Συνταγματική επανίδρυση της Ελληνικής Δημοκρατίας

11
88

Όλα δείχνουν ότι είναι ώριμο το αίτημα για μια νέα δημοκρατική μεταπολίτευση που θα επιφέρει την οριστική θεσμική κατάλυση του καταρρέοντος πολιτικού συστήματος. Του συστήματος της κομματοκρατίας, της μηντιοκρατίας και της διαπλοκής που οδήγησε τη χώρα στην κρίση. Είναι αναγκαία η μετάβαση από τη Δημοκρατία των Δικαιωμάτων στη Δημοκρατία της Ευθύνης.

Έτσι όλο και περισσότεροι μιλούν για αναθεώρηση του Συντάγματος. Άλλοι για να εκφράσουν τη λαϊκή απαίτηση, όπως έχει κάνει κατ’ επανάληψη ο Χρ. Γιανναράς[1], άλλοι για να την αποπροσανατολίσουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός υιοθέτησε πρόσφατα την ιδέα ενός θεσμικού δημοψηφίσματος (μετακυλίοντας ανεπαισθήτως την πρόταση δημοψηφίσματος για το μνημόνιο που έκανε τον Μάιο ο Πρόεδρος του ΣΕΒ). Πρόκειται καταφανώς για έναν ακόμα ελιγμό του Γ. Παπανδρέου στην προσπάθειά του να ακυρώσει το αίτημα δια της δήθεν ικανοποιήσεώς του. Θα μεταθέσει το πρόβλημα από το «ψητό» στο «θεσμικό» αοριστολογικό, επιστρατεύοντας γι’ αυτό και τους καλύτερους συνταγματολόγους, και ποτέ κανείς δεν ξέρει. Μπορεί και να τα καταφέρει. Τα παίζουν στα δάχτυλα κάτι τέτοια στο ΠΑΣΟΚ.

Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να περάσουμε το ταχύτερο στο «δια ταύτα». Σε συγκεκριμένες θεσμικές προτάσεις που να αντιστοιχούν αυθεντικά στην πραγματική ιστορική ανάγκη και στο λαϊκό αίτημα για συστημική ανατροπή. Δεν είναι ζήτημα ειδικών επιστημόνων (νομικών κλπ). Είναι ζήτημα πρωτίστως πολιτικό.

Στις θεσμικές προτάσεις που έχουν ήδη ως τώρα κατατεθεί στο Αντίφωνο, άλλες εκ των οποίων επικεντρώνονται σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση και άλλες όχι[2], θα ήθελα να προσθέσω και τη δική μου, χωρίς πολλά λόγια και χωρίς επιχειρηματολογία. Κι ελπίζω στην κατανόηση, όσο και στην ανταπόκριση των φίλων του Αντιφώνου, να την κρίνουν δημόσια.

Πολλά απ’ αυτά που προτείνω ίσως ακούγονται για πρώτη φορά κι ίσως ξαφνιάσουν. Ας μη μας ενοχλεί αυτό. Δεν θέλουμε μπαλώματα και αναστηλώσεις. Για να βγει η χώρα μας κερδισμένη απ’ αυτή την κρίση δεν αρκεί να ανακυκλώνουμε τα ίδια και τα ίδια. Χρειάζονται νέες ιδέες, νέοι άνθρωποι, νέα δύναμη. 

Από την προεδρευομένη στη προεδρική δημοκρατία

Ως κύριο μέτρο για τη συνταγματική επανίδρυση της Ελληνικής Δημοκρατίας προτείνω τη μετατροπή της από προεδρευόμενη σε προεδρική, εισάγοντας παράλληλα μια σειρά νέων πολιτειακών θεσμών εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας που καθιστούν την άσκηση της πολιτικής λειτουργίας πιο προσιτή στον λαό και ενισχύουν το στοιχείο της προσωπικής και συλλογικής ευθύνης στη δημόσια σφαίρα.

Στόχος της πολιτειακής αυτής μεταρρύθμισης δεν είναι μόνο η αμυντική θεσμική θωράκιση του πολιτεύματος από τα άνομα συμφέροντα, αλλά και η θετική αναθεμελίωση της πολιτικής λειτουργίας σε ριζικά νέες σχέσεις μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού, συλλογικού και προσωπικού. Σχέσεις που να ταιριάζουν στην κουλτούρα του ελληνικού λαού. Που να δίνουν ουσιαστικό θετικό περιεχόμενο στην πολιτική ελευθερία[3], συνδυάζοντάς τη όχι μόνο με τα δικαιώματα, αλλά και με την προσωπική ευθύνη.

Η εκτελεστική εξουσία διαρθρώνεται σε εθνικό και τοπικό επίπεδο:

Εθνική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Πρόεδρο της χώρας. Ο Πρόεδρος εκλέγεται απ’ ευθείας από τον λαό με εθνικές εκλογές, για 2 πενταετείς θητείες μέγιστο. Ο Πρόεδρος ορίζει τους υπουργούς. Το Εθνικό Κοινοβούλιο μπορεί να καθαιρέσει υπουργό ή όλη την κυβέρνηση και να προκηρύξει έκτακτες εκλογές με αυξημένη πλειοψηφία 4/5. Η κυβέρνηση έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής άμυνας. Για τα υπόλοιπα ζητήματα υπάρχει επιμερισμός αρμοδιοτήτων με την τοπική αυτοδιοίκηση.

Τοπική αυτοδιοίκηση, όχι ως διοικητικός απλώς οργανισμός, αλλά ως κέντρο πολιτικής συγκρότησης της τοπικής κοινωνίας. Ένα είδος «τοπικής κυβέρνησης» με πλήρη εκτελεστική αρμοδιότητα σε τοπικό επίπεδο (μεταξύ άλλων στην τοπική κατανομή και είσπραξη φόρων, στη διοίκηση των σχολείων, στη διοίκηση της τοπικής αστυνομίας κλπ). Η διοικητική δομή μπορεί να μείνει όπως έχει σε γενικές γραμμές σήμερα (δήμαρχος-αντιδήμαρχοι, δημοτικό συμβούλιο), αλλά με ισχυρή θεσμική πλαισίωση από άλλους αυτοδιοικούμενους τοπικούς θεσμούς σε ειδικά θέματα. Π.χ. ειδικός ρόλος στις αυτοδιοικούμενες τοπικές επαγγελματικές ενώσεις (τοπικά επιμελητήρια) όσον αφορά την κατανομή των φορολογικών εσόδων και στον αναπτυξιακό σχεδιασμό σε τοπικό επίπεδο· συμμετοχικοί τοπικοί θεσμοί διοίκησης των σχολείων της περιοχής με συμμετοχή γονέων και εκπαιδευτικών.

Η νομοθετική/ελεγκτική εξουσία διαρθρώνεται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο:

Εθνικό Κοινοβούλιο. Αποτελείται από 300 βουλευτές εκ των οποίων οι 60 (1/5) εκλέγονται απ’ ευθείας από τον λαό (με απλή αναλογική) και οι 240 (4/5) κληρώνονται μεταξύ των βουλευτών των Περιφερειακών Συμβουλίων με αναλογική συμμετοχή του κάθε Περιφερειακού Συμβουλίου σύμφωνα με την αναλογική δύναμη των κομμάτων/παρατάξεων σ’ αυτό. Μια από τις αρμοδιότητες του Εθνικού Κοινοβουλίου είναι ο ορισμός των Ανεξάρτητων Ρυθμιστικών Αρχών που ελέγχουν την παροχή των κοινωφελών αγαθών και υπηρεσιών στο πλαίσιο της αγοράς.

Περιφερειακά Συμβούλια. Αποτελούνται από άμεσα εκλεγμένους βουλευτές ανάλογα με τον πληθυσμό (όπως π.χ. ορίζει ο Νόμος «Καλλικράτη»: 41, 51, 71 και 101 μέλη). Αποφασίζουν κυρίως για την περιφερειακή αναπτυξιακή και φορολογική πολιτική και ελέγχουν την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας σε περιφερειακό επίπεδο. Επίσης εκδίδουν ειδικούς κανονισμούς και εφαρμοστικές αποφάσεις εξειδίκευσης των νόμων και των αποφάσεων του Εθνικού Κοινοβουλίου και ορίζουν τις Περιφερειακές Ρυθμιστικές Αρχές για τον έλεγχο των κοινωφελών αγαθών και υπηρεσιών στην Περιφέρεια.

Η δικαστική εξουσία διαρθρώνεται κι αυτή σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Οι δικαστές και η ανώτατη δικαστική διοίκηση ορίζονται από το Εθνικό Κοινοβούλιο και τα Περιφερειακά Συμβούλια σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς που ψηφίζονται επίσης από τα ίδια όργανα.

Μεταβατικά μέτρα

Ανανέωση του πολιτικού προσωπικού. Αποκλεισμός από την πολιτική ζωή των εν ενεργεία πολιτικών. Όσοι έχουν ως τώρα διατελέσει βουλευτές ή μέλη κυβερνήσεως για δύο τετραετείς θητείες και άνω αποκλείονται στο εξής από τη συμμετοχή τους στους νέους πολιτικούς θεσμούς.

Αλλαγή στο ιδιοκτησιακό και λειτουργικό καθεστώς των ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Εκ νέου διανομή αδειών λειτουργίας και εκπομπής (ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες) βάσει νέων δίκαιων και ορθολογικών όρων. Προϋπόθεση για την απόκτηση άδειας από νομικά και φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στην κατοχή των υφιστάμενων ΜΜΕ είναι η πλήρης αποπληρωμή προηγούμενων χρεών (δάνεια, φόροι, ασφαλιστικές εισφορές κλπ).

Τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικές οργανώσεις καθίστανται εθελοντικές συσσωματώσεις πολιτών, και οι οικονομικοί πόροι τους ελέγχονται με πλήρη και υποχρεωτική διαφάνεια και με αυστηρό έλεγχο του «πόθεν έσχες». Κόμματα και πολιτικές οργανώσεις παύουν να αναγνωρίζονται ως αυτόνομοι πολιτειακοί θεσμοί με ιδιαίτερα προνόμια συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στο δημόσιο διάλογο (παύει η κρατική οικονομική ενίσχυσή τους). Θεσμικό πολιτειακό χαρακτήρα έχουν μόνο οι ενώσεις εν ενεργεία μελών του εθνικού κοινοβουλίου και των περιφερειακών συμβουλίων (και στο πλαίσιο αυτό δικαιούνται περιορισμένη οικονομική ενίσχυση για την κάλυψη συγκεκριμένων λειτουργικών δαπανών).

Εξυγίανση του συνδικαλισμού και απεξάρτησή του από τη δημόσια διοίκηση. Ενίσχυση της ελευθερίας του συνδικαλίζεσθαι και εξωδιοικητική αναγνώριση των συνδικαλιστικών οργανώσεων ως φορέων εκπροσώπησης των εργαζομένων σε συλλογικές διαπραγματεύσεις (συμβάσεις εργασίας κλπ). Κατάργηση των ιδιαίτερων προνομίων συμμετοχής των συνδικαλιστικών οργάνων στη διοίκηση και όλων των άλλων λειτουργιών που καθιστούν τον συνδικαλισμό μέρος του πολιτικού συστήματος της διαπλοκής και της διαφθοράς.

Επίμετρο – Νέο φορολογικό σύστημα

Ένα κρίσιμο μέτρο που θα συμβάλει στην ανάπτυξη της προσωπικής ευθύνης του πολίτη στη σχέση του με το κράτος, αλλά και στη αντιμετώπιση της παροικονομίας είναι η καθιέρωση ενός ριζικά νέου συστήματος φορολογίας. Επειδή κανένα από τα εφαρμοσμένα συστήματα (είτε βάσει των δηλουμένων εισοδημάτων είτε βάσει των λεγομένων «αντικειμενικών κριτηρίων») δεν έχουν ως τώρα αποδώσει, οφείλουμε να αναζητήσουμε πρωτότυπα συστήματα που να αντιστοιχούν στις ιδιαίτερες συνθήκες της ελληνικής οικονομίας και να ταιριάζουν στη νοοτροπία του λαού μας. Προτείνω την καθιέρωση ενός συστήματος φορολογίας που θα εντάσσει την ατομική φορολόγηση σε ένα πλαίσιο συλλογικής φορολόγησης με βάση τη διπλή ένταξη του φορολογούμενου σε μια διοικητική περιοχή της χώρας (δήμο) και σε μια συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα.

Ο ετήσιος φόρος θα προσδιορίζεται με τα ακόλουθα βήματα:

· Το Εθνικό Κοινοβούλιο εγκρίνει τον ετήσιο γενικό προϋπολογισμό, ο οποίος είναι εξ ορισμού ισοσκελισμένος, κατανέμοντας ανά περιοχή και ανά επαγγελματική ομάδα τα αναμενόμενα από φόρους έσοδα. Για την τελική διαμόρφωση τής κατανομής των φορολογικών εσόδων λαμβάνονται υπ’ όψη οι εξειδικευτικές προτάσεις των Περιφερειακών Συμβουλίων, που με τη σειρά τους έχουν λάβει υπ’ ό΄ψη τις αντίστοιχες εξειδικευτικές προτάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων για κάθε δήμο. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει ένα συνολικό φορολογητέο ποσό που πρέπει να καταβληθεί από κάθε δήμο, το οποίο κατανέμεται ποσοστιαία μεταξύ των επαγγελματικών ομάδων της περιοχής στο επίπεδο της Περιφέρειας και του Δήμου.

· Με βάση τη γενική αυτή φορολογική κατανομή για κάθε δήμο, οι αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες προσδιορίζουν τον ετήσιο φόρο που πρέπει να καταβάλει κάθε δημότης, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα στοιχεία που δηλώνει σε συνδυασμό με τα στοιχεία των προηγουμένων ετών. Το άθροισμα των ατομικών φόρων οφείλει να καλύπτει το συνολικό φορολογικό ποσό κατά δήμο και επαγγελματική ομάδα.

· Τα στοιχεία της φορολογικής δήλωσης υπόκεινται στον κανόνα της διαφάνειας. Οι δημότες έχουν δικαίωμα να προσφύγουν κατ’ αρχάς στην οικεία τοπική επαγγελματική ένωση και κατά δεύτερον στο δημοτικό συμβούλιο, αρνούμενοι το ποσό που τους έχει καταλογιστεί. Σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου θεωρείται τελεσίδικη και μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο δικαστικώς. Ο φορολογούμενος πολίτης που προσφεύγει στο δικαστήριο είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι άλλοι φορολογούμενοι συνδημότες του έχουν ευνοηθεί εις βάρος του.

Επίλογος – Δευτερολογία [4]

Μετά τα παραπάνω ελπίζω να είναι σαφές πως η υιοθέτηση από τη μεριά μου της Προεδρικής Δημοκρατίας δεν έχει αξία αυτή καθεαυτήν. Διαπλέκεται άρρηκτα με την εισαγωγή ορισμένων παράλληλων συμμετοχικών θεσμών που – επαναλαμβάνω – καθιστούν την άσκηση της πολιτικής λειτουργίας πιο προσιτή στον λαό, ενώ ενισχύουν ταυτόχρονα το στοιχείο της προσωπικής και συλλογικής ευθύνης.

Οι συμπληρωματικοί αυτοί συμμετοχικοί θεσμοί έχουν να κάνουν κατά βάση με την πολιτειακή αναβάθμιση της τοπικής και της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, που, σύμφωνα με όσα προτείνω, καθίστανται θεμελιώδεις βαθμίδες της εκτελεστικής εξουσίας η πρώτη και της νομοθετικής η δεύτερη. Ιδιαίτερα σημαντική είναι επίσης η συναρμογή των θεσμών αυτών με διάφορες συλλογικές μορφές συγκρότησης των πολιτών. Ανέφερα παραδειγματικά τη διοίκηση των σχολείων και το φορολογικό σύστημα, στο οποίο και επέμενα με περισσότερες λεπτομέρειες. Τέλος, ένα ακόμα βασικό στοιχείο της πρότασής μου είναι η κληρωτή σύνθεση του μεγαλύτερου μέρους του Εθνικού Κοινοβουλίου από τα αιρετά μέλη των Περιφερειακών Συμβουλίων (240 στους 300 βουλευτές).

Δεν ήθελα να το πω ρητά εξ αρχής, μπορώ όμως να το πω τώρα. ( Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε; ) Η πρότασή μου δεν είναι φορμαλιστικά «καθαρή» και δεν έχει να κάνει με μια τυπολογική προτίμησή μου σ’ ένα συγκεκριμένο θεσμικό πρότυπο «τέλειας» ή «καλύτερης» δημοκρατίας. Είναι ένα ιδιότυπο «μίγμα» ρεπουμπλικανικών και κοινοτικών στοιχείων, που κατά τη γνώμη μου ανταποκρίνεται στα πολιτικά αιτήματα και στην πολιτιστική ωριμότητα του λαού σ’ αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική φάση στην οποία έχουμε ήδη εισέλθει.[5]

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. για παράδειιγμα: Χρ. Γιανναρά, «Καινούργιο Σύνταγμα;», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/3/2011).

[2] Από τον Γιώργο ΚοντογιώργηΤι πρέπει να αλλάξει, πως πρέπει να δράσουμε, Β’ μέρος»), τον Δημήτρη Τζουβάνο Εθνική Κυβέρνηση και Βαθειά Δημοκρατία»), τον Παύλο ΚλιματσάκηΙδέες για μια ελεύθερη ελληνική πολιτεία ή πώς θα μπορούσε να νοηθεί η αναζητούμενη αληθής δημοκρατία – real democracy») και τον Απόλλωνα Μπαζαντέ Ἡ ἀναγκαιότητα Νέου Συντάγματος ὡς θεσμικῆς ἄμυνας τοῦ Λαοῦ καὶ ἡ θέσπισή του χωρὶς βίαιη Ἐπανάσταση» και «Ὁμοσπονδιακὴ Δομὴ γιὰ τὴν Ἑλλάδα»).

[3] Βλ. Γ. ΚοντογιώργηΟ Ελληνισμός ως έθνος κοσμοσύστημα», Ομιλία στο ΙΜΕ, 19/10/2005).

[4] Ο επίλογος προστέθηκε εκ των υστέρων, και αφού είχαν προηγηθεί αρκετά από τα σχόλια. Αρχικά δημοσιεύθηκε ξεχωριστά, ως πρώτο μέρος του άρθρου «Δευτερολογία για συνταγματική επανίδρυση και προεδρική δημοκρατία» που στη συνέχεια καταργήθηκε (22-10-2011), ενώ τα άλλα κομμάτια του έγιναν χωριστά άρθρα: Βλ. «Ποιοι έχουν μιλήσει για Προεδρική Δημοκρατία», καθώς και «Προεδρική Δημοκρατία, Απάντηση στον Γ. Σαλεμή».

[5] Τις ιδέες αυτές τις χρωστώ σε μεγάλο βαθμό στη σπουδή μου στο έργο του Κωνσταντίνου Καραβίδα (παραπέμπω ειδικότερα στο έργο του Μακεδονικοί Ύμνοι, 1943, σελ. 128-130).

Πηγή: Αντίφωνο

11 Σχόλια

  1. Εκείνο που απουσιάζει από τις κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις σας είναι το κατά τη γνώμη μου βασικότερο στοιχείο της Δημοκρατίας. Λείπει ο Δήμος.

    Λείπει ο Δήμος, όχι σαν αόριστη ιδεολογική έννοια, αλλά ως συγκροτημένο πολιτειακό σώμα. Ως πολιτειακό σώμα πραγματικό, κι όχι ως οιονεί πολιτειακό σώμα, όπως τέτοιο είναι σήμερα το εκλογικό σώμα. Ένα σώμα για να συγκροτείται ως όργανο πολιτεύματος πρέπει να συνέρχεται. Κι επειδή είναι αδιανόητο να συνέλθουν πληθυσμοί εκατομμυρίων, η συγκρότηση του Δήμου πρέπει να γίνει σε τοπικό επίπεδο (με τις αρμοδιότητες που και σεις προβλέπετε στην πρότασή σας).

    Ο Δήμος πάντως σε μια Δημοκρατία ως θεσμικός ακρογωνιαίος λίθος του πολιτεύματος είναι ο λαός που συνέρχεται. Που πραγματοποιεί εκκλησία, συνέλευση, η οποία αποτελεί το ανώτατο όργανο του πολιτεύματος.

    Η Συνέλευση του Δήμου σε μια δημοκρατία, ως κεντρικό πολιτειακό όργανο, ανεξάρτητα με τις πολλές ή λιγότερες θεσμικές αρμοδιότητές της, εξασφαλίζει την άμεση χωρίς διαμεσολαβητές, (οι οποίοι έχουν την τάση να αυτονομούνται και να συγκροτούν πόλο ομαδοποιημένων μερικώτερων από το κοινό συμφερόντων, επί τη βάσει των οποίων καταλαμβάνουν το δημόσιο για λογαριασμό τους, σπρώχνοντας την κοινωνία στο ιδιωτικό) έκφραση της βούλησης της κοινωνίας για το πρακτέο. Όταν η κοινωνία εκφράζει τη βούλησή της αμέσως και αδιαμεσολαβήτως, τότε μόνο κυριαρχεί επί του πολιτικού γεγονότος.

    Αυτό, η κυριαρχία της κοινωνίας επί της πολιτικής, δεν είναι ένα τεχνικό, αλλά ένα ουσιώδες στοιχείο για τη Δημοκρατία. Η κυριαρχία της κοινωνίας (λαϊκή κυριαρχία έχουμε συνηθίσει παραπλανητικά) διασφαλίζει ότι το κοινό όλων συμφέρον δεν θα είναι το τεχνικό αποτέλεσμα κάποιου μηχανισμού. Δεν θα αποτελεί την μηχανική συνισταμένη κάποιας “πολιτικής τεχνολογίας” , την οποία θα σφετερίζεται πάντοτε ο δυνατός της ημέρας εγκαθιδρύοντας την τυραννία και την καταδυνάστευσή του επί της κοινωνίας. Αλλά ότι το κοινό συμφέρον θα είναι η πραγματική συνισταμένη των προσωπικών (στην αλληλεπίδραση των πολιτών) συμφερόντων, όπως αυτή προκύπτει αβίαστα εκ του κοινωνικού γεγονότος. Εκ του κοινωνικού γεγονότος στη φυσικότητά του, δηλαδή. Η οποία φυσικότητα του κοινωνικού γεγονότος είναι αυτή που πρέπει να χαρακτηρίζει τον όρο “πολιτική” , αν πρέπει τουλάχιστον να εμπιστευτούμε τον αριστοτελικό ορισμό “φύσει πολιτικόν ζώον ο άνθρωπος” .

    Κατά τη γνώμη μου αυτή η άμεση σχέση της κοινωνίας, στην έκφρασή της ως πολιτειακού σώματος συγκροτημένου, ήγουν εκκλησίας Δήμου ή συνελεύσεως πολιτών, είναι το μόνο που μπορεί να εξασφαλίσει την πολιτικότητα των κοινωνικών οργανώσεων. Το μόνο που μπορέι να συγκροτεί το πολιτικό γεγονός ως πολιτικό. Και μόνο τότε μπορούμε να μιλήσουμε και για πολίτευμα κυριολεκτικώς και για πράγματι κι όχι μόνο ρήματι Δημοκρατία.

    Επομένως κατά τη γνώμη μου μια συνταγματική επανίδρυση της ελληνικής Δημοκρατίας θα έπρεπε να εκφραστεί ως συγκεκριμένη προσπάθεια, στην κατεύθυνση που από κάτω φαίνεται να αναφύεται σήμερα στις πλατείες και τις Λαϊκές Συνελεύσεις. Ως απόπειρα, δηλαδή, για την υπέρβαση του Κοινοβουλευτισμού προς την κατεύθυνση ενός πολιτεύματος Ελευθερίας.

    Χωρίς να θέλω να κουράσω θα παραθέσω, πώς θα μπορούσε να μοιάζει σήμερα ένα τέτοιο πολίτευμα.

    “Πολίτευμα ελευθερίας σήμερα, περίπου σημαίνει:

    – Να οργανωθούμε διοικητικά σε 110 νομούς των 100.000 κατοίκων, οι οποίοι θα αναλάβουν πλήρως την είσπραξη και τη διαχείριση της φορολογίας των πολιτών που ανήκουν στη δικαιοδοσία τους, όπως και τη συνολική δημόσια δαπάνη που τους αναλογεί, σε όλους τους τομείς, της παιδείας, της υγείας, της ασφάλειας, των δημοσίων αγαθών, των δημοσίων έργων κ.τ.ο. για τα διοικητικά τους όρια.

    – Οι νομοί αυτοί θα συγκροτήσουν με συνέλευση (περί τις 70.000 πολιτών ανά 100.000 κατοίκων, ο αριθμός μπορεί να μειωθεί αυξάνοντας το ηλικιακό όριο από τα 18 στα 21) τα τοπικά τους «κοινά», θα ψηφίζουν τον ετήσιο προϋπολογισμό τους, θα εκλέγουν τους τοπικούς χωριστά για κάθε υπούργημα άρχοντες, θα εκλέγουν το τοπικό νομαρχιακό συμβούλιο, που θα παρακολουθεί την εφαρμογή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, και θα αποστέλλουν 3 αντιπροσώπους στο εθνικό κοινοβούλιο ανά πάσα στιγμή ανακλητούς από τη συνέλευση του νομού. ( Η συνέλευση διαδικαστικά λειτουργεί περίπου όπως ένα κομματικό ή ένα πολυμετοχικής εταιρίας συνέδριο). Το «Κοινό» αποτελεί το ανώτερο όργανο λήψης των αποφάσεων του νομού.

    – Κάθε τέτοιος νομός είναι διαρθρωμένος σε 10 των 10.000 κατοίκων δήμους, οι οποίοι έχουν αρμοδιότητες αυτοδιοικητικές (όπως περίπου ένας σημερινός δήμος) και οργανωτικές των γενικών συνελεύσεων (ποιοι θα μιλήσουν, ποιες προτάσεις θα κατατεθούν, ποια πρόσωπα θα προταθούν για την ανάληψη των υπουργημάτων κ.τ.ο. από τον κάθε δήμο στη γενική του νομού συνέλευση). Οι δήμοι συγκροτούνται σε σώμα με συνέλευση των δημοτών τους, η οποία αποτελεί το όργανο λήψης των αποφάσεων του δήμου.

    – Οι Νομοί αποδίδουν το 20% της φορολογίας που εισπράττουν στο κεντρικό κράτος, το οποίο έχει το στρατό, την εξωτερική πολιτική και όλες τις σχετικές κεντρικές υπηρεσίες.

    – Το εθνικό κοινοβούλιο είναι διαρκές (οι βουλευτές ως αντιπρόσωποι των τοπικών κοινοτήτων έχουν ορισμένη θητεία και εκλέγονται, ελέγχονται και λογοδοτούν στις τοπικές συνελεύσεις. Είναι ανακλητοί.) Το εθνικό κοινοβούλιο νομοθετεί όπως και σήμερα, προκειμένου να διατηρηθεί η κοινότητα του δικαίου σ’ όλη την ελληνική επικράτεια. (Οι νομοί έχουν αναλάβει τη διοίκηση, την εκτελεστική εξουσία δηλαδή.)

    – Το εθνικό κοινοβούλιο εκλέγει από τα μέλη του με ορισμένη θητεία την εθνική κυβέρνηση. Εκλέγει τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως σήμερα.

    – Η εθνική κυβέρνηση έχει την εκτελεστική εξουσία για όλους τους τομείς που δεν είναι δυνατόν να περάσουν σε τοπικό επίπεδο. (Το χρέος, ο στρατός, η διπλωματία, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι υπηρεσίες πληροφοριών, η ναυσιπλοΐα, το εθνικό οδικό δίκτυο κ.τ.ο.). Η εθνική κυβέρνηση φροντίζει για την εξισορρόπηση των ανισοτήτων που προκύπτουν σε τοπικό επίπεδο.

    – Το δικαστικό σύστημα αναδιαρθρώνεται αναλόγως προς την τοπική αναδιοργάνωση. Οι εισαγγελείς εκλέγονται τοπικά. Προβλέπονται δυο εθνικά κεντρικά δικαστήρια, ένα για τις μεταξύ των νομών, κράτους και νομών, πολιτών και δημοσίου διενέξεις και ένα με τις αρμοδιότητες του σημερινού Αρείου Πάγου συν μια κεντρική γενική εισαγγελία για το «μεγάλο» οργανωμένο έγκλημα.

    Η τεχνογνωσία και η νομοτεχνική δυνατότητα να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο υπάρχουν.

    Μια τέτοιου είδους αυτοοργάνωση εξασφαλίζει τρεις βασικές αρχές:
    – Την αρχή της μη κατοχής της αλήθειας. Το σωστό αποφασίζεται υπό τις συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες συλλογικά, στην προσπάθεια των ανθρώπων να προσδιορίσουν το πρακτέο.
    – Την αρχή της ελευθερίας. Οι άνθρωποι ρυθμίζουν αμέσως το αποτέλεσμα και το σκοπό και την κατεύθυνση της κοινής τους δυνάμεως.
    – Την αρχή της δημοκρατίας. Εφόσον όλοι μπορεί να έχουν δίκιο ή άδικο, ας αποφασίσουν οι περισσότεροι κι απ’ τους περισσότερους οι σοφότεροι κι απ’ τους σοφότερους οι περισσότεροι. “

    Μια τέτοιου είδους ή προς αυτή την κατεύθυνση αναδιάρθρωση του Κράτους, αντιμετωπίζει τη διαφθορά και την πελατειακή σχέση (αφού εγώ συλλογικά έχω αποφασίσει τι πρόβλημα έχω και πώς θα το λύσω, πόσο και ποιος θα φορολογηθεί και που θα δαπανηθεί ο φόρος) και το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής παθογένειας.

    Και το πιο σημαντικό, μια τέτοια οργάνωση, χωρίς να αναμένει «μεσσίες» και χωρίς να αναλώνεται στην σύγκρουση των ομαδοποιημένων παντοειδών συμφερόντων, ανασυγκροτεί τον ελληνικό κοινοτικό τρόπο και θέτει νέες δημιουργικές βάσεις για μια δυναμική αναγέννηση της ρημαγμένης και ιδιωτευούσης από καιρό ελληνικής κοινωνίας. Αναγεννημένη και λειτουργική μια ελληνική κοινωνία μπορεί να θέσει τα κριτήρια του κοινού μας βίου και να διαμορφώσει τις πολιτικές που θα κατευθύνουν τη χώρα, και ποιος ξέρει κάποτε μπορεί να ξαναχτίσει Παρθενώνες και Άγιες Σοφίες.

    Η κοινωνία μας φαίνεται σήμερα να θέλει να αναλάβει μια τέτοια ευθύνη. Φτάνει μόνο και να μπορέσει.

    (Σημείωση: οι αριθμοί και τα μεγέθη είναι ενδεικτικά. Για παράδειγμα, αν φανούν οι 110 νομοί λίγοι ή οι 100.000 κατοίκων πολλές ή οι 70-80 χιλιάδες πολιτών που συνέρχονται σε Συνέλευση ακόμα περισσότερες, τότε ας είναι 220 νομοί, 50.000 κατοίκων, 35-40.000 πολιτών. Ή ό,τι ορίσει ο συντάκτης του Συντάγματος με βάση τα δημογραφικά και δημοσιονομικά δεδομένα, που ως νομοθέτης θα λάβει υπόψη του. Το κρίσιμο είναι να υπάρχουν οι Λαϊκές Συνελεύσεις ως τα κεντρικά όργανα του νέου πολιτεύματος, ώστε να εξασφαλίζεται και η καθοριστικότητα της Λαϊκής Βούλησης, να πραγματοποιείται η Λαϊκή Κυριαρχία και να είναι απαραίτητος για τη λειτουργία του Κράτους ο έλεγχος του όποιου κληρωτού ή εκλεγμένου άρχοντα. Είναι κρίσιμο να υπάρχουν Λαϊκές Συνελεύσεις ως κεντρικά πολιτειακά όργανα, γιατί η Συνέλευση ως Εκκλησία του Δήμου, των πολιτών, είναι εκείνο το πραγματικό κι όχι πλασματικό πολιτειακό σώμα που ταυτίζεται με την κοινωνία, χωρίς να την αντιπροσωπεύει ή να διαμεσολαβεί τη βούληση και την απόφαση της κοινωνίας. Χωρίς αυτό, την πολιτειακή συγκρότηση του λαού σε σώμα, σε Δήμο, χωρίς Δήμο, Δημοκρατία δεν γίνεται, παρά μόνο κατ’ επίφασιν.)

    Με συγχωρείτε για το μακροσκελές και για το εν πολλοίς ελλιπώς αιτιολογημένο της πρότασής μου. Θέλησα να δείξω μόνο ποια μορφή θα μπορούσε σήμερα να λάβει ένα πολίτευμα ελευθερίας, ως κοινωνικό πρόταγμα του αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη, τον οποίο αγωνίζεται να αναλάβει σήμερα η κοινωνία μας. Ως πρόταγμα που να αντικαθιστά τη θλιβερή μονομέρεια των ιδεολογικών οικονομικού τύπου προταγμάτων, που θέτουν ως βάση της πολιτικής και της κοινωνίας την Ανάγκη αντί για την Ελευθερία, σκλαβώνοντας έτσι τον δημόσιο διάλογο και προβληματισμό στα τεχνικά, αντί να απελευθερώνουν προς τα ουσιώδη.

  2. Δεν συμφωνώ αγαπητέ Ούτις ότι απουσιάζει από τις προτάσεις μου ο Δήμος. Πιστεύω μάλιστα το αντίθετο. Είναι βέβαια μεγάλο το θέμα. Και γι’ αυτό προτίμησα να παρουσιάσω τις προτάσεις μου χωρίς καμία επιχειρηματολογία ή άλλη θεωρητική διευκρίνηση. Και βλέπω – και από την πολύ εμπεριστατωμένη κριτική σας, και από την αντίστοιχη κριτική του Γ. Σαλεμή στο δικό του σημείωμα – ότι έκανα πολύ καλά. Γιατί με τον τρόπο αυτό διαπιστώνω ποια αντανακλαστικά διεγείρονται αυθορμήτως από τις προτάσεις αυτές, ποια θεωρητικά ζητήματα τίθενται, ποιες παρανοήσεις μπορούν να προκληθούν κλπ. Η κριτική σας λοιπόν είναι καλοδεχούμενη και σας ευχαριστώ που θελήσατε να μοιραστείτε τις προτάσεις σας με τις δικές μου.

    Έχω όμως να αντείπω. Και χωρίς φιλοδοξία πλήρους απαντήσεως θα έλεγα πολύ γρήγορα τα εξής:

    (ι) Αντιμετωπίζετε το θέμα μέσα από το δίπολο κοινωνία-πολιτική, θεωρώντας, αν δεν κάνω λάθος, δεδομένη τη διάκριση των «επιπέδων» ή «συστημάτων» ή δεν ξέρω πώς αλλιώς να τα πω. Και μ’ αυτό ως δεδομένο θέτετε ένα ζήτημα «κυριαρχίας», όπως λέτε, της κοινωνίας επί της πολιτικής. Αυτό εγώ το καταλαβαίνω ως εξής: οι πολιτικοί δρουν, αλλά πρέπει να δρουν σύμφωνα με τη θέληση της κοινωνίας. Επομένως το θέμα είναι ποιοι και πώς λαμβάνουν τις πολιτικές αποφάσεις, και πώς στη συνέχεια δεσμεύουν τους πολιτικούς να τις σεβαστούν και να τις υπηρετήσουν. Πώς δηλαδή οι εμφανιζόμενοι ως «αρχόμενοι» δεσμεύουν και κατευθύνουν τους «άρχοντες». Το πραγματικό δηλαδή ζητούμενο είναι η αντιστροφή – ή στην ακραία περίπτωση η κατάργηση – των σχέσεων εξουσίας. Οι άρχοντες να υπηρετούν τον λαό, με την έννοια να κάνουν ό,τι θέλει ο λαός. Κατ’ εμέ η προσέγγιση αυτή είναι λάθος.

    (ιι) Για μένα το θέμα της πολιτικής συγκρότησης (του δήμου, όπως λέτε) δεν έχει να κάνει μόνο με το πώς και από ποιους λαμβάνονται οι αποφάσεις. Αυτό είναι μια επιμέρους μόνο πλευρά του προβλήματος. και κατά τη γνώμη μου όχι η πιο σημαντική (ιδίως στην εποχή μας που η «απόφαση» καθορίζεται από πολλούς και πανίσχυρους μηχανισμούς δημαγωγίας και παραπλάνησης, χωρίς να σημαίνει ότι το ίδιο πρόβλημα δεν υπήρχε και στην αρχαιότητα). Η νεώτερη πολιτική σκέψη εστιάζει στο θέμα αυτό και το αντιμετωπίζει μέσα από παραπλανητικούς κατά τη γνώμη μου φακούς, που οδηγούν είτε στη ρεαλιστική αποδοχή μιας ιδιοτελούς εξουσίας, είτε σε μια πολιτική ηθικολογία (συνήθως καντιανού τύπου), είτε σε ουτοπικές ιδέες του στυλ «άμεση δημοκρατία» (που είναι και επίκαιρο σύνθημα των Ελλήνων Αγανακτισμένων) κλπ.

    (ιιι) Κατ’ εμέ η πολιτική συγκρότηση είναι θέμα αυτού που ονομάζω «πολιτική πράξη», το οποίο συνίσταται στην κοινή πράξη αρχόντων και αρχομένων, στην οποία η πρωτοβουλία πρέπει να είναι των αρχόντων και όχι των αρχομένων. Το θέμα λοιπόν δεν είναι πώς θα δεσμεύσουν οι αρχόμενοι τους άρχοντες, αλλά (α) πώς θα συγκροτηθεί ένα πλέγμα πολιτικών σχέσεων που διαπερνά όλη την κοινωνία, καταργώντας το χάσμα ιδιωτικού και δημόσιου, και μέσα στο οποίο κάθε πολίτης αναδεικνύεται και αναγνωρίζεται ταυτοχρόνως ως άρχων και αρχόμενος και (β) πώς ο πολίτης, είτε ως άρχων είτε ως αρχόμενος (ή μάλλον αλλού ως άρχων και αλλού ως αρχόμενος), θα ενεργήσει σωφρόνως (κατά Πλάτωνα) ή κατά «φύση» (αν προτιμάτε τον Αριστοτέλη). [Σημ. Το πρόβλημα αυτό δεν λύνεται με το να αφεθεί η κοινωνία να αποφασίσει «φυσικά». Αν ήταν έτσι τα Πολιτικά του Αριστοτέλη θα τελείωναν στη φράση που αναφέρετε. Δυστυχώς όμως αυτό δεν είναι παρά ο πρόλογος στο πρόβλημα της πολιτικής. Χρειάζεται η «τέχνη» με την οποία η πολιτική κοινωνία θα καταστήσει ενεργό την πολιτική «φύση» των ανθρώπων.]

    Δεν επιμένω στα θεωρητικά, στα οποία σας υπόσχομαι να επανέλθω κάποια στιγμή. Θέλω μόνο να σας πω – έτσι χωρίς αιτιολόγηση – πως η πρότασή μου (α) να θεμελιωθεί η εκτελεστική εξουσία στην τοπική αυτοδιοίκηση και η νομοθετική στους περιφερειακούς θεσμούς και (β) να συνδεθούν οι εξουσίες αυτές με διάφορες βασικές πολιτικές και κοινωνικές λειτουργίες (εκπαίδευση, φορολογία κλπ), σ’ αυτό αποσκοπεί. Στη συγκρότηση του δήμου. Του δήμου όχι ως «αμεσοδημοκρατικής συνέλευσης», αλλά ως πλέγματος σχέσεων ευθύνης (κοινής πολιτικής πράξης) των πολιτών. Σχέσεων ευθύνης (δηλ. εξουσίας) που διαπερνούν ενιαία τον ιδιωτικό με τον δημόσιο χώρο, ενώνοντας τους πολίτες ως άρχοντες και αρχόμενους.

    Προφανώς μ’ αυτά δεν κλείνω τη συζήτηση. Και ευχαρίστως θα δεχόμουνα τα δικά σας σχόλια.

    ΒΞ

  3. Και να συμπληρώσω στην παράγραφο (ιιι) ότι στο σημείο αυτό συμφωνώ με τον Γ. Σαλεμή που διαρκώς υπογραμμίζει, αν τον καταλαβαίνω σωστα, την προτεραιότητα της παιδείας ή της ηθικής και πνευματικής συγκρότησης του λαού έναντι των θεσμών. Δεν μπορούν να υπάρξουν πολιτικοί θεσμοί ερήμην της παιδείας (ως αμυντική δήθεν θωράκιση έναντι της κακής εξουσίας ή ως ανεξάρτητος μηχανισμός παραγωγής καλών πολιτικών αποτελεσμάτων). Αλλά και η παιδίεία δεν μπορεί να υπάρξει εκτός θεσμών. Η ίδια είναι θεσμός. Παιδεία και θεσμοί, είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να τα διαχωρίσουμε. Δεν μπορεί να λειτουργήσει το ένα ανεξάρτητα από το άλλο. ΒΞ

  4. Ας μακρηγορήσω λίγο.

    Είναι άραγε, αγαπητέ Βασίλη Ξυδιά, η “φύση” ο πρόλογος και η “τέχνη” που χρειάζεται προκειμένου να καταστεί αυτή η φύση ενεργός το κυρίως θέμα;

    Να ένα θεωρητικό ερώτημα στου οποίου την απάντηση δεν θα υπεισέλθω αναλυτικά. Θα σημειώσω όμως ότι μοιάζει “το φύσει πολιτικόν ζώον”, ως “μόνον γαρ λόγον έχον”, να είναι μια αρχή. Αντί για ένας πρόλογος. Ως εκ τούτου το να επιμένει κανείς σ’ αυτό είναι μάλλον ζήτημα αρχών.

    Το πρόβλημα που, κατά τη γνώμη μου, εγείρεται δεν είναι σε σχέση με το αν η πολιτική είναι μια “τέχνη” με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Αλλά το αν η δημοκρατία ή εν γένει η πολιτική, οι πολιτείες ή τα πολιτεύματα είναι ζητήματα “τεχνικά” ή “τεχνολογικά” με τη σύγχρονη έννοια των όρων.

    Παρ’ όλο, δηλαδή, που θα μπορούσε κάποιος σχετικά δοκίμως να ισχυριστεί ότι η τέχνη και η τεχνική είναι κι αυτές στην ανθρώπινη φύση, δεν θα μπορούσε να μη υποψιάζεται ότι είναι δυνατόν να αναπτύσσεται μια τεχνική διαδικασία, με την οποία διαστρέφεται η “φύση του πράγματος”.

    Ένα τέτοιο πράγμα, χωρίς να το προσάπτω στη δική σου πρόταση – το αντίθετο μάλιστα – και στη δική σου πρόθεση, ενδεχομένως να μπορούσε κανείς να το κατηγορήσει στην πραγματικότητα του σύγχρονου δυτικού κράτους. Να ισχυριστεί δηλαδή, ότι κάθε άλλο παρά είναι ο σκοπός του, να ενεργοποιήσει με την “πολιτική τέχνη” την πολιτική φύση του ανθρώπου. Ενδέχεται να μη το απασχολεί παρά μόνο η έννοια της επιτεύξεως ενός αποτελέσματος εκ των προτέρων ορισμένου ως αληθούς περισσότερο, αντί η φυσική δυνατότητα του ανθρώπου με την διά του λόγου κοινωνία του αγαθού και βλαβερού, του δικαίου και αδίκου (τα δίπολα ως ο αριστοτελικός ορισμός του φάσματος της κοινωνίας λόγου των ανθρώπων που αφορά την πολιτική) να διαμορφώνει την κοινωνία αυτή πολιτικά (να την διαμορφώνει σε πόλη). Είναι το σύγχρονο κράτος μια μηχανή, παρά μια πόλη. Μάλλον ενδιαφέρεται να παράγει ως αποτέλεσμα ένα εκ των προτέρων τιθέμενο σκοπό, παρά να λειτουργεί ως η ανθρώπινη κοινωνία που αναζητά στην πράξη να βρει τον αληθή προσδιορισμό αυτού του σκοπού, να βρει την αλήθεια για το κοινό συμφέρον των πολιτών, να αποφασίσει δηλαδή ελευθέρως περί του πρακτέου. Αποφασίζω περί του πρακτέου, σημαίνει δεν έχω ακόμα αποφασίσει. Συζητώ για το κοινό συμφέρον, φανερώνει μάλλον την απορία μου σχετικά με το ποιο είναι αυτό.

    Σ’ αυτό το σημείο είναι η διαφωνία μου στη θεώρησή σου. Πολύ πριν μιλήσει κανείς για την αμεσοδημοκρατία, έστω και σαν ουτοπική άπαξ μόνο ιστορική κατάκτηση του ανθρώπου που δεν είναι δυνατόν να επαναληφθεί (άραγε αν κάτι που έγινε δεν μπορεί να ξαναγίνει, τότε πώς θα ορίζεται αυτό το ίδιο το “δυνατόν” ; Κατά φαντασίαν; ) , πολύ πριν μιλήσει για μια συγκεκριμένη οργανωτική δομή της πόλεως, όπως το πολίτευμα, δεν είναι άραγε αναγκασμένος να μιλήσει για την ίδια την πόλη και την πολιτική; Δεν είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε πρώτα ελεύθεροι από τον εξαναγκασμό που είναι η κατεχόμενη (από ποιον άραγε; Και πού να τον βρούμε αυτόν; Συμφωνούμε άραγε προς τα πού να ψάξουμε; ) αλήθεια, για να συζητήσουμε θεσμοθετημένα ύστερα σαν άνθρωποι περί του πρακτέου;

    Η πόλη, και κατ’ επέκταση η πολιτική, είναι ένας τρόπος να επιχειρούν οι άνθρωποι να βρουν αυτή την αλήθεια, να βρουν τι θα πράξουν. Και να το επιχειρούν εν ελευθερία. Και ως εκ τούτου απέχει πολύ από το να είναι μόνο, το να προσπαθούν να εφαρμόσουν κάτι που κάποιος άλλος βρήκε και τους επιβάλλει δια του συσχετισμού των δυνάμεων. Το να προσπαθώ να εφαρμόσω εκείνο που κάποια δεσποτεία μού επέβαλλε, προσιδιάζει μάλλον σε αγέλη λύκων και νόμο ζούγκλας, ή πάντως μη πολιτικών ανθρώπων, ενώ το να αποπειρώμαι να ορίσω από κοινού το “σώφρον” και το “κατά φύσιν” , ή απλώς το κοινό συμφέρον και το πρακτέο (π.χ. να είναι ή να μη είναι δημόσια ή ιδιωτικά ή μεικτά τα νοσοκομεία ή τα σχολεία ή τα θέατρα; Να είναι ή να μη είναι έτσι ή αλλιώς οργανωμένη η παραγωγή; Πόσα χρήματα να δαπανηθούν σε δημόσια έργα και πόσα σε εξοπλισμούς; * ) είναι ο γενικός χαρακτήρας εκείνου που ονομάζεται ελληνιστί πολιτική κι όχι βέβαια διεθνώς πόλιτικς.

    Με μια θεωρητική και παρωχημένη ίσως διατύπωση θα ισχυριζόμουν πως πολιτική ενδεχομένως να είναι η τέχνη των ανθρώπων να μεταποιούν την ανάγκη σε ελευθερία. Και ο τόπος, όπου μια τέτοια μετουσίωση λαμβάνει χώρα εν χρόνω, είναι η φυσική κοινωνία που ονομάζεται πόλις.

    Αν λοιπόν είναι να μιλήσουμε για άρχοντες και αρχομένους, πρέπει κατά τη γνώμη μου να διακρίνουμε τα δύο διαφορετικά πράγματα που είναι: αφενός οι πολίτες που άρχουν και άρχονται εν ελευθερία και αφετέρου οι “πολιτικοί” (καταχρηστικώς) που άρχουν και οι υπήκοοι που άρχονται εν κράτει, ή η “άρχουσα τάξη” η οποία κατέχει το κράτος ως μηχανισμό επιβολής της δυνάμεώς της και οι “πληθυσμοί” ως “κοινωνία” κατεχομένη.

    Η κοινωνία κατέχεται, όταν κάτι έξω από την αμεσότητα του λόγου παίζει το ρόλο του διαμεσολαβητή ανάμεσα στους ανθρώπους. Αφού η κοινωνία είναι η βασική για τον άνθρωπο πραγματικότητα να ζει μιλώντας με άλλους ανθρώπους. Αν κάποιος διαμεσολαβήσει αυτή την κοινωνία ως κάτοχος-ρυθμιστής (τέτοιο είναι το σύγχρονο δυτικό κράτος, με το πρόσχημα της εξυπηρετήσεως της ανάγκης) , γίνεται αυτός που ορίζει το πώς θα λέγουν, θα σκέφτονται και θα αποφασίζουν οι άνθρωποι. Και μπορεί να υπάρχει ισχυρή έμφυτη αντίσταση των ανθρώπων σε κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι καθένας φυσικά λέει – και καλά κάνει – ό,τι του κατέβει στο κεφάλι, αλλά τίποτα δεν εγγυάται ότι αυτή η έμφυτη τάση θα εκφράζεται στην κοινή ζωή, ότι θα γίνεται δημόσιος λόγος, ότι θα εκφράζεται ως πολιτική μέσα σε πόλη ή μέσα σε πολιτική κοινωνία. Άλλο λοιπόν άρχων και αρχόμενος εντός πόλεως. Και άλλο κυβερνήτης και υπήκοος εντός σύγχρονου κράτους.

    Για να δώσω ένα άλλο παράδειγμα ιστορικό, προφανώς όταν, ας πούμε, στην πόλη της Σπάρτης μιλούσαν για την πολιτική διάσταση του άρχειν και του άρχεσθαι, δεν συμπεριελάμβαναν στους αρχομένους σπαρτιάτες πολίτες καί τους είλωτες, ως βία απεστερημένους της ελευθερίας και της πολιτικής ιδιότητας, ως κατεχομένους. Ως αρχομένους πολίτες ήξεραν όσους με δικαίωμα συμμετοχής στην Απέλλα δεν τύχαινε να είναι έφοροι, βασιλείς ή γερουσιαστές ή ασκούντες κάποια άλλη αρχή. Ή και τους γερουσιαστές, στο βαθμό που δεν ήταν βασιλείς, ή και τους βασιλείς αμφοτέρους, στο βαθμό που δεν ήταν έφοροι.

    Τόσο, λοιπόν, η έννοια, όσο και η πραγματικότητα του Δήμου δεν μπορεί να οριστεί παρα μόνο ως το σύνολο εκείνο των ανθρώπων που απολαμβάνουν το καθεστώς του ελευθέρου πολίτη. Εκείνων δηλαδή των ανθρώπων που μετέχουν αρχής και κρίσεως. Σε ποιο βαθμό και ποιοι και πού και πότε και πώς μετέχουν, μπορεί να ορίζει το χαρακτήρα του πολιτεύματος, αλλά δεν ορίζει την ιδιότητα του πολίτη. Την ιδιότητα αυτή την ορίζει ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας. Το να είναι δηλαδή η κοινωνία αυτή πολιτική κοινωνία. Και οι ολιγαρχικές και βασιλικές πόλεις είχαν δήμο. Δεν ήταν δημοκρατικές, κρινόμενες από το βαθμό συμμετοχής του στην αρχή και την κρίση. Είχαν όμως πολίτες, διότι ήταν πόλεις. Και είχαν σώμα πολιτών πολιτειακά συγκροτημένο, το κοινό των πολιτών. (Όπως και να ονομαζόταν αυτό το σώμα, το οποίο τις περισσότερες φορές, και τουλάχιστον ως Εκκλησία ή Απέλλα, ονομαζόταν από την κλήση του πολίτη να μετάσχει προσωπικά σ’ αυτό το σώμα. Από την προσωπική κλήση, δηλαδή με το όνομά του, ως προσώπου, στο βαθμό που μπορώ να καλώ κάποιον του οποίου γνωρίζω το όνομα.) Αυτά γίνονται στην πόλη. Δηλαδή εκεί όπου μόνο ορίζεται κατά κυριολεξία η πολιτική και ο πολιτισμός.

    Τα κράτη απ’ όσο γνωρίζω δεν είναι πόλεις. Κι αν φαίνεται πολύ στενή αυτή η διατύπωση, τα κράτη, απ’ ό,τι μού φαίνεται, δεν συγκροτούν πολιτική κοινωνία, με την έννοια ότι δεν αποτελούν εκείνο το καθεστώς ελευθερίας στο οποίο οι πολίτες είναι οι κύριοι των αποφάσεών τους για την κοινή τους ζωή, ως όφειλε να συμβαίνει, μιας και η ζωή “δική” τους είναι. Η συναίνεσή τους να ζουν τη ζωή τους ως προσδιοριζόμενη από άλλους, εξασφαλίζεται μάλλον με τον ένα ή άλλο τρόπο αναγκαστικά, δια του κράτους, ενίοτε δε και δια της αδερφής του της βίας. Αυτό ως προς το σημείο ιι ** .

    Αν δηλαδή οι πολίτες (άρχοντες και αρχόμενοι) δεν αποφασίζουν οι ίδιοι για την κοινή τους ζωή, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για “πολιτική πράξη”, αν αυτή τη δεύτερη την δούμε ως πράξη που εφαρμόζει εκείνη την απόφαση. Παρά μόνο για εξουσιαστική πράξη. Με έτοιμη εκ των προτέρων την απόφαση για το τί είναι δίκαιο ή συμφέρον. (Στο μυαλό μου αντιτίθεται κάπως η έννοια “εξουσία” από την έννοια “αρχή” , αλλά δεν θα επεκταθώ). Και εδώ εντοπίζω τη διαφωνία μου ως προς το σημείο ι.

    Δεν θα απαντήσω στο τρίτο σημείο κι έτσι δεν θα αναλύσω περισσότερο το κρίσιμο και ουσιώδες, κατ’ εμέ, περί του συγκροτημένου πολιτειακού σώματος (εκκλησίας ή συνέλευσης) εντός του οποίου υλοποιείται και εικονίζεται η πραγματικότητα της πολιτικής κοινωνίας, ως εκείνης της κοινωνίας η οποία συγκροτείται εκ της φυσικής ιδιότητας του ανθρώπου να λέγει και μετά να πράττει ή καλύτερα να πράττει προσδιορίζοντας από κοινού πρώτα την πράξη του με το λόγο, δηλαδή να πράττει αποφασίζοντας και όχι από του αυτομάτου. Αλλιώς κάθε ανθρώπινη ενέργεια θα ήταν πράξη ή αλλιώς και τα άλογα ζώα θα έπρατταν. (Το “από κοινού” , σημαίνει περίπου, πως δεν είναι δυνατόν να υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να λέγει, για να μιλάει μόνος του ή για να σκέφτεται μόνο. Αλλά για να μετέχει κοινωνίας, και απλοϊκώ τω τρόπω για να μιλάει με τους άλλους. Επομένως, αν είναι να λέγει, για να πράττει, τότε θα το κάνει από κοινου. Ειδικά δε αν πρόκειται για κοινή πράξη ή για κοινή ζωή, την οποία όλοι μαζί θα πράξουν ή θα ζήσουν. Αλλιώς αν δεν έχω συναποφασίσει, τι άλλο θα εξασφαλίσει ότι θα συμμετέχω στην πράξη εκτός από την αναγκαστική βία ή την εκβιαστική ανάγκη; )

    (Με τον μη διαχωρισμό της παιδείας από τους θεσμούς συμφωνώ τελείως, ως προς την παιδεία που άπτεται της πολιτικής. Αν όλη η παιδεία άπτεται της πολιτικής, τότε ως προς όλη την παιδεία. )

    Άφησα για το τέλος τη σχετική συμφωνία μου ως προς τους δυο στόχους (α και β) που θέτεις. Συμφωνώ με την θεμελίωση της εκτελεστικής εξουσίας στην αυτοδιοίκηση της τοπικής κοινωνίας, τουλάχιστον ως ανάληψη εκ μέρους της της φορολόγησης και της δημόσιας δαπάνης για τις περισσότερες “κοινωνικές λειτουργίες” όπως λές. Αλλά συμφωνώ στο βαθμό που αυτή η διοίκηση θα είναι αυτο-διοίκηση. Για να γίνει κάτι τέτοιο θεωρώ πως πρέπει η τοπική κοινωνία να είναι οργανωμένη με τον πολιτικό τρόπο, περίπου όπως επιχείρησα να τον σκιαγραφήσω, έστω και σε αδρές γραμμές.

    Θα ήθελα λοιπόν να ρωτήσω, γιατί η τοπική – μικρής κλίμακας – κοινωνία δεν μπορεί να διοικηθεί με σύγχρονους όρους, όπως μια πολιτική κοινωνία (όπως μια πόλις) ; Ή αλλιώς τί καθιστά στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ουτοπικό το Σύνταγμα του Ρήγα; Ή στις αρχές του εικοστού πρώτου τη Δημοκρατία;

    Ας μού συγχωρεθεί η επιμονή, αλλά εννοώ Δημοκρατία με Δήμο, “ως πλέγματος σχέσεων ευθύνης (κοινής πολιτικής πράξης) των πολιτών. Σχέσεων ευθύνης (δηλ. εξουσίας) που διαπερνούν ενιαία τον ιδιωτικό και τον δημόσιο χώρο, ενώνοντας τους πολίτες ως άρχοντες και αρχόμενους” , ναι. Αλλά και με πολιτειακό σώμα που να δίνει σάρκα και οστά στο Δήμο, χωρίς να τον αφήνει μια πλασματική οντότητα***, που συνίσταται σε χαρτιά και δικαιώματα γραμμένα, αντί να συγκροτείται και να συνίσταται στην πραγματικότητα της ευθύνης και της αποφάσεως (αρχής και κρίσεως) για το πώς θέλει να ζει τη ζωή του και πώς ορίζει και ρυθμίζει αυτή την κοινή ζωή. Γιατί όχι “συνέλευση” , είναι εφικτότερο το συνέδριο ενός κόμματος ή μιας μετοχικής εταιρίας; Ή μήπως είναι μικρότερα “τα συμφέροντα” που διαχειρίζεται η πολιτική και η Δημοκρατία, από αυτά ενός κόμματος ή μιας πολυμετοχικής; Και πόσο μικρότερα; Δεν φτάνουν, ωστε να γίνουν “τα αδύνατα δυνατά” ;

    ___________________
    * Γι’ αυτά τα ζητήματα ποιος θα αποφασίσει και θα αποφασίζει, αν όχι αυτός τον οποίον αφορούν; Κάποιοι απαντούν : εκείνοι που ξέρουν. Αλλά αυτοί δεν εξηγούν ποιοι είναι εκείνοι και ποιος θα τους ορίσει, ποιος θα τούς καλέσει και πώς θα τούς δεσμεύσει να κάνουν αυτό που γνωρίζουν για το κοινό συμφέρον και όχι για το εξίσου γνωστό τους ίδιον ή μερικόν συμφέρον.
    Ας πούμε, αν δεν είμαι, μαζί με τους συνιδιοκτήτες, εγώ, ο κάτοχος του οικοπέδου και άσχετος από οικοδομική, εκεί που ο αρχιτέκτων ειδικός μού χτίζει το σπίτι που εγώ παρήγγειλα, με το κόστος που συμφώνησα, με το σχέδιο που μού άρεσε, τότε γιατί δεν θα βρεθώ προ δυσάρεστης εκπλήξεως όταν αντικρύσω το σπίτι που μού έχτισε ο ειδικός για μένα χωρίς εμένα; Και πόσο θα δυσαρεστηθώ αν επισκεφτώ το οικόπεδο και αντικρύσω ένα αυτόκλητο ή ετερόκλητο ειδικό να μού χτίζει ένα σπίτι έχοντας εκδώσει στο όνομά μου δάνειο με υποθήκη του οικοπέδου, χωρίς εγώ να ξέρω τίποτα και χωρίς να έχω τρόπο θεσμοθετημένο και εφαρμόσιμο να σταματήσω τις εργασίες (επαφίεται ο τρόπος εις τον πατριωτισμό μου) , επειδή αυτό το δικαίωμα το έχω εκχωρήσει σε ένα πληρεξούσιο που πληρώνεται από τον αρχιτέκτονα με το αναγκαστικό δάνειο που πήρε στο όνομά μου. Θα πρέπει, λέει, δεδομένης της μη αλλαγής της συμπεριφοράς του πληρεξουσίου, να περιμένω τέσσερα χρόνια για να τον αλλάξω με κάποιον άλλο πληρεξούσιο, που πάλι το ίδιο θα κάνει, αφού αυτό είναι το επάγγελμά του κι αφού ούτε πλατωνικός γνώστης είναι ούτε ανιδιοτελής χριστιανός Άγιος. Εν τω μεταξύ, πληρεξούσιος και αρχιτέκτων χτίσανε το σπίτι, το νοίκιασαν ή το πούλησαν μαζί με μέρος του οικοπέδου, κι εγώ αν βάλω τις φωνές θα φάω και ξύλο, γιατί απειλώ τη θεσμική νομιμότητα. Φυσικά και την απειλώ. Ή καλύτερα θα ήθελα να την απειλήσω, αλλά συναινώ δουλοπρεπώς, διότι η «κοινή λογική» και η «αίσθηση του ρεαλισμού» (δεν γίνεται να αποφασίσεις για το οικόπεδο, διότι δεν ξέρεις, διότι είναι πολλοί οι συνιδιοκτήτες, διότι η ανθρωπότητα προόδευσε τόσο που ξαναγύρισε στους Φαραώ, διότι…, διότι…, διότι…) επιβάλλει δια ροπάλου ότι θα εκλείψω ή θα μου απαγορευθεί δια της φυλακίσεως και να κοιτάζω ή να περιπατώ στην επικράτεια του οικοπέδου. Προς τούτοις θα επιβαρυνθώ και του κόστους των εργασιών, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να εργάζομαι σαν το σκυλί, και οικόπεδο να μην έχω και σπίτι να μη μπορώ να χτίσω. Παρ’ όλο που εγώ το φυλάω με τη ζωή μου και με τον όρκο μου (μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός μου) , αν τύχει κι έρθει κανείς να μού το κλέψει. (Το “μού” καταχρηστικά – περιγελαστικά). Κι όλα αυτά επειδή δεν μπορούμε οι συνιδιοκτήτες να συνέλθουμε και να αποφασίσουμε οι ίδιοι. Είναι αυτά ουτοπικά πράγματα που συνέβησαν (αν κιόλας συνέβησαν) παλιά, πολύ παλιά, τότε που η ανθρωπότητα δεν είχε φτάσει στο σημείο μιας τέτοιας, σαν τη σημερινή, προόδου. Θα προτιμούσα να είμαι μπροστά την ώρα που ο ειδικός ασκεί επάνω μου την ειδικότητά του. Να τον καλώ εγώ, να κρίνω αν μού κάνει εγώ, να τον ελέγχω εγώ και να τον αποπέμπω εγώ. Όπου εγώ να είναι η ελεύθερη πολιτική κοινωνία. Της οποίας ο τόπος είναι ιστορικά αυτός εδώ ο τόπος.

    ** Έχεις δίκιο να χαρακτηρίζεις “στυλ” ορισμένες θεωρήσεις περί “άμεσης δημοκρατίας” . Αλλά δεν μπορώ να δεχτώ ότι μια ιστορική κατάσταση καθίσταται αδύνατη με κάθε τρόπο στο παρόν ή στο μέλλον, μόνο και μόνο επειδή συνέβη στο παρελθόν. Δεν θα ξανασυμβεί βέβαια ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, αλλά μεγάλος πόλεμος μάλλον είναι τουλάχιστον δυνατόν, κι όχι ουτοπικό, να ξανασυμβεί. Αν λοιπόν το “πολεμικό” γεγονός συνέβη στο παρελθόν κι αυτό το καθιστά δυνατό και για το μέλλον, τότε και το “πολιτικό” γεγονός είναι δυνατόν να επανεμφανιστεί, ως τρόπος οργάνωσης της ανθρώπινης κοινωνίας. Και μάλιστα αν αυτός ο τρόπος είναι φυσικός για τον άνθρωπο. Δεν είναι, φαντάζομαι, ότι ο άνθρωπος έπαψε να είναι άνθρωπος, γι’ αυτό και, συντασσόμενος με το “γιγνόμενα και αεί εσόμενα και τοις είδεσι διηλλαγμένα” , πιστεύω ότι είναι δυνατόν να επανεμφανιστεί το αίτημα και η πραγματικότητα της πολιτικής ελευθερίας στην Ιστορία, αφού έχει εμφανιστεί περισσότερες από μία φορές ήδη. Αν δεν είναι έτσι, γιατί τόση κουβέντα για Δημοκρατία;

    Εξ αιτίας αυτής μου της πεποίθησης έθεσα αρχικά το ερώτημα περί φύσει πολιτικού ζώου. Και πολιτικό στην αριστοτελική φράση σημαίνει: με τον τρόπο της σύγχρονής του πόλεως, ανεξάρτητα από το πολίτευμά της. Σε διαφορά, ας πούμε, με το κράτος του Δαρείου. Πάντως για δημοκρατία ή για πολίτευμα ή για πολιτική τέχνη σε κράτος σαν του Δαρείου θα ήταν κωμικό να μιλήσει κανείς στα ελληνικά, τότε. Τώρα, που αυτή η ανθρώπινη γλώσσα πάει να ξεχαστεί κι εγώ είμαι αναγκασμένος να ξεστομίζω «σπασμένες φράσεις από ξένες γλώσσες» , προκειμένου να κατανοήσω τι πάει να πει άνθρωπος και τι Ελευθερία, κάπως μπορεί να βολευτεί το πράγμα. Με διακηρύξεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλους τέτοιους βιβλικούς δεκαλόγους ή Μεσαιωνικές δίαιτες και παπικές βούλες, φετφάδες και φιρμάνια. Από κατακτήσεις άλλο τίποτα.

    *** Εδώ το θεσμοθετημένο σώμα της Βουλής έχει απολέσει, παρά τον κεντρικό συνταγματικό του ρόλο, τον αποφασιστικό του ρόλο, έχοντας μεταμορφωθεί σχεδόν σε “πιστωτικές μονάδες” της Κυβερνήσεως και του Πρωθυπουργού, απ’ όταν έχασε την εξάρτησή του ο αντιπρόσωπος-βουλευτής από την εκλογική του περιφέρεια, σχέση που διαμεσολαβήθηκε από τη Διαφήμιση, τα ΜΜΕ και τα παντοειδώς οργανωμένα ιδιωτικά συμφέροντα. Ενώ αυτή η άμεση διασύνδεση της τοπικής κοινότητας και ενός εξ αυτής απεσταλμένου βουλευτή ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο απεκλήθη καταχρηστικά ο κοινοβουλευτισμός Δημοκρατία. Αφού υποτίθεται ότι αυτή η σχέση θα εξασφάλιζε την δέσμευση της ασκούμενης πολιτικής στην κοινή βούληση των “πολιτών” , έστω εν ευρεία εννοία νοούμενη μια τέτοια δέσμευση. Ο περισσότερος κόσμος έχει την γνώμη σήμερα, ότι εκλέγουμε Κυβέρνηση, ενώ προφανώς συνταγματικά πρέπει να εκλέγουμε Βουλή που εμπιστεύεται Κυβέρνηση. Η Βουλή έχει παρακαμφθεί ως προς τον ουσιαστικό ρόλο της, αν και τύποις λειτουργεί όπως προβλέπεται. Αν λειτουργούσε ουσιαστικά η Βουλή, όπως προβλέπεται συνταγματικά, δεν μπορώ να σκεφτώ ένα τρόπο με τον οποίο η ασκούμενη πολιτική θα αντέβαινε τόσο βαναύσως προς το κοινό περί δικαίου αίσθημα (το λεγόμενο) ή πώς θα έμενε τόσο κενός περιεχομένου ο Συνταγματικός όρος της Λαϊκής Κυριαρχίας, όρος που αποτελεί το θεμέλιο του πολιτεύματος στα χαρτιά.

    Το γιατί όμως η Βουλή δεν λειτουργεί ουσιαστικά πια – αν λειτουργούσε κάποτε – όπως προβλέπεται συνταγματικά, εκφράζοντας τη Λαϊκή Βούληση και πραγματοποιώντας τη Λαϊκή Κυριαρχία, δεν οφείλεται σε τεχνικούς – θεσμικούς λόγους. (Προφανώς όχι και σε “ηθικοπλαστικού περιεχομένου” λόγους, αφού δεν έπεσε ατιμία και ασυνειδησία στο χωριό ξαφνικά και μαγικά. Ούτε θα βρεθεί μια λύση του τύπου “πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία” . Αν η κοινωνία ιδιωτεύει αναγκαστικώς, ποιον να ντραπεί ο απατεώνας; Κι αν ο απατεώνας ή ο προδότης επιβιώνει και ανέρχεται και ευδοκιμεί κατά την απουσία της κοινωνίας, γιατί να μη το κάνει; ) Αλλά ενδεχομένως να οφείλεται σε ιστορικές συγκυρίες, σε συνθήκες που άλλαξαν και σχέσεις που μεταβλήθηκαν, σε Παγκοσμιοποιήσεις και σε απόπειρες για Παγκόσμιες Διακυβερνήσεις, οι οποίες ξεπερνούν τον Κοινοβουλευτισμό ως καθεστώς που γεννήθηκε για να ρυθμίσει αιώνων πριν σχέσεις, από πολύ καιρό τώρα αλλαγμένες. Αν είναι τέτοια ριζική η κρίση την οποία περνά η Δύση σήμερα, αν την πιστέψουμε στη διακεκηρυγμένη βούλησή της να αφήσει πίσω της την υπάρχουσα για μια “νέα” τάξη πραγμάτων, αιώνων ή όπως αλλιώς το λέει, τότε θα μπορούσαμε κι εμείς να κοιτάξουμε να μη απανθρωπιστούμε περισσότερο απ’ ότι απανθρωπιστήκαμε κι εκβαρβαριστήκαμε αποξεχνώντας όσα ελληνικά – κι ήταν αρκετά για “μαγιά” – διέσωζε ακόμα ο λόγος του Μακρυγιάννη και το ” ελευθέρως συλ-λογάσθαι” του Ρήγα, μαζί με το χορό τον αργόσυρτο όλων αυτών των απροσκύνητων κατσαπλιάδων Ηρώων, παλαιοτέρων και νεοτέρων, του Τόπου και του Τρόπου μας.

  5. Μακρηγόρησα πολύ, απ’ ό,τι φαίνεται. Ας συμπληρώσω και τις άλλες δυο σημειώσεις που δεν χώρεσαν.

    ** Έχεις δίκιο να χαρακτηρίζεις “στυλ” ορισμένες θεωρήσεις περί “άμεσης δημοκρατίας” . Αλλά δεν μπορώ να δεχτώ ότι μια ιστορική κατάσταση καθίσταται αδύνατη με κάθε τρόπο στο παρόν ή στο μέλλον, μόνο και μόνο επειδή συνέβη στο παρελθόν. Δεν θα ξανασυμβεί βέβαια ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, αλλά μεγάλος πόλεμος μάλλον είναι τουλάχιστον δυνατόν, κι όχι ουτοπικό, να ξανασυμβεί. Αν λοιπόν το “πολεμικό” γεγονός συνέβη στο παρελθόν κι αυτό το καθιστά δυνατό και για το μέλλον, τότε και το “πολιτικό” γεγονός είναι δυνατόν να επανεμφανιστεί, ως τρόπος οργάνωσης της ανθρώπινης κοινωνίας. Και μάλιστα αν αυτός ο τρόπος είναι φυσικός για τον άνθρωπο. Δεν είναι, φαντάζομαι, ότι ο άνθρωπος έπαψε να είναι άνθρωπος, γι’ αυτό και, συντασσόμενος με το “γιγνόμενα και αεί εσόμενα και τοις είδεσι διηλλαγμένα” , πιστεύω ότι είναι δυνατόν να επανεμφανιστεί το αίτημα και η πραγματικότητα της πολιτικής ελευθερίας στην Ιστορία, αφού έχει εμφανιστεί περισσότερες από μία φορές ήδη. Αν δεν είναι έτσι, γιατί τόση κουβέντα για Δημοκρατία;

    Εξ αιτίας αυτής μου της πεποίθησης έθεσα αρχικά το ερώτημα περί φύσει πολιτικού ζώου. Και πολιτικό στην αριστοτελική φράση σημαίνει: με τον τρόπο της σύγχρονής του πόλεως, ανεξάρτητα από το πολίτευμά της. Σε διαφορά, ας πούμε, με το κράτος του Δαρείου. Πάντως για δημοκρατία ή για πολίτευμα ή για πολιτική τέχνη σε κράτος σαν του Δαρείου θα ήταν κωμικό να μιλήσει κανείς στα ελληνικά, τότε. Τώρα, που αυτή η ανθρώπινη γλώσσα πάει να ξεχαστεί κι εγώ είμαι αναγκασμένος να ξεστομίζω «σπασμένες φράσεις από ξένες γλώσσες» , προκειμένου να κατανοήσω τι πάει να πει άνθρωπος και τι Ελευθερία, κάπως μπορεί να βολευτεί το πράγμα. Με διακηρύξεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλους τέτοιους βιβλικούς δεκαλόγους ή Μεσαιωνικές δίαιτες και παπικές βούλες, φετφάδες και φιρμάνια. Από κατακτήσεις άλλο τίποτα.

    *** Εδώ το θεσμοθετημένο σώμα της Βουλής έχει απολέσει, παρά τον κεντρικό συνταγματικό του ρόλο, τον αποφασιστικό του ρόλο, έχοντας μεταμορφωθεί σχεδόν σε “πιστωτικές μονάδες” της Κυβερνήσεως και του Πρωθυπουργού, απ’ όταν έχασε την εξάρτησή του ο αντιπρόσωπος-βουλευτής από την εκλογική του περιφέρεια, σχέση που διαμεσολαβήθηκε από τη Διαφήμιση, τα ΜΜΕ και τα παντοειδώς οργανωμένα ιδιωτικά συμφέροντα. Ενώ αυτή η άμεση διασύνδεση της τοπικής κοινότητας και ενός εξ αυτής απεσταλμένου βουλευτή ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο απεκλήθη καταχρηστικά ο κοινοβουλευτισμός Δημοκρατία. Αφού υποτίθεται ότι αυτή η σχέση θα εξασφάλιζε την δέσμευση της ασκούμενης πολιτικής στην κοινή βούληση των “πολιτών” , έστω εν ευρεία εννοία νοούμενη μια τέτοια δέσμευση. Ο περισσότερος κόσμος έχει την γνώμη σήμερα, ότι εκλέγουμε Κυβέρνηση, ενώ προφανώς συνταγματικά πρέπει να εκλέγουμε Βουλή που εμπιστεύεται Κυβέρνηση. Η Βουλή έχει παρακαμφθεί ως προς τον ουσιαστικό ρόλο της, αν και τύποις λειτουργεί όπως προβλέπεται. Αν λειτουργούσε ουσιαστικά η Βουλή, όπως προβλέπεται συνταγματικά, δεν μπορώ να σκεφτώ ένα τρόπο με τον οποίο η ασκούμενη πολιτική θα αντέβαινε τόσο βαναύσως προς το κοινό περί δικαίου αίσθημα (το λεγόμενο) ή πώς θα έμενε τόσο κενός περιεχομένου ο Συνταγματικός όρος της Λαϊκής Κυριαρχίας, όρος που αποτελεί το θεμέλιο του πολιτεύματος στα χαρτιά.

    Το γιατί όμως η Βουλή δεν λειτουργεί ουσιαστικά πια – αν λειτουργούσε κάποτε – όπως προβλέπεται συνταγματικά, εκφράζοντας τη Λαϊκή Βούληση και πραγματοποιώντας τη Λαϊκή Κυριαρχία, δεν οφείλεται σε τεχνικούς – θεσμικούς λόγους. (Προφανώς όχι και σε “ηθικοπλαστικού περιεχομένου” λόγους, αφού δεν έπεσε ατιμία και ασυνειδησία στο χωριό ξαφνικά και μαγικά. Ούτε θα βρεθεί μια λύση του τύπου “πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία” . Αν η κοινωνία ιδιωτεύει αναγκαστικώς, ποιον να ντραπεί ο απατεώνας; Κι αν ο απατεώνας ή ο προδότης επιβιώνει και ανέρχεται και ευδοκιμεί κατά την απουσία της κοινωνίας, γιατί να μη το κάνει; ) Αλλά ενδεχομένως να οφείλεται σε ιστορικές συγκυρίες, σε συνθήκες που άλλαξαν και σχέσεις που μεταβλήθηκαν, σε Παγκοσμιοποιήσεις και σε απόπειρες για Παγκόσμιες Διακυβερνήσεις, οι οποίες ξεπερνούν τον Κοινοβουλευτισμό ως καθεστώς που γεννήθηκε για να ρυθμίσει αιώνων πριν σχέσεις, από πολύ καιρό τώρα αλλαγμένες. Αν είναι τέτοια ριζική η κρίση την οποία περνά η Δύση σήμερα, αν την πιστέψουμε στη διακεκηρυγμένη βούλησή της να αφήσει πίσω της την υπάρχουσα για μια “νέα” τάξη πραγμάτων, αιώνων ή όπως αλλιώς το λέει, τότε θα μπορούσαμε κι εμείς να κοιτάξουμε να μη απανθρωπιστούμε περισσότερο απ’ ότι απανθρωπιστήκαμε κι εκβαρβαριστήκαμε αποξεχνώντας όσα ελληνικά – κι ήταν αρκετά για “μαγιά” – διέσωζε ακόμα ο λόγος του Μακρυγιάννη και το ” ελευθέρως συλ-λογάσθαι” του Ρήγα, μαζί με το χορό τον αργόσυρτο όλων αυτών των απροσκύνητων κατσαπλιάδων Ηρώων, παλαιοτέρων και νεοτέρων, του Τόπου και του Τρόπου μας.

  6. Αγαπητέ Ούτις, δεν ξέρω αν θα παραξενευτείς, αλλά δεν διαφωνώ στα λεγόμενά σου. Δέχομαι και τη διόρθωσή σου περί της πολιτικής φύσεως του ανθρώπου ως «αρχής» και όχι ως «προλόγου» (όπως αδόκιμα και βιαστικά είπα). Για τα υπόλοιπα δεν έχω να πω πολλά.

    Ίσως μερικά πράγματα να τα έθετα κάπως διαφορετικά, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει. Δέχομαι π.χ. την αντιδιαστολή αρχαιοελληνικής «τέχνης» και σύγχρονης «τεχνικής» και την πολιτική κατ’ επέκταση σημασία αυτής της διαφοράς όσον αφορά την πόλη ή την πολιτική κοινωνία. Αν και εγώ δεν θα παρουσίαζα αυτή τη διαφορά ως αντίθεση μεταξύ αρχαίων και συγχρόνων, διότι μια τέτοια προσέγγιση τη θεωρώ και ολίγον παραπλανητική, αφού το πρόβλημα υπήρχε ήδη από την αρχαιότητα, και, κυρίως, άγονη, διότι με τον τρόπο αυτό μένουμε στην περιγραφική και κατ’ ουσίαν στατική αντιδιαστολή δύο «τυπολογιών», καλών για θεωρητική ή ιδεολογική αντιπαράθεση, αλλά αδύναμων για να μας βοηθήσουν να βρούμε τα κλειδιά της δυναμικής μετάβασης από τη μία προσέγγιση στην άλλη. (Διότι, όπως θα έλεγε ο Μαρξ, το ζήτημα δεν είναι να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, αλλά να τον αλλάξουμε). Επαναλαμβάνω όμως πως για τη συζήτησή μας εδώ, όλα αυτά έχουν μικρή σημασία. Κατ’ ουσίαν συμφωνούμε.

    Ιδιαίτερα συμφωνώ με αυτό που λες ότι πριν μιλήσουμε για αμεσοδημοκρατία ή για οτιδήποτε άλλο παρόμοιο πρέπει να μιλήσουμε για την ίδια την πόλη και την πολιτική. Μου κάνει εντύπωση που λέτε ότι σ’ αυτό διαφωνούμε. Διότι εγώ αυτό ακριβώς προσπάθησα να κάνω εισάγοντας την έννοια της αρχής (ως εξουσίας) και τη σχέση αρχόντων και αρχομένων. [Παρένθεση: Το ότι εσείς δεν θα ταυτίζατε την αρχαιοελληνική «αρχή» με τη σύγχρονη «εξουσία» εμπίπτει σ’ αυτά που είπα ήδη παραπάνω. Δυστυχώς ή ευτυχώς και οι δύο αυτές προσεγγίσεις υπήρχαν ήδη από την αρχαιότητα (το ξέρουμε από τη διαμάχη φιλοσόφων και σοφιστών). Και το να χρεώνουμε την «κακή» προσέγγιση στους συγχρόνους και να πιστώνουμε την «καλή» στους αρχαίους είναι και ολίγον λάθος και πολύ άγονο (για τους λόγους που ήδη είπα). Εγώ προτιμώ να επιμένω ότι υπάρχουν δύο προσεγγίσεις της εξουσίας (και στην αρχαιότητα και σήμερα): η ιδιοτελής, στην οποία ο άρχων δεν είναι πραγματικός άρχων αλλά σφετεριστής και τελικώς «μη άρχων». Και αυτή του πραγματικού άρχοντος, που άρχει προς όφελος των αρχομένων (είναι μεγάλο το θέμα και δεν μπορούμε να το συνεχίσουμε εδώ). Κλείνει η παρένθεση.]

    Εισάγοντας λοιπόν την έννοια της «αρχής» (=εξουσίας), άνευ της οποίας δεν νοείται κατ’ εμέ «πολιτικό γεγονός», προσπάθησα στη συνέχεια να εξηγήσω γιατί κατά τη γνώμη μου η ουσία της πολιτικής δεν βρίσκεται στον τρόπο λήψεως των αποφάσεων (όπου επικεντρώνεται όλη η συζήτηση περί άμεσης δημοκρατίας), αλλά στην κοινή «πολιτική πράξη». Και προσπάθησα να αναζητήσω τα πεδία όπου (στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία) είναι δυνατόν να ανασυγκροτηθεί η σχέση αρχόντων και αρχομένων ως πολιτική λειτουργία με τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή του λαού.

    Πιθανόν η διαφορά μας να βρίσκετε αλλού. Στο ότι η δική σας σκέψη καθορίζεται από τη (στατική, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ) αντιδιαστολή της (ορθής) αρχαιοελληνικής προσέγγισης προς τη (λάθος) σύγχρονη. Και τη βάσει αυτής της τυπολογικής αντιπαράθεσης απορρίπτετε ό,τι δεν είναι αμιγώς σύμφωνο με το (ορθό) πρότυπό σας. Ενώ εγώ, όπως εξήγησα, στο επόμενο σημείωμά μου («Δευτερολογία» κλπ) κινούμαι με μια λογική μετάβασης ή μετάπλασης του υπάρχοντος. Όχι επιζητώντας την καθιέρωση του «ορθού» ή «καλού» προτύπου, αλλά με μια λογική «βελτίωσης» των πραγμάτων επί τη βάσει του ιστορικά εφικτού (τονίζω το «ιστορικά», που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το «πολιτικά»). Έτσι καταλήγω, όπως λέω στη «Δευτερολογία» σε μια σύνθεση ρεπουμπλικανικών και κοινοτικών στοιχείων.

    Χαίρομαι, πάντως, και ευχαριστώ για το ουσιαστικό και ευγενικό σας ενδιαφέρον, καθώς και για τις ίδιες τις απόψεις σας, που είναι εμφανώς προϊόν σοβαρής μελέτης και στοχασμού.

    ΒΞ

  7. Ξέχασα να σημειώσω ότι τις ειδικότερες ιδέες στο τέλος θα τις δω με προσοχή και θα επανέλθω. ΒΞ

  8. Αγαπητέ Βασίλη Ξυδιά, έχεις δίκιο ότι η περιγραφή μου βασίζεται στη στατική αντιδιαστολή. Να διευκρινήσω ότι μου φάνηκε πρόσφορο χάριν ευκολίας και κατά περίεργο τρόπο συντομίας. Προτίμησα έτσι μια αντιδιαστολή στη βάση των ορισμών και στη βάση των ιστορικών πραγματικοτήτων, όπως τις αντιμετωπίζει κανείς ως παρελθούσες περίπου γνωστές και μη εξελισσόμενες.

    Στην πραγματικότητα αναγνωρίζω απολύτως την ανεπάρκεια της τυπολογικής αντίθεσης να ανακαλύπτει το πραγματικό, αλλά την παραδέχομαι ως περιγραφικό σχήμα υπό όρους.

    Θέλω να βεβαιώσω ότι δεν εμφορούμαι από το πνεύμα της “αρχαιολατρίας” και νομίζω ότι αυτό που περιγράφω ως αντίθεση μεταξύ εξουσιαστικού μηχανισμού και ανθρώπινης ελευθερίας δεν είναι μια στατική αντιπαράθεση ανάμεσα στην αρχαιότητα και τη νεωτερικότητα, ούτε ανάμεσα σε ένα ορθό και ένα εσφαλμένο μοντέλο. Αλλά πιστεύω πως είναι δυο δυναμικές που αναπτύχθηκαν, αναπτύσσονται και θα αναπτύσσονται μέσα στην Ιστορία, όσο ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Ταυτοχρόνως, διαφορίζω μια τέτοια δυναμικότητα από το “δόγμα της προόδου” . Μιας θρησκευτικού τύπου μεταφυσικής δοξασίας της νεωτερικότητας στη δύση. Είναι προσωπική η πρόοδος εν χρόνω, κι όχι ίσως “ιστορική” ή “φυσική” . Είναι κι αυτή μια οντολογική παραδοχή. Κι όχι μια τυπική βεβαιότητα. Μια κατεύθυνση, κι όχι ίσως μια στάση.

    Προσωπικά, ο τρόπος της ελευθερίας μού αποκαλύπτεται ως προσπάθεια αυτογνωσίας, επομένως ας μού συγχωρεθεί ότι τον εντοπίζω ιστορικά στη διαχρονία αυτού του τρόπου που θα ονομάζαμε “ελληνισμός” . Αν δεν μού συνέβαινε αυτό, δεν θα μπορούσα να εξηγήσω, παρά μόνο ως σύμπτωση και άνευ ουσιαστικού νοήματος, το γεγονός ότι ορθοδόξως ακόμα λέω εκκλησία και μητρόπολη. Είναι κι αυτό μια ένδειξη. Άλλα όχι και μια απόδειξη που θα καταστρατηγούσε τη δυνατότητα της ελευθερίας του προσώπου, όπως θα φαινόταν ότι θα έκανε μια πάγια απόδειξη επί τέτοιων ζητημάτων. Οι αποδείξεις έχουν την τάση να λήγουν τα ζητήματα, ενώ αυτά παραμένουν ανοιχτά, θαυμαστά και απορίας άξια ερωτήματα, περιμένοντας πάντες τους ανθρώπους να ζήσουν τη ζωή, χωρίς να τους παγώνουν σαν έκθεμα σε μουσείο ή πτώμα στο προκρουστείως αναλυτικό “κρεβάτι της ανατομίας” . Ευτυχώς. Δόξα τω Θεώ!

    Ευχαριστώ για το διάλογο. Ανταποδίδω τις φιλοφρονήσεις. Και αναμένω να επανέλθεις, όποτε το επιθυμείς, επί των ειδικότερων ιδεών.

  9. Στο “αναγνωρίζω απολύτως την ανεπάρκεια της τυπολογικής αντίθεσης να ανακαλύπτει το πραγματικό” να συμπληρώσω κάπως βιαστικά, ότι η τυπολογική αντίθεση είναι πράγματι παραπλανητική, μιας και παρουσιάζει μόνο το φαινόμενο. Και τα φαινόμενα αρχαιόθεν απατούν.

  10. Ωραία! Μετά κι απ’ αυτές τις πολύ διαφωτιστικές διευκρινίσεις δεν ξέρω αν μένει τελικά κάτι άλλο να μας χωρίζει όσον αφορά τα γενικά. (Γιατί, για να είμαι ειλικρινής, το ότι αποφεύγω πλέον να μιλώ πολύ για “ελληνισμό”, όπως κατά κόρον το έκανα παλιότερα, είναι για μένα ένα είδος ασκητικού αυτοπεριορισμού κι όχι θεωρητική άποψη). Για τα ειδικότερα επιφυλάσσομαι. Φιλικά, ΒΞ

  11. Το καλύτερο θα ήταν να γίνει αλλαγή του πολιτεύματος σε Προεδρική Δημοκρατία, η οποία ευνοεί περισσότερο την ανάδειξη προσωπικοτήτων παρά κομμάτων, σε αντίθεση με την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία η οποία είναι κομματοστραφής. Οι εκλογές στην Προεδρική Δημοκρατία θα γίνονται σε δυο γύρους για να εκλέγεται πάντα πρόεδρος με απόλυτη πλειοψηφία. Προεδρική Δημοκρατία έχουν πολλά προηγμένα κράτη : ΗΠΑ, Γαλλία, Κύπρος, Ρωσία, κλπ.

    Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ξεκίνησε από την Αγγλία και εξυπηρετεί καλά την Αγγλική κοινωνία, όπου εκεί η κομματοκρατία και οικογενειοκρατία είναι αδιανόητες, σε αντιδιαστολή με την Ελληνική περίπτωση, όπου το πολιτικό αυτό σύστημα διαστρεβλώθηκε.

    Ενδεχόμενη αλλαγή πολιτεύματος στην Ελλάδα σε Προεδρικό, εξ’ ορισμού θα καταργούσε τα υπάρχοντα κόμματα, καθότι θα έθετε συνθήκες επανεκκίνησης λόγω της ανάγκης δημιουργίας νέων πολιτικών σχηματισμών που να είναι προσαρμοσμένοι στο νέο πολίτευμα.

    Η Ελλάς χρειάζεται αλλαγή πολιτεύματος και συντάγματος.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here