“Σαλός”: “Διηγήσεις στον Δημοσιογράφο Ιωάννη Αναγνώστου”

0
115

Σταμάτης Σουφλέρης

Μέρος Α
ΔΙΗΓΗΣΗ ΠΕΤΡΟΥ ΣΑΧΡΙΖΑΤΗ, οδηγού λεωφορείου.
 

Τον παπά Γιώργη τον ήξερα από μικρό παιδί. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Τι Λεωνίδας και πράσινα άλογα μου κοπανάς. Ήταν πέντε το πολύ επτά χρόνια μεγαλύτερός μου. Είχε παντρευτεί με μια γειτονοπούλα μου την Μαριώ του Πέτρουλα. Καλοί άνθρωποι, αλλά φτωχοί, πολύ φτωχοί. Είχαν να φάνε για πρωί, για το βράδυ δεν είχαν. Μια φέτα ψωμί μοιράζαν όλοι τους, ευτυχώς δεν ήταν μεγάλη οικογένεια, γιατί η μάνα της η θειά Κυριακούλα έκανε πιο πολλές αποβολές από γέννες, της απομείνανε τρία, τότε για τα δικά μας, ήταν τίποτα, σαν να λέμε μοναχοπαίδι σήμερα. Μα και με τον άντρα της χόρτασε να πεις; Φτώχεια, φτώχεια και άγιος ο Θεός. Φτώχεια να μαυρίζει το μάτι σου. Άτυχη γυναίκα. Πήρε παπά και νόμιζε ότι θα χόρταινε η κοιλιά της με πρόσφορα και πεσκέσια και της βγήκε μουρλός ο άνθρωπος. Δεν λέω καλός άνθρωπος μα λίγο το μυαλό του. Εσύ τι λες;
Καλά εσύ κάνεις τις ερωτήσεις, αλλά πρέπει να ξέρεις, έτσι δεν είναι;

Ναι, την δικιά μου γνώμη θα σου πω. Ποιανού μωρέ θα σου πω του αλλουνού; Τέλος πάντων, τον ήξερα από παιδάκι. Μα εκείνος με τα λίγα χρόνια που είχε διαφορά, με την λόξα του, εντάξει με την κλίση του για τα παπαδίστικα, δεν φερόταν σαν κανονικό παιδί. Είναι έτσι αυτά, ταμένα από την κούνια τους. Να πεις σχεδόν ορφανό ήταν, από ‘δω κι από ‘κει μεγάλωσε, σε μπαρμπάδες, σε μια θειά Καλή, από την πλευρά της μάνας του, όνομα και πράμα, ήταν η συγχωρεμένη, καλή ψυχή και καλό στόμα, να σου πω αυτό ήταν και το πιο σπάνιο, το τι σούρνανε η μια στην άλλη εκείνα τα χρόνια, δεν είχε βλέπεις ο κόσμος τηλεόραση, μα από κακία, ουου, να φάνε και οι κότες, αν ήταν με το βρισίδι εμείς οι άντρες και με το κουτσομπολιό οι θηλυκές να χορταίναμε, τότε, ου θα ήμασταν όλοι βαρέλια, να στρογγυλά να κυλάμε κατά του Χαιρημονά το ρέμα, όπως τότε που τα πηγαίναμε τον Αύγουστο να τα πλύνουμε, καλά το τι κρασί είχε τότε το νησί και οι πέτρες μύριζαν μούστο, σου μιλώ για πολύ κρασί, εμείς που δεν είχαμε τίποτα σπουδαία χωράφια και είχαμε το λιγότερο κάθε χρόνο χίλιες οκάδες, χίλιες διακόσιες άσπρο, χώρια το λιαστό που το πουλούσαμε όλο σχεδόν κι από αυτό κονομούσαμε κάνα φράγκο. Δύσκολα χρόνια. Λίγα τα λεφτά. Λίγα όλα. Μην κοιτάς σήμερα που σας τρέχουν από τα μπατζάκια.
Πρέπει να ξέρεις ποιος σου μιλάει, για αυτό στα λέω αυτά. Πρέπει να ξέρεις τον που κάθεται μαζί σου. Άκου τα λοιπόν. Ναι, κι εγώ χόρτασα ψωμάκι. Μα δούλεψα, δεν έκλεψα, τ’ ακούς, αυτό να γράψεις. Ο παπάς γύρναγε σαν την άδικη κατάρα, πήγαινε από εδώ κι από κει, είτε τον φώναζαν, είτε όχι, μια τον πετύχαινα στα χωράφια, μια στο λιμάνι, μια στο χωριό μας, μια στην Χώρα. Ασταμάτητος, σου λέω, ασταμάτητος. Ξυπολυσιά, απλυσιά βρώμα, μέχρι εκεί που δεν παίρνει, χαζομάρα. Τι να κάνω που τον ήξερα από παιδάκι, τι να κάνω που τον λυπόμουν;
Εμείς προοδέψαμε πολύ. Έμαθα οδηγός στου σχωρεμένου του Σταμάτη του Αντωνίου το φορτηγό, το μισό νησί εκεί έμαθε να οδηγάει. Έξυπνος άνθρωπος, προκομμένος, από πριν τον πόλεμο είχε το δημοσίας χρήσεως, μετά έκανε και το λεωφορείο. Γερά λεφτά. Έφτιαξε την πρώτη αντλία, για βενζίνη βρε, τις πρώτες ασφάλειες, λάστιχα, συνεργεία, το μηχανουργείο με το Νικολάου, ότι έπιανε το ‘κανε πρώτο. Έβγαζε λεφτά. Σωστός. Μα τον έφαγε η καρδιά του. Τότε βλέπεις δεν είχαμε τα σημερινά. Πάει, χάθηκε νέος. Τα παιδιά του τα χαλάσανε όλα. Η προκομμένη κόρη του ήταν αυτή η βλαμμένη που πήρε καταπόδι τον άλλον, συμπεθεριάσανε. Εγώ εκεί έγινα σωφέρ. Όλο το νησί εκεί έμαθε να σωφάρει. Δεν τον ξεχνώ τον μπάρμπα Σταμάτη. Για όλα βρες μου κάτι, μα αχάριστος δεν είμαι. Αυτός ήταν καλός άνθρωπος για μένα, της προκοπής. Όχι να γυρνάει στα χωράφια και να μουρμουράει. Τι έκανε ο Γιώργης, μην μου το λες εμένα Λεωνίδα, αυτά είναι για τις γυναικούλες, τι έκανε σαράντα χρόνια από το να μιλάει μόνος του στα χωράφια και στις ελιές; Δεν πρέπει να άφησε δέντρο για δέντρο. 
Ναι, το είχα ακούσει κι εγώ ότι έκανε την λειτουργία μέσα στα χωράφια και για αυτό ο μητροπολίτης τον μάλωσε. Δεν τον είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια. 
Ήταν αντάρτης κανονικά στον πόλεμο, έχει και μια φωτογραφία του το ημερολόγιο του πολιτιστικού συλλόγου μας, “Η Μεταμόρφωσις”. Ανάμεσα από τους άλλους, κανονικά με τα φυσεκλίκια σταυρωτά και το όπλο, εγώ ζήλευα λίγο, μα ο πατέρας μου που να με αφήσει. Ούτε κουβέντα δεν άκουγε για αντάρτες, εμείς ήμασταν αντίθετοι. Ωραίοι ήταν όμως με τα όπλα. Τώρα τι έκανε, τι δεν έκανε, πάντως κι αυτό το πιστεύω, δεν σκότωσε άνθρωπο. Δεν τους χώνευα τότε, γιατί να τους χωνέψω τώρα, αλλά μαζί τους ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος, άδικα βασανίστηκε αυτός, κάναν και οι δικοί μας, ο Αποστόλης ο Παπαστάμου, αυτός τα ξέρει καλά, αυτός θα σας πει. 
Τι να σας πω ιδιαίτερο, τι ξεχωριστό; Εγώ στο είπα, από την πρώτη στιγμή στο είπα, δεν είχα πολλά πάρε δώσε, δεν τον συμπαθούσα έτσι που είχε καταντήσει. 
Δεν το έκανα από καλοσύνη, τον λυπόμουν. Δηλαδή, όταν τον έβλεπα στην βροχή ή στο κάμα του ήλιου να τον άφηνα; Άλλο λύπη παλικάρι και άλλο καλοσύνη. 
Πώς το έμαθες αυτό; Μπράβο. Εσύ καλιγώνεις ψύλλο. Ναι, τον είχαν για γουρλή ή για γκαντέμη, αυτό δεν στο είπαν. Όταν ξεκίνησε να γυρνάει μετά από τα αντάρτικα, μετά από Αγιανόρη και Γεροσόλυμα, γιατί μετά ξεκίνησε, πρέπει να ήταν πενήντα εννιά ή εξήντα, δεν θυμούμαι επακριβώς, πρωθυπουργός ήταν ο Καραμανλής, τον μάζεψα μια μέρα με βροχή, χινόπωρο θα ήταν, που είχε φύγει από το Βαθύ. Το τι έριχνε δεν λέγεται, όσο και δούλευε το μηχανάκι μπροστά να καθαρίσει τα τζάμια δεν βλέπαμε ούτε την μύτη μας. Τότε είχα ένα Μάγκιουρις και είχα αγοράσει το μισό, από τον μπάρμπα Σταμάτη, είχε ανάγκη με την καρδιά του που σας έλεγα και τον βοήθησα, μα το χρωστούσα ακόμα και ήμουν όλο έννοια, το βράδυ γύρναγα σπίτι κι ανάσαινα, και οι δρόμοι όχι όπως σήμερα που γκρινιάζουν, μιλάμε ούτε γαϊδούρι δεν θα πήγαινε όχι λεωφορείο, κοίταζα με την μούρη μου κολλημένη στο τζάμι και τι να σου πω, ζήτημα είναι αν είδα τόσα χρόνια άλλη τέτοια βροχή, δεν έβλεπα ούτε δέκα πόντους, ταρακουνούσε το αμάξι σαν να ήμασταν στη θάλασσα, ο κόσμος μέσα είχε φοβηθεί, λες και το πέλαγο είχε ανέβει πάνω στα βουνά, φώναζαν μερικοί, άλλοι έλεγαν να σταματήσουμε, άλλοι έλεγαν να προχωρήσουμε, τι να σου πω, χαλασμός και ξαφνικά στη μέση του δρόμου βλέπω κάτι σαν φάντασμα, μια φιγούρα μαύρη που κρατούσε μια μαγκούρα όρθια, να με διατάζει να σταματήσω. 
Να σου πω ότι δεν φοβήθηκα, ψέματα θα σου έλεγα. Να μου πήγε. Το αμάξι κοκάλωσε, μπορεί και να μην πήγαιναμε  πάνω από δέκα εκείνη τη στιγμή. Έρχεται και πιάνει το χερούλι της πόρτας. Ανοίγει. Ήταν ο Παπάς. Έσταζε ολόκληρος. Στο νερό να τον είχες βουτήξει δεν θα είχε τόσο νερό πάνω του. Έτρεχε από παντού, από τα ράσα, από τα μαλλιά του, από το ραβδί, αυτός δεν ήταν άνθρωπος, ρέμα ήταν. Πίστεψέ με, μέχρι τα φρύδια του έσταζαν νερό, και σου μιλώ για νερό συνεχώς ασταμάτητα, όχι εκείνη τη στιγμή μόνο που μπήκε, συνεχώς. Δεν καθόταν ποτέ σε κάθισμα, ή όρθιος ή στη μηχανή, ή στα σκαλοπάτια του αμαξιού. Έτσι έκανε πάντα. Το θεωρούσε διαβολικό όχημα. Του είπα να κάτσει πάνω στη μηχανή, ξέρεις, μπα εσύ δεν θα θυμάσαι τα παλιά λεωφορεία με την μηχανή μέσα δίπλα από τον οδηγό, ακούμπησε για λίγο, δωσ’ του το νερό να βρέχει τα πάντα, σαν να βάλαμε την βροχή μέσα στο αυτοκίνητο, κοίταζα κάτω από τα ποδάρια του κι έλεγα μέσα μου θα μου το χαλάσει και το χρωστάω ακόμα.
Το ξέρω ότι δεν χαλάει έτσι ένα αμάξι, αλλά είχα έγνοια τότε, βγάζει λοιπόν μια αγριοφωνάρα και μου λέει “Πάμε”. “Πού πάμε Παπά του λέω εγώ”, “Πάμε, στη Χώρα, για να προλάβουμε”, “Τι να προλάβουμε τον ρωτάω εγώ, τι το ήθελα”, “Τα χειρότερα μου απαντά”, καταλαβαίνεις τι έγινε, κόσμος μέσα, γυναικούλες, εύπιστες, χαζές, διάφοροι, μα να σου πω την αλήθεια, μόλις κάνει ένα μπραφ η φύσις, όλοι να μην πω τι κάνουν, τα μασάνε και κρυφοπροσεύχονται. Μου είχε σβήσει και το αμάξι, μα πήρε αμέσως, γυρνάω, ευτυχώς ο δρόμος ήταν φαρδύς και όσο προχωρούσα ο καιρός καθάριζε, σαν να ήταν η μπόρα όλη εκεί, στην αρχή είχαμε ξεκινήσει μαζί της, σαν να είχε σταθεί το σύγνεφο σε ένα μέρος και εμείς βγήκαμε, σε πέντε λεπτά ήταν χαρά Θεού. Σταματάω, ανοίγω την πόρτα και κοιτάζω πίσω μου, τίποτα δεν έβλεπες πίσω, μαυρίλα, γινόταν χαμός, στην στροφή πάνω από την Χώρα, δίπλα από το να φτάσεις, εκεί που είναι η πινακίδα τώρα με το Σούπερ Μάρκετ του Μαρινάκη, τότε το λέγαμε το μέρος της Ζαχάρως η στροφή, μην με ρωτάς γιατί, και λέω στους ανθρώπους, “να περιμένουμε εδώ να περάσει η μπόρα”, μα πετάγεται πάλι αυτός και μου φωνάζει ”πίσω”. Έτσι σκέτα. Είχε μια φωνή όμως. Γκρέμιζε κάστρα, πέφτανε οι τοίχοι μπροστά του, τέτοια φωνή δεν έχω ξανακούσει στη ζωή μου, είπανε κι οι γριές να γυρίσουμε το λέει ο άγιος. Λίγο πριν το Βαθύ, μου λέει σταμάτα να κατέβω, έτσι κάνω κι εξαφανίζεται. Γυρνάμε, πάμε εκεί που είναι και σήμερα το ΚΤΕΛ, εκεί ήταν από τότε, βγαίνει ο πράκτοράς μας ο Γιώργος, το Κορδελιό και μου λέει “γυρίσατε, κόντεψα να πεθάνω, λίγο μετά που φύγατε πήρε ο Νωμοτάρχης τηλέφωνο έπεσε ο δρόμος, στην στροφή του Μπαδά και δεν θα το βλέπατε με τον χαλασμό, θα πηγαίνατε όλοι άκλαφτοι”. Έτσι έγινε. Τέλος.
Αφού θες κι άλλα, τι να προστέσω, ούτε να αφαιρέσω θέλω, αυτά, αλλά ορίστε. Το τι έγινε μετά φώναζαν όλες οι χαζές για θαύμα, προσκυνούσαν και σταυροκοπιόντουσαν κατά την πλευρά που τον αφήσαμε, τι να σου πω, αφού με ρωτάς, εμένα μου ερχόταν να φτύσω. Δεν μπορούσε να το πει σαν άνθρωπος κανονικός , μόνο μου το ‘παιζε σαν Μωσής στην έρημο, με την μαγκούρα και τις φωνές. Εγώ τότε τον σιχάθηκα, οι άλλες τον έκαναν πια εικόνισμα. 
Τι με ρωτάς πάλι την γνώμη μου, την γνώμη μου δεν σου λέω τόση ώρα; Τίποτα, δεν ήταν ο άνθρωπος, τίποτα. Συνέχισα να τον παίρνω αλλά κουβέντα μεταξύ μας δεν λέγαμε. Τι να του πω, τι να μου πει; Μια φορά μόνο που είχαμε πάει εκδρομή στην Αθήνα με το λεωφορείο το τρίτο πια το δικό μου, όχι δεν είχα τρία, εννοώ, το τρίτο που άλλαξα, στα 1980, Μάιος μήνας, τον πετύχαμε στην Ομόνοια, ναι στην Ομόνοια, βούιξε όλο το αμάξι, φώναζαν όλοι κι όλες ο Λεωνίδας κι ο Λεωνίδας, άνοιξα την πόρτα και του λέω “Θα ΄ρθεις λίγο μαζί μας, πάμε Πελοπόννησο ”, “Στο Άργος πάω κι εγώ μου είπε”, μπήκε μας ευλόγησε όλους, σοβαρά. Σπάνια έκανε τέτοια, ήταν δεν λέω αρκετά, αρκετά, πώς να το πω;
Σωστά ιεροπρεπής, σοβαρός επιτέλους, και τον άφησα έξω από το Άργος σε ένα σημείο με χωράφια, που μόλις το είδε μου είπε “εδώ” σαν να έβλεπε στάση. 
Όχι, δεν μιλήσαμε. Τίποτα κουβέντα σε όλη την διαδρομή. Μόνο μουρμούραγε μέσα από τα δόντια του. 
Ναι, καλά, τι είσαι εσύ; Το έμαθες κι αυτό; Ναι, του έβαλα τραγούδια δυνατά. Ξέρεις Βοσκόπουλο, τέτοια. Αφού τέτοια άκουγα. Τι να βάλω τον ύμνο της Πεντηκοστής, δεν το ‘ξερα. 
Μπα κανείς δεν είπε τίποτα. Το λεωφορείο ήταν γεμάτο με το σόι μου, εκδρομή δώρο τους πήγαινα. 
Ναι, τα πόδια του εκείνη τη μέρα τα σιχάθηκα. Ήταν μέσα στη λάσπη, στη λίγδα, νομίζω, μα το Θεό, είχε κολλημένα από κάτω τσίχλες και τα απομεινάρια μιας ντομάτας. Πω πω, ο άνθρωπος ήταν μια ντροπή. 
Τι να βρω, τι να δω από δαύτον; Από τη φούσκα δεν περιμένεις, άντε το πολύ να κάνει ένα μπαμ.
Άντε πάλι. Στα είπα, την είπα την γνώμη μου. Μουρλός ήταν, βρομιάρης ήταν, χαζός, ήταν, άπλυτος ήταν. Καλός ή κακός δεν ξέρω. Πάντως εμένα δεν μου άρεσε.
 
Tο βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Manifesto.
 
πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here