Συνείδηση και συστήματα εξουσίας

4
239

Γιώργης  Παπανικολάου

Πέρα απ’ την αποδοχή της αναμφισβήτητης βιολογικής εξέλιξης, το γεγονός της ανώτερης ή ηθικής συνείδησης προσδίδει στο ανθρώπινο είδος ένα ιδίωμα υπόστασης, το οποίο υπερβαίνει τη κλίμακα οποιασδήποτε μορφής νόησης υπάρχει στην έμβια ύλη του πλανήτη. Οτιδήποτε συνιστά την ανώτερη συνείδηση οφείλεται σ’ ένα είδος νόησης που προσδιορίζει μόνο την ανθρώπινη οντότητα, κι οδηγεί σε “υπερβατικές” καταστάσεις και συμπεριφορές, οι οποίες δεν φαίνεται να έχουν καμία ανταπόκριση με την οποιαδήποτε “λογική” αναγκαιότητα.


Το πλέγμα των ψυχικών καταστάσεων που δημιουργούνται μέσα από μια πολύπλοκη διαλεκτική διαδικασία μεταξύ των συνειδησιακών παραγόντων – Εγώ, Υπερ Εγώ, συνειδητό, ασυνείδητο – και των πρωταρχικών ορμέμφυτων δυναμικών διεκδικήσεων, τείνει σε μια σύνθεση και εξισορρόπηση αντίθετων ροπών ανάπτυξης του υποκειμένου, μέσα σ’ ένα περιβάλλον διαμορφωμένων και διαμορφούμενων κοινωνικών στερεότυπων.

Ερευνάται λοιπόν ο ρόλος και η σημασία των τριών αλληλεπιδράσεων – συνείδηση, ένστικτα, περιβάλλον – και αναζητείται η συνισταμένη ισορροπίας τους στη πορεία ανάπτυξης του υποκειμένου.
Τα ερωτήματα τίθενται σύμφωνα με ιδέες του Αριστοτέλη, που έχουν μια αποδοχή από υλιστές και ιδεαλιστές, όπως:
Κάθε τι έχει την αιτία της ύπαρξής του και, η φύση δεν κάνει τίποτα στα χαμένα κι όλα γίνονται σύμφωνα με κάποιο σκοπό.
Για τους υλιστές, από τον Δημόκριτο μέχρι τον Σαρτρ, αιτία και σκοπός συμπίπτουν, μέσα από μια σύμφητη μηχανιστική τάση και δυναμική της ύλης, σε μια και μόνη επιδίωξη, που δεν είναι άλλη πέρα απ’ την εξασφάλιση της ύπαρξης και της αναπαραγωγικής της συνέχειας. Μ’ αυτό το σκεπτικό, η ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου συνίσταται, λόγω της εξελιξής του, στα περισσότερα κυβικά εκατοστά του εγκεφάλου του. Όλες οι νοητικές – πνευματικές δραστηριότητες αξιολογούνται από το κατά πόσο, μέσα απ’ τη πράξη, έχουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης πιο ωφέλιμων και πιο ευνοϊκών συνθηκών διαβίωσης. Οποιεσδήποτε πνευματικές ενασχολήσεις δεν εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό, και αναλώνονται σε προσπάθειες μεταφυσικών αναζητήσεων, δεν έχουν καμία πρακτική σημασία, διότι ο άνθρωπος τελειώνει σαν υλική – πνευματική οντότητα με το αμετάκλητο γεγονός του θανάτου. Η αναζήτηση κάποιου είδους συνέχειας της ύπαρξης, δεν είναι παρά μια ενστικτώδης αντίδραση απέναντι στην έλευση του αναπόφευκτου τέλους. Εξ’ άλλου, σύμφωνα με τον Φρόιντ, οι εγκεφαλικές – πνευματικές λειτουργίες, που συνιστούν τη συνείδηση, έχουν άμεση σχέση ή επηρεασμό από τη δυναμική λειτουργία των ενστίκτων, σε μια διαλεκτική αντιπαράθεση με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.
Ο παράγοντας “συνείδηση” λοιπόν “τέμνεται” απ’ τη πρωταρχική σημασία των δύο άλλων παραγόντων, δηλαδή τα “ένστικτα” και το “περιβάλλον”, που τελικά ορίζουν και διαμορφώνουν τη πορεία ανάπτυξης της ύπαρξης. Η εξελικτική υπεροχή του ανθρώπινου εγκεφάλου δείχνει την εξαιρετική προσαρμοστικότητα του κυρίαρχου πλέον είδους, και τις τεράστιες δυνατότητες δημιουργίας ιδανικών συνθηκών διαβίωσης.
Οποιαδήποτε εκδήλωση της συνείδησης συμβάλει προς τη κατεύθυνση αυτή, θεωρείται ότι κινείται μέσα στα πλαίσια και στα όρια της φυσικής τάξης των πραγμάτων. Όποια άλλη πνευματική εκδήλωση δεν έχει αυτόν τον λόγο και σκοπό ύπαρξης, ανήκει στο χωρίς πρακτική σημασία “τμήμα” της συνείδησης που αποτελεί μια άτυχη και λανθασμένη επιλογή, που συνέβει στη διάρκεια της φυσικής εξελικτικής διαδικασίας. Το διαχρονικό δημιούργημα της ιστορίας και του πολιτισμού ξεπηδάει απ’ τη διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται στη συνεχή προσπάθεια καλυτέρευσης των συνθηκών διαβίωσης, μέσα απ’ την εκμετάλευση της δυνατότητας διαχείρισης κι επηρεασμού των κοινωνικών και φυσικών περιβαλλοντικών παραγόντων.
 
Η επιστήμη και η τέχνη δεν είναι παρά διαφορετικοί τρόποι προβολής των βασικών βιολογικών επιδιώξεων, για βελτίωση των όρων διαβίωσης απ’ τη μια, και ικανοποίησης της πνευματικής ανάγκης για ευχαρίστηση απ’ την άλλη.
Έτσι, στην υλιστική αντίληψη των πραγμάτων, η αλληλεπίδραση της συνείδησης διασπάται και απορροφάται απ’ τις άλλες δυο βασικές αλληλεπιδράσεις, τα ένστικτα και το περιβάλλον, μεταξύ των οποίων και αναζητείται η ισόρροπη ανάπτυξη της ύπαρξης. Το πνεύμα δεν έχει καμία υπερβατικότητα και, σαν μια μηχανιστική λειτουργία του εγκεφάλου, συμβάλει στην υποκειμενική ευτυχία επιδιώκοντας την ευχαρίστηση, που μπορεί να είναι από τις μακάριες ηδονές του Επίκουρου μέχρι και την ευδαιμονία της ατομικής επιβολής του Τόμας Χομπς (T. Hobbes).
Πάνω σ’ αυτή τη βάση μπαίνει και το ζήτημα της ηθικής και των αξιών σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, που μπορεί να περιλαμβάνει μια γκάμα διαφορετικών αξιολογήσεων, όπως: από την ωφελιμιστική ηθική του Χομπς μέχρι και τις αξίες που σηματοδοτεί το μανιφέστο του Μαρξ.
Όμως, η πρακτική αξιολογική αναφορά στο επιλεγμένο είδος και στη σύνθεση των κοινωνικών ηθικών στερεότυπων είναι ζήτημα καίριας σημασίας, για την εφαρμογή του όποιου συστήματος διαχείρισης της εξουσίας.
Αυτό είναι φανερό γιατί, απ’ όποια σκοπιά κι αν δει κανείς το πράγμα, το κοινωνικό περιβάλλον έχει σημαντικότατο ρόλο στη συνειδητοποίηση της ατομικότητας της ύπαρξης και της θέσης της στην ομάδα.
Έτσι λοιπόν, στη βάση μιας εμπειριοκρατικής κι εν τέλει υλιστικής θεώρησης, απ’ τη μια έχουμε την ατομοκεντρική ηθική του Τόμας Χομπς κι απ’ την άλλη την κοινωνιοκεντρική ηθική του Καρλ Μαρξ. Η βασική κοινή αφετηρία, δηλαδή η μονοδιάστατη υλιστική αντίληψη του Κόσμου και κατά συνέπεια της ανθρώπινης οντότητας, δεν εμπόδισε τη διατύπωση των δυο αντίθετων θεωριών.
Ο άνθρωπος του Χομπς διακατέχεται πλήρως απ’ τις φυσικές ορμέμφυτες ανάγκες του, κι εκεί αποσκοπούν όλες οι βουλητικές του εκδηλώσεις. Ο βασικός άξονας της ηθικής του Χομπς είναι το φυσικό δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διεκδικεί, με ότι μέσο διαθέτει, την απόκτηση του κάθε τι που μπορεί να του προσφέρει μια περιχαρακωμένη ευτυχισμένη ζωή. Το κάθε τι κρίνεται και αξιολογείται απ’ την ωφέλεια που μπορεί να έχει γι’ αυτόν τον σκοπό. Η περιχαράκωση είναι αναγκαία για την προστασία των κεκτημένων γιατί, αφού όλοι διεκδικούν τα ίδια πράγματα, αναπτύσσεται μεταξύ τους ο ανταγωνισμός, η διαμάχη και η προσπάθεια μιας δυναμικής επιβολής των απαιτήσεων, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει στη αλληλεξόντωση. Ο κοινωνικός ιστός διασώζεται από μια ισχυρή εξουσιαστική οντότητα (ηγέτης – κράτος), που έχει τη δύναμη να επιβάλει νόμους εξισορρόπισης των ατομικών και κοινωνικών συμφερόντων. Το ανθρώπινο ιδίωμα εξαντλείται λοιπόν στην ύπαρξη της λογικής, η οποία σώζει τους ανθρώπους από μια διαρκή εμπόλεμη κατάσταση. Ζητήματα συνείδησης αντίθετα προς τον ανώτατο υλικό ωφελιμιστικό σκοπό, όπως: αλληλεγγύη, αμοιβαιότητα κλπ. δεν μπορεί να προβλέπονται ή ρυθμίζονται ανάλογα απ’ το νομικό πλαίσιο.
Ο άνθρωπος του Μαρξ πραγματώνεται μέσα απ’ τη κοινωνική του δράση. Η ατομικότητα των απαιτήσεων περνάει μέσα απ’ τις απαιτήσεις του συνόλου, γιατί η κοινωνικότητα είναι πρώτιστη ανθρώπινη ανάγκη και μέσα απ’ αυτή γίνεται δυνατή η κατανόηση της υπαρκτικής του ταυτότητας. Εδώ η συνείδηση του ανθρώπου περιορίζεται και προσδιορίζεται από τη κοινωνική του ύπαρξη. Μέσα απ’ τη κοινή δράση εξασφαλίζεται πρώτιστα η επάρκεια των υλικών αγαθών και δημιουργείται η κοινωνική συνείδηση που, σε δεύτερη φάση, μπορεί να δημιουργεί τέχνη και πολιτισμό.
Ενώ λοιπόν το βασικό φιλοσοφικό υπόβαθρο των δυο αντίθετων θεωριών συγκλίνει στον προσδιορισμό και περιορισμό του ανθρώπινου ιδιώματος αποκλειστικά και μόνο σε μια εξελιγμένη μηχανιστική εγκεφαλική λειτουργία αυξημένων δυνατοτήτων και απαιτήσεων, η ουσιαστική διαφορά που χαρακτηρίζει τη μεγάλη τους αντίθεση έγκειται στη πρόταση του τρόπου χρήσης αυτού του ιδιώματος, στη πρακτική της όλης βιωματικής διαδικασίας. Στη λογική της ωφελιμιστικής ατομοκεντρικής ηθικής του Χομπς, η συνείδηση επιμερίζεται στις λειτουργίες που έχουν ως υπέρτατο σκοπό την ικανοποίηση των ατομικών αναγκών στον υπέρτατο βαθμό, πράγμα που, σαν δυνατότητα, πρέπει να διασφαλίζεται από την όποια εξουσία. Η βασική αρχή της φυσιοκεντρικής ηθικής για το δικαίωμα ικανοποίησης των ατομικών απαιτήσεων με κάθε πρόσφορο μέσο, παραπέμπει άμεσα στην επικράτηση του δίκαιου του ισχυρού και στο δικαίωμα της εκμετάλευσης, εκτός των άλλων πόρων, και των ανθρώπων που βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση. Η απόκτηση και η συσσώρευση δύναμης και πλούτου μπορεί ν’ αποτελεί τη βασική επιδίωξη κάθε ανθρώπου, μέσα σε μια κοινωνία που έχει σαν βασικό δομικό στοιχείο σύνθεσης αυτό το δικαίωμα. Στην άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν μπορεί να εμπλέκονται καταστάσεις που ανήκουν στο λανθασμένο και χωρίς φυσικό νόημα “τμήμα” της συνείδησης, όπως: αλληλεγγύη, αυταπάρνηση, οίκτος, αυτοθυσία κλπ. Έτσι, προκειμένου ν’ αποφεύγεται ο άμεσος αλληλοσπαραγμός, έρχεται η κρατική εξουσία και βάζει υποχρεωτικούς κανόνες – νόμους που “εξασφαλίζουν ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες”.
Απ’ την άλλη έχουμε τον αντίλογο στον τρόπο χρήσης του ανθρώπινου ιδιώματος, μέσα απ’ τον κοινωνιοκεντρικό χαρακτήρα της Μαρξιστικής πρότασης. Η έννοια της κοινωνίας λογίζεται ως η κύρια ανθρώπινη οντότητα και για λογαριασμό αυτής της οντότητας δημιουργείται η όποια ωφέλεια. Η ατομική συνείδηση διαμορφώνεται και κινείται στα πλαίσια της κοινωνικής συνείδησης. Η διαμόρφωση του “Εγώ” γίνεται σε απόλυτη συνάρτηση με το “Εμείς”, και η ορμέμφυτη πίεση για την άμεση ικανοποίηση των ατομικών απαιτήσεων τιθασεύεται και κατευθύνεται στο κανάλι των απαιτήσεων του κοινωνικού συνόλου. Αυτό σημαίνει ότι καταστάσεις που προέρχονται απ’ το “τμήμα” της ασύμβατης και “ασύμφορης” συνείδησης, όπως για παράδειγμα η αλληλεγγύη και η αυταπάρνηση, ενσωματώνονται στον τομέα της λογικότητας κι αποτελούν συνθετικό στοιχείο του πρακτικού βιωματικού έργου. ‘Ομως, η πρακτική εφαρμογή της Μαρξιστικής πρότασης δεν βασίζεται στην εθελοντική προσφορά των ατομικών προτάξεων στις προτεραιότητες του συνόλου, παρά σε μια καταναγκαστικού περιεχομένου υποχρέωση που προβάλλεται ως απαίτηση από μια ολοκληρωτική εξουσία. Έτσι ακυρώνεται επί της ουσίας η όποια θεωρητική πρόσληψη στοιχείων της ανώτερης ή ηθικής συνείδησης.
Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι:
Τόσο στη καπιταλιστική έκφρασης της ταξικής κοινωνίας του ατομοκεντρικού υλιστικού ωφελιμιστικού συστήματος, όσο και στο καθεστώς πραγμάτωσης του Μαρξιστικού θεωρητικού υλισμού με την εγκαθίδρυση μιας κομμουνιστικής αταξικής κοινωνίας, απουσιάζουν επί της ουσίας οι αξίες της ανώτερης ή ηθικής συνείδησης. Απουσιάζει δηλαδή το καθαυτού ανθρώπινο ιδίωμα, το οποίο έχει τη δυνατότητα να προσδώσει στον άνθρωπο τη πραγματική υπέρβαση της διασταλτικότητας των ενστίκτων του.
Μήπως αυτή η απουσία έχει σχέση με τη διαπιστωμένη αποτυχία των εφαρμοσμένων συστημάτων εξουσίας;
Μήπως ήρθε η ώρα να διερευνηθεί και να πραγματωθεί ο σκοπός ύπαρξης της ανώτερης ή ηθικής συνείδησης, μέσα από μια απόπειρα σύνθεσης στη διάρκεια της διαδικασίας δημιουργίας του μετανεωτερικού ανθρώπου;
Ο χρόνος θα δείξει.
πηγή:  antifono.gr

4 Σχόλια

  1. Αγαπητέ κ. Βαρελίδη,

    Συμφωνώ με το πνεύμα του σχολίου σας, αλλά θα μου επιτρέψετε να μη συμμεριστώ το απόλυτο της απαισιοδοξίας σας για τη παραπέρα πορεία του ανθρώπινου είδους.
    Η επισήμανση της υλιστικής βάσης του όποιουδήποτε συστήματος διακυβέρνησης κι εξουσίας, καταδεικνύει ότι στην ουσία της βιωματικής καθημερινότητας και στις σχέσεις συναλληλίας επικρατεί μια μέση ερμήνευση των πραγμάτων, η οποία ανταποκρίνεται σε καταστάσεις της κατώτερης συνείδησης και στη διαμόρφωση του “πνεύματος των καιρών” στη βάση μιας ατομοκεντρικής και ωφελιμιστικής αντίληψης.
    Έτσι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναδείξει ή να προσεγγίσει βιωματικά τις τελειότητες της ανώτερης συνείδησης (Λόγος, Βούληση, Αγάπη), πράγμα που έχει σαν επακόλουθο τη παρουσία ελλειπτικών τρόπων συμπεριφοράς, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, όπως: το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο τους άλλους και η μέριμνα των πολλών για τον άλλο ή τους άλλους, μπορεί να συνυπάρχουν ταυτόχρονα με την αδιαφορία του ενός για τον άλλο ή τους άλλους και την αμέριμνη αδιαφορία των πολλών για τον άλλο ή τους άλλους.
    Η αντιθετική αυτή συμπεριφορά δεν είναι παρά μόνο φαινομενικά αντιφατική, όταν το ενδιαφέρον και η μέριμνα ξεκινούν από ατομοκεντρικούς ορισμούς, που προσβλέπουν σε κάποια ωφελιμιστική ανταπόκριση ή ανταπόδοση. Όλ’ αυτά έχουν σαν φυσική συνέπεια και την εμφάνιση συμπεριφορών όπως: ο ένας εναντίον του άλλου ή των άλλων, ο ένας απομονωμένος από τον άλλο ή τους άλλους, ο ένας απροσπέλαστος απ’ τον άλλο ή τους άλλους κλπ.
    Όμως:
    Επειδή αυτές οι διαχρονικά αντιφατικές συμπεριφορές οδήγησαν στη σημερινή παγκοσμιοποίηση μιας σχιζοφρενικής αντίληψης της πραγματικότητας, η οποία έχει καταστήσει τον άνθρωπο εξάρτημα μιας μηχανής που λειτουργεί με μοναδικό σκοπό την ατέρμονη καταναλωτική μανία
    Επειδή αυτό οδήγησε και οδηγεί σε μια σταδιακή απονέκρωση κάθε ενεργειακής ικμάδας του πλανήτη και σε μια μεγαλύτερη υποβάθμιση της συνειδησιακής κατάστασης του ανθρώπου.
    Επειδή αυτή η κατάσταση έχει φτάσει στο σημείο βίωσης ενός εφιαλτικού παρόντος και της προοπτικής ενός ζοφερού μέλλοντος, που παραπέμπει σε εικόνες της αποκάλυψης.
    Επειδή συμβαίνουν όλ’ αυτά,
    Γι’ αυτό και τα σημάδια δείχνουν πως ήρθε η ώρα ν’ ακουστεί η φωνή της καταπιεσμένης ηθικής συνείδησης, η οποία θα συμβάλει στην αφύπνιση του ανθρώπου και στην έστω και σταδιακή απαγκίστρωση απ’ το σύστημα, πράγμα που θα αναδείξει τη πραγματική διάσταση της ανωτερότητας και της ουσίας του ανθρώπινου όντος.

  2. Η επί του Όρους ομιλία στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο είναι η απάντηση της συνείδησης στα ένστικτα και στο περιβάλλον (κοινωνικό και φυσικό).
    Την απάντηση αυτή την εφάρμοσε εξ ολοκλήρου , ο μόνος ίσως Χριστιανός , ο Γκάντι και μάλιστα πείθοντας έναν ολόκληρο λαό, δια του προσωπικού παραδείγματος όχι με λόγια, να γυρίσει και το άλλο μάγουλο στον ισχυρό της εποχής με αποτέλεσμα να νικήσει κατά κράτος τις αντιρρήσεις και τις αμφιβολίες για το αν αυτά γίνονται στην πράξη.Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για το τι μπορεί να καταφέρει η συνείδηση στην εξουσία (και όχι η φαντασία). Ο Γκάντι είναι η ενσάρκωση της επί του Όρους ομιλίας σε όλα τα επίπεδα (ατομικό, οικογενειακό, κοινωνικό, εθνικό).
    Ζητείται Γκάντι.

  3. [quote name=”Μ.Κ.”]Η επί του Όρους ομιλία στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο είναι η απάντηση της συνείδησης στα ένστικτα και στο περιβάλλον (κοινωνικό και φυσικό).
    Την απάντηση αυτή την εφάρμοσε εξ ολοκλήρου , ο μόνος ίσως Χριστιανός , ο Γκάντι [/quote]

    Τον ίδιο αιώνα με τον Γκάντι, στη χώρα μας, όχι στις μακρινές Ινδίες, έζησαν κάποιοι που ενσάρκωσαν τα παραγγέλματα της επί του Όρους ομιλίας κι επηρέασαν, περισσότερο μυστικά και λιγότερο φανερά (και συνεχίζουν να επηρεάζουν) μεγάλο κομμάτι του λαού μας: Οι άγιοι Νεκτάριος, Νικόλαος Πλανάς, Γεώργιος Καρσλίδης, Σάββας της Καλύμνου, Σιλουανός ο Αθωνίτης Αμφιλόχιος Μακρής, Φιλόθεος Ζερβάκος, Ιάκωβος Τσαλίκης, ο μέγας Πορφύριος, Παΐσιος, κλπ.
    Αν πληροφορηθεί κάποιος τα του βίου και τα μετά την κοίμησή τους, θα αντιληφθεί ότι η φράση σας “ο μόνος ίσως Χριστιανός, ο Γκάντι” (που τον εκτιμώ βαθύτατα) ηχεί σαν βλασφημία.
    Ας κοιτάξουμε πρώτα την αυλή μας, να βρούμε τους κρυμμένους θησαυρούς της και μετά μάλλον δεν θα έχουμε τα κότσια για τέτοιους ανεδαφικούς ισχυρισμούς.

  4. Δεν είναι κακό, κάποιες φορές , όταν η δική μας γη αργεί να καρπίσει για να μας θρέψει όλους , να τρεφόμαστε με προϊόντα της διπλανής γης. (Άλλωστε και ο Ελληνισμός σε περίοδο ανεπάρκειας πνευματικής τροφής,
    τράφηκε από την γη της Παλαιστίνης ).
    Ανέφερα τον Γκάντι γιατί είναι ο μόνος ο οποίος ,ασκώντας εξουσία , όχι δεν (δια)φθάρθηκε , αλλά έκανε πράγματα , μέχρι τότε αδιανόητα.
    Χωρίς να θέλω να συγκρίνω αγώνες και αγωνίες ανθρώπων,(που είναι μία ακόμη παγίδα του ενστίκτου), είναι διαφορετικό να ενσαρκώνεις την επί του Όρους ομιλία στην προσωπική σου ζωή, κλεισμένος ίσως σε κάποιο μοναστήρι, ή όχι , επηρεάζωντας τον μικρό ή μεγάλο περίγυρό σου και τελείως διαφορετικό να την ενσαρκώνεις ως ηγέτης που διαχειρίζεται την ύπαρξη και την ανεξαρτησία εκατομμυρίων ανθρώπων,ως έθνος.
    Απαντώντας στο τελευταίο ερώτημα του άρθρου (και αίρωντας την “βλασφημία”), μπορούμε να πούμε ότι ο Γκάντι είναι ο μόνος χριστιανομαρξιστής μετανεωτερικός άνθρωπος .
    Ο χρόνος δείχνει…….και το Όρος (ως θεωρία) και τον Γκάντι (ως πράξη).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here