Στο πολιτικό-πνευματικό βάθος του φρενοκομείου

0
1011
  1. Τοπιογραφία

Η χώρα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο, είχε πεί κάποτε ο ΚΚ… Κι ασφαλώς, μέσα απ’ τις δεκαετίες – κάρα σκουπιδιάρικα – η τρέλα εντείνεται και μοριοποιείται κι απλώνεται, τα μικρά δίκια του καθενού αλληλοσυγκρούονται κι αναπηδούν διασπώμενα περαιτέρω στο πνιγηρό νέφος των μοριακών δίκιων και του μεγάλου αδίκου που μας τυλίγει…Ο εχθρός παντού κι αόρατος, σχεδόν ο κάθε Άλλος, ιδίως ο πλησίον, προσφέρεται για την εξορκιστική δαιμονοποίηση που έχει ανάγκη η ύπαρξή μας η πεπτωκυϊα.

Όχι, δεν είναι ακόμα λυώμα η κατάσταση, ποτέ δεν ήταν, πάντα το μη χειρότερα έχει τη θέση και το ρόλο του, πρόσκαιρες μικρονίκες ακόμα και πλασματικές, μερικές φορές νίκες με νόημα – όπως πέρισυ στον Εβρο κι όπως του μαθητή που αρίστευσε έχοντας χάσει αμέσως πριν τους δύο γονείς απ’ τον κωρονιό – ανανεώνουν ελπίδες και στοιχήματα… Όμως, το τοπίο δεν ξεγελά.

Ηθο-ποιοί και προπονητές κι εκπαιδευτικοί και ιερείς και πατριοί και πατεράδες βιαστές και αποπλανητές και παιδοπορνολάγνοι, γονείς που παρέα μ’ αστυνομικούς εκδίδουν τα παιδιά τους, ναρκοπαπάδες βιτριολιστές και βιτριολίστριες, φοιτητές που βασανίζουν συμφοιτητή έως αυτοκτονίας, δεσποτάδες που μισαλλοδοξούν και καταριούνται βασανισμένες αδελφές ψυχές, νεαροί που ξυλοκοπούν το γέρο κι άλλοι που δέρνουν τους μικρούς της άλλης γειτονιάς, κοριτσίστικες συμμορίες που μαχαιρώνουν άλλα κορίτσια, φόνοι φριχτοί στα πικρά νερά των παιάνων της εποχής, νέα παιδιά που εξαφανίζονται, πολιτικοί που παραμιλούν τα έσχατα των παρασιτικών απατών κι αυταπατών τους, μιντιάρχες που πωλούν σε χαυνωμένους θεατές την περαιτέρω πτώση, την εύκολη κατάρα και το θέαμα της ρωμαίϊκης αρρένας, εισπράττοντας σκυφτοί το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.  Ave δικέ μου, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν.

Ναι, και το άλλο εγκλημα. Των μικροπορτοφολάδων και μπουκαδόρων αλλά και των ληστών σε σπίτια και μαγαζιά. Και των οργανωμένων νταβατζήδων και ναρκεμπόρων κι απαγωγέων και πληρωμένων εκτελεστών…Άλλη κορφή εδώ, οι παραλήψεις, οι χωμένοι αστυνομικοί, οι διαλυτικές σκοπιμότητες, η μεταναστευτική πολιτική αντικατάστασης λαού, η βλακεία… Δεν είναι όμως σ’ αυτά που θέλω να σταθώ, πλην για να πώ συνοπτικά, πως η αντιεγκληματική και σωφρονιστική πολιτική – ασύνδετη με τα αίτια, τον πράγματι σωφρονισμό που οφείλει η οργανική κοινωνία στον εαυτό της, την αμεσότητα κι αναλογικότητα κι ανθρώπινη έκτειση, τα πιο εύκολα ανάμεσα στα δύσκολα της τρέλας – παραμιλά για αυστηροποιήσεις και πράσσειν άλογα… Οπου κι αφήνεται για την επιστροφή μας στη πρώτη κορφή, αυτή της μοριακής παράνοιας, συνδεδεμένης με τα πιο δύσκολα της προϊσούσας κοινωνικής διάλυσης.

Λίγα χρόνια πριν, οι οικονομολόγοι γνωμάτευαν πως το φάρμακο στην κρίση είναι η ανάπτυξη – περίπου δηλ. ότι το φάρμακο στη φτώχια είναι ο πλούτος – έως ότου κι ο νόμπελ-Κρούγκμαν ομολογήσει ότι αυτός και οι ομότεχνοί του δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται, αφήνοντας σε μάχες οπισθοφυλακών τους ποικίλους λαοπλάνους μπαρουφάκηδες της αριστερής και της προόδου. Ετσι και τώρα ψυχολόγοι κι εγκληματολόγοι και σεξοψυχίατροι και κοινωνιολόγοι κτλ – ναι, όχι όλοι μα πολλοί κι «έγκριτοι» – βγήκαν στο κλαρί να πλειοδοτήσουν στη μάχη της αρρένας. Το τέρας, το κτήνος, το φίδι, ο ψυχρός κι ανέκφραστος και ο έτσι κι ο αλλοιώς … κι ανοησίες εγκρίτων εξορκιστών αντάξιων των τηλεχαυνωμένων reality-καταναλωτών.  Την τρέλα του Ακη Πάνου, την τρέλα της κουλτουριάρας «ασήμαντης αφορμής», την τρέλα του Νίιικου, αυτού στο μακρύ ζεϊμπέκικο, αν θυμάσαι, αυτή την τρέλα που ‘χει κάτι να σώσει, αν μ’ εννοείς, κατά πως το ‘πε ο Νιόνιος, δεν την αγγίζουν, δεν κατέουν πράμα… Μόνο κα’νας Μπιθικώτσης ίσως πεί «που να στα εξηγώ τώρα..», αν θυμάσαι.

Η επίθεση, ακόμα και του φιδιού, πέραν της τροφής, είναι επίθεση άμυνας… Ναι, ο άνθρωπος θηρών αγριότατον ξεπερνά το φίδι, αλλά κι εξ έθους και πολιτείας περιγιγνόμενον συν-θέτει όρια, ώστε ακόμα και άμυνα δεν σημαίνει αυτοδίκαιη κι άνευ ορίων επίθεση στον Αλλον. Μα ούτε αναίτια καθίσταται αυτομάτως η επίθεση, ακόμα κι αν η τρέλα είναι zip-αρισμένη αιτία, ή η cosa nostra δουλεμένη μακροεπιβίωση στην πιστοποιημένη ανθρώπινη ζούγκλα.

Στοπ, το όριο είναι ως εκεί που θίγεις τον Αλλον, θα πεί ο φιλελές κατέοντας δικαίωμα και μη κατέοντας πράμα. Το ξέρουν αυτό οι περισσότεροι φιλελεφίλε μου, πλαϊ στην τρέλα της επίθεσης η τρέλα της ποικίλης αυτοχειρίας είναι πιο συχνή. Η αυτο-επίθεση – ναρκωτικά, κατάθλιψη, αυτοαπομόνωση, αυτοκτονίες κτλ  – παραμένουν πολύ συχνότερες απ’ τις ραγδαία αυξανόμενες επιθέσεις στον Αλλον. Δικαίωμά τους θα ματαπεί ο φιλελές, ο χαιρετών μελλοθάνατος δικαιούχος.  Αφού, ο συζυγοκτόνος Αλτουσέρ ή εναλλακτικά ο αυτόχειρ Πουλαντζάς είναι η καλύτερη βιοτική προσφορά που έχει…

Οπου σας βρίσκει το κακό αδελφοί, κι όπου θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Σολωμό και μνημονεύετε Παπαδιαμάντη, η συμβουλή του Οδυσσέα. Κι Ελύτη μνημονεύετε, ας μου επιτραπεί, του εξόριστου της αλληλουχίας των κρυφών νοημάτων…Εδώ για ένα τεστ εναλλακτικής απέναντι στα φριχτά. Αξιον Εστι .. τούτο.. και τ’  άλλο.  Κι Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει από φόνο φριχτό μα τώρα ξέρει ποιός ο κόσμος που υπερέχει…

Ποιος όμως κόσμος υπερέχει;  Ο κόσμος ο φιλελές, θα πεί ο φιλελές, συνεχίζοντας συγχιστί. Ο κανονικός, ο νόμιμος, ο πολιτισμένος.  Δεν έχει τελείως άδικο, έχει το μικρό δίκιο του μεγάλου αδικου που λέγαμε πριν.  Αλλά στον κανονικό αυτόν κόσμο, πως λύνεται πχ. μια υπαρξιακή διαφωνία σ’ ένα ζευγάρι αβίωτο των πικρών νερών; Αυτό που ζει στο καθεστώς εκείνης της πραγματικής, σκοτεινής, συνθλιπτικά εκβιαστικής κι εκ του ασφαλούς βίας του αβίωτου βίου που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν τολμά να θίξει στα ως όντως έχει, κι εκείνου του αναπόφευκτου βρασμού που διαρκεί πέραν του στιγμιαίου τρελαίνοντας; (Παρένθεσις : το στιγμιαίο του βρασμού, έχει την ίδια βάση κι εγκυρότητα κι απόκριση στα πράγματα με το στιγμιαίο του χουντισμού, αν θυμάσαι. Και τα δυο ξορκίζουν κι εξαφανίζουν πλαστογραφικά το όντως καθεστώς των πραγμάτων). Πως λύνονται όλα αυτά, τα εγγενώς ασύμβατα των ανθρώπων-ατόμων, αυτών με πλήρη «αυτοδιάθεση»(?) και μηδενική και αγρίως παρανομοποιούμενη συν-διάθεση κι ετερο-διάθεση;  Χωρίζοντας, θα πεί ο φιλελές, χωρίζοντας κανονικά και πολιτισμένα, όπως κάνει (κατά ραγδαία αύξηση άλλωστε, αντίστοιχη κι ομότοκη και της δημογραφικής αυτοκτονίας μας) ο πολύς-καλός κόσμος, μοιράζοντας πολιτισμένα και κατά νόμον τα σέα τους. Ο ένας το ρούμπο και τα γραμμάτια κι ο άλλος το παιδί, το σπίτι και τη διατροφή. Κατά τον νόμο και συνοδεία μεγαλοδικηγόρων και «μηνυμάτων ευαισθητοποίησης – για το παιδί είμαστε ένα»… Και κατά την κρίση του χειρότερου φιλελεδισμού, του θρεμμένου με νιφάδες κουκουέ εσωτερικού. Σαν αυτής που βρήκε ο Μητσοτάκης για φρένο στις καταψηφίσεις του Τσίπρα, γέφυρα και κοινό τόπο των φιλελέ πολιτικών ΚΔ+ΚΑ. Ναι αυτής που κατήγγειλε το συνέδριο γονιμότητας ως σεξιστικό. Ναι αυτής που θέλει ως λύση στο δημογραφικό την  εισαγωγή μεταναστών.

Υπερβολές, θα ματαπεί ο φιλελές σαν να μην κατοικεί εδώ και κοιτάζοντας το δάχτυλο αντί το θηρίο.  Όπως και να ‘χει δεν θα πάρουμε τα μπιστόλια στον 21ο αιώνα, έχουμε άλλα πολιτισμένα εργαλεία κι όπλα. Κι αν ο νόμος είναι σκληρός dura lex sed lex.

Να μην τα πάρουμε τα μπιστόλια φίλε μου, μελλοθάνατε, άλλωστε στον 21ο αιώνα ίσως κάλλιο ειν’ η μάννα του Πουλαντζά παρά του Αλτουσέρ. Μα και στον αιώνα αυτόν ισχύουν δυό πράγματα, μας αρέσει δε μας αρέσει. Πρώτον, lex male, lex nulla. Κι ακόμα – έστω κάποτε, σ’ άρεσε ο Τσιτσάνης – «σίγουρα θα πάμε μιας και φτάσαμε ως εκεί εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή»… Σίγουρα και στατιστικώς επιβεβαιωμένο. (Στατιστική σημείωση : Αμα τη γλύτωσες σε διάφορα και σού  ‘ρθαν ως τώρα εξάρες, μην το ‘χεις για δικαίωμα, τα ασσόδυα έμειναν για αύριο και για τα παιδιά σου, κι αν δεν βλέπεις κοντά, ρώτα το Μεγαλέξανδρο, τον Κένεντυ, τον Ωνάση…).  Σίγουρα, μιας και φτάσαμε ως εκεί…

Όχι, δεν είναι η τρέλα ελληνική μόνο, αν κι εδώ έχει τις ιδιομορφίες της.  Ολη η Δύση τρελαίνεται, και η Ανατολή βεβαίως κατά το μερίδιο της δικής της αλλοτρίωσης, κι ο τρίτος κόσμος στο δικό του κράμα βιοτικών – δηλ. πολιτικών και πνευματικών – αδιεξόδων.  Στις ΗΠΑ πέρισυ είχαν 43.000 νεκρούς από επιθέσεις  (οικογενειακές, πυροβολισμούς στα σχολεία κτλ. ) και φέτος οδεύουν σε νέο ρεκόρ.  Χώρια η υπόλοιπη τρέλα… Χώρια η γεωπολιτική ένταση και κίνδυνοι παγκοσμίως…

  1. Αντιδημοφιλείς διελεύσεις και νύξεις

Μέσα σ’ αυτό το χαμό, προσωπικά διατηρώ αισιοδοξία. Τόσο προταγματικώς όσο και μέσα από εξελίξεις και σημάδια που δεν θα απασχολήσουν αυτό το κείμενο.  Θα σημειώσω μόνον επιγραμματικά ότι η κύρια πηγή των όποιων ανατακτικών βημάτων παραμένει η Δύση. Μ’ όλο της το χάλι και υπό την πολύμορφη πίεση των άλλων πόλων, των διαλυτικών αδιεξόδων και των κινδύνων παγκόσμιας σύρραξης. Την ίδια στιγμή που κλιμακώνει πολιτικές στην πεπατημένη της φιλελέ κοινωνικής διάλυσης. Και την ίδια στιγμή που οργανώνει, αργά αλλά σταθερά, τη «μαχόμενη δημοκρατία», δηλ. τη στροφή του φιλελεύθερου κράτους στον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό, «για την υπεράσπιση της δημοκρατίας», δηλ. την ποινικοποίηση και την προληπτική καταστολή της κριτικής του ατομιστικού και φιλελέ εκτροχιασμού (ως και λογοκρισία του Τράμπ, αν θυμάσαι, άσχετα απ’ το αν αυτός μας αρέσει), υπό το πρόσχημα του πολέμου στον ρατσισμό, τον σεξισμό κτλ.

Θα πεί κανείς, πως γίνεται να επιταχύνεις στον κατήφορο και να υπάρχουν σημεία ελπιδοφόρα;  Θα δώ εδώ την ευκαιρία για νύξεις σ’ ένα ταλαιπωρημένο θέμα με πολλές πτυχές και κρυφές αξιώσεις ισοκυρίας, «ανεξαρτησίας» κτλ.,  θέμα που συνδέεται με σοβαρές καθηλώσεις πέριξ. Θα πω χωρίς περιστροφές, ότι το πιο πάνω ερώτημα μοιάζει με το αστείο ερώτημα, πως γίνεται στα λίγα κρούσματα του ιού να αναγκαιούν μέτρα περιορισμού και στα πολλά να χαλαρώνουμε.  Μα έτσι ακριβώς γίνεται συνήθως στα περίπλοκα (φρενάρεις πριν τη στροφή, ξεφρενάρεις πάνω στη φυγόκεντρη…) διότι η σειρά και οι χρόνοι των αιτίων με τη σειρά και χρόνους των αναδράσεων κι αλληλοσυναρτήσεων κτλ. ΔΕΝ συμπίπτουν.  Κι αν κάτι τέτοιο φαντάζει σαν προσβολή της κοινής λογικής, ας δεχθούμε με παρρησία ότι η κοινή λογική έχει την αξία της, όχι όμως όσο βλέπει τη γη επίπεδη.  Κι ότι κοινή και τυπική λογική διαφέρουν παρασάγγας με τη δεύτερη, στην εξέλιξή της, να φτάνει στα διαστημικά ταξίδια όσο η πρώτη εξ ορισμού παραμένει σε υστερημένη και συσκοτισμένη τηλεθέαση των πραγμάτων.  Εστω κι αν συναντά τον Θεό δίπλα κι όχι στο διάστημα, έναν θεό όμως που ανέθεσε στον επί γης άνθρωπο ρόλο έμπρακτης θέωσης, ρόλο που δεν αρκείται μεν στη νόηση αλλά που ωστόσο όχι μόνο δεν την απορρίπτει αλλ’ αντίθετα την ασκεί και την εξαντλεί, άλλο γαρ το απερινόητο κι άλλο το ανόητο… Ας δεχθούμε εν τέλει δηλ. ότι η πρόσβαση στα πράγματα είναι σύνθετη και πέρα απ’ τον κοινό λόγο, αν και σε πείσμα του μετριοκρατικού Πραγματισμού (αυτού  των James-Lewis, που μονίμως ως όρος συγχέεται με τον «ρεαλισμό») όσο και της πρωτόγονης «δημοκρατικής» εκδοχής κι αξίωσής του πέριξ.  Αλλωστε η ενδημική διαβάθμιση του λόγου είναι κι αυτή μια όψη της οργανικότητας – του εγγενώς μη ατομικιστικού χαρακτήρα – της κοινωνίας και ταυτόχρονα της εσωτερικής ετερότητάς της.  Οπου βασικοί καταμερισμοί εργασίας και γνώσεων και κλίσεων και ρόλων κτλ. συνδέονται σε αλληλεξαρτώμενο οργανικό όλον πάνω απ’ το αγελαίο και το μονήρες των ατόμων. Με την οργανικότητα αυτή να αποτελεί το κόκκινο πανί των φιλελέδων που το μόνο στοιχείο της που ευλογούν είναι το επί της κοινωνίας κατοχικό καθεστώς τους, εγγυητή παρασιτικών καταμερισμών.

Η συμβιωτική-συμπορευτική αυτή αλληλεξάρτηση προϋποθέτει μεν τον κοινό λόγο αλλ’ επίσης και τον πέραν αυτού, ώστε απ’ την (ορισμένη-περίπλοκη και μόνον) σύνθεση των οποίων η κοινωνία δια-νοείται συλ-λογικώς και συμ-πράττει και συμ-βιώνει και συνιστά συλλογικό υποκείμενο δηλ. κοινωνία εν ελευθερία. Προϋποθέτει δηλ. τους «ειδικούς» διαφόρων τομέων κι επιπέδων, μαζί και τους «γενικούς ειδικούς», δηλ. τους κατ’ εξοχήν πνευματικούς ανθρώπους.

Οπου φυσικά οι όποιοι ειδικοί ή ψευτο-ειδικοί μπορεί συχνά να απατώνται και συχνότερα να παρασιτούν (οργανική κατοχική διανόηση) κι όπου όμως η λύση ΔΕΝ είναι η ισοπεδωτική καυσοκαλυβική για τους ψύλλους. Αντίθετα, είναι η αναβάθμιση της οργανικότητας της κοινωνίας, δηλ. οι κατάλληλοι δεσμοί-θεσμοί  που συνδέουν αμφιδρόμως (αλλά κι ασυμμέτρως) ειδότες και μη, τόσο με αγωγούς γνώσης όσο και με αγωγούς πίστης (εμπιστοσύνης) και συμπόρευσης κι εν ταυτώ καθαρτήριων αποπαρασιτισμών. Όλα αυτά όμως αφορούν μια άλλη κορφή όπου δεν θα επεκταθώ άλλο, αρκούμενος στις παραπάνω νύξεις κι επιστρέφοντας προς δυσμάς.

Η Δύση, διαθέτει πολιτικοοικονομικά κτλ. αλλά και πνευματικά εφόδια για την επάρκεια και την ειδικότερη ποιότητα των οποίων μπορούν να ειπωθούν πολλά αλλά που πάντως δεν μπορούν και δεν πρέπει να υποτιμώνται ή να τοποθετούνται σε οπαδικές-ιδεοληπτικές διελκυστίνδες φιλοδυτικισμού – αντιδυτικισμού.  Φυσικά η πνευματική αναβάθμιση της Δύσης αποτελεί προφανή κι άμεση ανάγκη εν μέσω όλων αυτών, ιδίως όσο η όποια δυνατότητά της αναμετριέται όχι μόνον με τα αδιέξοδα αλλά και με τον χρόνο όπου αυτά διαμορφώνουν τη δική τους δυναμική.  Με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει για την Ευρώπη, που διαθέτει πολύτιμους και κρίσιμους όρους εντός της Δύσης, αν και μακράν της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Και μ’ ό,τι αυτό σημαίνει για μια χώρα σαν τη δική μας, αδύναμη εν πολλοίς αλλά με επίσης κρίσιμα πνευματικά όπλα αν και πεταμένα στην αποθήκη του παγανισμού, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε.

  1. Ο Εχθρος, το Εφικταναγκαίο, το Ολικό.

Η τοπιογραφία πιο πάνω, δεν έγινε για θρηνητικούς ή αορίστως καταγγελτικούς λόγους, αλλά γιατί προσφέρεται για τον εντοπισμό του Εχθρού ή έστω για την αναζήτησή του. Αντίθετα με άλλες πλευρές της κοινωνικής μας κρίσης (πολιτική, οικονομία κ.α) όπου είναι «εύκολος» όσο και τραγικά άστοχος ο προσδιορισμός του εχθρού (η κυβέρνηση, η Μέρκελ, το Κεφάλαιο κτλ.) το παραπάνω τοπίο μας βάζει τα δύσκολα χωρίς να επιτρέπει τέτοιες διαφυγές. Μας υποχρεώνει να ανασύρουμε και να ανανεώσουμε τα βασικότερα πνευματικά μας όπλα αν είναι να έχουμε λόγο και ρόλο και ζωή σαν πρόσωπα, σαν χώρα, σαν Εθνος, σαν Ευρώπη, Δύση, Οικουμένη.

Φυσικά Εχθρός είναι Αυτό που (και ιστορικώς) συνέχει την Πτώση, αυτό που κυρίως πρέπει να πολεμηθεί εν τόπω και χρόνω για να αλλάξει το πτωτικό αυτό τοπίο. Αλλά να μπορεί όντως να πολεμηθεί και μάλιστα εν πολλοίς σε κάποιον εμπειρικό ορίζοντα, και το τοπίο ν’ αλλάξει όντως, τουλάχιστον ως κάποιον αναβαθμό. Αμέσως μπαίνουν μια σειρά προβλήματα – τι σημαίνει όντως μαχητός εχθρός, πόσο μπορεί να διαρκέσει κι απολογισθεί αυτή η μάχη αν δεν είναι ουτοπική, πόσο μπορεί ν’ αλλάξει η κατάσταση και σε ποιά κατεύθυνση κτλ. Προβλήματα απέναντι στα οποία καμμιά πρόχειρη γνώμη δεν αρκεί,  όπως πχ. πονάει μάτι βγάζει μάτι, κρεμάλα στον κακούργο, στον τοίχο στο Γουδί, να ζήσουμε εν σαρία, εργατική επανάσταση κτλ. ( εν παρόδω το άγος τέτοιου «κοινού λόγου», συχνά ηχούς προφητών που χάϊδεψαν πρωτόγονα αυτιά, επιστρέφει πάντα και είναι οι ίδιες φωνές για το Γουδί που στου καιρού το γύρισμα θα βάλουν πρώτες τον λίθον εναντίον του φωνάζοντας «δολοφόνοι !», αν θυμάστε ).

Αναγκαιούν έτσι εδώ, πέρα απ’ τα βαθύτερα μυστικά φώτα και ξέφωτα (άλλη κορφή αυτή), πλήθος γνώσεις κι επιστήμες κι όχι μόνον πειραματικές-θετικές αλλά και θεωρητικές. Και κυριώτατα η γενικότερη των θεωρητικών επιστημών, η επιστήμη της Μεταφυσικής ή άλλως της Οντολογίας ή άλλως της Πραγματικοτητολογίας ή άλλως του Τι εμμένει και Τι αλλάζει και προς Τι και προς τα Που και Πως, κι αν αυτό έχει Κεφαλόσκαλα και Ποιά κτλ.  Η οποία οντολογία, αντίθετα με πέριξ παρεξηγήσεις, ναι μεν απ’ τη μια συστηματοποιεί κι εκλογικεύει κι εν-νοεί, έως ορίου, έσχατα και διαρκώς υπό ερώτηση υπεριστορικά κι απερινόητα θεωτικά θεμέλια και προσανατολισμούς – πάντα πολύτιμα  κι οδηγά με τον τρόπο τους – απ’ την άλλη όμως σαρκώνεται πάντα σε κοινωνικοπολιτική οντολογία-θεωρία.  Και είναι αυτή που, συνοδεία πλήθους ειδικότερων επιστημών, ορίζει τα όντως Αναγκαία ή άλλως τα Εφικταναγκαία των πραγμάτων στον ιστορικό τους ορίζοντα.   Ερήμην αυτών μπορεί ο καθείς να προτείνει ως λύσεις πχ. «να αλλάξουμε νοοτροπία», «να μπει unisex σεξολογία στο δημοτικό», «να αναγκάσουμε τη Μέρκελ να πιέσει τον Ερντογάν», «να λιτανεύσουμε υπέρ της άμεσης εγκατάστασης του παραδείσου επί γης» κτλ.  (Σημείωση : Οι άνω προτάσεις, πλην της τελευταίας, της οποίας διατηρώ την πατρότητα καθώς και τη βεβαιότητα ότι είναι η λιγότερο άστοχη αλλά και η πιο πλήρης και χορταστική, έχουν γίνει από πλέον εγκύρους συμπολίτες, αν θυμάστε). Φυσικά, τέτοιες προτάσεις, κι άλλες καλύτερες, μπορεί να εκλογικεύονται κατά περίπτωση αυτοσυρρικνωτικώ τω τρόπω, δηλ. προβαλλόμενες ως «λιθαράκια» ενός αόριστου «βιοτικού» ή μιας αόριστης «προόδου» (ενός ακαθόριστου «Ολικού» δηλ.) στην οποία συμβάλλουν – κι όντως μπορεί να συμβάλλουν, εμπεδώνοντας παράλληλα την «γνώμη» στον «κοινό λόγο» ότι η φασολάδα δεν χρειάζεται φασόλια αλλά λιθαράκια.

Μπορεί κανείς επίσης εν επιλογή ή αμηχανία να ξεφύγει απ’ όλα αυτά και να πλαγιοκοπά τα βιοτικά και πνευματικά ζητήματα σε διάφορες πλευρές τους – επίσης πολύτιμη δουλειά για όποιον μπορεί – αρκεί κι εδώ να μην αποκρύβεται η ανάγκη των φασολιών, δηλ. του Ολικού Εφικταναγκαίου.  Ότι Ανάσταση χωρίς Σάρκωση δεν νοείται και παραμένει του αέρα.

Υπό τους όρους αυτούς, το πρόβλημα του Εχθρού παραμένει μεν πλην τοποθετείται ενθέως αλλά κι επιγείως και ιστορικώς στα καθ’ ημάς, αφήνοντάς μας το ψάξιμο – στα γενικά, τα ειδικά, τα διαλογικά κτλ. – αφήνοντάς μας δηλ. υποκειμενική-υποκειμενοποιητική ομοιωτική δουλειά, προσωπική, συλλογική, κοινωνητική, πάντα εν τόπω και χρόνω. Μη αφήνοντάς μας όμως περιθώρια άσαρκης παγανιστικής αιθεροβασίας και σχετικών παγανιστικών τελετών, όπως πχ. λατρείας του μονοφυσίτικου κι άσαρκου «καλού», λιβανίσματος του όποιου παλαιο-προφητικού «αλάθητου» ή νέο-προφητικού «άλλα λόγια…και βρήκαμε δουλειά…» ή αναθεματισμού των «απίστων», της «νεωτερικότητας» κτλ.  Μη αφήνοντάς μας, γενικότερα, περιθώρια αποκοπής της πνευματικότητας απ’ τα βιοτικά και περιθώρια σύγχισης μεταξύ πνευματικότητας και πνευματοκρατίας-παγανισμού. Κι εν τέλει μη αφήνοντάς μας περιθώρια ακοινώνητης-απολίτικης «πνευματικότητας».

Μια άλλη διατύπωση του προβλήματος του Εχθρού και του Εφικταναγκαίου, θα μπορούσε να είναι η εξής. Ποιος είναι ο Τρόπος και το αντίστοιχο Ολικό που σε ιστορική κλίμακα (σε κάθε εποχή κι εν προκειμένω σήμερα) μας καθιστά Ελεύθερους κι Ελευθερωτικούς, σαρκώνει εντός μας (=μεταλαβιά) το υπεριστορικό Πρώτο Κινούν, πραγματώνει (και) δι ημών το όντως θέλημά του;  Τι και Πως ειδικότερα γκρεμίζουμε και χτίζουμε, μακράν του Σισύφου, του Δον Κιχώτη και της Βαβέλ ; Και πάντοτε εν μέσω πλήθους δήθεν «προφανών» κι εν μέσω των όντως – δηλ. των συνήθως πέραν του κοινού λόγου – δυσχερειών και δυνατοτήτων; Και πάντοτε επί του πεδίου των εν κοινωνία ανθρώπων, δηλ. επί του πεδίου του Πολιτικού, επί των θεσμών, των εθών, των διανοιών.

Μια ακόμα διατύπωση του ίδιου προβλήματος, μ’ όλες τις παρεξηγήσεις που πιθανόν προκαλεί και στις οποίες δεν θα σταθώ, είναι η εξής. Ποιο ιστορικό Κεφαλόσκαλο και ποιος ιστορικός Εχθρός – πάντα στο πεδίο του πολιτικού ως άνω, πάντα εν μέσω των όντως πραγμάτων και πάντα με όρους Εφικταναγκαίου – μας χρεώνει ως υποκείμενα, καθιστά φίλιο τον τόπο και το χρόνο, καθιστά φίλιο τον κόσμο εν μέσω εφικταναγκαίων αθλημάτων και μαχών;  Μην η νίκη της Ανατολής επί της Δύσης ή τούμπαλιν, μην η βαλκανοκοινοτική ανάσταση, μην η σοβιετία οδός, μην η δεύτερη φορά της αριστερής και της προόδου, μην το διηνεκές του εθνοκράτους, μην το περίκλειστο κι ανέγγιχτο του ορθόδοξου(?) ελλαδιστάν, μην η εθνομηδενιστική-εκσυχρονιστική πολυπολιτισμική σούπα, μην τα πακέτα της Μέρκελ, μην η από μηχανής και δι ευχών «αλλαγή νοοτροπίας»;  Τι απ’ αυτά ή άλλα είναι (όντως και παρά κάθε πρόχειρη γνώμη) πιο κοντά ( ποιοτικά και χρονικά…) στο Αναγκαίο αλλά κι Εφικτό, για τη χώρα και την Οικουμένη, τι απ’ αυτά ή όποια άλλα ορίζει-αξίζει κι αξιώνει την βιοτική-ιστορική μας Στάση ;

Η δική μου απάντηση εδώ θα είναι άκρως συνοπτική – μια αναλυτικότερη απάντηση, σε εξειδικεύσεις και τεκμηρίωση εκφεύγει των ορίων του κειμένου αυτού ενώ επι μέρους σχετικές αναφορές, μικρές ή εκτεταμένες υπάρχουν από ετών.

Εχθρός, στη χώρα και τη Δύση, είναι το φιλελεύθερο-ατομικιστικό ιδεο-πολιτικό σύστημα. Οχι το νέο-φιλελεύθερο πρόγραμμα που ξορκίζουν οι επίδοξοι μεσαιοταξίτες οικονομιστές κι αναδιανομείς του Μηδενός, κι όχι απλώς το ασώματο ιδεοσύστημα που ξορκίζουν οι απολίτικοι αναθεματιστές της νεωτερικότητας, αλλά το εν κράτει κρατούν κι ένθεσμο-ένσαρκο φιλελέδικο πολιτικό σύστημα, στα βασικά αλλοτριωτικά του στοιχεία και τα κατοχικά κλειδιά του, στα σέα του και τα μέα μας.  Χωρίς εξοντωτική  έχθρα εν τούτοις σε κάθε τι φιλελεύθερο, παρά μόνον στη συστημική απολυταρχία του, αφού άλλωστε ο φιλελεύθερος πόλος, χωρίς φυσικά μαχαίρι-πεπόνι, παραμένει απαραίτητος και πολύτιμος σε κάθε δημοκρατική πολιτειακή εκδοχή.

Και το Εφικταναγκαίο Κεφαλόσκαλο-Ολικό είναι το Μετα-φιλελεύθερο διαδοχό του, όπως κι αν ονομαστεί – άλλη κορφή εδώ που επίσης δεν θα σταθώ.  Όπως αυτό, ακριβώς μέσω των πολλαπλών, πολυεπίπεδων και μοναδικών του δυνατοτήτων ως πολιτικού ολικού, αλλά και μέσω του ειδικότερου μεταφιλελεύθερου χαρακτήρα του, αναθεσμίζει κι επαναφέρει σε αρμονία τη θεμελιώδη σχέση Ατομικού-Συλλογικού. Οπως ανατάσσει την ποικιλοτρόπως εκφυλισμένη σχέση ομοτρόπου κι ετερότητας, όπως αγκαλιάζει τη διαφορετικότητα χωρίς να απεργάζεται την ακραία και διαλυτική αποθέωσή της, όπως επαναθέτει σε ανθρώπινη τροχιά τον εκτροχιασμένο δικαιωματισμό και κορεκτίλα, όπως επαναρμονίζει την έως τρέλας διαταραχή των ανθρώπινων σχέσεων. Οπως διασώζει πολύτιμα φιλελεύθερα αλλά και παραδοσιακά στοιχεία αξιών και θεσμών, όπως απαιτεί αλλά και οικονομεί ρήξεις κι αξιοποιεί θεσμικές κατακτήσεις, τραυματικές εμπειρίες, ιστορικές ευκαιρίες και τεχνικές προόδους, όπως ταυτόχρονα αρνείται ιστορικές υποστροφές μεσαιωνικού, σταλινικού, χιτλερικού ή ισλαμοτζιχαντικού τύπου. Όπως το απαιτούν οι εθνικές προκλήσεις και προοπτικές αλλά και η αναγκαία υπέρβαση του ανοικουμενικού εθνικισμού και του εθνομηδενιστικού και δουλωτικού  χυλού στον ταραγμένο κόσμο μας. Όπως η ανάγκη του βοά καθώς (ανεστίαστη ακόμα, ως φυσικόν, στα όρια του κοινού λόγου) σκεδάζεται σε κριτικές χωρίς ορίζοντα αλλά συθέμελες (να καεί, να καεί…) και ακραίες πολιτικές οχυρώσεις Δ+Α, ομόρροπες των ακραίων προσωπικών στάσεων, όπως σε πιο συγκρατημένες κι αμήχανες μορφές της εκκρεμεί μεταξύ του Μικρότερου Κακού και του Κανένα. Όπως  μπορεί να ελευθερώσει κυβερνήσεις του εκάστοτε μικρότερου κακού κι αξιεμετικές αντιπολιτεύσεις απ’ το δομικό τους αλληλοφάγωμα πάνω απ’ τις σάρκες της χώρας και της κοινωνίας. Οπως εγκαθιστά συμμετοχική, πλουραλιστική αλλά και ιεραρχημένη δημοκρατία βάθους στη θέση της κατοχικής (κι αναφέρομαι σε εσωτερική κατοχή), μετριοκρατικής, λαϊκιστικής και σηπόμενης φιλελεύθερης δημοκρατίας μας. Οπως απαιτεί χτίσιμο εν μέρει εγχωρίως κι εν μέρει υπερχωρίως (και κυρίως προς δυσμάς, παρ’ ότι με προσόψεις γύρωθεν). Οπως γαργαλάει ποικιλοτρόπως και δολίχως τη χώρα και τη Δύση με (ασθενικά για την ώρα) σήματα και δείγματα πως αποτελεί τη μόνη διέξοδο στα δίδυμα αδιέξοδα γεωπολιτικών εντάσεων κι εσωτερικών εκρηκτικών μεταγραφών τους. Οπως βρίσκεται τόσο κοντά και τόσο μακρυά σ’ όλο το δυτικό κόσμο και ιδίως στην Ελλάδα της μεγάλης κρίσης και της μεγάλης κληρονομιάς, δηλ. του πλέον δυνητικού και πολύτιμου παραδείγματος.

  1. Ιδεομαχίες και σκιαμαχίες

Η ιδεομάχη αποτελεί πάντα βασική παράμετρο και τροφό των βιοτικών εξελίξεων και δομικό στοιχείο του κοινωνικού υποκειμένου, του κοινωνικού ανθρώπου . Καθώς αυτή προβάλλει αργά ή ραγδαία, κατά τις ιστορικές ωριμάσεις, μέσα από βιούμενες καταστάσεις και νοηματοδοτικές παραδόσεις,  δεν βρίσκει απέναντί της μόνον τον δομικό αντίπαλο αλλά ταυτόχρονα το ίδιο το τσόφλι της.  Αυτό που εντός του επωάσθηκε μα πλέον τη δεσμεύει, αυτό που πρέπει να διαρραγεί για να της δώσει ιστορικό χώρο ανάπτυξης, για να δώσει χώρο σε αναβαθμισμένη κοινωνική αυτοσυνειδησία και στάση. Η ιδεομάχη, ιδίως στις πυκνές-μεταβατικές φάσεις, αυτές που το τσόφλι στενεύει, είναι πρώτα μια μάχη εσωστρεφής, μια μάχη αναστοχασμού και μετανοητικής επαγωγής, μια μάχη κολεοθραυστική, μια μάχη ανα-θεωρίας.

Τις μεταβατικές φάσεις, καληώρα, τις χαρακτηρίζουν ευδιάκριτα συνήθως σημάδια πολύπλευρης και γενικευμένης κρίσης.   Ανάμεσά τους η ακραία πολιτική κριτική και στάση, η απελπισμένη κι αντιφατική αναζήτηση διεξόδων, η πολύμορφη παρανοϊκή αυτο-διάσωση του «βρασμού», οι ενδιάμεσες προσγειώσεις ανατροφοδοσίας.  Όλα βοώντα και συγκλίνοντα στο κοινωνικό αίτημα προσανατολισμού ή αλλοιώς στο αίτημα-ανάγκη του κοινού λόγου να οδηγηθεί κι επαχθεί περαιτέρω.  Αίτημα που δεν διατυπώνεται πάντα ευθέως ( αν και το «τι διάολο να κάνω επιτέλους» κυκλοφορεί χωρίς μάσκα από ετών, εν οίκω κι εν δήμω ) αλλ’ έως και παρανοϊκά ως άνω, πιστοποιώντας και τα όρια «εσωτερικής» αυτεπαγωγής του «κοινού λόγου». Κι αφήνοντας έτσι δουλειά στους αναγκαίους ταγούς, οργανικούς μεν εκ των κοινωνικών σπλάγχνων, πλην πέραν του κοινού λόγου εξ ορισμού κι ως αποκρυπτογράφους κι ανελκυστές του. («…το φώς μετάλαβα…με λάβα τα ‘λαβα αυτά που λέει κρυφά το πλήθος…» καθώς στης Λίνας τη «Λάβα», «..κάτι απ’ την ηχώ του θεού στο βυθό του εωσφόρου..» καθώς στο «Μυστικό τοπίο» του Νιόνιου). Δουλειά λόγου και πράξης που συνοδεία γενικότερης προσωπικής αξιοπιστίας των πομπών τους, ανατροφοδοτεί τον κοινό λόγο κι ανατροφοδοτείται απ’ αυτόν σε εκτεινόμενο κι ανιόντα κύκλο εμπιστοσύνης, ενεργοποίησης κι ελευθέρωσης.

Οριακός αλλά και πολύμορφα ηχηρός ο κοινός λόγος, πολύτιμος στα όριά του με κορύφωση την κατάδειξη της ανάγκης οδηγού λόγου, ενίοτε πιστοποιεί και σε δεύτερο βαθμό την ανάγκη κοινωνικού (ανα)προσανατολισμού. Όταν δηλ. ο ίδιος, παρ’ ότι πάντα στα όριά του, υπερβαίνει τον αντίστοιχο των πνευματικών ταγών, όταν τους αφήνει πίσω και σκουριασμένους, ασφαλές πλέον δείγμα γενικής κρίσης και μεταβατικής εποχής.  Κάτι που έχει φανερά συμβεί τα τελευταία χρόνια σε κρίσιμες καμπές της κοινωνικής πορείας μας, με χαρακτηριστική την ήττα-διάψευση και υπερκέραση ορισμένως, των διάφορων ταγών στον ίδιο τον τομέα τους, στο ίδιο το γήπεδό τους – πολιτειολόγων, οικονομολόγων, κοινωνιολόγων κτλ. καθώς και γενικότερων πνευματικών… Αποτελώντας έτσι  πρόκληση για τους όποιους πνευματικούς ταγούς όχι απλώς υπόχρεους σε οδηγές παρεμβάσεις, που άλλωστε συχνά νομίζουν ότι πραγματοποιούν, αλλά πρώτα σε αναθεωρήσεις-αναβαθμίσεις των ιδίων οπτικών.  Αναβαθμίσεις που χρειάζονται ασφαλώς συμβολές πολλών αλλά που πλέον δεν αφορούν ως συνήθως τα επί μέρους και  δευτερεύοντα αλλά και πιο βασικά ιδεοστοιχεία.  Για παράδειγμα, ο πνευματικός και θεολογικός λόγος, μ’ όλο το πολύτιμό του, όπως έχει τυποποιηθεί ή διακινείται ή κι εμβαθύνεται ως τώρα, επαρκεί πλέον ως πνευματικός οδηγός του σήμερα ή εν πολλοίς παρεπιδημεί αιρετικός, αυτόκλειστος κι αποξυλωμένος, ακόμα και μεταξύ των θεολογούντων; Δεν αναφέρομαι σε ανάγκες «εκσυγχρονισμού» κτλ. αλλά σε ανάγκες μετοχικής α-ληθείας εν τόπω και χρόνω, σε ανάγκες παίδων εν τη καμίνω…

Ένα, πχ,  απ’ τα προφανή πάσχοντα στοιχεία του οδηγού λόγου σήμερα είναι η ίδια του η βαβέλ.  Δείγμα κι αυτή μιας μεταβατικής εποχής όπου έννοιες και νοηματοδοτήσεις καταπίπτουν (παρασύροντας στην πτώση και πολύτιμα φορτία, ως το τίμημα ίσως μιας αναγκαίας ανά-ληψής τους), σ’ ένα τοπίο όπου το παλιό απέρχεται και το νέο τελεί υπό δυστοκία.  Αλλά και δείγμα άγνοιας και ακηδίας και εμμονικών οχυρώσεων κι αγκυλώσεων, ακόμα και παρασιτισμών στα πράγματα, μεταξύ των ίδιων των όποιων πνευματικών ταγών.  Δείγμα αμαρτιών των οποίων η άφεσις δεν αφορά ούτε «εκσυγχρονισμούς» ούτε «μιαρές-αιρετικές αναθεωρήσεις» αλλά κατ’ ουσίαν εκκλησιαστικές κοινωνήσεις κι ανα-λήψεις. Ψαχνές, δηλ. ζωντανές απέναντι στον εχθρό κι όχι απλώς μουρμούρικες γύρω απ’ τον τορό του. Πολλά άλλα μπορεί κανείς να επισημάνει σχετικά, όπως την ολιγωρία του πνευματικού κόσμου (πάντα με τιμητικές εξαιρέσεις) απέναντι στις φιλελέ ιδεοεπιθέσεις και καθεστωτικές οδηγίες του τύπου «κρίση κι όχι μνήμη» (όπου αμνήμων κρίση αποτελεί απλώς ιδιωτική συμβολή στη δικτατορία της «γνώμης»), «να είσαι ο εαυτός σου» κτλ.

Ειδικό ενδιαφέρον, λόγω συγκυρίας και πανδήμων ζυμώσεων, έχει ο πνευματικός λόγος περί τα κορωνοϊικά αλλά και τα γενικότερα ζητήματα που αυτά εγείρουν (βιοηθικής, χειραγώγησης κτλ). Ασφαλώς δεν λείπουν παρεμβάσεις και καταθέσεις σκέψεων κάθε είδους κι επιπέδου (ακόμα και η αφεντιά μου κατέθεσε κάποιες σκέψεις – βλ. ΑΝΤΙΦΩΝΟ-4.20, «του Πατρός και του ιού») όμως εν γένει ο πνευματικός κόσμος μάλλον ουραγεί σε μια κοινωνία απορούσα και διχασμένη, με μέρος του να καταφεύγει σε παραληρήματα ή αφορισμούς. Ο πνευματικός κόσμος, ακόμα κι όταν δεν καταντά μαϊντανός του ράδιο-σπάϊ ή πολακιάδα follower, παραμένει εν γένει αδύναμος να αποδώσει τα δέοντα στην «επιστήμη» χωρίς να ενδώσει στον επιστημονισμό, κι αδύναμος να αγκαλιάσει διέξοδα το όποιο κατανοητό μέρος της άρνησης και της ανεμπιστοσύνης μεγάλου μέρους του κόσμου, που εγκαταλειμμένος καταφεύγει σε ζηλωτισμούς και συνομωσιολογίες διαστέλλοντας και σκεδάζοντας το όποιο δίκιο του σε αδιέξοδες στάσεις. Μέρος δίκιου που φυσικά έχει, population & mind control πολιτικές οργιάζουν γαρ, πλην το εάν αυτές συμπυκνούνται σε εμβολιαζόμενο τσιπάκι κτλ. ή διαχέονται αποπαιδευτί και λαϊκιστί κι αποπολιτίκ κτλ. στην αχλύ μιας ελλιπούς (εν τόπω και χρόνω) πνευματικότητας (και πολιτικής, κι εμπιστοσύνης κτλ.) βαρύνει τους πνευματικούς, υπόχρεους, όχι σε απαρτίστικες συνηγορίες και κατάρες, αλλά σε αναγκαίο, επαρκή κι ελευθερωτικό λόγο. Οπου και τα δύσκολα και τα ξεβολευτικά και τα προκλητικά, και τα αναληπτικά-μετεξεταστέα.

Ορισμένως θετικό περί τα «εμβολιαστικά» κτλ. στοιχείο είναι το αναγκαστικό άνοιγμα του θέματος της πλήρους «ατομικής αυτοδιάθεσης» ως πλαστογραφήματος της ελευθερίας (ακρογωνιαίος λίθος του φιλελέ ιδεοστασίου, ομού με το μονοπώλιο της παράκαμψής του), ουδέποτε στην κοινωνική ιστορία εν όλω υπαρκτής ή θεμιτής άλλωστε.  Το άνοιγμα δηλ. του θέματος «Ατομικό-Κοινωνικό» έστω επί πεδίου φορτισμένου τόσο στις γενικότερες πνευματικές όσο και στις άμεσα επιβιωτικές πλευρές του.  Εδώ υπάρχει η δωρηθείσα ανάγκη κι ευκαιρία εμβαθύνσεων κι επαγωγών, πέραν των αξιών του «ατομικού» ή του «αγελαίου», ενώ αξιοπρόσεκτη είναι και η αντιστροφή των αφετηριακών ρόλων των αντίστοιχων πόλων, δείγμα κι αυτό του αντιφατικού και μεταβατικού των πραγμάτων και των απαιτήσεων  προσανατολισμού.  Ανάγκη κι ευκαιρία που δεν πρέπει να χαραμιστεί σε συγκρούσεις απόψεων που η καθεμιά φορτώνει στο μικρό μέρος της αλήθειας της το πολύ μεγαλύτερο παγανιστικό της φορτίο.  Γιατί, η διαμάχη αυτή, όπως ήδη ξεκίνησε, αποτελεί εν πολλοίς μια σύγκρουση μεταξύ παγανισμών, μάλιστα και των τριών βασικών μορφών του παγαν

  1. Περί παγανισμού

Παγανισμός είναι η πρωτόγονη κι αρχαϊκή-αγροτική θεοφοβία-θεολατρεία ή δεισιδαιμονία. Αφορά το φόβο δυνάμεων αγνώστων και υπερφυσικών, τιμωρών κατά τα λάθη μας ή τα κέφια τους και ευμενών-προστάτιδων έναντι των θυσιαστικών τελετών μας. Δυνάμεων τοτεμισμένων σε παραστάσεις και σύμβολα που συχνά θεοποιούνται τα ίδια, δυνάμεων που τους αποδίδονται μορφές και ιδιότητες κατά τους φόβους, τις ελπίδες, τις εμπειρίες, τη δια-νόηση και τη φαντασία των ανθρώπων.

Ωστόσο ο παγανισμός δεν αφορά το άγνωστο και υπερφυσικό καθαυτό, το άβατο στις φυσικές ικανότητες του ανθρώπου (μαζί με τα εργαλεία του), αφού αυτό αποτελεί ευλόγως κι a-priori μια περιοχή υπαρκτή, μια περιοχή όπου η όποια ιστορική επιστημονική περί τα φυσικά γνώση πάντοτε παραμένει σε απόσταση. Αφορά τις αποδιδόμενες ιδιότητές του όπως η φιλανθρωπία ή μισανθρωπία, η παρεμβατικότητα ή αδιαφορία, η θυσιαστική εξαγορά τους κτλ. , και τις θεοποιήσεις των εκδηλώσεων του όπως ο ήλιος, ο κεραυνός, ο βασιλιάς κτλ. Μάλιστα αφορά εκείνες τις κατά δοξασίαν ιδιότητες και θεοποιήσεις που είτε ακυρώνουν την ανθρώπινη κι εν προσανατολισμώ δράση (μοιρολατρεία…), είτε τη συρρικνώνουν κάτω από άκαμπτες-στατικές (μη επαγόμενου νοήματος κι άνευ ανθρώπινης θεοειδούς μετοχής κι ελευθερίας) εντολές (ευσεβισμός, τζιχάντ κτλ), είτε θεοποιούν τον ίδιο τον άνθρωπο και τα κέφια του μιας και κατάφερε να «αποκαλύψει» τον κεραυνό ως «ηλεκτρικό φαινόμενο», είτε ακόμα υποστρέφουν σε θεοποιήσεις άλλων κεραυνών και ειδώλων, όπως η «βαρύτητα», «οι ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις», το σωματίδιο Higs, η ανθρώπινη επιστήμη, η ιστορία, η σκέψη του Μάο κτλ.

Στον αντίποδα του παγανισμού στέκει η ομοιωτική-ελευθερωτική θεολογία και πίστη (η θεωρητική επιστήμη της θεολογίας, γενικώς, αποτελεί τμήμα της Μεταφυσικής ή Οντολογίας ή Πραγματικοτητολογίας, όπως άλλο τμήμα της είναι η ανθρωπολογία-ψυχολογία … Ο όρος δε «ομοιωτική», κατ’ επιλογήν του γράφοντος, υποδηλώνει συνοπτικά κατεύθυνση-περιεχόμενο κτλ. Ευθύνη του γράφοντος επίσης αφορά ο όρος «Πραγματικοτητολογία» …).  Αυτή προσεγγίζει νοητικά κι εμπειρικά (& βιωματικά & εσωαποκαλυπτικά κτλ)  Αυτό που μπορεί κανείς να εμπιστεύεται (Πίστη) ως υπαρκτό πρωταρχικό χορηγό κι οδηγό βιοτής και δή όχι επί τόπου χλοερού αλλ’ επί των κυμάτων. Ως πάροχο Προσανατολισμού και Περιεχομένου-Εργου ζωής αλλά και Ελευθερίας επί τούτου αξιωτικής – μια ελευθερία όντως ζόρκια.

Μετά τα σύντομα αυτά εισαγωγικά για τα οποία ζητώ την επιείκια των θεολόγων (μερικών δε και φίλων μου, αγαπητέ Βασίλη), ο παγανισμός φαίνεται να προβάλλει σε 3 κύριες μορφές.

1) Την άσαρκη κι ασώματη πνευματοκρατική μορφή, την πίστη σε δυνάμεις που ενεργούν (και επί των ανθρώπων και των έργων τους) ενδεχομένως και υπό τελετουργική παρότρυνση,  χωρίς ωστόσο την ομοιωτική μετοχή των ανθρώπων, ανθρώπων νοούντων κι ερευνώντων και εν κοινωνία κι ελευθερία (ζόρκιας κι εντός ορίων) ενεργούντων  Τη λίγο-πολύ μοιρολατρική μορφή, σε διάφορες εκδοχές στωϊκότας, συμβολολατρείας, μαγγανείας κτλ.

2) Τη μορφή του Επιστημονισμού και Θετικισμού, τη θεοποίηση των ανθρώπινων έργων κι αντίστοιχων ανθρώπινων ιδιοτήτων, ικανών δήθεν για εκάστοτε «αποδεδειγμένα σωστές» απαντήσεις επί παντός του βιοτικού και για κάθε αναγκαίο βιοτικό προσανατολισμό. Διακριτού απ’ την επιστήμη, πάντα με θεωρητικές κι εμπειρικοθετικές πλευρές, πάντα πολύτιμη στα εκάστοτε ιστορικά και τα ανθρώπινα όριά της.

3)  Την απολίτικη μορφή, την α-κοινώνητη κι ανεκκλησίαστη (παρά τα τυχόν μπόλικα τελετουργικά), την παράκαμψη του συνιέναι και συλ-λογάσθαι και συμπορεύεσθαι, είτε αφορά απολίτικο επιστημονισμό,  είτε απολίτικη-ανάπηρη ομφαλοσκοπική πνευματικότητα είτε απλή ιδιωτεία, πιθανώς και οπαδικού τύπου.

Φυσικά, διάφορα κράματα των άνω παγανισμών, όπως και η πολεμική του καθενός σε παγανιστικά στοιχεία του άλλου δεν αποτελούν από-παγανισμό, απλώς επιτείνουν τη σύγχιση.  Εν όσω ο αποπαγανισμός αποτελεί, ιδιαίτερα σήμερα, βασικό όρο πνευματικής από-νάρκωσης και κοινωνικοπολιτικής απόκρισης στο τοπίο της παρακμής και του φρενοκομείου.

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, κολάζ του γερμανού Wolf Vostell. ‘Εργο του 1961.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here