Η τέχνη ανυπότακτη μορφή ελευθερίας

1
48

Συνέντευξη του Σωτήρη Σόρογκα στον Δημήτρη Κοσμόπουλο

Ερώτηση 1η

– Κύριε Σόρογκα … λένε και γράφουν πολλοί, ότι όλα στην εποχή μας έχουν ειπωθεί. Κατά τη γνώμη σας, που κινείται η ζωγραφική και ο εικαστικός χώρος σήμερα σε σχέση με αυτό το δεδομένο συμπέρασμα των πολλών ότι τα πάντα έχουν ειπωθεί;

Τους ανθρώπους τους απασχολούσαν πάντοτε – πέραν του τρόπου της επιβιώσεως – πολλά ακόμα ερωτήματα, όπως ο θάνατος, οι δυνάμεις της φύσεως ως ταυτισμένες με την θεότητα, η ζωή στην πολυμορφία της ή ο έρωτας, τόσο της ψυχής, όσο και του σώματος, με την υπόμνηση του Σεφέρη «πρόσεξε μην τ’ αναμείξεις». 

Σ’ αυτά τα ίδια ερωτήματα λοιπόν δόθηκαν πολλές φορές, κάτω απ’ τις εκάστοτε νέες συνθήκες της ζωής, υπέροχες απαντήσεις. Ωστόσο τα ερωτήματα παραμένουν μονίμως, αναπάντητα, τόσο στη ζωή, όσο και στην τέχνη. Η ζωγραφική, για την οποία με ρωτάτε, πιστεύω ότι έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο περιθώριο. Παρά το ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι ταυτισμένη μαζί της – σκέφτομαι τις βραχογραφίες των σπηλαίων, του Λασκώ και της Αλταμίρας – σήμερα έχει περιθωριοποιηθεί. Στον εικαστικό χώρο κυριαρχούν, σε καθεστώς ανοχής ή αδιαφορίας, τα χάπενινγκ, οι καλλιτεχνικές κατασκευές, τα βίντεο αρτ, συνθέσεις με έτοιμα αντικείμενα, δημιουργίες χώρων με εννοιολογικές αναφορές στην κοινωνιολογία, την πολιτική, την ψυχολογία και σε ό,τι άλλο μορφοποιείται από καλλιτέχνες, οι οποίοι αυτοσχεδιάζουν σε μια τέχνη άνευ κριτηρίων πέραν του τρόπου προβολής της. Σφοδρά λοιπόν «πνευματικώς προβληματισμένοι» καλλιτέχνες γίνονται ολοκαύτωμα σε μία «προσφορά» φιλοσοφίζουσα για την σωτηρία μας, αλλά πρωτίστως για την σωτηρία την δική τους. Γέμισαν οι πόλεις με αντίστοιχα Μουσεία, Μπιενάλε και Φεστιβάλ. «Το περιφερόμενο τσίρκο της κουλτούρας», όπως θα έλεγε ο Χανς Ενστερμπέργκερ και ο πόθος της παγκοσμιοποίησης επιτέλους πραγματοποιημένος.

Εκατοντάδες σύγχρονοι επαίτες χρυσοθήρες, γυρίζουν από χώρα σε χώρα κυνηγώντας τους παράγοντες που θα τους αναδείξουν. Το ίδιο και πλήθος – προοδευτικών βεβαίως – παραγόντων εργάζεται πυρετωδώς και ποικιλοτρόπως. Μόνον που δεν υπάρχει πλέον κοινό για τις περισπούδαστες «προτάσεις» τους με χρήματα του κράτους ή φιλόδοξων χορηγών που ποντάρουν σε σακατεμένα άλογα. Η ζωγραφική, όπως και η ποίηση άλλωστε, δεν προσφέρεται για μεγαλόπνοες και φιλόδοξες ιδέες. Είναι μια αίσθηση για λεπτούς ανθρώπους που κατανοούν περισσότερα από τις σιωπές τους. Η ζωγραφική είναι μια «γλώσσα» που προϋποθέτει την γνώση. Γι’ αυτό μπορεί να αφηγηθεί με την οικονομία των μέσων της, πάνω σ’ ένα πανάκι σημαδεμένο με χρώματα και σχήματα, έναν ολόκληρο μύθο, ακόμα και τον μύθο της πατρίδας. Ο Ζαν Κλαιρ, ένας διακεκριμένος ιστορικός τέχνης, ένθερμος θαυμαστής της ζωγραφικής, αναπολεί τα Μουσεία όπου έμπαινε κανείς με κατάνυξη απ’ την αισθητική συγκίνηση που απέπνεαν, εν σιωπή, αληθινά έργα τέχνης. Είναι παρήγορο το ότι υπάρχουν και σήμερα αρκετοί ζωγράφοι, οι οποίοι πιστεύουν στην δυνατότητα που παρέχει το σχήμα και το χρώμα να συμπυκνώνει έννοιες και συναισθήματα σε μια μικρή επιφάνεια, που δραπετεύει απ’ την υλική της υπόσταση μέσω της αισθητικής αναβάσεώς της και γίνεται πνευματική. Μέσα σ’ αυτήν την ζωγραφική εικόνα καταγράφεται, πέραν των άλλων, και το ύφος αυτού του ανθρώπου – δημιουργού, δηλαδή ένα πρόσωπο, ένα εγώ, το οποίο αφηγείται.

Ερώτηση 2η

– Ο Τ. Σ. Έλιοτ, ο σπουδαίος Άγγλος ποιητής του μοντερνισμού έλεγε ότι η τέχνη είναι μια διαρκής απόσβεση του εγώ. Από την άλλη όλοι ξέρουμε ή μαντεύουμε ότι οι καλλιτέχνες είναι εγωπαθή όντα. Θέλω να μας μιλήσετε γι’ αυτήν την πάλη μεταξύ της εγωπάθειας και της ανάγκης κένωσης, αδειάσματος του εγώ για τη συνάντηση με τον Άλλον.

Όπως κάθε βαθμός αγιοσύνης εξαρτάται από την απομάκρυνση του ανθρώπου από το εγώ του, έτσι και το έργο τέχνης καταφέρνει να γίνει ουσιαστικό αν ο καλλιτέχνης αποστασιοποιηθεί από το δικό του εγώ. Ωστόσο πολλοί δημιουργοί, ενώ δεν κατάφεραν να ξεφύγουν απ’ το εγώ στην ζωή τους, περιέργως βρήκαν τον τρόπο να το υπερβούν με το έργο τους. Και τούτο επειδή – καθώς πιστεύω – εντός του αβάτου της υποστάσεώς μας ενεδρεύουν συχνά άγνωστα και μη ελεγχόμενα στοιχεία, όπως χαμένες μνήμες ή αταβισμοί, τα οποία μορφοποιούνται στις κρύπτες του υποσυνειδήτου και αναδύονται απ’ τους μυστικούς δρόμους της δημιουργικότητας, ερήμην των προθέσεών μας.

Ερώτηση 3η

– Θέλουμε να επιστρέψουμε στο δικό σας τρόπο κ. Σόρογκα και να δούμε κάποιες από τις εμμονές σας. Η φθορά των υλικών, οι εγκαταλελειμμένοι τόποι και τα μέρη όπου σήπονται πράγματα ή υπάρχει ερημία. Γιατί σας έλκουν όλα αυτά; Είστε πεισιθάνατος ή όχι;

Προσπαθώντας να εξηγήσω γιατί μια ολόκληρη ζωή τα αγαπημένα μου θέματα, είναι πάντοτε παλιές πόρτες, πηγάδια, μηχανήματα, ξύλα, αυτά δηλαδή που βρίσκονται κοντά στην αναχώρηση ή καλύτερα κοντά στην απώλεια της ζωής, διαπίστωνα ότι επρόκειτο για μια διάθεση συμπαραστάσεως. Ένα είδος συμμετοχής μου σε μια κοινή μοίρα, «χυμένο μολύβι» για την οποία δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Εξ’ αντιδιαστολής λοιπόν η μεγάλη αγάπη μου για τη ζωή – αισθάνομαι ευγνωμοσύνη γι’ αυτό – παίρνει μέσα μου μεγάλες διαστάσεις. Η κόρη μου, η οικογένεια, οι φίλοι. Μορφές ζωής ασυνήθιστης ιερότητας. Το φθινόπωρο με τις βροχές, μια εκδρομή σε αγαπημένο τόπο, οι πρώτες αμυγδαλιές στα μέσα του χειμώνα, η μεγάλη Παρασκευή σε κρυφό Μοναστήρι, η αναμονή Αναστάσεως της γονατισμένης πατρίδας.

Ο Νίκος Καρούζος μίλησε για το πένθος της ζωής, εννοώντας προφανώς την συνείδηση της επερχόμενης αναχωρήσεως. Έζησα τη ζωή μου μέσα σ’ αυτό που οι βυζαντινοί ονόμαζαν χαρμολύπη.

 

Ερώτηση 4η

– Άρα για σας η τέχνη και εμπράκτως είναι μελέτη θανάτου;

Προσπαθώ πάντοτε να αποφεύγω τις αναφορές στην εργασία μου, φοβούμενος διολισθήσεις σε συναισθηματισμούς ή φιλόδοξες προθέσεις, οι οποίες σπανίως έχουν σχέση με το αποτέλεσμα. Μπορώ πάντως να σας πω ότι η ζωγραφική στάθηκε για μένα πολλές φορές ένα καταφύγιο στις δύσκολες ώρες της ζωής και άλλοτε πάλι μια μεγάλη παρηγοριά στα ψυχικά μου αδιέξοδα. Αισθανόμουν ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν επειδή μπορούσα σ’ έναν βαθμό να καταγράφω με εικόνες την απέραντη αγάπη μου στα πράγματα που αγαπούσα και στα οποία διαπίστωνα, όπως σας ξαναείπα, την κοινή μας μοίρα. Δεν ξέρω αν μπορώ να ονομάσω την εργασία μου, σπουδή θανάτου. Ακούγεται κάπως βαρύ. Θα έλεγα καλύτερα ότι ο θάνατος μου υπενθύμιζε, σχεδόν πάντοτε, την παρουσία του σε ό,τι κι αν έκανα στη ζωή μου.

Ερώτηση 5η

– Κύριε Σόρογκα, η τέχνη μπορεί να δώσει απάντηση στο θάνατο;

Νομίζω ότι δεν υπάρχει απάντηση σ’ αυτό. Τουλάχιστον για μένα. Ζηλεύω τους πιστούς όσο τίποτα. Αναγκαστικά αρκούμαι στην τέχνη που είναι παρήγορη περισσότερο γι’ αυτούς που την ασκούν. Σε μεταφέρει, έστω για λίγο, σ’ έναν άλλο χρόνο και σ’ έναν άλλο τόπο. Η Δημουλά λέει ότι «… η ποίηση ωφελεί όσο μία παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο».

Ερώτηση 6η

– Αν μείνουμε σ’ αυτό το πεδίο, μιλώντας για την τέχνη και το θάνατο, μοιραία μου έρχεται η ανάγκη να σας κάνω μια ερώτηση για την ελληνική πνευματική παράδοση ή αν θέλετε τη συλλογική πνευματική παράδοση, η οποία έδινε ή φέρνει κάποιες δυναμικές απαντήσεις για το θάνατο. Πως λειτουργεί για σας η ελληνική παράδοση; Υπάρχει; Τι εννοείτε εσείς ελληνική παράδοση;

Θα σας έλεγα ότι αδυνατώ να μιλήσω – όπως είναι φυσικό – για την έννοια του θανάτου μέσα στην ελληνική παράδοση, θέμα βεβαίως άκρως ενδιαφέρον λόγω των ποικίλων διαφοροποιήσεών του κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους. Πιστεύω λοιπόν ότι η παράδοση που φέρνει μέσα του ένας άνθρωπος έχει καθοριστική σημασία για ότι τον συνιστά.

Η γλώσσα του, η θρησκεία, τα σύμβολα της φυλής του, η ιστορία μαζί με τους μύθους της, ο τόπος με τις σημασίες του και γενικότερα η κουλτούρα μέσα στην οποία βίωσε τις μέρες του, καθορίζουν σ’ ένα μεγάλο βαθμό τόσο την ιδιοπροσωπεία του ίδιου όσο και τον χαρακτήρα της κοινωνίας στην οποία ανήκει. Πιστεύω, όπως όλοι μας, ότι η ελληνική πνευματική παράδοση εδώ και τρεις ή έξι χιλιάδες χρόνια – όπως θα έλεγε και ο ποιητής – εκτείνεται και σε βάθος σημασιών, τις οποίες αρκετοί λαοί έχουν δανειστεί για το χτίσιμο και των δικών τους πολιτισμών. Και μόνον το εκπληκτικό φαινόμενο της γλώσσας μας, που καταφέρνει και ζει τόσους αιώνες ως πυρήνας παραγωγής σημασιών και νοημάτων, συνέχει εσωτερικά αυτήν την κουλτούρα και καθορίζει συν τοις άλλοις την ιδιοπροσωπία μας.

Ερώτηση 7η

– Κάποιοι μέσα σε μια γενικότερη κατάσταση κρίσης ισχυρίζονται ότι η ελληνική τέχνη στο σύνολό της είναι ό,τι σοβαρότερο έχει δώσει ο νεότερος ελληνισμός και ότι είναι το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτουμε για να συνομιλήσουμε και με τους Ευρωπαίους αλλά και με τον υπόλοιπο κόσμο. Εσείς το πιστεύετε αυτό κύριε Σόρογκα;

Θα σας έλεγα, αντιθέτως, ότι πλην μερικών εξαιρέσεων, στον τόπο μας κυριαρχεί ένα έντονο αίσθημα εθνικής μειονεξίας, το οποίο συντελεί σε μίαν άκριτη προσχώρηση των περισσοτέρων εκφάνσεων της ζωής μας σε κυρίαρχα ξένα πρότυπα, χωρίς να εξαιρείται η τέχνη – εγγενής και ανυπότακτη μορφή ελευθερίας −, η οποία θα έπρεπε να πρωτοστατεί αντιστεκόμενη σ’ αυτήν την διάχυτη ατμόσφαιρα αλλοτριώσεως.

Εξαιρώ από αυτήν την διαπίστωση την ποίηση, η οποία, καθώς πιστεύω, διατηρεί στο ακέραιο την πνευματικότητά σας καθώς αποτελεί αντάξια συνέχεια της λογοτεχνικής μας παραδόσεως. Αντίθετα ο εικαστικός χώρος, τον οποίο συμβαίνει να γνωρίζω καλύτερα, επιμένει κραυγαλέα σ’ έναν επαρχιακό μιμητισμό, με μια τυφλή προσχώρησή του, σε κάθε τι ξένο. Πιστεύω ακόμα ότι η υποταγή αυτή τελικά υπαγορεύει την ευτέλεια της υποστάσεώς του. Γίνεται κάτι αντίστοιχο με τις εκδηλώσεις της Γιουροβίζιον. Τραγουδάνε στα αγγλικά. Το «διεθνές» γίνεται προϋπόθεση, γι’ αυτό πρέπει να απαλλαγεί κάθε φανερή ή κρυφή αναφορά καταγωγής. Πλήθος καλλιτεχνών μεταναστών, πρωτοπορεί τελευταία για την πολυπόθητη παγκοσμιοποίηση των μεταπρατών. Όσο για τα πολιτικά μας πράγματα, νομίζω πως δεν υπάρχουν πλέον σχόλια. Άλλωστε μας έχουν προλάβει οι ποιητές: «Η δυστυχία απ’ έξω έγδερνε τις πόρτες», έγραφε ο Σαχτούρης.

Ερώτηση 8η

– Η φθορά – στο έργο σας πάντα – δεν μένει μόνο φθορά ως πτωμαΐνη αλλά είναι ένα έναυσμα για να ξεχυθεί μέσα απ’ αυτή το φως. Είναι ένας τρόπος για να δώσετε φως. Κάτι πιο προσωπικό… ξέρω ότι ως καλλιτέχνης και άνθρωπος περάσατε στερημένα χρόνια. Από ένα φτωχικό σπίτι εκεί στον Άγιο Αρτέμιο, βρήκατε το δρόμο σας μέσα από μία προσωπική δίψα για την τέχνη. Η ερώτησή μου έχει έναν αδιάκριτο χαρακτήρα. Η περίοδος της καταξίωσης ήταν πιο γόνιμη καλλιτεχνικά ή η περίοδος της στέρησης; Ή η κάθε μια αποτελεί ξεχωριστή φάση;

Θα σας έλεγα ότι την περίοδο της καταξίωσης δεν μπορώ να την διακρίνω. Πιστεύω άλλωστε ότι δεν ζωγραφίζουμε για να πετύχουμε κάτι τέτοιο. Πρόκειται για μια συνεχή προσπάθεια να διατυπώσουμε μια εξομολόγηση. Όταν συνέβη να κερδίσω χρήματα απ’ την εργασία μου, το 1972, στην πρώτη μου ατομική έκθεση, η χαρά μου ήταν διπλή. Ένιωσα πάμπλουτος, γιατί είχα εξασφαλίσει τα νοίκια του εργαστηρίου μου για κάποιο διάστημα. Με την πρώτη μου γυναίκα, εκείνον τον καιρό, τηγανίζαμε το ασπράδι των αβγών γιατί με τους κρόκους ζωγραφίζαμε εικόνες. Η απαλλαγή από το άγχος της επιβιώσεως ήρθε τα τελευταία χρόνια και αυτό με βοήθησε να ανασάνω δίχως άγχος σ’ ένα δικό μου σπίτι. Αυτό συνέτεινε ευεργετικά στη ζωή μου, αλλά δεν διαπίστωσα καμιά άλλη μεταβολή στις αγάπες μου, στους φίλους, στις συνήθειες. Πάντως, η καλλιτεχνική μου γονιμότητα, αν υπήρξε ή αν υπάρχει, δεν την καθόρισε η οικονομική στέρηση ή η απαλλαγή μου απ’ αυτήν. Θα σας έλεγα, χωρίς δισταγμό, ότι αυτό το καθόρισε η σχέση μου με τους ανθρώπους.

πηγή: Αντίφωνο, νέα Ευθύνη,τχ 20 (Νοε.-Δεκ.), σελ. 607-611

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here