τὴν ἑτερότητα τοῦ ποιητῆ στὴν ποίησή του ἢ τοῦ μουσικοῦ στὴν μουσική του—νὰ μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζει τὴν ποίηση τοῦ Beaudelaire καὶ νὰ τὴν διακρίνει ἀπὸ τὴν ποίηση τοῦ Eliot, νὰ μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζει τὴν ἑτερότητα τοῦ Mozart καὶ τῆς μουσικῆς του καὶ νὰ μπορεῖ νὰ τὴν διακρίνει ἀπὸ τὴν μουσικὴ τοῦ Bach. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται ἀπὸ τὶς πληροφορίες ποὺ συνέλεξε μὲ τὶς αἰσθήσεις στὴν ἐμπειρικὴ ἀναγνώριση τῆς ἑτερότητας τοῦ δημιουργικοῦ λόγου τοῦ καλλιτέχνη— εἶναι ἕνα γνωστικὸ γεγονὸς ποὺ ἀληθεύει καταργώντας τὴν “ἀντικειμενικότητα” τῆς αἰσθητῆς πληροφορίας», ἀφοῦ στὴν πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ καταδειχθεῖ ἐπιστημονικὰ ἢ νὰ διατυπωθεῖ γλωσσικὰ στὴν πληρότητά του, ἀλλὰ μόνον μπορεῖ νὰ βιωθεῖ καὶ ποτὲ νὰ ὁρισθεῖ, μονάχα νὰ δηλωθεῖ ἀνεπαρκῶς μέσῳ τῆς γλῶσσας, τῆς ἐπιστήμης ἢ μὲ ἄλλα μέσα. Στὴν κοινωνικὴ πιστοποίηση τῆς ἐμπειρίας, οἱ ἐμπειρίες διαφορετικῶν προσώπων ὄντως ἐπικαλύπτονται, ὅμως αὐτὸ δὲν συνιστᾷ “ἀντικειμενικότητα”, «ἀφοῦ ἡ ἀπόφανση γιὰ τὴ διαφορὰ τῆς μουσικῆς τοῦ Μπὰχ ἀπὸ τὴ μουσικὴ τοῦ Μότσαρτ δὲν μεταδίδει καὶ τὴ γνώση αὐτῆς τῆς διαφορᾶς» (§7.2201).

Ἡ Τέχνη, ἕνα θέμα ποὺ σπάνια συνδέουμε εὐθέως μὲ τὴν ὀντολογία, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ σχολιάσουμε τὴν σχέση τῆς ὀντολογίας μὲ τὴν κοινωνία: ὑπάρχουν ὀντολογικὰ προαπαιτούμενα, εἴτε ξεκάθαρα ἐκπεφρασμένα καὶ εὐρέως γνωστὰ εἴτε ὄχι, πίσω ἀπὸ κάθε συλλογικὴ προσέγγιση στὸ νόημα τῆς πραγματικότητας, πίσω ἀπὸ κάθε προσέγγιση στὴν ὀργάνωση τῆς κοινωνίας, κάθε ἐπιλογὴ στὴν συλλογικὴ συμβίωση. Μποροῦμε νὰ διακρίνουμε μία συγκεκριμένη ἑρμηνεία τῆς πραγματικότητας, μία συγκεκριμένη ὀντολογικὴ προσέγγιση, ἀκόμα καὶ σὲ ὄψεις τοῦ βίου ἢ σὲ ἀντικείμενα σπουδῆς ὅπου θὰ ἦταν δύσκολο νὰ ὑποπτευθοῦμε τὴν ἄμεση παρουσία τῆς ὀντολογίας—πιθανὸν ἐξαιτίας τῆς ἀπουσίας ἀρθρωμένου ὀντολογικοῦ λόγου (§8.11). Ὁ Γιανναρᾶς διαλέγεται μὲ τὶς θεωρήσεις τοῦ Karl Marx σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις στὸ ἔργο του “Προτάσεις Κριτικῆς Ὀντολογίας” (κυρίως στὰ §6.2-6.613): στὶς σελίδες αὐτές, ὁ Γιανναρᾶς καταδεικνύει τὶς ζωτικὲς καὶ ῥιζοσπαστικὲς νέες ἰδέες τοῦ Μὰρξ ποὺ ἀφοροῦσαν στὸν πυρήνα τῶν ἀδιεξόδων τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐσωτερικὲς ἀντιφάσεις τοῦ συστήματος τοῦ ἴδιου τοῦ Μάρξ—ἀντιφάσεις ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ὑπονοούμενη ἢ ἐκπεφρασμένη ὀντολογική του βάση.

v. Ἀξιωματικὲς διχοτομήσεις καὶ προβληματικὲς ὀντολογίες

Μιὰ κριτικὴ ὀντολογία εἶναι μιὰ ἀπόπειρα ὑπερβάσεως τῶν φιλοσοφικῶν ἀπριορισμῶν καὶ διχοτομιῶν τοῦ παρελθόντος, ποὺ ἑδράζονταν στὴν ἔλλειψη ρεαλισμοῦ. Ὁ φιλοσοφικὸς στοχασμὸς ἔχει κατὰ καιροὺς ταυτίσει τὸ ἀφηρημένο μὲ τὸ μή-ὑπαρκτό, ἢ τὸ ἀφηρημένο μὲ τὸ ὄντως ὑπαρκτό. Ὡστόσο, ἀμφότερες οἱ θέσεις αὐτὲς παραβλέπουν τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε ἀφηρημένη διατύπωση λειτουργεῖ ὡς σημαῖνον καὶ κάθε σημαῖνον συγκροτεῖ μιὰ σχέση. Ἡ σχέση αὐτὴ εἶναι μιὰ ἐμπειρικὴ πραγματικότητα στὶς περιπτώσεις τόσο τῶν σημαινόμενων αἰσθητῶν πραγματικοτήτων ὅσο καὶ τῶν ἀφηρημένων/νοητῶν ἐννοιῶν. Γιὰ τὸν Γιανναρᾶ, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἂν τὸ σημαινόμενο εἶναι αἰσθητὸ ἢ ἀφηρημένο/νοητό, ἀλλὰ ἐὰν ἡ σχέση μεταξὺ τοῦ ὑποκειμένου καὶ τοῦ σημαινόμενου εἶναι γνήσια ἢ ψευδής, ἀληθὴς ἢ φαντασιώδης—καὶ αὐτὸ πιστοποιεῖται κοινωνικά, ὄχι ἀτομικά, κρίνεται ἀπὸ τὴν ὁλότητα τῶν σχέσεων (§2.35). Ἡ ἐξομοίωση τοῦ ἀφηρημένου μὲ τὸ μή-ὑπαρκτὸ ἢ μὲ τὸ ὄντως ὑπαρκτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἐπιβολὴ ἀπριορισμῶν καὶ ἀξιωματικῶν βεβαιοτήτων ἐπάνω στὴν πραγματικότητα, ποὺ γεννᾷ διχοτομίες ὅπως ὑλισμὸς καὶ ἰδεαλισμός, ἐκεῖ ὅπου βἀση μιᾶς κριτικῆς ὀντολογίας θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ ρεαλισμὸς τῶν σχέσεων (§2.351). 

Σὲ μιὰ κριτικὴ ὀντολογία, τόσο ἡ πραγματικότητα τῶν αἰσθητῶν καὶ ἀφηρημένων/νοητικῶν σημαινόντων ὅσο καὶ οἱ φανερώσεις τους ὑπόκεινται στην διϋποκειμενική, κοινωνικὴ ἐμπειρία, στὴν “γνωστικὴ διεύρυνση” τῆς ἐμπειρίας (§2.36). «Ἡ γνώση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε μόνο ἀντικειμενική (ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ ὑποκείμενο), οὔτε μόνο ὑποκειμενική (ἀδιάφορη γιὰ τὸ ἀντικείμενο). Ἡ πόλωση ἀντικειμενικότητας καὶ ὑποκειμενικότητας διαστέλλει καὶ αὐτονομεῖ ὑποκείμενο καὶ ἀντικείμενο, παύει δηλαδὴ νὰ τὰ ἐκδέχεται ὡς ὅρους τῆς γνωστικῆς σχέσης» (§2.361). 

Δὲν εἶναι μόνον ἡ φιλοσοφία ὡς ξεκομμένο “ἀντικείμενο σπουδῆς” ποὺ γεννάει τὴν ἀνάγκη γιὰ μιὰ κριτικὴ ὀντολογία. Ὁ Γιανναρᾶς ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ θεμελιώδεις μεταβολὲς στὸ ἐπιστημονικὸ κοσμοείδωλο κατὰ τὸν 20ὸ αἰῶνα καὶ μέχρι τὶς μέρες μας δὲν μποροῦν παρὰ νὰ ἀλλάξουν τὸν τρόπο ποὺ βλέπουμε τὴν φιλοσοφία. Ἡ ἀντίληψή μας γιὰ τὴν πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἴδια μὲ αὐτὴν ποὺ μᾶς προτείνει ἡ νευτώνεια φυσική, ἡ εὐκλείδεια γεωμετρία καὶ τὸ καρτεσιανὸ “cogito”. Στὶς πρόσφατες ἐπιστημονικὲς ἐξελίξεις ὁ Γιανναρᾶς διακρίνει ὅτι ἡ ἀντίληψή μας γιὰ τὴν πραγματικότητα ὡς ἕνα ἄθροισμα κεχωρισμένων ὀντοτήτων μὲ δεδομένη δομὴ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τῆς πραγματικότητας ὡς συνόλου σχέσεων καὶ ἀλληλεπιδράσεων, οἱ ὁποῖες δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν καὶ ἐξηγηθοῦν μὲ ἕναν ἑνιαῖο καὶ δεδομένο τρόπο. 

«Ἡ σχέση ἐμφανίζεται ὡς ὁ τρόπος τῆς πραγματικότητας, ἀλλὰ καὶ ὡς ὁ τρόπος γνώσεως τῆς πραγματικότητας», τῆς γνωστικῆς προσβάσεως σ’ αὐτήν (§4). Ἐδῶ πέρα, εἶναι ἡ φυσικὴ ποὺ ἀνοίγει νέα μονοπάτια γιὰ τὴν μεταφυσική.  

Γιὰ τὸν Γιανναρᾶ, ὁ αὐστηρὸς διαχωρισμὸς μεταξὺ φυσικῆς καὶ μεταφυσικῆς, ποὺ λαμβάνεται ὡς δεδομένος καὶ αὐταπόδεικτος γιὰ τὰ κυρίαρχα φιλοσοφικὰ ῥεύματα, μοιάζει νὰ εἶναι ἡ συνέπεια μιᾶς συγκεκριμένης κατανόησης τοῦ “λόγου” ὡς ἀτομικῆς ratio, ὡς facultas rationis. Ἡ γνωστικὴ πρόσβαση στὴν πραγματικότητα, κατ’ ἀκολουθίαν, περιορίζεται—σύμφωνα μὲ τὴν ἀνάλυσή του—σὲ διατυπώσεις ποὺ πηγάζουν ἀπὸ μέθοδο, ἰδεολογία καὶ ἀπόδειξη,οἱ ὁποῖες γεννοῦν δυαλισμοὺς ὅπως ὕλη-πνεῦμα, δυϊσμός-μονισμός, φυσική-μεταφυσική, ἐπιστήμη-ὀντολογία (§7-7.023). Ὡστόσο, ἡ ἀντιθετικὴ διάκριση μεταξὺ φυσικῆς καὶ μεταφυσικῆς (ὀντολογίας) φαίνεται νὰ ἀποκλείει τὴν πιθανότητα μιᾶς κριτικῆς πρόσβασης στὸ ὀντολογικὸ ἐρώτημα, τὴν πιθανότητα μιᾶς κριτικῆς ὀντολογίας. Γιὰ νὰ ὑπάρχει ἡ ἀντιδιαστολὴ αὐτή, «κάθε ἀντί-θεση προϋποθέτει τουλάχιστον μία ὁριστικὴ καὶ μὴ ὑποκείμενη σὲ κριτικὴ ἐπαλήθευση θέση. Καὶ στὴ συγκεκριμένη ἀντιπαράθεση φυσικῆς καὶ μεταφυσικῆς, ἡ θέση ποὺ δὲν ὑπόκειται σὲ παραπέρα κριτικὴ διερεύνηση, εἶναι τὸ προϋποθετικὸ δεδομένο τῆς ὕλης καὶ τοῦ πνεύματος ἢ τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὰ δύο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀντιπαράθεση φυσικῆς καὶ μεταφυσικῆς ἐγκλωβίζει πάντοτε καὶ ὁπωσδήποτε τὸν ὀντολογικὸ προβληματισμὸ στὸν δογματικὸ ἀπριορισμὸ τοῦ δυαλισμοῦ ἢ τοῦ μονισμοῦ» (§7.1).

Ἡ ἑστίαση τῆς κριτικῆς ὀντολογίας στὴν ἐμπειρία καὶ τὴν συνείδηση δὲν ὁδηγεῖ σὲ ἐμπειρισμὸ ἢ μυστικισμό. Ἡ ἐμπειρία τῆς (αὐτο-)συνειδησίας ὑπερβαίνει τὶς πληροφορίες ποὺ συγκεντρώνουν οἱ αἰσθήσεις. Ἡ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ «δὲν εἶναι τὸ μοναδικὸ γεγονὸς ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία, χωρὶς νὰ περιορίζεται στὶς πληροφορίες τῶν αἰσθήσεων.»  Ὁ Γιανναρᾶς ἐπιμένει ὅτι «κάθε ἐμπειρία σχέσης εἶναι γνωστικὸ γεγονὸς ποὺ μπορεῖ νὰ ἀφορμᾶται ἀπὸ πληροφορίες τῶν αἰσθήσεων, ὅμως ἡ σχέση ὡς γνωστικὴ ἐμπειρία δὲν ἐξαντλεῖται στὶς πληροφορίες αὐτές» (§7.22)

vi. Διαφορετικὲς προσβάσεις στὴν πραγματικότητα: μία προσωπικὴ αἰτιώδης ἀρχή, καὶ ἡ πληρότητα τῆς μετοχῆς

Κάθε ὑποκείμενο μετέχει στὴν πραγματικότητα, τὸ ἐρώτημα εἶναι μέχρι ποιοῦ σημείου μετέχει κάποιος στὴν πληρότητα τῆς πραγματικότητας. Ὁ Γιανναρᾶς σκιαγραφεῖ τὸ πῶς μία διαφορετικὴ στάση ἀπέναντι στὴν πραγματικότητα παράγει συμπεράσματα φαινομενικὰ ἐξίσου ἔγκυρα στὴν ἐσωτερική τους λογική, ποὺ διαφέρουν ὡστόσο ῥιζικὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Γιὰ παράδειγμα, ἀτενίζοντας ἕναν πίνακα τοῦ Van Gogh, ἕνας αὐστηρὸς θετικιστὴς θὰ ἀναγνώριζε τὴν πραγματικότητά του ὡς τὸ σύνολο τοῦ καμβὰ καὶ τῶν χρωμάτων. Μία διαφορετικὴ πρόσβαση στὴν πραγματικότητα τοῦ πίνακα θὰ ἦταν ἡ ἀναγνώριση τῆς εἰκόνας ποὺ ἀναπαριστᾷ. Μία τρίτη δυνατότητα θὰ ἦταν νὰ ὁρίσουμε τὸν πίνακα μὲ βάση τὴν ὑποκειμενικὴ αἰσθητική του ἀξία, τεχνικὴ ἀρτιότητα κλπ. Μία τέταρτη καὶ διαφορετικοῦ τύπου πρόσβαση στὴν πραγματικότητα τοῦ πίνακα «θὰ ἀναγνωρίσει στὸν πίνακα τὸν εἰκαστικὸ λόγο ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου, τὴν ἑτερότητα τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ συγκεκριμένου καλλιτέχνη, τὸν ὁποῖο ποτὲ δὲν συναντήσαμε ὡς αἰσθητὴ παρουσία ὅσοι ζοῦμε σήμερα, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου τὴν ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα “καθορίζει” ἡ πραγματικότητα τοῦ πίνακα. Καμιὰ ἀπὸ τὶς τέσσερεις αὐτὲς ἑρμηνευτικὲς προσβάσεις δὲν εἶναι ψευδὴς ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸ τῆς πραγματικότητας τοῦ πίνακα, διαφοροποιεῖται ὅμως ὁ καθορισμὸς τῆς πραγματικότητας ἀνάλογα μὲ τὴν πληρότητα τῆς ὑποκειμενικῆς σχέσης», ποὺ ἐνεργεῖται ἀπὸ τὸν βαθμὸ τῆς μετοχῆς τοῦ ὑποκειμένου στὴν παρατηρούμενη πραγματικότητα. (§7.4101)

Ὁ Γιανναρᾶς ἐφαρμόζει τὴν ἴδια προσέγγιση στὴν ἀντίληψη ἀπὸ τὸ ὑποκείμενο τῆς πραγματικότητας ὡς ὅλου. Ὑπάρχουν προσεγγίσεις στὴν πραγματικότητα ὡς ὅλον ποὺ ἀναγνωρίζουν μόνο τὰ συστατικὰ τῆς πραγματικότητας, ὕλη καὶ ἐνέργεια, ἢ ἀκόμα τὴν συμπαντικὴ ὀμορφιά. Ὡστόσο, μία διαφορετικὴ προσέγγιση στὴν πρόσβαση τῆς πραγματικότητας—μιὰ προσέγγιση ποὺ θὰ νοηματοδοτεῖτο ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς προσωπικῆς μετοχῆς στὸν κόσμο, στὴν πραγματικότητα ὡς ὅλον—θὰ ἦταν νὰ «ἀναγνωρίσει στὴν κοσμικὴ πραγματικότητα τὴν ἑτερότητα μιᾶς ἔλλογης δημιουργικῆς ἐνέργειας, τῆς ὁποίας τὸν “φορέα” δὲν συναντήσαμε ποτὲ ὡς αἰσθητὴ παρουσία, ἀλλὰ ποὺ τὸν προσωπικὸ χαρακτήρα τῆς ὕπαρξής του “καθορίζει” ἡ πραγματικότητα τοῦ κόσμου». Ἡ πληρότητα τῆς προσωπικῆς μετοχῆς στὸν προαναφερθέντα πίνακα ἢ στὴν πραγματικότητα ὡς ὅλον εἶναι αὐτὴ ποὺ ξεχωρίζει τὰ διαφορετικὰ μονοπάτια προσβάσεως στὴν πραγματικότητα, κανένα ἐκ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ψευδὲς ἀφ’ ἑαυτοῦ, καίτοι ἀντιπροσωπεύουν διαφορετικὲς βαθμίδες προσωπικῆς μετοχῆς στὴν πληρότητα τῆς πραγματικότητας (§7.411).

Ἐὰν εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς σχέσεως ποὺ συγκροτεῖ τὸ γνωστικὸ γεγονός, ἐὰν ἡ πραγματικότητα γνωρίζεται, φανερώνεται καὶ ἀποκαλύπτεται μέσῳ τῆς σχέσεως καὶ τῆς δυναμικῆς τῶν σχέσεων, καθὼς καὶ τοῦ ἐρωτήματος γιὰ τὴν πληρότητά τους (§7.42), τότε «ἡ ἑρμηνευτικὴ πρόσβαση στὸ [φιλοσοφικό] πρόβλημα τῆς αἰτιώδους ἀρχῆς τοῦ ὑπαρκτοῦ μπορεῖ νὰ ἀπεμπλακεῖ ἀπὸ τὸν δυαλισμὸ φυσικῆς καὶ μεταφυσικῆς», ἐπιστήμης καὶ ὀντολογίας (§7.43). Ἡ δυναμικὴ τῆς σχέσεως κάθε προσώπου (καὶ τῆς ἀνθρωπότητας) πρὸς τὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνα ἐνεργούμενο γεγονὸς ἀνυπότακτο «τόσο στὴ φυσικὴ “ἀντικειμενικότητα” τοῦ αἰσθητοῦ», στὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες, «ὅσο καὶ στὸν ὑπερ-εμπειρικὸ (νοητικὸ-ἀναγωγικὸ) χαρακτήρα τοῦ μεταφυσικοῦ καθορισμοῦ» (§7.4202). Τοῦτο δὲν θὰ πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ νὰ κατανοηθεῖ ὡς «ἀπόδειξη τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ»  ἢ ἀκόμα ὡς «ἀπόδειξη τῆς ἀνυπαρξίας τοῦ Θεοῦ» ἢ τίποτε αὐτοῦ τοῦ εἴδους: ἡ ἴδια ἡ ἔννοια μιᾶς κριτικῆς ὀντολογίας συγκροτεῖται στὸν ἀντίποδα τῶν “ἀποδείξεων” ὡς πειθαναγκαστικῶν κατασκευῶν τῆς συλλογιστικῆς ἱκανότητας. Ἀναγνωρίζει, ὡστόσο, τὴν κοινωνικὴ ἐπιβεβαίωση τῆς παρουσίας τοῦ Ἄλλου τῆς σχέσεως—τοῦ καθολικοῦ Ἄλλου τῆς σχέσεως κάθε ἀνθρώπου μὲ τὴν πραγματικότητα, τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσωπικὴ ἀνακάλυψη μιᾶς προσωπικῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας πέραν τῆς φυσικῆς πραγματικότητας, ποὺ συγκροτεῖ τὴν φυσικὴ πραγματικότητα, «εἶναι μιὰ ἑρμηνευτικὴ πρόσβαση ἀνυπότακτη στὶς “ἐξω-υποκειμενικὲς” (ἀντικειμενικὲς) βεβαιότητες τῆς φυσικῆς καὶ μεταφυσικῆς. Παραμένει ὁπωσδήποτε μιὰ πρόταση ἑρμηνευτική, ποὺ διαφοροποιεῖται ἀπὸ ἄλλες ὡς πρὸς τὴν πληρότητα τῆς ὑποκειμενικῆς σχέσης ποὺ ἐξασφαλίζει μὲ τὴν κοσμικὴ πραγματικότητα» (§7.43). Τὴν πληρότητα καὶ τὸν ρεαλισμὸ τῆς ὑποκειμενικῆς προσωπικῆς γνωστικῆς μετοχῆς στὴν πραγματικότητα θὰ πρέπει νὰ κρίνει «ἡ διευρυμένη ἀναφορικότητα τῆς σχέσης, ἡ κοινωνική της ἐπαλήθευση». (§7.44) Ὑπάρχει ἀκόμα μία πολὺ πραγματικὴ καὶ πρακτικὴ διαφορὰ σὲ αὐτό, ἤτοι τὸ νόημα ποὺ ἡ μετοχὴ τοῦ κάθε προσώπου χαρίζει στὴν ζωή του, τὸ νόημα ποὺ ἡ συλλογικὴ μετοχὴ τῆς κάθε κοινωνίας ἢ κοινότητας χαρίζει σὲ κάθε ὄψη τῆς ἀνθρώπινης συνύπαρξης. (§7.45)

Ἡ ἀναγνώριση μιᾶς προσωπικῆς αἰτιώδους ἀρχῆς τοῦ κόσμου στὸ πεδίο τῆς ὀντολογίας ἔχει ἄμεσες ἐπιπτώσεις στὴν ἀνθρώπινη συνύπαρξή μας. Ἐὰν τὸ σύμπαν στὴν ἀτέρμονη πολυπλοκότητα καὶ ἀπεραντοσύνη του δὲν εἶναι ἕνα προϊὸν τυχαιότητας ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς προσωπικῆς ἐνέργειας, ἐὰν ὁ κόσμος εἶναι φανέρωση τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, τότε «ἡ ἀρχὴ τῆς ἐνσυνείδητης ἐμπειρίας, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημιουργικότητας δὲν εἶναι ἡ ἀναιτιολόγητη ἐξαίρεση ποὺ ἐξαντλεῖται στὴν παρουσία τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀρχὴ τοῦ ὑπαρκτοῦ» ἡ αἰτιώδης ἀρχὴ τῆς ὕπαρξης ὡς ἡ ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν συνειδητότητα καὶ τὴν ἐλευθερία. Ἐὰν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἑτερότητα θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς «πραγματικὸ (καὶ ὄχι ἀξιολογικό, δηλαδὴ αὐθαίρετο) κριτήριο γνησιότητας τῶν κοινωνικῶν σχέσεων καὶ τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι—: ἡ ἐξάρτηση, ἡ ὑποταγή, ἡ καταδυνάστευση ἀποδείχνονται πραγματικὲς μορφὲς ἀλλοτριώσεως τῆς ὕπαρξης», ὄχι μόνον ὡς ἡ ἀλλοτρίωση τῶν κοινωνικῶν σχέσεων. (§5.22)

vii. Κατορθώνοντας τὴν πραγματικότητα, κατορθώνοντας τὴν ἀλήθεια

Ἐν τέλει, τὸ ζήτημα μιᾶς κριτικῆς ὀντολογίας εἶναι ἕνα ζήτημα νοήματος, ἕνα ζήτημα ἀλήθειας. Καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν περιορίζεται στὸν κόσμο τῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ ἐκτείνεται καὶ στὸν κόσμο τῆς ἀνθρώπινης συνύπαρξης, τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἱστορίας. «Ἡ φιλοσοφικὴ ὀντολογία εἶναι μιὰ πρόταση νοήματος τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καὶ τῶν σχέσεών της—μιὰ νοηματοδότηση τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως. Καὶ ἡ κριτικὴ ὀντολογία θεμελιώνει τὴν πρότασή της στὴν ὑπαρκτικὴ αὐτεπίγνωση τοῦ ὑποκειμένου ὡς ἐμπειρία ἐλευθερίας καὶ ἑτερότητας. Ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἑτερότητα μᾶς γίνεται προσιτὴ ὡς γνωστικὸ-ἐμπειρικὸ γεγονὸς μέσα ἀπὸ τὴ σχέση καὶ τὴ δυναμικὴ ἀπροσδιοριστία τῆς σχέσης. Κριτήριο πραγματικότητας εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς σχέσης μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ ἡ ἐπαλήθευση τῆς γνησιότητας τῆς σχέσης μέσῳ τῆς κοινωνικῆς της διεύρυνσης—ἡ ἐπίσης ἀπροσδιόριστη δυναμικὴ τοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος ποὺ συγκροτεῖ τὴν Ἱστορία καὶ τὸν πολιτισμό» (§8.21). 

Ὁ Γιανναρᾶς ὁλοκληρώνει τὶς “Προτάσεις Κριτικῆς Ὀντολογίας” του μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 9 πρόταση: «Ἀλήθεια γιὰ τὴν κριτικὴ ὀντολογία εἶναι ἡ σχέση. Καὶ ἡ σχέση—ἑπομένως καὶ ἡ ἀλήθεια—δὲν εἶναι ποτὲ δεδομένη. Εἶναι κατόρθωμα.» (§9). Ἐὰν ὁ Ludwig Wittgenstein ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο του Tractatus Logico-Philosophicus μὲ τὴν διάσημη φράση «Γιὰ ὅ,τι δὲν μπορεῖς νὰ μιλήσεις, θὰ πρέπει νὰ σωπαίνεις», θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀπάντηση τοῦ Γιανναρᾶ θὰ ἦταν: Γιὰ ὅ,τι δὲν μπορεῖς νὰ μιλήσεις, ἐκεῖ θὰ πρέπει νὰ μετέχεις.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: Ἀπόλλων Μπαζάντες [1]

[1] Εὐχαριστῶ θερμὰ τὸν Ἀπόλλωνα Μπαζάντε γιὰ τὴν ἐδῶ μετάφραση τῆς πρώτης ἐκδοχῆς τῆς ἀνακοίνωσής μου στὸ συνέδριο ‘Christos Yannaras: Philosophy, Theology, Culture’, στις 2-5 Σεπτεμβρίου του 2013 στο St Edmund’s Hall τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης. Ἡ ἐδῶ ἑλληνικὴ ἐκδοχὴ θὰ συμπεριληφθεῖ σὲ ἐπικείμενο τόμο τῶν ἐκδόσεων manifesto ἀφιερωμένον στὴν σκέψη καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ.

[2] Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀρίθμηση μερικῶν παραγράφων τοῦ βιβλίου εἶναι διαφορετικὴ στὴν παλαιότερη ἔκδοση τοῦ Δόμου καὶ ἄλλη στὴν νεώτερη ἔκδοση τοῦ Ἰκάρου. Ἐδῶ παραπέμπουμε στὴν ἀρίθμηση ὡς ἔχει στὴν παλαιότερη ἔκδοση τοῦ Δόμου.

*Διδάκτωρ Φιλοσοφίας – Freie Universität Berlin

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here