Σταυροαναστάσιμοι Βηματισμοὶ

1
335

π. Κωνσταντίνος Ν. Καλλιανὸς

 

Mὲ κορυφαῖες θέσεις ποιμαντικοῦ, σωτηριολογικοῦ καὶ άνθρωπολογικοῦ ἐνδιαφέροντος ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀνοίγει καὶ ἐφέτος τὴν Ὡραία Πύλη τῆς Ἁγίας Μεγάλης Ἑβδομάδος, γιὰ νὰ μᾶς εἰσοδεύσει στὰ εὐκτάνυκτα ἱερὰ Γεγονότα, τῶν Ἀχράντων Παθῶν, τῆς Ἀμώμου Ταφῆς καὶ τῆς φωτεινῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μακάριοι, ὅσοι αὐτὲς τὶς Ὧρες τῶν ἱερῶν Δρωμένων κατορθώνουν νὰ ἐμβιώνουν τοὺς ρυθμοὺς τους, ἀλλὰ καὶ νὰ φωτίζουν τὸ δρόμο τους μὲ τὶς λαμπάδες τῶν φρονίμων Παρθένων, ποὺ δὲν καθεύδουν, ἀλλὰ ἀναμένουν τὸν Νυμφίο (πρβλ. Μτθ. 24,), μεταποιώντας τὴν ὅλη τους  βιοτὴ σὲ μία μεγάλη ἀναμονὴ (Ἀπ.22, 20)

Ἀπὸ τοὺς στρωμένους δρόμους μὲ φοινικόκλαδα καὶ μὲ τὰ ἰμάτια τοῦ ἐνθουσιασμένου λαοῦ τῆς ἐαρινῆς Ἰερουσαλὴμ, ἀρχίζουν οἱ βηματισμοὶ οἱ σταυροναστασιμοι, καθὼς ἀκολουθοῦμε τὸ ὀνάριο μὲ τὸν σιωπηλὸ, προβληματισμένο καὶ κατὰ πάντα περίλυπο Ἰησοῦ ποὺ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἁγίαν Πόλιν. Κι εἶναι περίλυπος, γιατὶ συνειδητοποιεῖ πὼς δὲν τὸν κατάλαβαν, δὲν τὸν πρόσεξαν, δὲν τὸν εἶδαν ὡς σωτῆρα καὶ ἰατρὸ, ἀλλ᾿ ὡς ἕνα ἀκόμα ἐπίγειο ἄρχοντα μὲ πεπερασμένες δυνατότητες καὶ ἀνησυχίες. Γιὰνὰ συνεχιστοῦν οἱ βηματισμοὶ σ᾿ ἐκεῖνο τὸ λιτὸ, ἀπέριττο καὶ μισοφωτισμένοτὸ Ὑπερῶο τῆς  Ἰερουσαλὴμ, ὅπου τελεῖται ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικὸς καὶ συντελεῖται ἡ πρώτη Εὐχαριστιακὴ Σύναξη, γιὰ νὰ συνεχιστεῖ ἀπὸ τότε, μέχρι σήμερα καὶ ἕως τῆς τῆς συντελείας.

Τὸ Ὑπερῶο, λοιπὸν, τὸ Μέγα Ἀνώγαιον, ποὺ ἐνῶ καταυγάζεται ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς τῆς παρουσίας Του,  ἔχει ἀναμεσά του καὶ τοὺς σκοτεινοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἄν καὶ μετέχουν τῆς Εὐχαριστίας, δὲν τὴν καταννοοῦν καὶ περισσότερο δὲν τὴν ἀποδέχονται ὠς κοινωνία ἀγάπης, ἀλλὰ τὴν παραμερίζουν καὶ εἰσοδεύουν στὸ σκοτάδι τῆς δολιότητος καὶ τῆς μισανθρωπίας. Μὲ κορυφαῖο ἐκπρόσωπο τὸν Ἰούδα, ὁ ὁποῖος, ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τῆς μεταμέλλειάς του δὲν κατόρθωσε νὰ ἀποβάλλει τὸ τραγικὸ του προσωπεῖο καὶ νὰ σκεφτεῖ ψύχραιμα καὶ μὲ γνώμονα τὰ ὅσα εἶχε διδαχτεῖ κοντὰ στὸν Διδάσκαλο: τὴν ἐπιστροφὴ δηλαδὴ τοῦ Ἀσώτου, τὴ σώφρονα μεταστροφὴ τοῦ Ζακαχαίου, τὴ δικαίωση τῆς πόρνης καὶ τόσα ἄλλα……… Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν κράτησε μέσα του, παρὰ μονάχα τὴ ντροπὴ καὶ τὴν αὐτοδικαίωση……..Ὡστόσο αὐτὸ ποὺ σημασιοδοτεῖ περισσότερο τὴ Μεγαλοβδομαδιάτικη εὐκατάνυκτη περίοδο εἶναι ἡ θλίψη τοῦ Κυρίου μας, ἡ ὁποία καὶ ἐκφράζεται μὲ τὰ σημαδιακὰ Του λόγια “Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου”. (Μτθ. 26, 38). Τὶ νὰ σημαίνουν, ἄραγε γιὰ μᾶς τὰ θεῖα αὐτὰ ρήματα;

 

Συνήθως, ὅταν ἀκοῦμε τίς εὐαγγελικές περικοπές τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἤ τά λεγόμενα Δώδεκα Εὐαγγέλια, ἐπικεντρώνουμε τό ἐνδιαφέρον μας στά ὅσα διαδραματίζονται στό ναό μέ τήν ἔξοδο καί τή λιτανεία τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἔτσι, πολλά ἀπό αὐτά πού προηγοῦνται αὐτῆς τῆς ἱερῆς στιγμῆς, ἀπομένουν στήν ἀφάνεια καί πολύ περισσότερο δέν τά λαμβάνουμε ὑπόψιν μας, μέ ἀποτέλεσμα νά χάνουμε μιάν ἀκόμη εὐκαιρία στὸ νά παρατηρήσουμε καί νά καταννοήσουμε τίς τελευταῖες γήινες στιγμές τοῦ Χριστοῦ καί, φυσικά, νά συνειδητοποιήσουμε καί νά ἐμβιώσουμε τό κορυφαῖο γεγονός τῆς μοναξιᾶς Του. Γι᾿ αὐτό καί οἱ Πασχαλιές μέ τά Μεγαλοβδόμαδά τους μᾶς φαίνονται, χρόνο μέ τό χρόνο, ὅλο καί πιό άνούσιες, τυπολατρικές καί συνηθισμένες.

Ἄν ὅμως παρακολουθήσουμε μέ τή δέουσα εύλάβεια τήν ὅλη πορεία τῶν γεγονότων, ἀπό τό Δεῖπνο μέχρι τήν ὥρα τῆς Προδοσίας καί τῆς συλλήψεως Του, θά διαπιστώσουμε πώς παράλληλα μέ τήν Ἀγωνία τοῦ Κυρίου συμπορεύεται καί ἡ τέλεια μοναξιά Του· αὐτή δηλαδή πού ἐκφράζεται μέ ἐκεῖνον τόν καθαρά ἀνθρώπινο λόγο, λόγο πού διατρέχει τούς αἰῶνες μέ τήν ἴδια δυναμική καί βαρύτητα καί γίνεται ὁ κοινός λόγος ὅλων ἐκείνων πού ζοῦν ὁριακές στιγμές ἀγωνίας, ἀνησυχίας καί πόνου: “Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου”. Τί ἄλλο, στ᾿ ἀλήθεια περιμένουμε ν᾿ ἀκουσουμε ἀπό Κάποιον πού ροκανίζεται τό εἶναι Του ἀπό μύρια ἐρωτήματα καί πικρία; Πικρία καί ἀπόγνωση πού διερμηνεύεται ἀπό τόν ὑμνογράφο μέ τό, “Λαός μου τί ἐποίησάς σοι καί τί μοί ἀνταπέδωκας…..;”

Στήν Ὄρθόδοξη Εἰκονογραφία καί μάλιστα ἄν σταθοῦμε στήν εἰκόνα/παράσταση τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου στά Ἱεροσόλυμα (πρβλ. Ἰω. 12,12- 18), τότε εὐκρινῶς θά παρατηρήσουμε  ὅτι τό Πρόσωπο Του ἔχει μιά περίσκεψη, ἕνα ἴχνος πικρίας καί μιά σοβαρότητα, πού φανερώνει προβληματισμό, ἀλλά καί ἀποχή ἀπό τά ὅσα συμβαίνουν γύρω του. Γι᾿ αὐτό καί σωπαίνει· γι᾿ αὐτό καί δέν χαιρετᾶ, δέν εὐλογεῖ, δέν θαυματουργεῖ, δέν προσέχει τά ὠσσανά…….Ὅλ᾿  αὐτά ξέρει πώς ἀποτελοῦν καί εἶναι τά σημάδια μιᾶς πορείας πού μέλλει νά διανύσει. Ὅπως, ἄλλωστε, τό εἶχε προειπεῖ: “Ἰδού ἀναβαίνωμεν εἰς Ἱεροσόλυμα καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καί τοῖς γραμματεῦσι, καί κατακρινοῦσιν αὐτόν θανάτῳ καί παραδώσουσιν αὐτόν τοῖς ἔθνεσι, καί ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καί μαστιγώσουσιν αὐτόν καί ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καί ἀποκτενοῦσι αὐτόν, καί τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται”(Μρκ. 10,32-34).

Σέ παράλληλο δρόμο, μέ αὐτό τοῦ Ἰησοῦ, πορεύεται καί ὁ κάθε ποιμένας, ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε πιστὸς.. Μόνο πού αὐτός δέν ἔχει τὸν ἀπαραίτητο πνευματικὸ ὁπλισμὸ, γι᾿ αὐτό καί ἀρέσκεται στό νά δέχεται τίς ἐπευφημεῖες τοῦ κόσμου, ν᾿ ἀκούει κολακεῖες, νά ἀριθμεῖ τούς περί αύτόν ἐπώνυμους καί ἀνώνυμους, γιά νά αἰσθάνεται μιά σιγουριά καί μιάν ἀσφάλεια. Προσωρινή ὅπως πάντα καί μικρῆς, ἕως ἐλάχιστης χρονικῆς διάρκειας μόνο. Γιατί ὅταν πάψουν τά ὠσσανά, αὐτό τό διαχρονικό, δηλαδὴ,  χειροκρότημα, ὅταν ὁ καθένας πάρει τό δρόμο γιά τό σπίτι του καί ἀπομείνουν στούς νυχτωμένους δρόμους μονάχα τά σημάδια μιᾶς πορείας, τότε ἀρχίζει κι ἡ ἀντίστροφη μέτρηση, ἀφοῦ σέ λίγο διάστημα-πόσο ἄραγε;- θ᾿ ἀρχίσουν τά “πονηρά συμβούλια”, θ᾿ ἀναζητοῦνται οἱ δόλιοι καί οἱ φιλάργυροι-πάντα μέσ᾿ ἀπό τόν κύκλο τό στενό τοῦ ποιμένα-κι ὕστερα θὰ σχεδιάζεται ὁ τρόπος τῆς προδοσίας. Τῆς ὅποια προδοσίας……

Ὄχι, δέν θά ὑπάρξει κανένας κῆπος μέ ἐλιές πού τό φύλλωμά τους θ᾿ ἀσημίζει στό νυχτωμένο ἀνοιξιάτικο λυκόφως· οὔτε κάποια σπεῖρα “μετά φανῶν λαμπάδων καί ὅπλων”(Ἰω. 18,4) θά φανεῖ. Ἀρκεῖ μιά ἐπίσκεψη, ἕνα τηλεφώνημα, μιά ἐπιστολή, ἕνα δημοσίευμα, κάποια συνάντηση, γιά νά ξεδιπλωθεῖ τό μεγαλεῖο τῆς ἀγωνίας, νά ὑφανθεῖ ὁ χιτώνας τῆς ἀπελπισίας καί νά στραγγίσει ἡ ψυχή ἀπό τήν δίψα τῆς ἀπουσίας ἀδελφῶν καί φίλων. Τότε ἀσφαλῶς ἐκεῖνα τά λόγια, “οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ᾿ ἐμοῦ”(Μτθ. 26, 40), θά γίνουν ἡ μόνη του βακτηρία, ἀφοῦ θά φέρει σιμά του Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος “περίλυπος” ἔζησε τή μαρτυρική τή μοναξιά καί ἄφησε τόν ἱδρῶτα Του νά ποτίσει τό χῶμα τῆς Ἱερουσαλήμ, γιά ν᾿ ἀνθίσει ἐκεῖ ἡ ἐλπιδοφόρος προτροπή: “γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν”( Μτθ. 26, 41-42).

Αἰῶνες τώρα ἀκούγεται στίς ἐκκλησιές, στίς ἀνθρώπινες συνάξεις δηλαδή, ὁ Κυριακός λογος “περίλυπός ἔστιν ἡ ψυχή μου….” καί ἐλάχιστοι, μετρημένοι στά δάχτυλα συνειδητοποιοῦν τήν Ἀγωνία Του καί Τόν συντρέχουν. Τὸν συντρέχουν δηλαδὴ, μέ τήν κατάθεση τῆς ψυχῆς τους στά τίμια χέρια Του. Δέν περιμένουν τά τετελεσμένα, ὅπως εἶναι ὁ Σταυρός καί ὁ θάνατος, ἀλλ᾿ ἀγρυπνοῦν μαζί Του, τὸν περιμένουν νά φανεῖ στήν ὅποια πλατεῖα τοῦ κάθε ἄτολμου Πιλάτου, γιὰ νὰ τὸν συντρέξουν, ὅσο τοὺς εἶναι βολετὸ,  καί καρτεροῦν “ἰδεῖν τό τέλος”(Μτθ.26, 59). Γιατί  μονάχα αὐτοὶ ξέρουν τί σημαίνει νά περιμένεις τό «Ὀψέ Σαββάτῳ τῇ ἐπιφωσκούσῃ…..”(Μτθ.28, 1) , ὅπως τό προεῖπε ἄλλωστε καί ὁ Ἴδιος, ἐνῶ μιὰ μεγάλη μερίδα δὲν τὸ εἶχε τότε πάρει στά σοβαρά·,  ὅπως καί σήμερα……….Δυστυχῶς.

 

πηγή: Aντίφωνο

 

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ