Στὴν Εὐρώπη τοῦ 20οῦ αἰώνα: Ἡ ἀπώλεια ἑνὸς πολιτισμοῦ

1
648

Μ’ ἀρέσει ν’ ἀκούω τοὺς ἄλλους νὰ μιλοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Δὲ μ’ ἀρέσει νὰ μιλάω ἐγὼ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Μοῦ φαίνεται, πὼς μετράει θετικὰ μονάχα κεῖνο τὸ γύρισμα τῆς καρδιᾶς πρὸς τὸ παρελθόν, ποὺ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὸ μέλλον. «Ὕπαγε καὶ μηκέτι ἁμάρτανε», εἶπε ὁ Χριστὸς στὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ἀφοῦ τὴν ἔσωσε ἀπ’ τὸ λιθοβόλημα. Ὅλα εἶναι ξανὰ καινούργια. Δὲν ὑπάρχει πιὰ θάνατος. Λοιπόν, ὁ θάνατος εἶναι ὁ καθρέφτης, ποὺ μέσα σ’ αὐτὸν κυτταζόμαστε ἀδιάκοπα. Γι’ αὐτὸ μοῦ φαίνεται ἀδύνατο νὰ μιλήσω γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Ὁ καθρέφτης εἶναι σπασμένος. Ὅμως, θάθελα νὰ προσπαθήσω νὰ μιλήσω γιὰ Κεῖνον, Μὲ ποιό τρόπο μᾶς ἀναζητάει. Μὲ ποιό τρόπο μὲ ἀναζήτησε καὶ μὲ βρῆκε. […]

Ὅταν εἴμουνα παιδί, δὲν μοῦ μιλοῦσαν ποτὲ γιὰ τὸν Θεό. Δὲν μοῦ ἀπαντοῦσαν, ὅταν ρωτοῦσα, ὅπως ρωτοῦν ὅλα τὰ παιδιά, γιατί ζοῦμε καὶ γιατί πεθαίνουμε. Μοῦ ἔκοβαν τὴν ἐρώτηση, ἔτσι, ὅπως κάνουν καὶ σήμερα, προσπαθώντας νὰ σταματήσουν ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τὴ διατύπωσή της. Ποτὲ δὲ μιλοῦσαν γι’ Αὐτόν. Καὶ ποτὲ δὲν τοῦ μιλοῦσαν. Ἐξὸν ἀπὸ μερικὲς γυναῖκες – κι αὐτὸ ἴσως γιὰ μιὰ μονάχα φορά – ποὺ εἶχαν ἔρθει ἀπ’ τὴν τραγικὴ περιοχὴ τῶν Σεβαίν, κουβαλώντας πάνω τους τὴν ἐπανάσταση, σὰ μιὰ λάβα κρυωμένη ἀφύσικα καί, πού, μπροστὰ στὸν πρόωρο θάνατο κάποιου δικοῦ τους, ξεσποῦσαν σ’ ἀσταμάτητη βλαστήμια, μὲ τρόπο, ποὺ νὰ ἐξαρθρώνεται ἡ ὕπαρξη.

Δὲ μιλοῦσαν γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸν ζωντανὸ Θεό. Ὅμως, ὁ Θεός, ἡ λέξη «Θεὸς» ἦταν συχνὰ αὐτό, ποὺ ἔχει πάψει νἆναι σήμερα: ἕνα θέμα συνομιλίας. Γιατὶ σήμερα δὲν ἔχουν πιὰ ντροπή, ὅταν μιλοϋν γιὰ τὸ σέξ, ὡστόσο ἔχουν ντροπή, ὅταν μιλοΰν γιὰ τὸν Θεό. Τὴν Κυριακὴ μαζευόταν ἡ πατριά. Τουλάχιστο αὐτὰ τὰ μέλη της, ποὺ ἦταν καθηλωμένα στὴν πόλη. Κι ἂν δὲ γινόταν αὐτὸ κάθε Κυριακή, πραγματοποιόταν ὁπωσδήποτε κάθε δεύτερη. Τὴν ἑπομένη, ἡ οἰκογένειά μου, μὲ τὴ στενὴ ἔννοια, πήγαινε στὸ χωριό. Λοιπόν, κάθε δεκαπέντε, οἱ ἀδελφὲς τῆς μάνας μου, ποὺ ἦταν δασκάλες, ἔρχονταν νὰ δειπνήσουν στὸ σπίτι (δεῖπνο ἐκεῖ κάτω εἶναι αὐτό, ποὺ στὸ Παρίσι τὸ λένε γεῦμα). Ἐρχόταν κι ὁ θεῖος μου ὁ καμιονέρης, ποὺ εἶχε περάσει τὴ ζωή του περπατώντας μὲ τὸ ξύλινο πόδι του στοὺς δρόμους τοῦ Λάνγκετοκ, γιατὶ τὰ καμιόνια του τὰ ἔσερναν ἄλογα κι ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ τραβάει ἀπ’ τὸ χαλινάρι τὸ ζῶο, ποὺ πήγαινε μπροστά. Αὐτὸς ἤξερε ἀπὸ κουζίνα. Εἶχε μάθει στὰ πανδοχεῖα τῶν καμιονέρηδων. Καὶ συχνά, γιὰ νὰ γίνει δεκτός, ἔφερνε ἕνα βουβὸ καναρίνι. Κεῖνα ποὺ δὲ μιλοῦν, ἔλεγε, εἶναι καλύτερα. Ἐρχόταν, ἀκόμα κι ὁ θεῖος μου, ὁ ὑπάλληλος τοῦ σταθμοῦ. Πολλοὶ χώνονταν στὴν «παρέα» ἐκείνων, ποὺ κατέβαιναν ἀπ’ τὶς Σεβαίν. Ἡ συζήτηση ἦταν ζωντανή, εἰλικρινής. Οἱ γυναῖκες, διανοούμενες καὶ χειραφετημένες, κυριαρχοῦσαν. Περίμενα μὲ εὐχαρίστηση τὸ ἐπιδόρπιο καὶ τὴ συζήτηση πάνω στὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ. Οἱ θεῖες μου ἦταν ὑπέρμαχες τοῦ θεϊσμοῦ, στὴ γραμμὴ τῆς παράδοσης τοῦ Ἰουλίου Φερρύ. Ἐνῷ οἱ γονεῖς μου, διευθυντὲς σχολείου κι αὐτοί, εἶχαν γίνει ἄθεοι μὲ τὴ μορφὴ τῆς στράτευσης. Κανένας δὲ θύμωνε. Κανένας δὲν προσπαθοῦσε νὰ πείσει. Ἡ συζήτηση ἔμοιαζε περισσότερο μὲ φιλικὴ μουσική. Κι ὁ Θεὸς παράμενε ὁ πιὸ ξένος στὸ βάθος τοῦ διαλόγου. Ἡ φωνὴ δὲ χαμήλωνε, δὲν κυμάτιζε, παρὰ μονάχα γιὰ τὰ μυστήρια της ἀγάπης, τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἀρρώστιας. Τὸ ὑπέρτατο «Ὄν», ἀρκετὰ ἄρρωστο, μιὰ καὶ φαινόταν ἀνίκανο νὰ τὰ τακτοποιήσει ὅλα κι ἀρνιόταν νὰ κάνει παντοῦ θαύματα, ὅπως λένε πὼς ἔκανε καὶ κάνει στὴ Λούρδη, τὸ «Ὂν» φάντασμα, χάνεται ἀνάμεσα στὸ ἄρωμα τοῦ καφὲ καὶ στὸ κουδούνισμα τῶν πιατικῶν. Αὐτὲς οἱ συζητήσεις δὲν μοῦ ἄφησαν τίποτα. Ἦταν ὁ θόρυβος μιᾶς ἀπουσίας. Πιὸ σημαντικὲς ἀποδεικνύονταν οἱ σιωπές. Τὸ μητρικὸ σχολεῖο – ποὺ ἐκεῖ ἔμενε μία ἀπ’ τὶς θεῖες μου – τὴν Κυριακὴ τὸ ἀπόγευμα ἢ τὴν Πέμπτη δὲν ἦταν παρὰ μιὰ πελώρια σιωπή. Τὰ παιδιά, ποὺ φώναζαν καὶ χειρονομοῦσαν, εἶχαν κατὰ κάποιο τρόπο λαξέψει τὴ σιωπή. Στὸ τέλος τῆς ἄνοιξης, περίμενα τὴν κραυγὴ τοῦ βραδινοῦ. Χιλιάδες σπουργίτια χτυπιόνταν πάνω στὰ πλατάνια καὶ στὶς ἀκακίες τῆς αὐλῆς. Ὅταν ἡ νύχτα σταματοῦσε νὰ σταλάζει μέσα στὸ χαλαρὸ σπερνὸ κι ἄναβε τὸ πρῶτο ἀστέρι, ὅλοι οἱ σπουργίτες ἄρχιζαν νὰ τιτιβίζουν. Τὰ δέντρα πετοῦσαν σκιερὲς σπίθες καὶ κραυγές. Στὸν πρῶτο καιρὸ τοΰ Χριστιανισμοῦ – τόμαθα ἀργότερα – σκέφτονταν πώς, σ’ ὁρισμένες ὧρες, τὰ ζῶα δίνονταν στὴν προσευχή.

Τότε ἔπαιρνα τὴ  μοτοσυκλέττα μου  καὶ πήγαινα πρὸς τὴ θάλασσα. […]

Μοῦ ἄρεσε πολὺ νὰ τρέχω ὄχι μακριὰ ἀπ’ τὸ χωριό, ἐκεῖ ἀνάμεσα στὰ ἕλη. Καὶ σκαρφάλωνα σ’ ἕναν πελώριο πύργο. Ἀπ’ τὴν κορυφή του ἔβλεπα νὰ ξανοίγεται ὁλόκληρη ἡ χώρα. Ἀπ’ τὴ θάλασσα ἴσαμε τὰ βουνά. Βορειοδυτικὰ τὸ βουνὸ τῶν νερῶν, τὸ Αἰγκουάλ. Καὶ νοτιοανατολικὰ τὸ βουνὸ τῶν ἀνέμων, τὸ Βεντοῦ. Μοὖχαν πεῖ, πὼς μέσα σ’ αὐτὸν τὸν πύργο ἔκλειναν κατὰ τὸν δέκατο ὄγδοο αἰώνα γυναῖκες προτεστάντισσες, συχνὰ Σεβαινόλες, σὰν τὴ μητέρα μου. Μία ἀπ’ αὐτές, ποὺ ἔμεινε πεταμένη ἐκεῖ δεκαοχτὼ χρόνια καὶ βγῆκε στὰ ἑξῆντα της, εἶχε χαράξει στὸ χεῖλος ἑνὸς πηγαδιοῦ τὴ λέξη «ἀντίσταση». Ἔψαχνα μὲ τὸ δάχτυλο κάθε γράμμα. Τὸ «s» στὴ λέξη «resistez» ἦταν, περίεργα, «g» (ἀργότερα ἔμαθα πὼς ἔλεγαν «registez» στὸ ἰδίωμα τῆς περιοχῆς τοῦ Ἀρντές). Μοῦ εἶχαν ἐξηγήσει, πὼς ἀρκοῦσε ἕνας λόγος, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ. Ὅμως, αὐτὸν τὸν λόγο δὲν τὸν εἶχε πεῖ.

– Γιατί;

– Ἀπὸ συνείδηση…

Στὴ «λαϊκή» (ἄθρησκη) παιδεία, ποὺ μοῦ ἔδιναν, μιλοῦσαν πολὺ γιὰ τὴ συνείδηση. Ἦταν ἡ μικρὴ κόρη μὲ τὴν ἄσπιλη ποδιά, ποὺ ἕνα ψέμα εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ τὴ λερώσει. […]

Ναί, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν περιεχόμενο. Ἔτσι, ποὺ νὰ πρέπει νὰ τὰ ξανανακαλύψουμε ὅλα. Εἶχαν τὴ γῆ τους, τὴ γλῶσσα τους καὶ κάποια φιλία. Μία φυσιολογία σοσιαλιστικὴ κι ὄχι μονάχα μιὰ παθολογία. Οἱ κανόνες τῆς κοινότητας δὲν ἔλειπαν. Ὅλο τὸ χωριὸ μαζευόταν, γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὶς κοῦρσες τῶν ταύρων, στὸ πλάτωμα, ἀνάμεσα στὰ ξύλινα βάθρα, ποὺ τὰ ἔφτιαναν μὲ τὰ δίκυκλα κάρα τους, τὶς πλατφόρμες, ποὺ κυλοῦσαν πάνω στὶς ψηλὲς καὶ σβέλτες ρόδες τους καὶ ποὺ χρησίμευαν γιὰ νὰ μεταφέρουν τὰ σταφύλια τὸν καιρὸ τοῦ τρυγητοῦ. Ἔβαζαν τότε πάνω στὰ κάρα τους ἕνα εἶδος τετράγωνων κάδων. Κι ἔριχναν μέσα σ’ αὐτοὺς τὰ τσαμπιά. Τὰ παιδιὰ ἔτρεχαν ξωπίσω. Πηδοῦσαν στὸ πίσω μέρος τῆς πλατφόρμας. Ἔπιναν τὸν «γλοιώδη» μοῦστο, ποὺ ξεχείλιζε ἀπ’ τοὺς κάδους. Γιὰ τὶς «κοῦρσες» χρησιμοποιοῦσαν μονάχα τὶς πλατφόρμες. Κάθονταν στὶς ἄκρες κι ἔβαζαν μέσα καρέκλες γιὰ τοὺς γεροντότερους. Κούρσα δίχως θανατικό. Τὸ ριψοκινδύνεμα γιὰ κάθε ἄνθρωπο ἦταν συγκρατημένο. Οἱ νέοι προσπαθοῦσαν νὰ κόψουν ἕνα κομμάτι ἀπ’ τὸ κόκκινο πανί, ποὺ ἦταν δεμένο ἀνάμεσα στὰ κέρατα τοῦ ζώου. Ἔμοιαζε περισσότερο μὲ Κρητικὸ παρὰ μὲ Ἱσπανικὸ παιχνίδι, ἐξόν, ποὺ οἱ γυναῖκες ἔμεναν πάνω στὰ δίκυκλα κάρα, γιὰ ν’ ἀνοίξουν τὴν ἀγκαλιά τους στοὺς δρομεῖς, τοὺς φορτωμένους μὲ τὸν ταῦρο, ποὺ πηδοῦσαν μέσα στὸ πλῆθος, (ἀπὸ τότε ἔβαλαν κάποιο περιορισμὸ στὸ ἱσπανικὸ σπόρ). Δὲν ὑπῆρχε αἷμα. Ὑπῆρχε μονάχα τὸ στροβίλισμα τῶν νέων ἀνθρώπων, ποὺ ἦταν ντυμένοι στὰ λευκά, ἄλλοτε σιγανὸ κι ἄλλοτε γρήγορο, γύρω ἀπ’ τὸ σκυθρωπὸ καὶ κομψὸ ζῶο, ποὺ τὰ κέρατά του σχημάτιζαν λύρα. Δὲν ὑπῆρχε τίποτα ἀπ’ τὴ βαρειὰ ἱεροπρέπεια τῶν ταυρομαχιῶν. Μονάχα τὸ χιοῦμορ, ἡ εὐχαρίστηση νὰ βρίσκονται ὅλοι μαζί. Καθὼς ξαναεμφανίζονταν, ἀπὸ κούρσα σὲ κούρσα, οἱ καλύτεροι ταῦροι, γίνονταν διάσημοι, ἔβγαζαν ὄνομα. Σπάνια ἦταν ἀληθινοὶ ταῦροι. Τὶς περισσότερες φορὲς ἦταν μοσχάρια ἡμιάγρια. Παλιὰ ἀρσενικά, ποὺ ξέφυγαν ἀπ’ τὸ χασάπικο ἐξαιτίας τοῦ δύστροπου χαρακτήρα τους. Ὡστόσο, ἡ γῆ παραμένει κρατώντας τὸ μυστικό της, μέσα στὴν ἀντίθεση τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ κτήνους, ὅπου ἡ νύχτα αὐτοσυγκεντρώνεται – ἀντίστροφα ἀπ’ τὸν ἥλιο – ἐνῷ ἡ μεσολάβηση ἀνήκει στὸν ἄνθρωπο.

Κι ἡ γλῶσσα παρακινοῦσε κι αὐτὴ σὲ συναντήσεις. Οἱ πιὸ ὄμορφες διάλεκτοι εἶχαν σὰν κάδρο μιὰ τραχειὰ χέρσα κοιλάδα κοντὰ σ’ ἕνα ποτάμι, ποὺ ἀπόμεναν ἀκόμα στημένα δυὸ τόξα ἀπὸ μιὰ ρωμαϊκὴ γέφυρα. Οἱ ἄνθρωποι συνήθιζαν νὰ κάθονται ἐκεῖ, στὰ ὁλοκάθαρα χαλίκια, ἀνάμεσα στὶς τοῦφες τοῦ θυμαριοῦ καὶ στὶς χαμηλὲς βελανιδιές, ποὺ φαίνονταν σχεδὸν μαῦρες κάτω ἀπ’ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἀκόμα ἔρχονταν ποιητές, ποὺ τραγουδοῦσαν, ποὺ διηγόνταν. Κι ἐκεῖ, μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἐκπληκτικὴ φύση, ὅλα ἦταν περιορισμένα, ἀπεριόριστα, ἀσφαλισμένα, ἀνθρώπινα, ἕνας λεπτὸς λυρισμός, λίγη εἰρωνεία. Καὶ τὸ ροζὲ κρασὶ κυλοῦσε, μὰ ποτέ, κανένας δὲν ἦταν μεθυσμένος – καὶ γιατί νὰ μεθύσουν, ἀφοῦ ἡ μέθη εἶναι τῆς ὕπαρξης; Καὶ σὰν ἐπιστέγασμα τοῦ πανηγυριοῦ, ἐννοεῖται, τὸ κύπελλο μὲ τὸ κρασὶ ἀπ’ τὸ Σάντο. Ὅλος ὁ κόσμος μαζευόταν ἐκεῖ. Δεξιοί, ἀριστεροί, προτεστάντες, καθολικοὶ καὶ «σοσιαλιστές». Ἡ γλῶσσα ἕνωνε, ὅπως κι οἱ ταῦροι. Ὅπως κι οἱ νάρκισσοι, πού, δεμένοι σὲ συντροφιές, πήγαιναν νὰ τοὺς μαζέψουν τὴν ἄνοιξη, μέσα στὰ μικρὰ λειβάδια, στὰ σύνορα τῶν τελευταίων ἀμπελιῶν, πρὶν ἀπ’ τὶς προσχώσεις καὶ τὰ ἕλη…

Ἡ διάλεκτος τῆς πίστης ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της σ’ αὐτὰ τὰ τυπικά τῆς ἐπικοινωνίας. Τὸ σύμβολο τοῦ κρατήρα τῶν δυνατῶν, ποὺ ξεχείλιζε ἀπὸ ἐνθουσιασμό, ἢ ἡ παρόρμηση γιὰ περισσότερο χορό, αὐτὴ ἡ εἰκόνα τοῦ παθιασμένου ἀνθρώπου τῶν «βουκολικῶν» ὁμάδων, ποὺ φανέρωνε πὼς «ἔχει μέσα του πίστη».

Εἶναι ἀλήθεια, πὼς τὰ τυπικὰ προστάτευαν. Ταυτόχρονα, ἔμπαζαν στὴ σιωπή. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, μὲ τὸν ζωντανὸ κι ἀληθινὸ λόγο, αὐτοὶ οἱ ἀφηγητές (ὁ παπποῦς μου μοῦ διηγόταν ἱστορίες, ποὺ τὶς σοφιζόταν) ἦταν, μαζί, κι ἐρημίτες κι ὀλιγόλογοι. Ἔδειχναν ἐρωτευμένοι μὲ τὰ μυστικὰ χάη, ποὺ ἀγκάλιαζαν τὰ ἕλη. Μὲ κεῖνες τὶς περιοχές, ποὺ δὲν εἶχαν καλὰ ἀφαλατωθεῖ καὶ ποὺ τὶς γυρόφερναν ἐλεύθερα οἱ ταῦροι καὶ τ’ ἄλογα. Ἀγαποῦσαν τὶς μακρὲς κοῦρσες στοὺς πρασινότοπους. Κι ἔτρεχαν ἐκεῖ, μὲ τὴν πρόφαση νὰ μαζέψουν – ἀνάλογα μὲ τὶς ἐποχές – ἄγρια σπαράγγια, ἀζερόλες ἢ κάψες ἀπὸ κουκουνάρια, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὰ βάλουν στὸ φοῦρνο τῆς κουζίνας γιὰ ν’ ἀνοίξουν.

Ὅταν ἔπεφτε τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, δὲν ἄναβαν φῶτα. Τὸ καλοκαίρι ἔμεναν στοὺς δρόμους, γιὰ νὰ κουβεντιάσουν μὲ τοὺς γειτόνους. Καὶ τὸν χειμώνα καθυστεροῦσαν ν’ ἀνάψουν τὴ λάμπα τοῦ πετρελαίου ἢ τὸ ἠλεκτρικό. Ὅλη ἡ οἰκογένεια καθόταν στὸ ἴδιο δωμάτιο, πλάι στὴ φωτιὰ ἀπὸ κληματόβεργες. Ἡ νύχτα δυνάμωνε. Ὅλα σιωποῦσαν. Τὰ ρυτιδωμένα χέρια ἀκουμποῦσαν στὰ γόνατα. Μονάχα ἡ φωτιά… Ἐκεῖ ἔζησα τὴν πρώτη μου συνάντηση μὲ τὸ μυστήριο. Ἡ σιωπή, ἡ νύχτα, ἡ φλόγα. Αὐτὴ ἡ βαθειὰ χαλάρωση. Καὶ ξαφνικά, ὅταν τὸ σκοτάδι καταντοῦσε πιεστικό, ἄναβε τὸ φῶς σὰ μιὰ ἀνάσταση. Ἡ ὀχλοβοὴ τῆς ζωῆς. Ὅλοι καταπιάνονταν μὲ τὴν ἑτοιμασία τοῦ βραδυνοῦ. Ὕστερα ἐρχόταν τὸ νυχτέρι τῆς δουλειᾶς καὶ τῆς φιλίας.

Ἔβρισκε κανεὶς κλῖμα, ἔβρισκε προστασία. Μποροῦσε ν’ ἀντικρύσει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἔστω κι ἂν ἦταν σοσιαλιστὴς ἢ ἀπὸ κείνους, ποὺ πίστευαν στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Οἱ διαφορὲς αὐτὲς δὲ δημιουργοῦσαν ἀμφισβήτηση σὲ μερικὰ θεμελιακὰ πράγματα. Ὑπῆρχε μιὰ φιλία ἀνάμεσα στὶς ὑπάρξεις. Ἀκόμα καὶ μὲ τὰ πράγματα. Μιὰ ντροπὴ δίχως προσποίηση. Μία πιστότητα στὴν οἰκογένεια. Ἡ πατριά, τὸ χωριό, ἦταν ἕνα εἶδος φραγμοῦ, ποὺ σὲ προστάτευε ἀπ’ τὴν ἀπανθρωπιά. Ὁ,τιδήποτε, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ὁποτεδήποτε. Κι ὅλα αὐτὰ τὰ χάσαμε, γιατὶ κανένας δὲν ἐνδιαφέρθηκε γι’ αὐτά. Ἦταν τὸ θεμελιακό, ὅπως εἶναι ὁ ἀέρας ποὺ ἀναπνέουμε – μὰ κανένας δὲ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ νοματίσει καί, πολὺ λιγότερο, νὰ τὸ δημιουργήσει. Ἦταν ἕνας πολιτισμός – ἀληθινὸς πολιτισμός, στὸν ὁποῖο μετείχαμε – ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε πιά, παρὰ μονάχα ἀπ’ τὴν κεκτημένη ταχύτητα ποὺ εἶχε πάρει ἀπ’ τὴν ἱστορία. Καί, καθὼς κυλοῦσε ὁ χρόνος, χωρὶς νὰ τὸ παίρνουμε εἴδηση, ἔτρωγε τὸ πνευματικό του κεφάλαιο. Τὸ προαισθάνθηκα αὐτὸ ἀρκετὰ γρήγορα. Ὅταν ἔγινα μηδενιστής, ὅπως ἔγιναν ὅλοι. Καὶ τὸ ἔνοιωσα πιὸ γρήγορα ἀπὸ πολλοὺς καθὼς μέσα μου ἔζησα ἕνα ξερίζωμα καὶ γεύτηκα τὴν ἐσωτερικὴ ἀνησυχία. Σήμερα εἴμαστε ὅλοι μηδενιστές. Ἀκόμα καὶ στὰ χωριά. Παίρνουν κι ἐκεῖ ἠρεμιστικά. Καὶ παίρνουν περισσότερα ἀπ’ ὅσα στὶς πόλεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ οἱ πολιτικὲς ἀντιμαχίες ἀποκτοῦν τόση σπουδαιότητα, μ’ ὅλο, πού, στὴν πραγματικότητα, ἔχουν τόσο μικρή. Μᾶς λείπει τὸ θεμελιακὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ ξαναβροῦμε.

Τώρα εἶμαι βέβαιος, πὼς ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, κληρικαλιστὲς καὶ ἀντικληρικαλιστες, καθολικοί, προτεστάντες, «σοσιαλιστές», ζοῦσαν μέσα σ’ ἕνα φόντο χριστιανικό. Σὲ μιὰ διαμόρφωση τῶν πραγμάτων τῆς γῆς, ποὺ εἶχε ψηθεῖ ἀπὸ παλιὰ στὴ φωτιὰ τοῦ Εὐαγγελίου κι ἦταν γλυκιὰ κι ἀπολαυστική. Μὰ ὁ ἀρχικὸς κορμὸς εἶχε σκιστεῖ. Ἡ τροφοδοσία γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἔμμεση. […]

Οἱ προφῆτες ἑνὸς δημιουργικοῦ Χριστιανισμοῦ καταποντίστηκαν. Σκοτώθηκαν. Πετάχτηκαν σ’ ἄλλα χώματα, σὰν τοὺς ξεφυτεμένους σπόρους. Νικημένοι; Δὲν τὸ πιστεύω. Μακροπρόθεσμα, εἶναι βέβαιο, πὼς θὰ τὸ ἀντέξουν. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ χτίσουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι στὸ κενό. Καὶ γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἀναστημένος. […]

Ἐκεῖνο, πού (ἀργότερα) κρατοῦσε ἀκόμα τὸν πατέρα μου, ἦταν τὸ ἐπάγγελμα κι ἡ οἰκογένεια. Μόνο, ποὺ δὲν ἦταν ἡ οἰκογένεια τοῦ χωριοῦ, ἡ ζωντανεμένη ἀπ’ τὴ γειτονιὰ καὶ βυθισμένη σὲ μιὰ κοινωνία πολὺ πλατύτερη. Ἦταν ἡ στενὴ οἰκογένεια τῆς πόλης. Ὁ πατέρας μου ἀπορροφόταν μέσα στὶς οἰκογενειακὲς μέριμνες, σ’ ἕνα κόσμο, ποὺ τὸν ἔχτιζαν οἱ γυναῖκες, γιὰ χάρη τῶν παιδιῶν. Ἀπορροφόταν, πνιγόταν, σιωποῦσε. Ἦταν ἕνας ἐνορίτης δίχως ἐνορία, ἕνας στοχαστής, στὸν ὁποῖο κανένας δὲν εἶχε μιλήσει γιὰ τὸν ζωντανὸ Θεό. Ὅταν ἦταν παιδί, τοῦ ἄρεσε νὰ διαβάζει τὴν Ἀποκάλυψη (ὅταν ὑπάρχουν πρόγονοι προτεστάντες, χάρη σ’ αὐτούς, τὸ σπίτι εἶναι γεμάτο μὲ Βίβλους). «Πόσο εἴμουνα ἀνόητος, ἔλεγε πόσο εἴμουνα ἀνόητος. Ἦταν τόσο ὡραία ἡ ἐπουράνια Ἱερουσαλήμ!» Δὲ μιλοῦσε ποτὲ γι’ αὐτὲς τὶς οὐσιαστικὲς ἐμπειρίες του. Γιὰ τὶς ἐμπειρίες τῆς οὐράνιας Ἱερουσαλήμ, ποὺ δὲ σταματάει ποτὲ νὰ κατεβαίνει καὶ νὰ εἰσχωρεῖ στὴν καρδιὰ τῶν πραγμάτων. Κι ὅταν λέω πὼς δὲ μιλοῦσε ποτέ, κάνω σχῆμα λόγου. Γιατί, τουλάχιστο κάποια φορά, μίλησε. Κάναμε μαζὶ τὸν τρύγο. Εἴμουνα νέος. Ἔκοβα τὰ σταφύλια. Ὕστερα, μὲ κάθε φόρτωμα, πήγαινα στὸ κελλάρι, νὰ μετρήσω τοὺς βαθμοὺς τοῦ μούστου. Νωρὶς τὸ πρωί, μὲ κινήσεις, ποὺ φανέρωναν τρελλὴ ἀγάπη, χωνόμασταν ἀνάμεσα στὰ πελώρια κλήματα, ποὺ ἔσταζαν δροσιά, ἴσαμε τὰ βαρειὰ καὶ γλιτσασμένα τσαμπιά. Ἢ ἀκούγαμε τὸ μοῦστο νὰ ζυμώνεται. Κι εἴμασταν μεθυσμένοι ἀπ’ τὴ μυρουδιά, σὰν τὶς μέλισσες. Ὅλα εἶναι σιωπηλὰ μέσα στὸ κελλάρι. Καὶ τὸ μυστικὸ τραγούδι, τὸ τραγούδι τῆς μεταμόρφωσης ἀνεβαίνει ἀπ’ τὰ ὑγρὰ τρίσβαθα, σχεδὸν ἀόρατα καὶ σὲ κάνει νὰ ριγεῖς καὶ νὰ ξυπνᾶς. Κόσμος μυστήριο. Ὕστερα ἡ κόπωση. Κι αὐτὴ τόσο βαθειά. Ἡ γνώση κι ἡ γαλήνη, ποὺ φέρνει στὸ σῶμα. Νοιώθαμε ν’ ἀνεβαίνει ἀπὸ μέσα μας, κάθε βράδυ, ἕνα μπουμπούκι ἀληθινῆς ζωῆς, καθὼς κάναμε τὸ μπάνιο μας στὸ ποτάμι καὶ φορούσαμε ὁλοκάθαρα ροῦχα.

Κεῖνες τὶς στιγμὲς μπορεῖς ν’ ἀκούσεις καὶ νὰ μιλήσεις. Τότε ὁ πατέρας μου μοῦ διηγήθηκε. Ἦταν ἡ ἐποχὴ τοῦ πολέμου στὸ Βερντύν (πρῶτος παγκόσμιος). Εἶχε περάσει δεκαπέντε μέρες μέσα στὰ χαρακώματα. Μέσα στὶς τρύπες, ποὺ ἄνοιγαν οἱ ὀβίδες. Μέσα σ’ αὔτη τὴν ἔρημο, ποὺ ἡ γῆ κι ἡ νύχτα δὲν μποροῦσαν πιὰ νὰ προστατέψουν, ἔτσι ὅπως ἦταν παραβιασμένες ἀπ’ τὸν κρότο τῶν κανονιοβολισμῶν κι ἀπ’ τὸ ταρακούνημα τῶν ἐκρήξεων. Δὲ μποροῦσαν μήτε νὰ μιλήσουν μήτε νὰ κοιμηθοῦν. Ὕστερα ἀπ’ αὐτὴ τὴν περιπέτεια ἀπόσυραν τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς ἔβαλαν σ’ ἀνάπαυση. Ὁ πατέρας μου κοιμήθηκε πολὺ καί, μετά, ξύπνησε. Ἦταν ἕνα ἀνοιξιάτικο πρωινό. Κίνησε μόνος γιὰ τὰ δάση τῆς Λωραίνης. Ξαφνικά, βρέθηκε σ’ ἕνα ξέφωτο. Τὰ λουλούδια, ὁλόκληρες χεριές. Ἡ σιωπὴ θαυμαστή. Καὶ νά, οἱ καμπάνες ἑνὸς καμπαναριοῦ ἄρχισαν νὰ χτυποῦν. Ὁ ἄνθρωπος ξέσπασε σὲ λυγμούς. Δὲν προχώρησε παραπέρα. Ἡ μοναξιά, τὸ ἀνθισμένο ξέφωτο, ἡ σιωπή, τὸ τραγούδι τῶν καμπάνων. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, τὰ δάκρυα. Τὴν ὕπαρξή του τὴν εἶχε διαπεράσει ἕνα ρῖγος λατρείας. Δὲν εἶχε πιὰ λέξεις. Ἡ Ἱερουσαλήμ, ἡ Ἱερουσαλήμ, μέσα στὸ δάσος τῆς Λωραίνης, ὅταν οἱ καμπάνες διακηρύττουν τὴν ἀνάσταση. Δοκίμασα νὰ βρῶ τὶς λέξεις. Καὶ τώρα, μαζί του – πεθαμένο πάνω στὰ νειάτα του – καὶ συντριμμένος, ποὺ προσπάθησα νὰ σπάσω τὸν κλειστὸ κόσμο ποὺ τὸν κύκλωνε καὶ ποὺ μέσα σ’ αὐτὸν ἀνάπνεε, μαζί του τολμῶ νὰ πῶ: ὁ θάνατος, ἡ κόλαση, ἡ ἀνάσταση. Ὁ θάνατος – κι ἡ ἀγάπη ποὺ εἶναι πιὸ δυνατὴ κι ἀπ’ τὸν θάνατο. Ὄχι ἡ ἠθική, οὔτε ἡ ψευτοϋπερβατικότητα τοῦ εὐνουχισμοῦ, ἀλλ’ ἡ ζωή, ποὺ εἶναι πιὸ δυνατὴ κι ἀπ’ τὸν θάνατο, ἡ ἀνάσταση.

Μιὰ φορά. Μοῦ μίλησε μία φορά. Τὸν ἄλλον καιρὸ σιωποῦσε. Διάβαζε. Διασκεδαστικὰ βιβλία. Γι’ αὐτὰ δὲ μιλοῦσε σὲ κανέναν. Ὅμως, τὰ βρῆκα μέσα στὴν ἀξιολογότατη βιβλιοθήκη του. Οἱ ἀδελφοὶ Καραμαζώφ, τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ὁ πατὴρ Σέργιος, τοῦ Τολστόι, ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σεργίου, τοῦ Μπόρις Ζάιτσεφ (ποὺ ἦταν ὁ παπποῦς τοῦ φίλου μου Μιχάλη Ζολόγκουμπ. Πῶς πλέκονται παράξενα οἱ δρόμο! Ὁ Θεὸς ὑφαίνει, αὐτὸ τὸ λίγο, ποὺ τοῦ ἐπιτρέπουμε νὰ δράσει…).

Ὁ πατέρας μου σιωποῦσε. Ζοῦσε τὴν οἰκογενειακὴ ζωὴ καὶ σιωποῦσε. Ἡ ἀδελφή του ζοῦσε μόνη της στὸ χωριὸ καὶ σιωποῦσε. Ὡστόσο, ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἦταν γύρω της, ἰδιαίτερα τὰ φυτά, ἦταν ζωντανά. Βέβαια, ἦταν ἄθεη, σὰν τὸν πατέρα της. Ὅμως, βρῆκα μέσα στὸ συρτάρι, στὸ ὁποῖο ἔβαζε τὰ πιὸ ἀγαπημένα τῆς πράγματα, ἕνα ἀντίτυπο τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ Ἰωάννη.

Ὁ βίος τὸν ἁγίου Σεργίου, τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη. Αὐτὸ ἦταν τὸ μυστικό τους. Ὅπως κι ἡ πίστη τοῦ Ζωρὲ εἶχε καταντήσει τὸ μυστικό του. Παρακολούθησα αὐτὸ τὸ πελώριο γεγονός: τὸ σαβάνωμα ὁλόκληρου τοῦ λεξιλογίου ποὺ ἀναφέρεται στὸν Θεὸ καί, ταυτόχρονα, τὸ τέλος ἑνὸς πολιτισμοῦ. Ὅταν σκέφτομαι αὐτὸ τὸ τυπικὸ τοῦ σβησίματος, αὐτὴ τὴ μακρά, συνολικὴ σιωπή, γύρω ἀπ’ τὴ φωτιὰ τοῦ σπιτιοῦ, μοῦ φαίνεται, πὼς ἔχω ζήσει σ’ ἕναν ἄλλο κόσμο, ἀπ’ αὐτούς, ποὺ μελετοῦν οἱ ἐθνολόγοι. (Κατὰ τὰ ἄλλα, ξαναβρίσκω μέσα στὰ μουσεῖα τὰ ἀντικείμενα τὰ γνώριμα ἀπ’ τὰ παιδικά μου χρόνια, ποὺ τὰ ἔζησα στὸ χωριό. Ἢ τὰ βρίσκω μεταποιημένα σὲ λαμπατὲρ καὶ σὲ μικροκοσμήματα, πρᾶγμα, ποὺ εἶναι ἀκόμα χειρότερο, γιατὶ γιὰ μένα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἔκφραση τοῦ μηδενισμοῦ: μιὰ ρόδα εἶναι φτιαγμένη, γιὰ νὰ γυρίζει, ἀνόητοι, κι ὄχι γιὰ νὰ κρατάει ἕνα ἀνθοδοχεῖο!).

Αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς ἦταν πολυσύνθετος. Δὲ μίλησα, παρὰ μονάχα γιὰ μία φόρμα του. Κατάρρευσε, ἀλλ’ ὄχι ταυτόχρονα παντοῦ. Γιὰ πολλὰ γαλλικὰ περιβάλλοντα κι εἰδικότερα γιὰ τοὺς χριστιανούς, ἡ κατάρρευση εἶναι γεγονὸς σύγχρονο. Ἀναμφίβολα, αὐτὴ εἶναι ἡ σκληρή, ἀλλά, τελικά, ὠφέλιμη δοκιμασία τῆς ἐλευθερίας. Συνειδητοποιεῖ πὼς βρίσκεται στὴν ἔσχατη φάση. Πὼς γλιστράει στὶς ἐναλλακτικὲς θρησκεῖες – στὶς πολιτικὲς ἢ στὶς ἄλλες. Ὅμως, ἐμφανίζονται, ταυτόχρονα κι οἱ πρόδρομοι ἑνὸς ἀνανεωμένου Χριστιανισμοῦ.

Ἡ προφητικὴ δύναμη τῶν μεγάλων Ρώσων, ὅπως τοῦ Ντοστογιέφσκυ, φανερώνεται, μὲ τὸ ὅτι αὐτοὶ μπόρεσαν νὰ τὰ γνωρίσουν ὅλα αὐτὰ ἕνα αἰώνα πρὶν ἀπὸ μᾶς. Ἔλλειψη τῶν οὑμμανιστικῶν παραδόσεων, ἀναμφίβολα. Ὅ,τι καὶ νἆταν, ἐκεῖνοι προχώρησαν ἕνα αἰώνα μπροστὰ ἀπὸ μᾶς, ἴσαμε τὸ τέρμα τοῦ ἀθεϊσμοῦ. Ἐμεῖς γιὰ πολὺ καιρό, κατορθώσαμε νὰ κάνουμε τὸ ζήτημα θέμα γιὰ κουβέντα. Νὰ τὸ κάνουμε ἕνα θέμα φιλολογίας. Θαυμάσια φιλολογικὴ ἀρρώστια (morbo literatio) τῶν πολιτισμένων λαῶν! Μένουμε προστατευμένοι ἀπὸ σοφίες, ἀπὸ ρυθμοὺς κι ἀπὸ παιχνίδια, τὴ στιγμή, ποὺ οἱ μεγάλοι Ρῶσοι, ἀντιμετωπίζοντας ἄμεσα τὸν ἀθεϊσμὸ τῶν θεωριῶν μας, διαισθάνονταν τὴν κόλαση, τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση: τὸ παραδεισιακὸ ξέφωτο, τὸ πασχάλιο τραγούδι τῶν καμπάνων. Θυμηθεῖτε τὸν Ντοστογιέφσκυ στὴν ἐξορία. Ὕστερα ἀπ’ τὴν κόλαση ποὺ ἔζησε, καθὼς περίμενε τὴν κρεμάλα καὶ καθὼς ἀντίκρυσε τὸν νεκροθάλαμο. Ἀκούει συχνὰ τὶς κωδωνοκρουσίες τοῦ Πάσχα κι ἡ βεβαιότητα τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ, ποὺ σταυρώθηκε καὶ νίκησε τὸν θάνατο, τὸν συνεπαίρνει: «Ὑπάρχει! Ὑπάρχει!». Ἀπὸ τότε, ὁλόκληρη ἡ Ρωσία γνώρισε τὴν κάθοδο στὸν ἅδη. Μά, κι οἱ μαρτυρίες τῆς ἀνάστασης ἔρχονται ἀπὸ κεῖ. Τὸ παράδοξο πλεονέκτημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι, πὼς ἡ ἴδια ἡ ἱστορία μας σπρώχνει στὸ ἔσχατο.

Ἀπὸ τὸ αὐτοβιογραφικὸ βιβλίο «Ὁ ἄλλος ἥλιος»σὲ μετάφραση τοῦ Μητροπολίτη Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος κυροῦ Νικοδήμου, ἐκδ. Σπορᾶς.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Εντύπωση – ανατολή του ήλιου”, 1872) είναι έργο του γάλλου Claude Monet.

Πηγή ψηφιακού κειμένου: Aντίφωνο

1 σχόλιο

  1. Ανθολογώ τις διαπιστώσεις του στοχαστή Κλεμάν που χάραξαν το μυαλό μου και τις καταγράφω για όλους μας, μη γίνουν έπεα πτερόεντα και χαθούν στον θόρυβο του ρεαλισμού.

    … σήμερα δεν έχουν πια ντροπή όταν μιλούν για σεξ, ωστόσο έχουν ντροπή όταν μιλούν για τον Θεό.

    … κι ο Θεός παρέμενε ο πιο ξένος στο βάθος του διαλόγου.

    … ήταν ο θόρυβος μιας απουσίας.

    … ένας ενορίτης δίχως ενορία.

    … η ρόδα είναι φτιαγμένη για να γυρίζει, ανόητοι, κι όχι για να κρατάει ένα ανθοδοχείο.

    Ναι, ενορίτες δίχως ενορία γίναμε μετατρέποντας την μεγαλύτερη ανθρώπινη εφεύρεση, την ρόδα, σε διακοσμητικό στοιχείο. Κι ο Θεός, Θεέ μου, τόσο ξένος από την πληθώρα των πληροφοριών που έπνιξαν την γνώση. Κι η απουσία Του τόσο εκκωφαντική.

    Κρατώ και την υπέροχη μεταγραφή του Μητροπολίτη κ. Νικόδημου.

    Κι ευχαριστώ για την δημοσίευση.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here