π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς ἢ στὸν ἀστερισμό τοῦ Ντοστογιέφσκυ  

3
1716

Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2014 βρέθηκα μὲ τὸν π. Ἀθανάσιο στὴν Ξάνθη γιὰ νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο του Ἀπὸ τὴν ἐλευθερία στὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε ἐκδοθεῖ δύο χρόνια πρὶν ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Δόμος. Μᾶς φιλοξένησε ἡ οἰκογένεια τοῦ Μάνου Σαρρῆ, σήμερα πατρὸς Ἐμμανουήλ. Τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ στὴ θεία Λειτουργία χοροστάτησε ὁ π. Ἀθανάσιος, μὲ ἀρχιερατικὴ στολὴ δανεικὴ καὶ ἄβολη (τὸ στιχάριο τοῦ ἦταν κοντὸ καὶ φαίνονταν οἱ ζαρωμένες κάλτσες του). Στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ἄφησε τὸν ἱερέα νὰ κάνει τὴν ἀπόλυση καὶ ὁ ἴδιος ἄρχισε νὰ κατευθύνεται πρὸς τὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο, ὅπου ὅμως στὰ δύο σκαλοπάτια του κάθονταν μικρὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα σηκώθηκαν γιὰ νὰ ἀποχωρήσουν. Τὰ προέτρεψε νὰ παραμείνουν καὶ κάθησε δίπλα τους, στὸ σκαλοπάτι τοῦ παραθρόνιου, πιάνοντας κουβέντα μαζί τους. Σὲ λίγο ἦρθε καὶ ἡ ὑπέρβαση τῆς τυπικῆς τάξεως: ἄρχισε νὰ ἀπεκδύεται τῆς ἀρχιερατικῆς του στολῆς ἀποθέτοντας τὰ ἄμφια στὰ χέρια τῶν μικρῶν παιδιῶν. «Δὲν ἐπιτηδευόταν αὐτὲς τὶς φυγὲς πρὸς τὰ παιδιὰ καὶ τὴ σχέση μαζί τους. Εἶχε ὁ ἴδιος ἀνυψωθεῖ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία στὴν ἄδολη καὶ ἀληθινὴ πολιτεία τῶν παιδιῶν. Εὕρισκε κοντά τους καὶ μαζί τους κοινωνία παραδείσου», ὅπως ὑπογράμμισε ὁ π. Ἐμμανουὴλ Σαρρῆς στὸν ἐπικήδειο λόγο του. Ἕνα παιδὶ τῆς θείας Βασιλείας ἦταν καὶ ἔτσι πολιτευόταν. Πρῶτα ζοῦσε ὡς παιδὶ καὶ ἔπειτα ἄκουγε τὸν ἐπιβεβαιωτικὸ λόγο τοῦ Κυρίου «ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».

Μετὰ τὴ θεία Λειτουργία ὁ προϊστάμενος τοῦ ναοῦ μᾶς κάλεσε σὲ ἕνα εὐρύχωρο γραφεῖο νὰ μᾶς κεράσει. Ἕνας νεαρὸς βιολόγος παρέσυρε τὴ συζήτηση στὴ θεωρία τῆς ἐξελίξεως. Ὁ π. Ἀθανάσιος ἀπάντησε μὲ μιὰ διήγηση: στὸ ζωολογικὸ κῆπο τοῦ Βελιγραδίου ἕνα μικρὸ κοριτσάκι βρέθηκε μπροστὰ στὸ κλουβὶ μιᾶς μαϊμοῦς καὶ ἄρχισε νὰ τῆς μιλάει. Ἡ μαϊμοὺ ἐνθουσιασμένη ἄρχισε νὰ ἐκδηλώνει τὴ χαρά της πηδώντας καὶ δείχνοντας τὴν ἐξάρτησή της ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ μικροῦ κοριτσιοῦ. Τὸ συμπέρασμα, ὅπως τὸ διατύπωσε ὁ π. Ἀθανάσιος: «Ὅπως καταλαβαίνεις, ὁ πίθηκος κατάγεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν πίθηκο».

 

Ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς βρέθηκε ἀνάμεσά μας ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ὅταν ἦλθε γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς θεολογικὲς σπουδές του στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Τότε ἐκπόνησε καὶ τὴ διδακτορική του διατριβὴ μὲ θέμα Ἡ ἐκκλησιολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1967. Παράλληλα θήτευσε ὡς ἐφημέριος στὴ λεγόμενη Ρωσικὴ Ἐκκλησία τῆς ὁδοῦ Φιλελλήνων. Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ ἀνέπτυξε ἕνα σπουδαῖο ποιμαντικὸ ἔργο, ἀναπτύσσοντας παράλληλα μιὰ σχέση μὲ ἀρκετοὺς νέους ποὺ τελικὰ ἀπετέλεσαν μιὰ ἰδιότυπη «οἰκογένεια» ἡ ὁποία διατήρησε τὴ συνοχή της μέχρι καὶ σήμερα. Μέσῳ αὐτῆς τῆς οἰκογένειας ἀναπτύχθηκε καὶ μιὰ βαθύτερη σχέση τοῦ ἑλληνικοῦ μὲ τὸν σερβικὸ λαό, ποὺ ἀναδείχθηκε ἰδιαίτερα σὲ καταστάσεις δοκιμασίας τῶν Σέρβων ἀδελφῶν. Τὸ ἰδιαίτερο μάλιστα στοιχεῖο αὐτῆς τῆς σχέσης ἦταν ἡ χώνευση ὅλης τῆς ἑλληνικῆς κουλτούρας καὶ ἡ διαλεκτική της μὲ τὴ σερβική, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ἀναφερόμαστε σὲ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν δύο πολιτισμῶν στὸ πρόσωπό του.

Τὶς γνώσεις του καὶ τὰ βιώματά του τὰ ξεδίπλωνε σὲ βιβλία του, ἄρθρα του καὶ ὁμιλίες, ποὺ σήμερα εἶναι ἀποτυπωμένα σὲ βιβλία, ὅπως: Χριστός – ἀρχὴ καὶ τέλος, ἐκδ. Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθήνα 1983, Χριστός, ἡ χώρα τῶν ζώντων, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2007, Ὁ πρῶτος Λόγος. Μελετήματα θεολογίας, ἐκδ. Ἀθ. Ἀλκιντζής, Θεσσαλονίκη 2019, Φῶς ἱλαρόν, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2021, πέραν ὅσων ἔχει δημοσιεύσει στὴ σερβικὴ γλώσσα.

Ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα βιβλία τοῦ π. Ἀθανασίου Γιέβτιτς, ποὺ ἐκδόθηκε τὰ Χριστούγεννα τοῦ 2012 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Δόμος, περιέχει δέκα ὁμιλίες του ποὺ ἔγιναν στὴν Ξάνθη κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1980. Αὐτὲς οἱ ὁμιλίες, ἀποτυπωμένες σὲ μαγνητικὴ μορφή, ἀπομαγνητοφωνήθηκαν ἀπὸ τὴν κ. Εὔη Σαρρῆ, διαμορφώθηκαν σὲ γραπτὸ κείμενο ἀπὸ τὴν ἴδια, χωρὶς νὰ χάσουν τὸν προφορικό τους χαρακτήρα, θεωρήθηκαν ἀπὸ τὸν συγγραφέα καὶ ὡς σύνολο ἀποτέλεσαν τὸ καλαίσθητο βιβλίο τῶν 240 σελίδων. Τίτλος: Ἀπὸ τὴν ἐλευθερία στὴν ἀγάπη, ποὺ ἀποτελεῖ τίτλο ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἄρθρα. Ἀλλὰ γιατί ἀπὸ τὴν ἐλευθερία στὴν ἀγάπη καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο;

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μᾶς λέει ὅτι ὑπάρχει μία ἀλήθεια καὶ αὐτὴ ἔχει πρόσωπο καὶ ὄνομα, εἶναι ἐνυπόστατη, εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀλήθεια» ἀποκαλύπτει στοὺς μαθητές του. Καὶ συγχρόνως τοὺς καλεῖ νὰ τὴν γνωρίσουν αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν», γιὰ νὰ εἶναι ἐλεύθεροι. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία ἀναδύεται ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό. Ἡ ἐλευθερία εἶναι καταστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐλευθερία δὲν καταργεῖται, ἀκόμα κι ἂν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀκυρώσει μὲ τὴν ἁμαρτία του, ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, ἀκόμα κι ἂν τὴν ἀμαυρώσει. Αὐτὴ ἡ θεοδημιούργητη ἐλευθερία ποὺ ἔχει ὡς ὑπόβαθρο καὶ οὐσιώδη λόγο ὕπαρξης τὴ χριστοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ οὐρανίου Πατρός, δόθηκε στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ φτάσει στὸν τριαδικὸ τρόπο ὕπαρξης ποὺ χαρακτηρίζει τὸν Θεό, τὸν ὁποῖο ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, στὴν Α´ Ἐπιστολή του, ὀνομάζει ἀγάπη: «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί». Ὥστε, τελικά, διὰ τῆς ἐλευθερίας νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀγάπη, ὥστε ἐλευθερία καὶ ἀγάπη νὰ εἶναι ὁμόλογα ὀνόματα τῆς κατάστασης τῆς ἁγιότητας.

Αὐτὴ ἡ θεμελιώδης ἀντίληψη περὶ ἀνθρώπου κατατίθεται σὲ ὅλο τὸ βιβλίο τοῦ π. Ἀθανασίου, εἴτε μᾶς μιλάει γιὰ ἀνθρωπισμὸ καὶ θεοανθρωπισμό, γιὰ νὰ ἀναδείξει τὴ σημασία τῆς ὁδοῦ Κυρίου, εἴτε μᾶς μιλάει γιὰ τὴ σχέση προσώπου καὶ κοινωνίας, εἴτε ἀνιχνεύει στὴν ἱστορία ρεύματα ποὺ τὴν ἐπηρέασαν καὶ τὴν ἐπηρεάζουν, ὅπως ὁ μαρξισμός, ὁ νεοπλατωνισμός, ἡ ψυχανάλυση, διαιωνίζοντας τὴ σύγχυση τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε κρίνοντας τὶς ἐπικίνδυνες ἑρμηνεῖες ποὺ κατατέθηκαν ἢ κατατίθενται ἀπὸ τὶς κατὰ καιροὺς αἱρέσεις.

Γνωρίζουμε, ὅσοι ἔχουμε πείρα τοῦ γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ λόγου τοῦ π. Ἀθανασίου, ὅτι πρώτη του ἀγάπη εἶναι ὁ Χριστὸς μαζὶ μὲ τὴν Παναγία μητέρα του καὶ τοὺς Ἁγίους· δεύτερη ἀγάπη του εἶναι ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, ὁ πνευματικός του πατέρας, σήμερα Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας· τρίτη ἀγάπη του εἶναι ὁ Ντοστογιέφσκυ. Στὸ βιβλίο Ἀπὸ τὴν ἐλευθερία στὴν ἀγάπη ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶναι παρὼν σὲ πλεῖστες ὅσες σελίδες του, ἀλλὰ ἐπίσης δύο ἄρθρα ἀσχολοῦνται ἰδιαίτερα μὲ αὐτόν. Γιὰ τὸν π. Ἀθανάσιο ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὁ οἰκουμενικὸς συγγραφέας καὶ διδάσκαλος ποὺ διαλέχθηκε μὲ τὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς του, κυρίως μὲ τὸν ἀναδυόμενο δυτικὸ οὑμανισμὸ καὶ τὸν σοσιαλισμό. Τὰ ρεύματα αὐτὰ ὁ Ντοστογιέφσκυ μᾶς τὰ περιγράφει στὸ ἔργο του μὲ ἀναφορὲς στοὺς εἰσηγητές τους, κυρίως τοὺς Εὐρωπαίους Γεωργία Σάνδη, Φουριέ, Προυντόν, Φόϋερμπαχ, Στράους, Χέγκελ, Μάρξ, ἀλλὰ καὶ τοὺς Ρώσους Μπελίνσκυ, Χέρτσεν, Τσερνικσέφσκυ. Σὲ μερικοὺς μάλιστα ἀπὸ τοὺς εἰσηγητές τους μαθήτευσε μὲ ἐνθουσιασμό, ἀλλὰ πολὺ νωρὶς ἄρχισε νὰ κρατάει ἐπιφυλακτικὴ στάση, μέχρι ποὺ ἔφτασε σὲ σοβαρὴ διαφωνία. Ἡ διαφωνία του ἐκφράστηκε καὶ ὡς κριτική, εἴτε μὲ ἄρθρα του καὶ μικρὰ δοκίμια, εἴτε, κυρίως, μέσῳ τῶν μυθιστορημάτων του. Σὲ ὅλα τὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς του, ρεύματα ποὺ ἐξόριζαν τὸν Θεὸ καὶ κατὰ συνέπεια ἐξόριζαν καὶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἐν ἀγάπῃ κοινωνία, ἔβλεπε νὰ πλήττεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ π. Ἀθανάσιος ἀντλεῖ αὐτὴ τὴν κριτικὴ τοῦ Ντοστογιέφσκυ μέσα ἀπὸ τὶς περιγραφὲς τῶν ἡρώων του στὰ ἔργα του, περιγραφὲς θετικὲς καὶ περιγραφὲς ἀρνητικές, μὲ δραματικὸ πάντοτε περιεχόμενο. Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἀναφορὰ στὸ ἔντονο ἐνδιαφέρον τοῦ Ντοστογιέφσκυ νὰ διασώσει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, καταγγέλλοντας τὴν παράχρηση ἢ τὴν ἄρνηση. Ἀπὸ τὸν διάλογο αὐτὸν προέκυψε ἡ τελεσίδικη θέση του ὅτι μόνον ὁ Χριστὸς μπορεῖ πραγματικὰ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδά του καὶ ἀπὸ τὶς συγχύσεις του.

Νὰ ἐξηγήσουμε ἐδῶ ὅτι ὡς πρώτη θέση τοῦ Ντοστογιέφσκυ θεωρεῖται τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων ἐν ἐλευθερίᾳ, σὲ συνδυασμὸ ὅμως μὲ τὴν ἀνάδυση τοῦ προσώπου. Τελικὰ τὸ ζητούμενο εἶναι ἡ φανέρωση μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ κέντρο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στοὺς ἀντίποδες μάλιστα ἑνὸς συστήματος ἢ μιᾶς θεσμοποιημένης θρησκείας. Γράφει γι᾽ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ π. Ἀθανάσιος: «Εἶναι γνωστὸ τὸ θέμα τῆς sombornost, τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀνέπτυξαν ὁρισμένοι “σλαυόφιλοι” στὴ Ρωσία, ὅπως ὁ Χωμιακὼβ κ.ἄ. Καὶ δὲν εἶναι κοινωνιολογικὴ ἡ λύση ποὺ δίνει ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινωνία, δηλαδὴ σύλλογος ἀνθρώπων, πλειοψηφία κ.λπ. Ὅλες οἱ κατηγορίες αὐτὲς πρέπει νὰ πέσουν. Νὰ σταθοῦν μόνο οἱ κατηγορίες πρόσωπο, ἀγάπη, ἐλευθερία, κοινωνία. Καὶ δὲν νοεῖται ἡ Ἐκκλησία ὡς σύστημα, ὡς θρησκεία, πρέπει νὰ τὸ ἐξηγήσουμε αὐτό. Ὁ Ντοστογιέφσκυ δὲν διστάζει νὰ ἀπορρίψει καὶ τὴ θρησκεία ἀκόμη. Ἡ θρησκεία εἶναι κάτι ὀργανωμένο, θεϊκὸ ἢ ἀνθρώπινο δὲν ἔχει σημασία, εἶναι σύστημα ποὺ λύνει μὲν τὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ θυσιάζει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ μόνη διέξοδος, ἢ καλύτερα νὰ πῶ, ἡ μόνη σωτηρία, ἡ μόνη ἀλήθεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι ὁ Θεὸς πού –ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ πῶ κάτι ποὺ δὲν τὸ λέει ἔτσι ἀκριβῶς ὁ Ντοστογιέφσκυ– κατήργησε τὸ σύστημά Του, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος σωσμένος. Δὲν ὑποτάχθηκε ὁ Θεὸς στὸ σύστημα, ὅπως πῆγε νὰ Τὸν ὑποτάξει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Καὶ ἐνῷ μίλησε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ βαριὰ λόγια γιὰ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία, ὅμως τὸ ἔκανε χωρὶς πάθος ὁμολογιακό, ἀντιπαπικὸ ἢ ἀντιδυτικό. Στὴν πραγματικότητα ἀγαποῦσε πάρα πολὺ τὴν Εὐρώπη, τὴν γνώριζε, τὴν ἀποκαλοῦσε “ἡ χώρα τῶν θαυμάτων”, ἢ τὸ ἀγαπητὸ νεκροταφεῖο ὅπου πᾶμε καὶ κλαῖμε τὴν τραγικότητά μας ὡς ἀνθρώπων. Εἶναι ἁπλούστευση νὰ ἀποκαλοῦμε τὸν Ντοστογιέφσκυ ἀντιδυτικό, ὅπως εἶναι ἁπλούστευση καὶ νὰ τὸν ὀνομάζουμε ἀνατολικό. Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἀπὸ τὴ Δύση. Διότι ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαντλεῖται μὲ τὴν Ἀνατολὴ καὶ μὲ τὴ Δύση, οὔτε μὲ τὸ θέμα περσοναλισμὸς-σοσιαλισμός, ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς κοινωνιολογίας ἢ τὴν ἔννοια τῆς προσωπικῆς σωτηρίας».

Ἕνας τέτοιος Ντοστογιέφσκυ εἶναι στοὺς καιρούς μας μέγας διδάσκαλος, γιατὶ μᾶς δείχνει τὸν δρόμο τοῦ ἀκέραιου ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου ποὺ παθαίνει τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀγάπη, καὶ ἔτσι ἀναδεικνύει τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου. Ὅλα τὰ ἰδεολογικὰ ρεύματα τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰ. καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ, ἐγκλώβιζαν τὸν ἄνθρωπο σὲ συστήματα, ἐγκαθιδρύοντας μιὰ ἐλεγχόμενη ἐλευθερία.

Κλείνω μὲ μιὰ προσωπικὴ γνώμη ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τοῦ βιβλίου. Μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες δὲν ἀναδύεται ἕνας, ἐπαρκὴς ἀσφαλῶς, συγγραφέας, ἀλλὰ ἕνας ἀτόφιος ἄνθρωπος ποὺ ξεδιπλώνει ἐνώπιόν μας τὸν ἑαυτό του ὡς ὁδοιπόρο πρὸς μιὰ πατρίδα συγκεκριμένη, μὲ ἐφόδια τὴν πείρα του ἀπὸ πολλὲς πατρίδες τοῦ κόσμου τούτου. Ἀκριβῶς ὅπως διατυπώνουν τὴν πείρα αὐτὴ οἱ χριστιανοὶ στὴν Πρὸς Διόγνητον ἐπιστολή: «Πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολῖται, καὶ πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι· πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν, καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη. […] ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται» (V). Θέλω νὰ πῶ ὅτι αὐτὸ τὸ βιβλίο ἀποτελεῖ κλειδὶ γιὰ νὰ διαβάσουμε ὅσα μέχρι τώρα ἔγραψε ὁ π. Ἀθανάσιος.

Από το αφιέρωμα «Ἀθανάσιος Γιέβτιτς» (τχ 340, Οκτώβριος 2021) του περιοδικού “Πειραϊκή Εκκλησία”

3 Σχόλια

  1. Διαπίστωση της θλιβερής τραγικότητάς μας θα είναι ο περιορισμένος αριθμός σχολιαστών που θα ασχοληθούμε με αυτό το άξιο άρθρο ενός άξιου Συγγραφέα για έναν πανάξιο άγιο άνθρωπο. Παράδειγμα βιοκρισίας ενός αγίου όσα διαβάζουμε.
    Για να, “μην ξεχνάμε ότι η αγάπη είναι η πιο μεγάλη υπευθυνότητα και η ελευθερία είναι η πιο μεγάλη ευθύνη του ανθρώπου”. Κι ότι “Ο Χριστός έδειξε μέσα Του το ανθρώπινο πρόσωπο του Θεού και το θεϊκό πρόσωπο του ανθρώπου”.
    Ευχαριστώ τόσο τον κ. Μαυρόπουλο, όσο και το Αντίφωνο γι αυτήν την πολύτιμη δημοσίευση.

  2. ειχα την χαρα να παραστω σε λειτουργια και κηρυγμα του αθανασιου γεφτινς , ως επισκοπου βοσνιας -ερζεγοβινης. ειχε λειτουργησει στην μονη αναληψεως , στον βτρωνα , οταν μαινοταν ακομα ο πολεμος της γιουγκοσλαβιας κι η σερβια βομβαρδιζοταν απο τα νατοϊκα αεροπλανα. μου ειχε κανει εντυπωση η λιτοτητα της αρχιερατικης ενδυμασιας. απλα αμφια, απο φτηνο υφασμα , χωρις κεντηδια και ξομπλια. χοντοπαπουτσα στα ποδια κι αντι για αστρφτερη μιτρα, ενα βελυδινο σκουφακι , που υψωνοταν παριστανοντας την κορωνα. και , αμεσως μετα το ευαγγελο, μιλησε. μιλησε μονο επι επτα λεπτα. και μιλησε για τη σημασια του σταυρου, αναλυονταν την ευαγγελικη φραση ”…αρατω τον σταυρον αυτου και ακολουθητω μοι”. και μας ειπε οτι δεν ειναι λυτρωτικοι ολοι οι σταυροι που σηκωνουν οι ανθρωποι . σταυρο σηκωσε κι ο δευτερος ληστης, αλλα εμεινε εξω απο τη βασιλεια του θεου. σταυρο σηκωνει και η σερβια σημερα , αλλα δεν ειναι σε ολα δικαιωμενη. σταυρο σηκωνουμε σε αρρωστεια , σε θανατο , σε φτωχεια. αλλα μονο αν αναφερουμε κι αναθεσουμε αυτον τον σταυρο στον χριστο , αποκτα νοημα το βαρος του.
    αυτα τα λιγα μου εμεινα απο τοτε. δεν χρειαζομουν και περισσοτερα . καθε φορα που κατι δυσκολο μου συμβαινει , προσπαθω να φερω τα λογια του στη μνημη μου και να συγκρινω το προβλημα με το νοημα του σωστικου σταυρου κι οχι απλως του βασαμνιστικου οργανου.
    δεν ειναι ευκολο. αλλα αυτος ο απλος κι οχι απλοϊκος λογος κλεινει πολλους τομους αναλυσεων και θεωριων.
    θεωρω μεγαλη ευλογια για τον εαυτο μου που τον ακουσα εκεινη την καλοκαιρινη κυρτιακη στην αναληψη του βυρωνα
    δεν ειμαι σε θεση να εκφερω αποψη για το σπουδαιο κειμενο που διαβασα. σιγουρα , ομως , μενει μεσα μου σαν δροσερη πηγη χαρας
    κι ευχαριστω που εξ αιτιας του μου δοθηκε η ευκαιρια να σας παρουσιασω τη μικρη μου εμπειρια απο την επαφη μου μ’΄εναν πραγματικο πατερα , οπως θα πρεπει να ειναι ο επισκοπος.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here