Σκέψεις για την Ποίηση

19
77

μοναχός Θεολόγος Ιβηρίτης

«Όποιος είναι καθαρός, είναι ποιητής».

Ένας λόγος του Σεφέρη, ανάλογος με τον στίχο του απολυτικίου προς τιμήν του μεγάλου ποιητή αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι». Θυμίζει επίσης κι αυτά που γράφει ο π. Πορφύριος, ο μέγας Άγιος της εποχής μας: «Η ψυχή του Χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα … Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάεις. Ν’ αγαπάεις και να πονάεις. Να πονάεις γι’ αυτόν που αγαπάεις».

Η άσκηση, η ταπείνωση, η καθαρότητα της καρδιάς καθιστούν κάποιον αληθινό. Η ευαισθησία για τον άνθρωπο και τη γλώσσα κάνουν τον ποιητή. Αληθινός ποιητής, με μήνυμα υπερχρονικό, καθολικό και παγκόσμιο, είναι όποιος συνδυάζει όλα τα παραπάνω. Μελετώντας τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, μαζί με τα βάθη του Πνεύματος, διακρίνουμε και τα κάλλη του φθέγματος: λόγο δυνατό, δονούμενο από μιαν υπερκόσμια πηγή εταστικών της καρδίας και ειρηνοποιών συνάμα δονήσεων· λέξεις υπέρκαλλες, ύφος απέριττο και αψεγάδιαστο· και «ο άνθρωπος είναι το ύφος», είπε κάποιος.

Το ότι οι άγιοι Πατέρες είναι αληθινοί το φανερώνουν τα έργα τους. Εδώ αποκαλύπτεται ο άνθρωπος σε όλο του το μεγαλείο, ενδεδυμένος τον πλούτο της Χάριτος, να έχει φτάσει «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». «Ἐκεῖ παραγενόμενος, ὄντως ἄνθρωπος ἔσομαι», γράφει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Μιλούν ταπεινά και, ταυτόχρονα, «ὡς ἐξουσίαν ἔχοντες», γιατί γνωρίζουν τα βάθη του Θεού και των ανθρώπων. Ο λόγος τους, γέννημα νου απαλλαγμένου από την ταραχή των λογισμών, μεταδίδει κάτι από την «εἰρήνην τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν».

Και σε πολλούς ποιητές διακρίνουμε μια μεγάλη ευαισθησία και μια προσπάθεια κάθαρσης (χαρακτηριστικός ο διάλογος του Σεφέρη: «-Γιατί, βρε, γράφεις ποιήματα; -Για να λευτερωθώ από το προπατορικό αμάρτημα»)· μια προσπάθεια για έκφραση αυθεντική, για επικοινωνία με τον άλλο με μια γλώσσα καθαρή, πέρα από τις κοινωνικές συμβατικότητες· μια διατύπωση ερωτημάτων για την αγάπη, τον θάνατο, το επέκεινα. Η ποίηση: καρδιογράφημα ενός λαού, ενός ανθρώπου, μιας εποχής· θαυμαστικό, στεναγμός, καταγραφἠ της καθημερινής φθοράς.

Πολλές φορές όμως, λησμονούμε κάποια βασικά πράγματα: ότι το πιο απαραίτητο για τον άνθρωπο, η ανάσα της ψυχής, είναι η προσευχή· κι ότι η μετάνοια είναι αυτή που αποκαθιστά τη σχέση με τον Θεό και τον εντός ημών ρυθμό του κόσμου. Όποιος δεν έχει τα παραπάνω, κινδυνεύει να λιμοκτονήσει πνευματικά· να μείνει μισός· να εξαπατηθεί από τα πρόσκαιρα και τα φαινόμενα και να ζει μόνο γι᾿ αυτά.

Κι ο ποιητής κάποιες φορές παγιδεύεται στην ευαισθησία του. Τον απασχολούν τα προβλήματα της έκφρασης καθ᾿ ἑαυτήν, οι «μανιέρες», οι λέξεις ως αντικείμενα. Ο αγώνας διεξάγεται στην επιφάνεια. Κι ενώ κατά βάθος η σχέση με τον άλλο περνά μέσα από τη σχέση με τον Θεό, αυτός δημιουργεί έναν κόσμο με κέντρο τον εαυτό του. Παρά την καλλιέπεια των κειμένων του, κάτι λείπει. Τα συναισθήματα υπερτονίζονται (ο μακαρίτης φίλος μου Νίκος Πεντζίκης έλεγε πως «συναίσθημα=αίσθημα+εγωισμός»). Ελλοχεύει μια πικρία απέναντι στον άλλο· ένα βαθύτερο παράπονο για τον Θεό που έτσι έπλασε τον κόσμο. Οι πληγές δεν επουλώνονται, αλλά πυορροούν. Έτσι, το ποιητικό αποτέλεσμα εισπράττεται σαν μια αισθητική συγκίνηση που στο βάθος αφήνει ένα αίσθημα ασφυξίας.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως δεν βλέπω την ποίηση απλώς σαν μια τέχνη χειρωνακτική, που απαιτεί επεξεργασία του υλικού και εξάσκηση του δημιουργού. Είναι κι αυτό, αλλ᾿ όχι πρωτίστως. Επειδή το είναι μας εξαρτάται από τον Θεό, κι Αυτός είναι ο χορηγός κάθε λόγου και σοφίας, πιστεύω πως ό,τι προέχει είναι η σωστή και ειλικρινής σχέση με Αυτόν και πως η ποίηση οφείλει να είναι μια καταγραφή αυτής της σχέσης, του βιώματος και των λόγων που πηγάζουν απ᾿ αυτήν.

Η αρμονία του κόσμου πηγάζει από τον Θεό. Για να δονηθεί το είναι μας μ᾿ έναν παλμό και συμπαντικό, οφείλουμε να ομοιωθούμε με τον «πρᾷον καὶ ταπεινὸν τῇ καρδίᾳ» Δημιουργό του. Το κάλλος βρίσκεται στην ταπείνωση («ὁτιοῦν ἔχον ταπείνωσιν εὐπρεπὲς πέφυκεν», γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος). Ο εξομολογητικός τόνος της γραφής, η επικοινωνία με τον αόρατο αναγνώστη, η επεξεργασία του υλικού είναι ανεπαρκή από μόνα τους. Όταν όμως συνδυαστούν με τη μετάνοια, την εγκράτεια και την ταπείνωση, τότε καρποφορούν τη δοξολογία και το κάλλος που σώζει τον κόσμο.

Έχουμε ανάγκη από την πράξη, από λόγο κεκαθαρμένο, προερχόμενο «ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης», από ένα βίωμα που δεν το κλονίζει κανένα επιχείρημα. Προσμένουμε μεγάλους ποιητές που θα ‘ναι και πνευματέμφοροι θεολόγοι.

i Η πρώτη μορφή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε στο βιβλίο “Πίστη και νεοελληνική λογοτεχνία. Η αναζήτηση του Θεού στη λογοτεχνία μας“, Λευκωσία 1990, σσ. 21-22. Το αναρτώ εδώ, με κάποιες αλλαγές και προσθήκες.

πηγή: Αντίφωνο

19 Σχόλια

  1. Καλησπέρα Θεολόγε,
    διάβασα με προσοχή το άρθρο σου και δυσκολεύτηκα πολύ να αποφύγω να καταλήξω σε ένα και μοναδικό ερώτημα.
    Πιστεύεις πως ένας μη χριστιανός, ένας βρώμικος στην ψυχή άνθρωπος με ελλατώματα αντικοινωνικά, δεν θα μπορούσε να είναι ποιητής αληθινός;
    Θέτοντας το ίδιο ερώτημα με άλλες λέξεις και χρησιμοποιώντας μια πρόταση που έγραψες, πιστεύεις πως αν η ποίηση ενός ανθρώπου δεν αποτελεί την καταγραφή της σχέσης του με τον θεό, δεν είναι ποίηση;

  2. Καλησπέρα, Γιάννη,

    Ίσως να έχεις δίκιο να διερωτάσαι.
    Το άρθρο αυτό γράφτηκε σε μια πρώτη μορφή στα μέσα της δεκαετίας του ’80, μετά από συζήτηση μ’ ένα λογοτέχνη. Πρότεινε -και προτείνει- το γράψιμο ως προσπάθεια θεραπείας της ψυχής, εύρεσης της προσωπικής αλήθειας. Σκέφτηκα τότε ότι η παραδοσιακή οδός της Ορθοδοξίας (η ταπείνωση, η αγάπη, η μετάνοια, η προσευχή) είναι πιο αποτελεσματική γι’ αυτό, και μάλιστα για την εύρεση της απόλυτης, προσωπικής Αλήθειας (του Χριστού), κι έγραψα κάποιες σκέψεις. Τις πρότεινα για δημοσίευση σ’ ένα περιοδικό, αλλά δεν τις ενέκριναν. Το 1990, όταν μού ζητήθηκε ένα άρθρο σχετικό με το θέμα του προγραμματιζόμενου τόμου (“Πίστη και νεοελληνική λογοτεχνία”), επεξεργάστηκα αυτές τις σκέψεις και τις έδωσα προς δημοσίευση. Πριν από λίγες μέρες επεξεργάστηκα και πάλι το άρθρο, όπως αναρτάται σήμερα. Ίσως, λοιπόν, μετά από τόσα χρόνια και επεξεργασίες, να μην είναι σαφές τι ήθελα (και θέλω) να πω.

    Νομίζω, λοιπόν, πως αληθινοί ποιητές είναι όσοι είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους. Δεν είναι το θέμα ηθικό, αλλ’ οντολογικό, κατά πόσο δηλαδή ένας ποιητής καταθέτει ειλικρινά την ψυχή και τις αναζητήσεις του, σαν μια κραυγή προς τον άλλο, που στο βάθος είναι μια κραυγή προς τον Θεό που τον έπλασε. Πολλές φορές κάποιος είναι πιο χριστιανός στην πραγματικότητα από πολλούς κατ’ όνομα χριστιανούς. Κι όταν κανείς είναι ειλικρινής στην αναζήτησή του, κάπου, κάπως, θα του αποκαλυφθεί ο Θεός.
    Αλλά πιστεύω επίσης πως όσο πιο πολύ καθαίρεται κανείς, τόσο πιο καθαρός και δυνατός είναι ο λόγος του, τόσο πιο πολύ μιλά ο Θεός Λόγος μέσα του, έτσι που τα γραφόμενά του να είναι μια αντιγραφή, όπως λέει κι ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος σε πρόσφατη ομιλία του (αναρτήθηκε στο “Αντίφωνο” με τίτλο “Ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος παρουσιάζει πτυχές του λογοτεχνικού του έργου” ). Κι ο Σεφέρης σε κάποια ποιήματά του σημειώνει “δοσμένο”.

    Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως απορρίπτω τους άλλους ποιητές. Απλώς, θα ήθελα να προχωρήσουν προς την κατεύθυνση της κοινωνίας με και εμπνεύσεως από τον Θεό.

  3. πρός Jonnek Jonneksson

    Αν μου επιτρέπετε να συμμετάσχω κι εγώ στην διευρεύνηση του ερωτήματός σας.

    Δεν υπάρχει χριστιανός που να μην έχει βρώμα στην ψυχή του και αντικοινωνικά ελαττώματα. Λέμε στην εκκλησία χρησιμοποιώντας την ποιησή της “της ψυχής μου τον ρύπον κάθαρον” άρα μάλλον δεν είναι σωστό να χωρίζουμε σε βρώμικους και καθαρούς. Η εκκλησία είναι σώμα ανθρώπων αγωνιζομένων να καταδείξουν στη σύγκληση αυτού του Σώματος (την λατρευτική σύναξη όπου διαβάζεται, απαγγέλεται, και ψάλλεται, υψηλός λόγο και μεγάλη ποίηση) τον τρόπο του «αθανατίζειν» όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Ελληνες… Ανάστασιν Χρισοτύ θεασάμενοι και πάει λέγοντας.

    Γνωρίζει εκ των προτέρων ο εκκλησιαστικός ποιητικός και δημόσιος λόγος της πως απευθύνεται από και σε «βρωμιάρηδες» γι’ αυτό έχει την αυτογνωσία να μιλά για ένα Νυμφώνα στον οποίο δεν έχει καθαρά ρούχα για να του επιτραπεί να μπεί (Τον νυμφώνα σου βλέπω… και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ).

    Ολο το έργο του Ντοστογιέφσκι για παράδειγμα, που δεν είναι βέβαια ποιητής αλλά συγγραφέας, εξετάζει αυτό που πολύ σωστά θέτετε σαν ερώτημα, πώς ένα τέτοιο κακό ζωό σαν τον άνθρωπο μπορεί να έχει τέτοιες καλές σκέψεις και έργα αν αποφασίσει να εξασκήσει την ελευθερία του και . Ο μεγάλος ποιητής και λογοτέχνης
    μπορούμε να συμπεράνουμε πως γνωρίζει την «βρωμιά». Διότι ο Σταβρόγκιν, ο Μαρμελάντωφ, ο Ρασκόλνικωφ … δεν είναι τίποτε άλλο από Ντοστογιέφσκι. Αυτά για την βρώμα ως προϋπόθεση της ποίησης.

    Αυτό όμως που μας λέει ο πατήρ Θεολόγος εδώ, αν κατανοώ καλά (και άς με διορθώσετε) είναι πως χωρίς αυτό το αίτημα της «καθαρότητος» δεν μπορεί να υπάρξει «μεγάλη ποίηση». Και βέβαια υπάρχει «μικρή» και «μεγάλη» ποίηση Μπορεί να έχεις όλα τα εργαλεία, βινιέτες, μανιέρες, δεν θα έχεις όμως τίποτα από την θλίψη του ακάθαρτα καθαρού Καβάφη που θα σου εξασφαλίσει τα ανεκτίμητα τα Εύγε του Δήμου και των σοφιστών.

  4. «Όποιος είναι καθαρός, είναι ποιητής»
    Καθαρός όχι ηθικά, αλλά καθαρός από ΕΑΥΤΟ. Όσο υποχωρεί ο εντός ΕΑΥΤΟΣ, η δήθεν τάχα αξιότιμη προσωπικότητά, το ΕΓΩ, η ιδιωτική γλώσσα, όσο νεκρώνεται, όσο πεθαίνει ο ΕΑΥΤΟΣ, τόσο ο θνητός πλησιάζει τον Ποιητή (έστω και χωρίς την θετική και εναργή γνώση του ότι πλησιάζει το Ον, τον μόνο Όντα και Δημιουργό, τον πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα), τόσο γίνεται ποιητής. Σκοπός της τέχνης δεν είναι η αγιότητα, η ένωση με τον Θεό. Σκοπός της τέχνης είναι ο εργάτης της να γκρεμίζει τον πύργο της Βαβέλ και να βρίσκει τρόπο να εκφράζει, να μεταφέρει βιώματα και εμπειρίες στον θεατή συνάνθρωπο, στον εν αποροία σκεπτόμενο, εποπτεύοντα, παρατηρούντα απέναντι ορόντα ερώμενο ερωμένο. Η προσωπικότητα, το νομιζόμενο πρόσωπο, δεν είναι τίποτα άλλο από ειδεχθές προσωπείο που αποκτίθηκε από την εις τα κάτω, τα γήινα, τα της αμεσότητας “όντα” περιπλάνηση. Το τι μου αρέσει, το ποιός είμαι, το πώς είμαι, το ποιά είναι το όνειρά μου, οι επιθυμίες μου, τα θελήματά μου, οι ορέξεις μου, οι απολαύσεις μου, οι προτιμήσεις μου είναι απλώς αποτέλεσμα τύχης. Οφείλεται στο εγκέφαλο που μου έτυχε και στο περιβάλλον που μου έτυχε, οφείλεται στην αμεσότητα (φυσικά έπαιξαν τον ρόλο τους και οι επιλογές μου αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Μετάνοια είναι η συνειδητοποίηση αυτού του τεράστιου ΨΕΜΑΤΟΣ, η συνειδητοποίηση αυτής της ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗΣ περί προσώπου. Υπάρχουν εκατομμύρια χριστιανοί, που συνειδητά και ειλικρινά πιστεύουν στον Χριστό, που καθημερινά “μετανοούν” και δεν έχουν υποψιαστεί ότι μεριμνούν και τιρβάζουν περί πολλών …. ξεχνόντας το ένα, τον οφειλόμενο εκούσιο θάνατο του προσωπείου που αφελώς πρόσωπο το λέμε. Και υπάρχουν κάποιοι δηλωμένοι και συνειδητοί άθεοι που κατέχουν τη τέχνη του μετανοείν, που ένοιωσαν το ψέμα της φερόμενης μάσκας που προσωπικότητα μας λέμε, που καταφέρνουν ο λόγος τους, η μουσική τους, η ζωγραφική τους, η όποια τέχνη τους να ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ. Δεν έχει σημασία η ηθική αξία των μεταφερομένων. Αν τύχει να έχουν μέσα τους σκατά, σκατά θα μεταφέρουν αλλά ο απέναντι θα τα μυρίσει, θα το νοιώσει ότι πρόκειται περί κοπράνων. Ποιητής γίνεται κανείς στο βαθμό που καθαρίζεται από ΕΑΥΤΟ κι ας είναι ηθικά ακάθαρτος σαν τις πόρνες και τους τελώνες κι ας είναι άθεος σαν τον εκ δεξιών ληστή.

  5. Λόγια Νιόνιο μου..Ομορφα,καλλιγραφικά,(ορθογραφημμένα ή ανορθόγραφα) λόγια..Ο ποιητής μιλά με τις πράξεις του, το ήθος του, την παρουσία του,την συνομιλία του, γιατί όχι το γέλιο ή το χαμόγελό του, την εκκωφαντική..σιωπή του, και εν τέλει το απόσταγμα όλων αυτών που είναι ο μετρημένος λιπαρός σε νόημα λόγος..Ολα τ άλλα που λές, καλά είναι αλλά χρειάζονται κάποιον αριθμό μπροστά τους…

  6. Κι ένα απόσπασμα από τον Ρ. Μ. Ρίλκε, του οποίου το έργο «Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε», συνιστούσε ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης επιμένοντας στην μετάφραση του Δημ. Στ. Δήμου, Εκδ. 1954.
    «[b]Όμως αλίμονο, με τους στίχους κατορθώνει κανείς τόσο λίγα, όταν τους γράφει νωρίς[/b]. Θάπρεπε κανείς να περιμένει με τους στίχους και να μαζεύει νόημα και γλυκύτητα μιάν ολόκληρη ζωή, κι αν είναι δυνατό μια μακρυά ζωή, κ’ ύστερα, ολότελα στο τέλος, ίσως μπορούσε κανείς τότε να γράψει δέκα σειρές, που νάναι καλές. Επειδή οι στίχοι δεν είναι αισθήματα, καθώς νομίζουν οι άνθρωποι (αυτά τ’ αποχτάει κανείς αρκετά νωρίς), είναι εμπειρίες. Για ένα στίχο πρέπει να ιδεί κανείς πολλές πολιτείες, ανθρώπους και πράγματα, πρέπει να γνωρίζει κανείς τα ζώα, πρέπει να αισθάνεται, πώς πετάνε τα πουλιά, και να ξέρει την κίνηση, με την οποία ανοίγουν τα μικρά λουλούδια το πρωΐ. … πρέπει να παραστάθηκε κανείς και σ’ ετοιμοθάνατους, πρέπει να κάθησε κοντά σε νεκρούς μέσα στην κάμαρη με το ανοιχτό παράθυρο και τους εναλλασσόμενους θορύβους. Κι ακόμα δεν αρκεί νάχει κανείς αναμνήσεις. Πρέπει να μπορεί να τις λησμονήσει, όταν είναι πολλές, και πρέπει νάχει κανείς τη μεγάλη υπομονή, να περιμένει να ξανάρθουν. … [b]Μονάχα όταν γίνουν αίμα μέσα μας, βλέμμα και χειρονομία, δίχως όνομα και δίχως να μπορεί κανείς να τις ξεχωρίσει από μας τους ίδιους, τότε μόνο μπορεί μια πολύ σπάνια ώρα να υψωθεί στη μέση τους και να βγει απ’ αυτές η πρώτη λέξη ενός στίχου[/b]» («Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε», Ρ. Μ. Ρίλκε. Μετάφραση Δημ. Στ. Δήμου Εκδ. 1954, σελ. 56).
    Οι δρόμοι της ποίησης, του κινηματογράφου, της μουσικής, της θεολογίας, της δημιουργίας, της ζωής, είναι πολύ πιο … ξεροί, στεγνοί, στυγνοί, κυνικά ανθρώπινοι, σχεδόν γυμνοί, ξηπόλυτοι … απ’ ότι μπορεί να φανταστεί ο ορνιθώνας της κοσμικής πολυθρόνας, «αι κυρίαι των τιμών». Κάθε μέρα στο εργόχειρο, στη ξεραΐλα, και μια στις τόσες το πανηγύρι της έμπνευσης (κατ’ αρχήν τουλάχιστον γιατί εν καιρώ υπάρχει η δυνατότητα να βρεθεί κανείς σε κατάσταση όπου κάθε μέρα Πάσχα θα είναι) και πάλι στο “κουπί”.
    Εντυπωσιακές είναι οι οδηγίες που δίνει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής προς τους θέλοντας θεολογείν. Θέτει σαν βασικό προσόν την των χρημάτων απορία και τον εξ αυτής πόνο. «ξστ’. … Καλόν ουν τό, … απορρίψαι το εκ του πλούτου αλόγιστον φρόνημά τε και καύχημα, τας οικείας επιθυμίας μισήσαντα, όπερ εστί μισήσαι την εαυτού ψυχήν• [b]ίνα μηκέτι χαίροντες επί τη των χρημάτων διασπορά, εξουδενώσωμεν την ψυχήν ημών σφόδρα, ως μηδέν των καλών εξεργαζόμενοι[/b]• έως μεν γαρ που χρημάτων ευπορούμεν, χαίρομεν μεγάλως (είπερ έστίν εις ημάς η του αγαθού ενέργεια) επί τω τούτων διασκορπισμώ, ως ιλαρώς υπηρετούμενοι τω θείω κελεύσματι• επειδάν δε πάντα εξαντλήσωμεν, λύπη ημίν άπειρος και ταπείνωσις επεισέρχεται, ως μηδέν δικαιοσύνης άξιον διαπραττομένοις• όθεν λοιπόν εφ’ εαυτήν επιστρέφει η ψυχή εν πολλή ταπεινώσει• ίν’ όπερ ουκ έχει κτάσθαι καθ’ ημέραν δια της ελεημοσύνης, τούτο εκ της επιπόνου ευχής και της υπομονής και της ταπεινοφροσύνης εαυτή περιποιήται• πτωχός γάρ, φησί, και πένης αινέσουσι το όνομά σου, Κύριε• [b]ούτε δε το της θεολογίας χάρισμα ετοιμάζεταί τινι υπό του Θεού, ει μη τις ετοιμάσοι εαυτόν, ώστε πάντα τα προσόντα αυτώ αποκτήσασθαι ένεκεν της δόξης του Ευαγγελίου του Θεού[/b]• ίνα εν θεοφιλεί πενία τον πλούτον ευαγγελίζηται της βασιλείας του Θεού» (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τόμ. Α’ σ. 254-255). Και συμπληρώνει ο άγιος Μάρκος η Ασκητής, «πε’. Της θείας Γραφής τα ρήματα, δια πράξεων αναγίνωσκε και μη πλατυλόγει επί ψιλοίς της νοήμασι φυσιούμενος. πστ’. [b]Ο αφείς την πράξιν και ψιλή τη γνώσει επερειδόμενος, αντί διστόμου μαχαίρας καλαμίνην ράβδον κατέχει[/b], ήτις εν καιρώ πολέμου, κατά την Γραφήν, τρήσει την χείρα αυτού, και εισελεύσεται εις αυτήν» (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τόμ. Α’ σ. 101). Δηλαδή όποιος ενδιαφέρεται για το χάρισμα, για την ΕΜΠΝΕΥΣΗ είτε στη θεολογία, είτε στη ποίηση, είτε στη ζωγραφική, είτε στο κινηματογράφο, είτε στη μουσική, είτε, … είτε, … είτε, ωφείλει να απογυμνώνει εαυτόν από κάθε αίσθηση ότι κάτι κάμνει. Ακόμη και από την παρηγοριά που προκαλεί η κοινωνικά ωφέλημη φιλανθρωπική δράση. Οφείλει να καταδέχεται να ΠΕΘΑΝΕΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΤΟΥ. Τότε υπάρχει ελπίδα να του δοθεί «τέτοια αγάπη που δεν χρειάζεται απάντηση γιατί έχει μέσα της και το κάλεσμα και την απόκριση, εισακούεται μόνη της» (ε.αν. Ρίλκε σελ. 143).
    [b]Δια του θανάτου η ζωή[/b].

  7. Ευχαριστώ και τους αγαπητούς Διονύση Παπαχρισοδούλου και “φίλο του Τέο” για τη συμμετοχή στη συζήτηση. Με βοήθησαν να καταλάβω καλύτερα κάποια πράγματα και εξέφρασαν κάποια άλλα που ένιωθα αλλά δεν τα είχα τόσο συνειδητοποιήσει ή δυσκολευόμουν να τα εκφράσω.

    Μια παρατήρηση μόνο για τον Διονύση:
    Δεν θα έλεγα “καθαρός από εαυτό”, αλλά από το “εγώ”, τον εγωκεντρισμό. Δεν μας ζητά ο Θεός να σκοτώσουμε τον εαυτό μας αλλά να τον καθαρίσουμε, έτσι που τα πάθη να μεταμορφωθούν στις ψυχικές δυνάμεις που ήσαν πριν τα διαστρέψει η αμαρτία, στο κατ’ εἰκόνα, όπως πλαστήκαμε. Διότι ο βαθύτερος εαυτός μας, ο κατά δύναμιν καθαρός από τα πάθη, θέλει το θέλημα του Θεού. Κι ο Θεός πάντα θέλει το καλύτερο για μας, έστω κι αν πρέπει να περάσουμε μύρια όσα για να φτάσουμε εκεί. Παραπέμπεις στον Ρίλκε, Σ’ ένα άλλο έργο του αυτός ο κατά βάθος θεολογών ποιητής, γράφει:
    “[i]Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια και άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω και μπρος (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω• αυτό, προπάντων δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δεν μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα της νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, … Ζυγώστε, τότε, τη φύση. Πασχίστε, τότε, να πείτε, σα να ‘σαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τι ζείτε, τι αγαπάτε, τι χάνετε[/i].” ([i]Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή[/i], μετ. Μάριου Πλωρίτη, Αθήνα 1995, σσ. 18-19)

    Αυτό εννοώ ειλικρίνεια (με τον εαυτὀ μας και τον Θεό) και καθαρότητα στην ποίηση. Δηλαδή, η προσωπική αλήθεια αρχίζει όταν κανείς βάλει τον εαυτό του μπροστά στον Θεό. Όπως γράφει και κάποιος από τους ασκητικούς Πατέρες, αν κανείς δεν πει μέσα του “εγώ κι ο Θεός είμαστε μόνοι στον κόσμο”, δεν πρόκειται να βρει ανάπαυση.

  8. ΟΚ, ακούγεται κάπως μονοφυσιτικό το “καθαρός από εαυτό” αλλά για τον σύγχρονο άνθρωπο, τον εγκεφαλοκεντρικό, τον της νοησιαρχίας, τον κατά φαντασία προσωποκεντρικό, αυτόν που του φράζει το δρόμο για τη σωτηρία, για τη θεραπεία, για την ανάσταση, για την πρόσληψη της άνωθεν δωρεάς, κυρίως ο ΟΓΚΟΣ της ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ, ο όγκος της φαντασίωσης ότι τάχα ΕΙΜΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ, για μας δηλαδή νομίζω ότι προέχει να τονίζεται η ανάγκη, η αναγκαιότητα του ΘΑΝΑΤΟΥ. Δεν έχουμε μπροστά μας να διανύσουμε μια θετική πορεία εξοραϊσμού της προσωπικότητάς μας, έχουμε να ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ. Αυτός ο θάνατος του ΕΑΥΤΟΥ είναι ο Σταυρός που ο Χριστός μας καλεί να σηκώσουμε κι όχι ο σταυρός της ηθικής μας, της υπαρξιακής μας, της προσωπικής μας τελείωσης. Τέλος πάντων … το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς και τα κόλυβα δεν είναι ψωμοτύρι … συγνώμη για την εμμονή και επιμονή …. Χαίρε.

  9. Δεν νομίζω ότι ο άνθρωπος έχει αλλάξει ουσιαστικά από την εποχή των Πατέρων μας. Και να, τι γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς για τον Σταυρό:
    «[i]Κατὰ μὲν οὖν τὸ πρῶτον τοῦ Σταυροῦ μυστήριον, ὅπερ ἐστὶν ἡ φυγὴ τοῦ κόσμου καὶ ἡ τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν διάζευξις, εἴπερ πρὸς εὐσἐβειαν καὶ τὸν κατ᾿ αὐτὴν ἐμποδίζουσι βίον, καὶ ἡ σωματικὴ ἐργασία, ἣν καὶ πρὸς ὀλίγον ὠφέλιμον εἶναι φησὶν ὁ Παῦλος, κατὰ ταῦτα γοῦν ὁ κόσμος ἡμῖν σταυροῦται καὶ ἡ ἁμαρτία, φυγόντων ἡμῶν ἐκ τούτων. Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον τοῦ Σταυροῦ μυστήριον, ἡμεῖς σταυρούμεθα τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς πάθεσιν, αὐτῶν φευγόντων ἐξ ἡμῶν. Οὐκ ἔνι δὲ τελείως ἐξ ἡμῶν αὐτὰ φυγεῖν, μὴ ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖν λογιστικῶς, ἂν μὴ ἐν θεωρίᾳ Θεοῦ γενώμεθα· ὅταν γὰρ διὰ τῆς πρακτικῆς προσβῶμεν τῇ θεωρίᾳ, καὶ τὸν ἐντὸς ἡμῶν ἄνθρωπον καλλιεργῶμεν καὶ ἀνακαθαίρωμεν, ἀναζητοῦντες τὸν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς κεκρυμμένον θεῖον θησαυρὸν καὶ ἀναθεωροῦντες τὴν ἐντὸς ἡμῶν οὖσαν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τότε ἡμεῖς σταυρούμεθα τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς πάθεσι[/i].» (Ομιλία ια΄, Εις τον τίμιον και ζωοποιόν Σταυρόν, 7, στο [i]Γρηγ. Παλαμᾶ ἔργα[/i], τομ. 9, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 290).
    Μιλά για την πρακτική εργασία, την καλλιέργεια και κάθαρση του εντός ανθρώπου, τον μέσα μας κρυμμένο θείο θησαυρό της Χάριτος, κλπ.
    Αυτή είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας μας που σέβεται το κάθε έναν άνθρωπο προσωπικά. Και φυσικά η ποιμαντική για τον κάθε ένα σημερινό πιστό, που είναι διαφορετικός, εγκεφαλικός ή συναισθηματικός, κλπ. εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του πνευματικού του.

  10. Τέλος πάντων … μεγάλη συζήτηση το αν ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ο ίδιος με εκείνον της εποχής των Πατέρων ή αν έχουμε αφήσει παρόλη την ορθοδοξολογία μας να περάσει μέσα μας, ως ιός, ανεπίγνωστα, αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί αποστασία ή μυστήριο της ανομίας …. απλώς μια διευκρίνιση πάνω στην διάζευξη που θέτεις “εγκεφαλικός ή συναισθηματικός”: κατ’ εμέ και ο συναισθηματικός εγκεφαλικός είναι ….

  11. [u]Αποσπάσματα από τον ΑΓΩΝΑ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ του Αρχ. Σωφρονίου:[/u]
    [b]Επιστολή 25
    Άθως, 10/23 Σεπτεμβρίου 1936[/b]
    Χθες (5/18 Σεπτεμβρίου) αναχώρησε από εδώ ο Ηγούμενος πατήρ Ιωάννης Σαζοφσκόϋ. Λυπάμαι που δεν έμεινε κοντά μας για μεγαλύτερο διάστημα. Δεν μας άφησε να ευχαριστηθούμε την επικοινωνία μαζί του. [b]Είναι άνθρωπος με ιδιαίτερη καθαρότητα, σαν άγγελος. Είναι ολοφάνερο ότι η χάρη του Θεού αναπαύεται σε αυτόν. [/b]Αγαπά τον Θεό με κάποιον ανοικτό τρόπο, σαν παιδί, και γι’ αυτό η συνομιλία μαζί του προκαλεί βαθειά ευφροσύνη, που ενεργεί θεραπευτικά στην ψυχή.
    …………..
    Με λύπη σκέφθηκα ότι, αν και τέτοιοι εκλεκτοί, όπως ο πατήρ Ιωάννης, δεν κατανοούν πλήρως το νόημα του παραδοσιακού μοναχισμού, τι περιμένουμε από τους άλλους;
    [b]Σκέφθηκα ότι είναι πραγματικά δυνατό να άρει ο Κύριος από την ανθρωπότητα την τρίτη χάρη[/b], κατά την έκφραση του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου (πρώτη χάρη αποτελεί το βάπτισμα, δεύτερη η μετάνοια και τρίτη ο μοναχισμός).
    [b]Μήπως έφθασε πράγματι ο καιρός, που η μεγαλειώδης, η αληθινά αγγελική παράδοση, θα απορριφθεί από την ανθρωπότητα;[/b]
    ……………
    Διαφορετικές είναι οι κλήσεις, διαφορετικοί και οι δρόμοι. [//279]
    Η επίσκεψη της χάριτος που αρπάζει τον άνθρωπο με μεγάλη δύναμη σε άλλον κόσμο, τον θείο κόσμο, στο άρρητο φως, του φανερώνει και του μεταδίδει την αιωνιότητα. [b]Ύστερα, με διαφορετική πλέον συνείδηση, αφού γνωρίσει τους νόμους της αιώνιας θείας ζωής –και κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον–, ο άνθρωπος εγκαταλείπεται σε αγώνα μέσα στον κόσμο αυτόν.[/b]
    Όλες οι δυνάμεις συγκεντρώνονται τώρα στη συμμόρφωση της εσωτερικής ζωής της καρδιάς βάσει των νόμων που γνώρισε· κι εδώ αρχίζει η σταυρική οδός. Το φως που είδε αποχωρεί έχοντας «τρώσει» την καρδιά και μένοντας στο νου μόνο με τη μορφή αφηρημένης γνώσεως για τους νόμους της αιώνιας ζωής.
    [b]Ο νους που φωτίσθηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει να βλέπει τη μεγάλη τραγωδία της πτώσεως του ανθρώπου. Και η τραγωδία αυτή θεωρείται μέσα στην ίδια την καρδιά μας. [/b]Αποδεικνύεται ότι αυτή είναι τελείως γεμάτη από αντίθετα αισθήματα και διαθέσεις.
    [b]Δεν υπάρχει στον κόσμο κακό, που να μη βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο στην καρδιά μας, κάποτε μάλιστα σε φοβερές διαστάσεις.[/b]
    Δεν χαίρεται όταν το βλέπει αυτό κάποιος μέσα του. Όταν συνειδητοποιεί τον εαυτό του ζωντανό στον άδη· ώ, πόσο θλιβερό! Κατά το μέτρο που αυξάνει η επίγνωση της αρρώστιας εντείνεται και η δίψα για σωτηρία.
    Η συναίσθηση όμως ότι το πεπρωμένο των αδελφών μου είναι όμοιο με το δικό μου γεννά στην καρδιά συμπόνια γι’ αυτούς. Έτσι αναγκαζόμαστε να προσευχόμαστε όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά για όλους: Κύριε, … ελέησον ημάς, δηλαδή όλους εμάς τους ανθρώπους, χωρίς εξαίρεση.
    [//280] Θα σας πω λοιπόν κάτι φοβερό, που ίσως σας φανεί διαστροφή.
    [b]Η φροντίδα «για όλους» δυσχεραίνει την υπηρεσία σε ξεχωριστά πρόσωπα και μας εξαναγκάζει κάπως να απομακρυνθούμε από αυτά.[/b] Δημιουργείται μια ζέση με κάτι το αφηρημένο. Ωστόσο νομίζω ότι το «όλοι» δεν είναι αφηρημένο πράγμα. Και όμως, εκείνο που ποσοτικά προσδιορίζει το περιεχόμενο της ζωής της ψυχής είναι η απορία και η προσδοκία. Θετικά τίποτε δεν κατανοείς, τίποτε δεν κατορθώνεις. Παντού σκοτάδι. Δεν υπάρχει το φως εκείνο που υπήρχε στην αρχή, παρά μόνο η τυραννική αναμονή: Πότε λοιπόν θα αλλάξει το σκοτάδι αυτό και θα γίνει φως; Κύριε, πότε όμως; … ως πότε;
    ……………….
    Με την έκφραση «μεγαλειώδης παράδοση» εννοούσα τη νοερά εργασία.
    Η ουσία της νοεράς εργασίας περιλαμβάνεται στους λόγους του Κυρίου που αναφέρουν ότι στην καρδιά γεννιούνται, από την καρδιά εξέρχονται διαλογισμοί … Η επιθυμία να τηρήσουμε τις εντολές του Κυρίου κατευθύνει όλη την προσοχή να συγκεντρωθεί στην καρδιά. [b]Ο νους ανείδεος εν σιωπή προσέχει την καρδιά[/b] … Όλο το μυστήριο περιέχεται στους λίγους αυτούς λόγους.
    Με την αφορμή αυτή μπορούμε να κάνουμε πολλές σκέψεις γύρω από το γεγονός ότι ο Θεός θεωρείται με καθαρό νου. [b][u]Όσο ο άνθρωπος δεν απεκδύεται όλα τα κτιστά, δεν μπορεί να κατοπτεύσει τον Θεό και πολλά άλλα.[/u][/b] Χαρακτηριστικό του ορθόδοξου «μυστικισμού» είναι η συγκέντρωση όλων των δυνάμεων στην τήρηση των ηθικών ευαγγελικών εντολών. Με την εμβάθυνση στον ηθικο-πνευματικό κόσμο κατορθώνεται η απέκδυση από τον φυσικό κόσμο. (ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ) [//281] [b]Η απέκδυση αυτή φθάνει ως την πλήρη απώλεια της αισθήσεως όχι μόνο της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, αλλά και αυτού του σώματός μας,[/b] όπως έχει λεχθεί: «είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα» (Β’ Κορ. 12,2). Και αυτό συμβαίνει τόσο ήσυχα, τρυφερά (δεν γνωρίζω πώς να το περιγράψω), ώστε ο άνθρωπος δεν παρατηρεί καθόλου πώς γίνεται, αλλά μόνο μετά την προσευχή «ανακαλύπτει», «υποπτεύεται» τί του συνέβη.
    ………………….
    Γνωρίζετε τις συνθήκες που επικρατούν σε μας. Φοβάμαι [//282] να τον συμβουλέψω να έλθει στον Άθω, έστω και για λίγο. Όποιος και αν έλθει, απογοητεύεται. Είναι σκάνδαλο, δεν υπάρχει ούτε ίχνος γνήσιου μοναχισμού ούτε ακόμη ανθρώπινου σεβασμού.
    Ο πατήρ Σιλουανός λέει την αλήθεια· δεν ζούμε μοναχικά, γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, όταν οι άνθρωποι αποφεύγουν την επικοινωνία μαζί μας, ως κάτι ανώφελο.

  12. ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ

    ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΑΝΑΓΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ…

  13. Η γνώμη μου είναι – για να εκφραστώ μαθηματικά –
    ότι οι κύκλοι των πραγματικών Χριστιανών και των γνήσιων ποιητών έχουν μία
    μεγάλη επικάλυψη ( “τομή” στη θεωρία των συνόλων ), χωρίς όμως να
    ταυτίζονται. Πράγματι, απραίτητο εφόδιο ενός γνήσιου ποιητή είναι η θέληση
    να βγεί έξω από ( να υπερβεί ) τον εαυτό του και να έλθει σε κοινωνία με τον
    Άλλο. Χωρίς αυτό, με μόνη τη διάθεση να εκθέσει τα τα εαυτού ή να επιδείξει
    τεχνική επάρκεια, ο ποιητής δεν ολοκληρώνεται. Αυτό το εφόδιο, βέβαια,
    μπορεί να το έχει και ένας μη Χριστιανός. Επιπλέον, για να φτάσει να γίνει
    κάποιος καλός ποιητής, χρειάζεται βάθος αισθήματος και τεχνική επάρκεια.
    Ένας πραγματικός Χριστιανός σίγουρα έχει το βάθος αισθήματος, μπορεί όμως να
    του λείπει η τεχνική επάρκεια. Από την άλλη μεριά, μπορεί έναν Χριστιανό που
    έχει προχωρήσει στο δρόμο της άσκησης να μην τον κινητοποιούν προς
    παρατήρηση κάποια ανθρώπινα πάθη, όπως ο ερωτισμός, η δοκησισοφία, η δίψα
    για την εξουσία κ.λ.π.Ίσως, π.χ., κάποια από τα θέματα που κινητοποίησαν τον
    Γρυπάρη να μην τραβούσαν την προσοχή ενός ασκημένου Χριστιανού. Σίγουρα, ο
    λόγος των Μεγάλων Πατέρων είναι συχνά κορυφαία ποιητικός. Επίσης η Εκκλησία
    αριθμεί στις τάξεις της πολλούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς που είναι
    σημαντικοί ποιητές – δεν είναι όμως όλοι ( δεν ξέρω αν είναι καν η
    πλειοψηφία – νομίζω όχι ) Από την άλλη, εγώ προσωπικά βρίσκω πολύ ποιητικά
    μεγάλα μέρη από την Παλαιά Διαθήκη.

  14. Πιστεύω πως ό,τι περιγράφεται στο κείμενο “Σκέψεις για την Ποίηση” ισχύει για όλες τις τέχνες και συμβαίνει ακόμη και αν ο καλλιτέχνης δεν το συνειδητοποιεί. Η συνθετική λειτουργία που παράγει ένα γνήσιο έργο τέχνης, όχι ένα κατασκευασμένο επινόημα, όσες φορές περιγράφηκε από τους ίδιους τους καλλιτέχνες είχε το ίδιο γνώρισμα. Κάτι που δεν ταυτιζόταν με τον συνηθισμένο εαυτό τους αναλάμβανε την δημιουργία του έργου και αυτοί το υπηρετούσαν. Η γνήσια τέχνη είναι πάντα θεόπνευστη, ακόμη και αν ο καλλιτέχνης πιστεύει ότι είναι άθεος. Και τα κοσμικά έργα έχουν την ίδια πηγή. Επομένως, δεν χρειάζεται ο καλλιτέχνης να συνδέσει συνειδητά την Προσευχή με την καλλιτεχνική του δραστηριότητα, γιατί μπορεί αυτή η προσπάθεια να αποβεί καταστροφική. Το Πνεύμα δεν χειραγωγείται. Έτσι βλέπουμε έργα με πρόθεση βέβηλη να γίνονται ιερά, ενώ πολλά θρησκευτικά έργα είναι αφόρητα.

  15. Τηρουμένων των αναλογιών, νομίζω πως “λέτε” κάτι διατυπωμένο από τον Πλάτωνα κατ’ αρχήν: “Ος δ’ άνευ μανίας Μουσών επί ποιητικαίς θύραις προσήκει πεισθείς ως άρα εκ Τέχνης ποιήτης εσόμενος ατελής αυτός τε και η ποίησις του υπό των αφρονούντων ηφανίσθη” (λυπάμαι για το μονοτονικό…), ή όπως είπε ο Γ. Τσαρούχης “όταν έχει δει κανείς κάτι που τον συνεκλόνισε και είναι ζωγράφος, θα βρει οπωσδήποτε έναν τρόπο, όσο άτεχνος κι αν είναι, να το αποδώσει. Αυτή είναι η μεγάλη αρχή που την εδραίωσε η Μοντέρνα Τέχνη…”.

  16. O Πλάτων μας λέει και τούτο: “νυν δε τα μέγιστα των αγαθών ημίν γίγνεται δια μανίας , θεία μέντοι δόσει διδομένης” , ώστε (μαθαίνουμε) ότι αυτή είναι η δεύτερη μορφή τρέλας η θεϊκή-δημιουργική η οποία: φύσει δώθηκε ως θείο χάρισμα.

    Ο Γιούνγκ γράφει: “η σημασία ενός έργου τέχνης έγκειται στο γεγονός ότι έχει ξεφύγει από την σφαίρα του προσωπκού” και σε κάποιο βιβλίο του τολμά να εικάσει το πολύ ενδιαφέρον ότι : “δεν είναι ο Γκαίτε αυτός ο οποίος δημιουργεί τον Φάουστ αλλά το αντίθετο.” ( !! ) Το ίδιο βέβαια “ισχύει” σε όλα τα αναλόγου “μεγέθους” έργα: στον Δάντη, σε κάποια του Βάγκνερ (Πάρσιφαλ Τριστάνος…), Σπίτελερ, Μπλέϊκ, Νίτσε (στον Ζαρατούστρα), κ.α. Αυτά είναι έργα που επιβάλλονται στον συγγραφέα. Το χέρι του κυριεύεται. Το χέρι του γράφει πράγματα που ο νους του συλλογίζεται με κατάπληξη, το έργο φέρνει μαζί του την ίδια του την μορφή.. κ.τ.λ.

  17. ΚΑΘΕ ΦΥΓΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΓΗ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΡΣΗ.
    ΣΙΓΑ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΑ ΝΑ ΧΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΛΠΙΔΑ. Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΦΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΚΟΝΙΑ .ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΔΙΨΑ ΘΕΟΥ…

  18. Ο Πλάτωνας χρειάζεται πάντα μεγάλη προσοχή και κριτική στάση, ιδίως επειδή είναι γόης και μας κάνει να θέλουμε να συμφωνήσουμε μαζί του. Γιά να αποφύγω να μιλήσω άσχημα γι αυτόν, θα συνιστούσα το σαφές και διδακτικό άρθρο του Φώτη Σχοινά στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ “Η έκσταση ως κάθοδος: το Παλαμικό υπόβαθρο της θεολογίας του π. Σωφρονίου”, τουλάχιστον τις αρχικές παραγράφους.
    Η μανία στους Πατέρες έχει μόνο κακή σημασία, πριν δε συχνότατα κακή και σπάνια καλή, κυρίως στον Πλάτωνα.
    Η μανία δεν έχει δημιουργική δυνατότητα, αλλά μόνο δυνατότητα παραγωγής ανοησιών, από αυθαίρετο, εύκολο και ανεξέλεγκτο συνδυασμό σπαραγμάτων γνώσεων. Είναι λατρεία των τεράτων της ανεξέλεγκτης φαντασίας, όταν τα δεχόμαστε άκριτα μέσα σε παθολογική οίηση που μας εμποδίζει να δούμε την φτώχεια και την ανοησία τους. Αυτά ισχύουν και για την νόσο της Μανίας.
    Αλλά προτιμώ ένα καταφατικό παράδειγμα αντί για τις φαντασιώσεις του Πλάτωνα:
    Αντιγράφω εδώ μία θαυμάσια περιγραφή της πραγματικής έμπνευσης, που είναι μία μορφή έκστασης πλήρους λόγου και ελέγχου, από μία επιστολή του Μότσαρτ:
    (Psychology of Music, Carl E. Seashore, Dover, N.Y. σ. 165)
    Όταν είμαι, ας πούμε, εντελώς ο εαυτός μου,… οι ιδέες μου ρέουν καλύτερα και αφθονώτερα. Από πού και πώς έρχονται, δεν γνωρίζω, ούτε μπορώ να τις αναγκάσω. Εκείνες τις ιδέες που με ευχαριστούν τις κρατώ στην μνήμη και συνηθίζω, όπως ήδη είπα, να τις σιγοτραγουδώ. Αν συνεχίσω με αυτό τον τρόπο, σύντομα μου έρχεται πώς μπορώ να κάνω από αυτό το “κομμάτι” ένα καλό πιάτο, δηλαδή, σύμφωνο με τους κανόνες της αντίστοιξης, τις ιδιαιτερότητες των ποικίλων οργάνων κλπ.
    Όλο αυτό “φλογίζει την ψυχή μου”, και, αν δεν με ενοχλήσουν, “το θέμα μου αυξάνεται”, γίνεται μεθοδικό και ορισμένο, και το σύνολο, ακόμη και αν είναι μακρύ, στέκει σχεδόν πλήρες και τελειωμένο στο μυαλό μου, ώστε να το εποπτεύω, σαν όμορφη εικόνα και άγαλμα, με μία ματιά. Δεν ακούω στην φαντασία μου τα μέρη του διαδοχικά, αλλά τα ακούω, ας πούμε, όλο με μιάς (gleich alles zusammen). Δεν μπορώ να εκφράσω πόσο “απολαυστικό” είναι αυτό! Όλη αυτή η δημιουργία, όλη η παραγωγή, συμβαίνει μέσα σε ένα ευχάριστο “ζωντανό όνειρο”. Πάντως, η ακρόαση καθ’ αυτή του “tout ensemble” είναι, τελικά, το καλύτερο. “Ό,τι παράγεται έτσι” δεν το ξεχνώ εύκολα, και αυτό είναι ίσως το καλύτερο δώρο γιά το οποίο οφείλω να ευχαριστήσω τον Θείο Δημιουργό μου.
    Όταν ξεκινώ να καταγράψω τις ιδέες μου, παίρνω από τον “σάκκο της μνήμης μου”, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω την διατύπωση αυτή, ό,τι έχει ήδη μαζευτεί σε αυτήν με τον τρόπο που ανέφερα. Έτσι, το γράψιμο στο χαρτί γίνεται αρκετά γρήγορα, αφού “το κάθε τί βρίσκεται”, όπως ήδη είπα, ήδη τελειωμένο και σπάνια διαφέρει στο χαρτί από το πώς ήταν στην “φαντασία μου”.

  19. Αυτή η μανία που αναφέρεστε αγαπητέ βρίσκει απολύτως σύμφωνο τον Πλάτωνα και ανήκει στην πρώτη μορφή-κατηγορία: (ανθρώπινες μανίες) κατά τον ίδιο.
    Η τρίτη υποκατηγορία μανίας (Μανία των Μουσών) της δευτέρας μορφής (θεϊκές Μανίες), είναι και αυτή στην οποία αναφέρομαι.
    Έχω κάνει μια νύξη-σχόλιο σ’ ένα παρόμοιο θέμα το οποίο ενώ φαίνεται ασύνδετο παρ’ όλ’ αυτά “αναγνωρίζω” ακριβώς την στιγμή της διαδικασίας του αυτοσχεδιασμού μια “ελάσσων” μορφή αυτής της Μανίας.
    https://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Βιολογία-Ψυχολογία-Εγκέφαλος/Άρθρα/3067-Μελετώντας-τη-Δημιουργικότητα-στους-Μουσικούς.html

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here